Οι ΙΕ προθέσεις #1

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τις ΙΕ προθέσεις. Θυμίζω πως οι προθέσεις είναι μέρη του λόγου που εκφράζουν χωρικές ή χρονικές σχέσεις. Οι χωρικές προθέσεις άλλοτε έχουν στατική λειτουργία (δήλωση σχετικής θέσης) και άλλοτε δυναμική (κίνηση προς μια κατεύθυνση). Συντάσσονται και ως ανεξάρτητοι όροι και ως πρώτα συνθετικά σύνθετων όρων.

Όλες οι Ελληνικές προθέσεις είναι ΙΕ καταγωγής, αλλά υπάρχουν και μερικές αναδομημένες ΙΕ προθέσεις που δεν απαντούν στην Ελληνική.

Το κεφάλαιο 18.2 του βιβλίου “The Oxford Introduction to PIE and the PIE World” των Mallory-Adams (σλδ 288-293) περιέχει αναλυτικά την πλειοψηφία των παραδειγμάτων που θα περιγράψω και τον παρακάτω συνοπτικό πίνακα.

preplist1

preplist2

Μπροστά ~ Πριν

Υπάρχουν δύο αναδομημένες ομάδες ΙΕ προθέσεων με την σημασία «μπροστά ~ πριν». Η μία είναι η πρόθεση *h2ent(i) (παράγωγο της ρίζας *h2ent- «πρόσωπο, μέτωπο» και κυριολεκτικά δείχνει την μετωπιαία θέση, δηλαδή την θέση που είναι «μπροστά από το πρόσωπό/μέτωπό μου») και οι άλλες είναι μια σειρά παραγώγων της ρίζας *per- «διαβαίνω» (~ προσπερνώ).

Ο απόγονος της ρίζας *h2ent(i) στην Ελληνική είναι η πρόθεση ἀντί που έχει την βασική σημασία «αντιμέτωπα» (δηλαδή κάποιος που είναι μπροστά από εμάς και είναι γυρισμένος προς εμάς). Αντίθετα, η λατινική πρόθεση ante σημαίνει απλά «μπροστά, πριν».

h2enti

Έτσι ενώ το ελληνικό παράγωγο ἀντίος σημαίνει «αντιμέτωπος, αντίπαλος», το λατινικό συγκριτικό ( *-ios- > -ior) παράγωγο anterior σημαίνει «μπροστινός, πρότερος» (πιο μπροστά/πριν). Στην αγγλική επιστημονική ορολογία το αντιθετικό ζεύγος anterograde ~ retrograde δηλώνει «αυτόν που κινείται προς τα εμπρός/πίσω». Έτσι στην νευροβιολογία, ο όρος anterograde transport = «πρόσω μεταφορά» δηλώνει την μεταφορά μορίων κατά μήκος του άξονα, από το σώμα του νευρώνα προς τις νευραξωνικές απολήξεις (δηλαδή κατά την διεύθυνση διάδοσης της νευρικής ώσης), ενώ ο όρος retrograde transport = «όπισθεν μεταφορά», δηλώνει την μεταφορά προς την αντίθετη κατεύθυνση.

axontransport

Το δεύτερο συνθετικό των επιθέτων anterograde/retrograde είναι το λατινικό gradus = «βήμα, βαθμός», παράγωγο της ΙΕ ρίζας *ghre(i)dh- «βαίνω, βηματίζω» που δεν απαντά στην Ελληνική (λ.χ. progress = πρόοδος < λατ. prōgressus = «που έχει προβιβαστεί/προχωρήσει», ενώ στον βαλτο-σλαβικό κλάδο η ρίζα απαντά με ρινική ένθεση ως *ghri-n-dh- > OCS gręsti «βαίνω», λιθουανικό grìdyti = «περιπλανιέμαι»).

ghredh

Όπως έχω αναφέρει σε παλαιότερη ανάρτηση, η Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ΑΒΡ, πρόγονος της Βλαχικής/Αρουμανικής και της Ρουμανικής) είναι η μόνη ρωμανική ποικιλία που δείχνει τον όρο *antaneus με την σημασία «πρώτος» (< μπροστινός): βλαχ. ntãnjiu ~ ρουμ. întâi.

Μερικές φορές η ελληνική πρόθεση ἀντί σημαίνει «αντάξιος ~ ισάξιος». Ο Ἀντίγονος και η Ἀντιγόνη είναι «ισάξιοι/αντάξιοι των γονέων τους», ο ἀντίθεος στα ομηρικά έπη σημαίνει ἰσόθεος (καμία σχέση με τον αντίχριστο 🙂 ), ενώ το ρήμα ἀνταμείβομαι κυριολεκτικά σημαίνει «ανταλλάσσω ισάξια αντικείμενα», γι΄αυτό η ανταμοιβή κατέληξε να σημαίνει πληρωμή αντάξια κάποιας υπηρεσίας.

[Ιλιάδα, 1.262-4]

οὐ γάρ πω τοίους ἴδον ἀνέρας οὐδὲ ἴδωμαι,
οἷον Πειρίθοόν τε Δρύαντά τε ποιμένα λαῶν
Καινέα τ᾿ Ἐξάδιόν τε καὶ ἀντίθεον Πολύφημον

Απόγονος της ίδιας ΙΕ ρίζας *h2ent(i) είναι και το αγγλικό and = «και» (πρωτογερμανικό *andi). Σε αυτήν την περίπτωση η σημασιακή εξέλιξη ήταν «αν το προχωρήσουμε κι άλλο» > «επιπρόσθετα» > «και».

Το σανσκριτικό anti σημαίνει «πριν», αλλά και «κοντά» (< «μπροστά στα μάτια μου»).

Οι άλλες ΙΕ προθέσεις με την σημασία «μπροστά, πριν» είναι, όπως ήδη ανέφερα, παράγωγα της ρίζας *per(h2)- «διαβαίνω, περάω» (~ προσπερνώ > προηγούμαι, *preh2- εδώ).

perh2

Η πρώτη που αναφέρουν οι Mallory-Adams είναι η πρόθεση *pr.h2eh1 και είναι ο πρόγονος της ελληνικής πρόθεσης παρά. Η κυριολεκτική σημασία της ελληνικής πρόθεσης είναι «πέρα από κάποιο όριο» και «δίπλα». Η σημασία της υπέρβασης ορίου φαίνεται λ.χ. στο ζεύγος όρων παραβαίνω ~ παράβασις και διατηρείται στην νεοελληνική επιτατική σημασία της πρόθεσης παρά (τα παραλές = «περιγράφεις τα πράγματα υπερβολικά», παραψημένος = «που ψήθηκε παραπάνω απ΄όσο έπρεπε» κλπ). Η στατική σημασία «δίπλα» (< πέρα από τα δικά μου όρια) φαίνεται σε όρους όπως πάροικος ~ περίοικος και παράκοιτης = ο σύζυγος της γυναίκας που κοιμάται δίπλα της (η σύζυγος, από την άλλη, είναι *sm.-k’oi-is > ἄκοιτις και *sm.-logh-os > ἄλοχος = «που κείται/κοιμάται/λέχεται μαζί με τον άνδρα», σύγκοιτος).

Οι απόγονοι της πρόθεσης *pr.h2eh1 στις άλλες γλώσσες σημαίνουν πιο ξεκάθαρα «μπροστά, πριν»:

πρωτογερμανικό *fura(i) > αγγλικό fore- (λ.χ. forward = «μπροστά, πρόσω», before «πριν»)

αβεστικό parə ~ σανσκριτικό purā = «πριν»

Το ελληνικό επίρρημα πάρος = «πρότερα, πριν, πρώην» αντιστοιχεί στο σανσκριτικό puras = «πρότερα, πριν».

Το άλλο παράγωγο της ρίζας *perh2- είναι *pr.h2ei και έχει δώσει το ελληνικό παραί = «παρά» και, μεταξύ άλλων, το λατινικό prae «πριν, προ-» (λ.χ. praeparō = προετοιμάζω, praecūrō = «προνοώ, προμηθέομαι».

Η τρίτη παράγωγη πρόθεση της ρίζας *per(h2)- είναι η *pro(h2).  Απόγονοί της είναι η ελληνική πρόθεση πρό, η λατινική pro ~ prō, η αβεστική frā και η σανσκριτική pra. Με την δυναμική της σημασία σημαίνει «κίνηση προς τα εμπρός» (προχωρέω), ενώ με την στατική σημασία δηλώνει κάτι το χρονικά πρότερο (λ.χ. πρόγονος, προπάτωρ) ή το χωρικά προωθημένο (λ.χ. οι όροι πρόδρομος, πρόσκοπος με την στρατιωτική τους σημασία).

*pro-sru-tòs = «αυτός που ρέει προς τα εμπρός, εκρέει» > σανσκ. prasruta ~ πρόρ(ρ)υτος

και αντίστοιχα *pro-g’hu-tòs > προχυτός (προχέω, προχοή)

*pro-k’lew- «προκλύω, ακούω για κάποιον πριν τον γνωρίσω» > προκλεϝής > Προκλέϝης > Προκλῆς (συνηρημένος τύπος) ~ αβεστικό dūrāt̰frasrūta- (=”τηλεπροκλυτός”) «που η φήμη του φτάνει μακριά πριν απ΄αυτόν» (λ.χ. τηλεκλυτός/τηλεκλειτός).

prokles

*men- «εξέχω» (λ.χ. λατ. mōns/montem = «βουνό», κυριολεκτικά «εξοχή») > λατινικό prōmineō = προεξέχω

*pro-peth2- > προπετής και αλβανικό përpjetë, για τα οποία γράφει ο Vladimir Orel:

perpjete

Στον Σλαβικό κλάδο το ΙΕ *pro- στα σύνθετα κυμαίνεται μεταξύ pro- ~ pra-, με τον δεύτερο τύπο να είναι προϊόν του νόμου του Winter (έκταση φωνήεντος πριν από ΙΕ ηχηρό κλειστό, *o>ō>ā>a).

Λ.χ. σερβοκροατικό prababa ~ πολωνικό prababcia = «”προμπάμπω”, προγιαγιά» (pro+baba > μπάμπω).

Η σλαβική πρόθεση σε πολλά σύνθετα διατηρεί την αρχική σημασία «δια» της ρίζας *perh2- «διαβαίνω, περάω», λ.χ. provoziti = «διαβαίνω» > τσεχ. provoz «κυκλοφορία, κίνηση» (traffic).

pra

Εκατέρωθεν ~ Πέριξ

Εδώ υπάρχουν δύο ρίζες. Η μία είναι η *peri που έχει δώσει τα ελληνικά περί και πέριξ, το σανσκριτικό pari και το αβεστικό pairi (με τυπική αβεστική προουράνωση *VCi > ViCi, λ.χ. IE *potis > ΚΙνΙρ. *pati > αβ. paiti), αμφότερα ακριβώς ταυτόσημα με το περί.

Η λέξη παράδεισος είναι ιρανικό δάνειο στην Ελληνική και κυριολεκτικά σημαίνει «περίτειχος» (περιφραγμένος/περιτειχισμένος κήπος):

ΙΕ *dheyg’h- «χτίζω» (λ.χ. λατινικό fingō και ελληνικά τεῖχος/τοῖχος)

*peri-dhoyg’h-os > ΚΙνΙρ. *pari-daiza > αβεστικό pairidaēza

Η άλλη πρόθεση είναι *h2ent-bhi > *h2embhi και είναι παράγωγο της πρόθεσης *h2enti που περιέγραψα παραπάνω. Η κυριολεκτική της σημασία είναι «εκατέρωθεν» (και από τις δύο μεριές), αλλα απέκτησε και τη γενικότερη σημασία «πέριξ, ολόγυρα».

Ελληνικό ἄμφωἀμφί, λατινικό ambo ~ ambi, σανσκριτικό abhitas, πρωτογερμανικό *umbi, παλαιό ιρλανδικό imb. Η ίδια πρόθεση απαντά απολιθωμένη στο αρμενικό σύνθετο επίθετο *h2embhi-solwyos > ambołǰ = «ολόκληρος, ακέραιος», κυριολεκτικά «ακέραιος σε όλες τις πλευρές του». Ο Orel και οι Mallory-Adams θεωρούν την αλβανική πρόθεση mbi απόγονο της ίδιας ρίζας.

h2entbhi

Έτσι τα ἁλίβρεκτα και ἁλιτέρμονα νησιά είναι περίρρυτα και ἀμφίρρυτα = «περιβαλλόμενα από νερό», τα ἀμφίβια ζώα ζουν σε αμφότερα τα περιβάλλοντα και ο λατινικός όρος ambiguus σημαίνει αμφίσημος,κυριολεκτικά, «αυτός που περπατάει σε δύο δρόμους, αμφιβάμων». Το βικιλεξικό ετυμολογεί τον όρο ως *h2embhi+*h2eg’+*-wos.

Τέλος, παρουσιάζω τρία ενδιαφέροντα αλβανικά παραδείγματα που βρήκα στον Orel:

mbi

PAlb *ambi-autsa > mbath = «φοράω» ~ ἀμφιέννῡμι (περιβολή = ἀμφίεσις)

IE *h2embhi-leg’- > PAlb *ambi-ledza > mbledh, ακριβής ΙΕ συγγενής του ελληνικού «ἀμφιλέγω», αλλά με την σημασία «περισυλλέγω»

PAlb. *ambi-wela > mbyll = «περικλείω» (*wel- «καλύπτω», λ.χ. ἔλυτρον, volvō)

Μέσα ~ Έσω

Η βασική ΙΕ πρόθεση με τη σημασία «μέσα, εντός, έσω» είναι *h1en και είναι ο πρόγονος των ελληνικών ἐν και εἰς/ἐς (< ἐνς = *h1en-s), του λατινικού in, του αγγλικού in (< πρωτογερμανικό *in), του πρωτοσλαβικού vŭ(n) (< *h1n.), του λιθουανικού į/in, του αρμενικού i-/y-, του πρωτοκελτικού *eni (λ.χ. παλαιό ιρλανδικό i και ουαλικό yn) κλπ.

Η ίδια πρόθεση αποτελεί συστατικό πολλών αναδομημένων δευτερογενών σχηματισμών όπως:

*h1en-tos > ἐντός ~ λατινικό intus

*h1en-do- > ἔνδον/ἔνδος ~ λατινικό endo

*h1en-ter- > λατινικά inter, intrā, σανσκριτικό antár, παλαιο ιρλανδικό eter, αλβανικό ndër κλπ.

*h1en-teros > *ἔντερος = «ενδότερος, εσώτερος» > ουσιαστικοποιημένο ἔντερον, σανσκριτικό ántara, αρμενικό ənderkʿ (επίσης «έντερα, εντόσθια») και το ισοδύναμο λατινικό συγκριτικό *h1enter-ios- > interior.

Το ελληνικό ἔσω/εἴσω είναι από το *ἔνσω, όπως το ἐνς > εἰς/ἐς.

Περιέργως, το τρίτο πρόσωπο ενικού του αλβανικού ρήματος «είμαι» περιέχει ένα μη αναμενόμενο /n/, το οποίο ο Fortson ερμηνεύει από τον σύνθετο τύπο *h1en-h1es-ti > PAlb *ensti > τοσκ. është ~ γκεγκ. âsht σαν τον ελληνικό σύνθετο τύπο ἔνεστι (λ.χ. ἐνεστώς > ενεστώτας). Ο Orel, αντίθετα, πιστεύει πως το μη αναμενόμενο /n/ του τρίτου ενικού προσώπου προέκυψε με αναλογική επίδραση από την κατάληξη του τρίτου πληθυντικού *-nti.

eshte

Ένας από τους αναδομημένους ΙΕ όρους για το «πρόσωπο» περιέχει την πρόθεση *h1en– προσαρτημένη στην ρηματική ρίζα *h3kw- «βλέπω»:

*h1en-(i)-h3kw- > ἐνωπή (> ἐνώπιος), παλαιό ιρλανδικό enech, αβεστικό ainika– και σανσκριτικό anīka-, ενώ ο άλλος όρος *proti-h3kw- > πρόσωπον ~ σανσκ. pratīka, περιέχει την πρόθεση *proti (> πρός) που θα περιγράψω παρακάτω.

prosopon

Μαζί

Υπάρχουν τρείς αναδομημένοι όροι με αυτή την σημασία:

*(s)me- > *meth2 > μετά (λ.χ. ήρθε μετά της γυναικός = ήρθε (μαζί) με την γυναίκα του) ~ πρωτογερμανικό *midi (λ.χ. γερμανικό mit = «μαζί» λ.χ. mitschwingen = συντονίζομαι/συνηχώ) και αλβανικό mjet = μεταξύ. Στο τελευταίο ζεύγος όρων βλέπουμε την σημασιολογικη εξέλιξη «εμείς οι δύο μαζί» > «ανάμεσα σε εμάς τους δύο» > μεταξύ.

Ο άλλος όρος είναι η πρόθεση *kom «μαζί», ο πιο γνωστός απόγονος της οποίας είναι η λατινική πρόθεση cum ~ con- (λ.χ. magna cum laude = «μέγιστος βαθμός με επευφημία» ~ «άριστα με τόνο» και *kom-yug- > coniux = σύζυγος, *kom-g’n.h1-tos > cognātus = «συγγενής», που εισήλθε στην Νέα Ελληνική μέσω της Βενετσιάνικης ως κουνιάδος).

Ο ελληνικός απόγονος της ΙΕ πρόθεσης *kom είναι το επίθετο *kom-yos > konʲnʲos > κοινός.

Αντίθετα με αυτά που γράφει το βικιλεξικό, το Κοινό Βαλτο-Σλαβικό *sun- «μαζί» (πρωτοσλαβικό *sŭ(n), λιθουανικό su-) μάλλον ανάγεται στον μηδενικό βαθμό *sm.- της ρίζας *sem- «ένας, ενιαίος» και, κατά συνέπεια, είναι ΙΕ συγγενής με το ελληνικό αθροιστικό ἁ-/ἀ- και με το ο-βαθμο βαλτοσλαβικό *som- «μαζί» (πρωτοσλαβικό *sǫ-, λιθουανικό sam-). Επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος ν΄αναδομούμε την πρόθεση *kom ως *k’om (η οποία θα έπρεπε να είχε δώσει *šu- στην λιθουανική).

so

*gwelbh-us > δελφύς «μήτρα» > *sm.-gwelbh-ew-os > δελφεϝός > δελφός = «ομομήτριος»

*pontΗ- «οδός, δρόμος» > πρωτοσλαβικό *pǫtĭ = «οδός» και

*sm.-ponth2- > *sŭ-pǫtĭnikŭ = «συνοδίτης, συνοδοιπόρος» > σήμερα sputnik = «δορυφόρος»

πρωτοσλαβικό  větŭ = «συζήτηση, συμφωνία» > sŭ-větŭ = «συμβουλή» > ρωσικό совет =/sovʲet/ = «συμβούλιο»

Το γνωστό μας ελληνικό *ksom > σύν/ξύν φαίνεται να προέκυψε από την σύγχυση των ταυτόσημων και σχεδόν ομόηχων *kom και *som, αρκετά νωρίς σε προπρωτοελληνική φάση (πριν την πρωτοελληνική τροπή *s->h-). Η τροπή o>u οφείλεται στον νόμο του Cowgill.

Το επίθετο ξῡνός = κοινός έχει βασικά την ίδια ετυμολογική προέλευση με το επίθετο κοινός που περιέγραψα παραπάνω:

*ksom-yos > ksunʲnʲos > ksūnos ~ ξῡνός

Ο πρωτογερμανικός απόγονος της πρόθεσης *kom είναι *ga- :

πρωτογερμ. *hlaibaz = «ψωμί» (εισήλθε ως δάνειο στην πρωτοσλαβική, lěbŭ), με παράγωγο όρο το ουσιαστικό:

*ga-hlaibô ~ σύντροφος, με το φαινομενικά λατινογενές αγγλικό companion (com+pānis = «ψωμί») να είναι μάλλον απόδοση του γερμανικού όρου στην ύστερη Λατινική από τους Γερμανούς foederati (Φράγκους, Γότθους κλπ).

πρωτογερμ. *fulką = «λαός» (λ.χ. αγγλ. folk, γερμ. Volk) > *ga-fulkiją «λαοσύναξη, κοσμοσυρροή» > «πλήθος, στρατός»

Εναντίον ~ Προς

Η βασική ΙΕ πρόθεση με την σημασία «εναντίον» είναι η *proti-. Αυτή η σημασία της πρόθεσης διατηρήθηκε στους σημερινούς απογόνους του πρωτοσλαβικού *protivŭ = «εναντίον». Στο σανσκριτικό prati βλέπουμε ένα ευρύτερο φάσμα σημασιών που περιλαμβάνει και την σημασία «κινούμαι προς» που διατηρήθηκε και στην Ελληνική και η οποία φαίνεται να είναι η αρχική σημασία της ΙΕ πρόθεσης (αν είναι παράγωγο της πρόθεσης *pro- «εμπρός», όπως εξηγούν παρακάτω οι Mallory-Adams). Ο πρωτοελληνικός απόγονος της πρόθεσης *proti έδωσε μια μεγάλη ποικιλία θυγατρικών διαλεκτικών όρων, από τους οποίους τελικά επιβίωσε μόνον ο αττικοϊωνικός τύπος πρός.

Η αρχική διχοτόμηση της πρωτοελληνικής σε νότιες συρριστικές (*ti>si) και βόρειες μη συρριστικές διαλέκτους δημιούργησε το ζεύγος *proti > πρότι ~ πρόσι.

Στη συνέχεια η απώλεια ή διατήρηση των /ρ/ και /ι/ έδωσε το τελικό φάσμα όρων:

πρότι, πότι, πρόσι, πρός, πός κλπ.

Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και το παμφυλιακό περτί και το λεσβικό πρές που δείχνουν τον e-βαθμό, όπως ο εναλλακτικός σλαβικός τύπος pretivŭ.

protiv

Έτσι όταν στα Ομηρικά Έπη πετυχαίνετε τον τύπο ποτιδέρκομαι, αυτός αντιστοιχεί στον αττικοϊωνικό τύπο προσδέρκομαι = «κοιτάω προς ένα σημείο του χώρου». Όταν σε θεσσαλικές και δωρικές επιγραφές πετυχαίνετε τον τύπο πόθοδος (πότ(ι)+ὁδός) και σε αρκαδικές τον τύπο πόσοδος, αυτοί αντιστοιχούν στον αττικοϊωνικό τύπο πρόσοδος. Αντίστοιχα, ο δωρικός τύπος ποτίφορος αντιστοιχεί στον αττικοϊωνικό τύπο πρόσφορος.

Θα συνεχίσω με τις υπόλοιπες ΙΕ προθέσεις στην επόμενη ανάρτηση.

Advertisements

3 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

3 responses to “Οι ΙΕ προθέσεις #1

  1. Simplizissimus

    Ωραίος ο Προκλής και η ετυμολογία του, αλλά ο Πρόκλος θαρρώ είναι από το λατινικό Proculus.

    • Α ναι, κοίτα πως τα έφερα η τύχη.

      Οι Έλληνες στα ονόματα σε -κλέης χρησιμοποιούσαν υποκοριστικούς τύπους σε -κλος (Πάτροκλος, Ἄνδροκλος, Τήλεκλος) και υπέθεσα, χωρίς να το ψάξω ότι το Πρόκλος θα ήταν υποκοριστικός τύπος του Προκλέης.

      Να σαι καλά Simpl, θα το αλλάξω αμέσως.

    • Ωραία διορθώθηκε.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s