Η ΙΕ ρίζα *pelH- «οχυρό»: η πόλις και ο πτολίπορθος

Η σημερινή ανάρτηση έχει σαν θέμα τον όρο «πόλις» και την ΙΕ ρίζα *pelH- «οχυρό» από την οποία κατάγεται. Οι δύο άλλοι συγγενείς του ελληνικού όρου πόλις είναι ο σανσκριτικός όρος pūr/purā «οχυρό, κάστρο, πόλις» και ο λιθουανικός όρος pilis = «κάστρο, οχυρό». Ο ελληνικός όρος μπορεί να αναχθεί τόσο στο ο-βαθμο *polH-is όσο και στο μηδενόβαθμο *pl.H-is (με /o/ ως αναπτυκτικό φωνήεν λόγω γειτνίασης στο χειλικό /p/, λ.χ. *mr.-tos > *μροτός > βροτός). Οι άλλοι δύο όροι μπορούν να αναχθούν μόνο στον μηδενόβαθμο τύπο *pl.H- (λ.χ. *pl.h1-nòs «γεμάτος» > λιθουανικό pilnas και σανσκριτικό pūrṇá). Παραθέτω την περιγραφή των Mallory-Adams.

pelH-

Όπως βλέπετε, ο σανσκριτικός όρος επιβιώνει στο τοπωνύμιο Σιγκαπούρη (Siṃhá-pura = «Λεοντόπολις»).

Ο ελληνικός όρος πόλις χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερα ανώμαλη κλίση. Στην φυσιολογική ΙΕ κλίση ενός «τριτόκλιτου» σε *-is αναμένεται μια εναλλαγή μεταξύ του μηδενικού βαθμού -i- και του πλήρους βαθμού *-ey-. Στην Ελληνική, για κάποιο άγνωστο λόγο, το φάσμα της εναλλαγής περιέχει και τον εκτεταμένο βαθμό *-ēy-.

Έτσι η αττική κλίση του όρου είναι:

Ενικός/Πληθυντικός:

ονομαστική: πόλ-ις / πόλεις

αιτιατική: πόλι(ν) / πόλεις

γενική: πόλεως / πόλεων

δοτική: πόλει / πόλεσι(ν)

κλητική: πόλι / πόλεις

Η γενική ενικού τῆς πόλεως προφανώς έχει υποστεί την αττικοϊωνική ποσοτική μετάθεση ηο>εω (λ.χ. λᾱός > ληός > λεώς, βασιλήϝ-ς > βασιλεύς, τοῦ βασιλῆος > βασιλέως). Ο τύπος τῆς πόληος απαντά στα ομηρικά έπη και ανάγεται στο IE *pl.H-ēy-os, που δείχνει τον παράξενο εκτεταμένο ē-βαθμό. Στα ίδια έπη και στην πλειοψηφία των αρχαιοελληνικών διαλέκτων, απαντά και η μηδενόβαθμη γενική τᾶς/τῆς πόλιος (< *pl.H-i-os), ενώ πιο σπάνιος είναι ο e-βαθμος τύπος τᾶς/τῆς πόλεος (*pl.H-ey-os).

Αντίστοιχα, οι τύποι της δοτικής ενικού (που ανάγεται στην προϊστορική ελληνική και ΙΕ τοπική πτώση σε *-i)  είναι (τῇ) πόλει/πόληι/πόλιι (*-ey-i, *-ēy-i, *-i-i), επιδεικνύοντας τρεις διαφορετικούς βαθμούς.

Οι τύποι της ονομαστικής πληθυντικού είναι πόλεις (< πόλεες < *pl.H-ey-es), πόληες (*pl.H-ēy-es) και πόλιες (< *pl.H-i-es).

Οι τύποι της αιτιατικής πληθυντικού είναι (τὰς) πόλιας (< *pl.H-ym.s), πόλῑς (< πόλινς < *pl.H-ims) και πόλεις (< πόλενς).

Ο Andrew Sihler έχει το παρακάτω πινακάκι όπου παραθέτει αυτήν που αναδομεί ως πρωτοελληνική κλίση και από δίπλα της τους απαντημένους αττικούς και μη αττικούς τύπους, τους οποίους μπορείτε να δείτε και στο LSJ.

polis

Παραθέτω μερικές από αυτές τις κλιτικές πολυτυπίες που απαντούν στην Ιλιάδα:

[1.19] ἐκπέρσαι Πριάμοιο πόλιν, εὖ δ᾿ οἴκαδ᾿ ἱκέσθαι·

[2.811] Ἔστι δέ τις προπάροιθε πόλιος αἰπεῖα κολώνη

[3.50] πατρί τε σῷ μέγα πῆμα πόληΐ τε παντί τε δήμῳ,

[4.43-54]

αἳ γὰρ ὑπ᾽ ἠελίῳ τε καὶ οὐρανῷ ἀστερόεντι

ναιετάουσι πόληες ἐπιχθονίων ἀνθρώπων,
τάων μοι περὶ κῆρι τιέσκετο Ἴλιος ἱρὴ
καὶ Πρίαμος καὶ λαὸς ἐϋμμελίω Πριάμοιο.
Οὐ γάρ μοί ποτε βωμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης
λοιβῆς τε κνίσης τε· τὸ γὰρ λάχομεν γέρας ἡμεῖς.

Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη·
ἤτοι ἐμοὶ τρεῖς μὲν πολὺ φίλταταί εἰσι πόληες
Ἄργός τε Σπάρτη τε καὶ εὐρυάγυια Μυκήνη·
τὰς διαπέρσαι ὅτ᾽ ἄν τοι ἀπέχθωνται περὶ κῆρι·
τάων οὔ τοι ἐγὼ πρόσθ᾽ ἵσταμαι οὐδὲ μεγαίρω

Στο τελευταίο χωρίο ο Δίας λέει πως από όλες τις «πόληες» επιχθονίων ανθρώπων που βρίσκονται κάτω από τον Ήλιο και τον αστερόεντα ουρανό, η «ἱρὴ Ἴλιος» (= ιερή Τροία) είναι αυτή που έχει ειδική θέση «κῆρι» (= στην καρδιά του) και η Ήρα του απαντά πως γι΄αυτήν τρεις είναι οι φίλτατες «πόληες»: το Άργος, η Σπάρτη και η ευρυάγυια Μυκήνη.

Θυμίζω πως στον στίχο «Ἄργος τε Σπάρτη τε καὶ εὐρυάγυια Μυκήνη» βλέπουμε την τυπική «αύξουσα τριάδα» του ML West.

Στα ομηρικά έπη υπάρχει και ο τύπος πτόλις με το γλωσσολογικά μη αναμενόμενο /t/ που ενίοτε απαντά και στην λέξη π(τ)όλεμος. Το ουδέτερο παράγωγο πτολίεθρον (< *pl.H-i-edhrom, με το οργανικό επίθημα *-dhrom) χρησιμοποιείται πολύ συχνά για την Τροία, ενώ ο όρος πτολίπορθος (= πορθητής πόλεων, θυμίζω τον στίχο [Ιλ. 1.19] «ἐκπέρσαι Πριάμοιο πόλιος» που παρέθεσα παραπάνω και το «Τρώων ἐκπέρσωσ΄πτολίεθρον» αμέσως παρακάτω) είναι τυπικός των ομηρικών ηρώων, του Ηρακλή και του θεού Άρη.

[1.63-4]

οὐ μὲν σοί ποτε ἶσον ἔχω γέρας ὁππότ᾿ Ἀχαιοὶ
Τρώων ἐκπέρσωσ᾿ εὖ ναιόμενον πτολίεθρον·

[2.278-9]

Ὣς φάσαν ἣ πληθύς· ἀνὰ δ᾽ ὃ πτολίπορθος Ὀδυσσεὺς
ἔστη σκῆπτρον ἔχων· παρὰ δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη

[2.727-8]

ἀλλὰ Μέδων κόσμησεν Ὀϊλῆος νόθος υἱός,
τόν ῥ᾽ ἔτεκεν Ῥήνη ὑπ᾽ Ὀϊλῆϊ πτολιπόρθῳ.

Το πιο γνωστό παράγωγο του όρου πόλις είναι το ουσιαστικό πολίτης (με μακρό /ῑ/) ~ πολιήτης.

Η πολίχνη ήταν η μικρή πόλις. Απαντά και ο τύπος πολίχνιον.

Ο πολίαρχος ήταν ο άρχων της πόλεως και ο πολιστής ο ιδρυτής της (πολίζω, πόλισμα).

Ο πολιοῦχος/πολιήοχος θεός ήταν η κύρια λατρευόμενη θεότητα μιας πόλεως.

Ο όρος πολιορκία κυριολεκτικά σημαίνει «περικύκλωση της πόλης» (*serk- > ἕρκος = «τείχος, περίφραξη»).

Ο όρος ἑλέπολις (ἑλεῖν+πόλις, το ἑλεῖν ~ ἁλίσκομαι είναι ομόρριζο του όρου ἅλωσις) δήλωνε την πολιορκητική μηχανή και, επιπρόσθετα, ήταν χαρακτηρισμός της Ωραίας Ελένης (αυτή για την οποία καταστράφηκε η πόλις Τροία) που είχε επίσης χαρακτηριστεί και ἕλανδρος (αυτή για την οποία πέθαναν άνδρες).

Η νεοελληνική λέξη πολιτισμός (αν και γνωστή από την ελληνιστική εποχή όπου σήμαινε «διαχείριση των κοινών ζητημάτων της πόλεως»), με τη νεοελληνική της σημασία είναι νεολογισμός που σχηματίστηκε με βάση τον λατινογενή όρο civilization/civilisation των δυτικών γλωσσών, που είναι παράγωγο του λατινικού όρου cīvitās/cīvitātem = «πόλις» (και cīvis = «πολίτης»). Οι λατινικοί όροι, με τη σειρά τους, ανάγονται στην ΙΕ ρίζα *k’ey- «κεῖμαι» (επομένως *k’ei-wos > cīvis ~ εδραίος, κάτοικος μόνιμου οικισμού).

Ο πτολίπορθος Αχιλλεύς σε ένα σημείο θυμάται πως είχε εκπορθήσει δώδεκα πόλεις με τα καράβια του και άλλες έντεκα πεζός, ενώ σε ένα άλλο σημείο, θυμάται πως αυτός και ο Πάτροκλος έπερθαν πλούσιες πόλεις (πιείρας πόλῑς) μερόπων ανθρώπων με την δύναμή τους (βίηφι = αρχαϊκή οργανική πτώση) και με τα μακρά τους δόρατα.

[9.3.25-9]

ὣς καὶ ἐγὼ πολλὰς μὲν ἀΰπνους νύκτας ἴαυον,
ἤματα δ᾽ αἱματόεντα διέπρησσον πολεμίζων
ἀνδράσι μαρνάμενος ὀάρων ἕνεκα σφετεράων.
δώδεκα δὴ σὺν νηυσὶ πόλεις ἀλάπαξ᾽ ἀνθρώπων,
πεζὸς δ᾽ ἕνδεκά φημι κατὰ Τροίην ἐρίβωλον.

[18.341-2]

τὰς αὐτοὶ καμόμεσθα βίηφί τε δουρί τε μακρῷ
πιείρας πέρθοντε πόλεις μερόπων ἀνθρώπων.

Το φράσημα «μέροπες ἄνθρωποι» είναι πολύ συχνό στα Ομηρικά έπη. Ο όρος μέροψ είναι παράγωγο των ριζών *(s)mer- «μερίζω, μείρομαι, διαιρώ» και *wōkw-s = «ὄψ, φωνή» και δηλώνει αυτούς που «μερίζουν την φωνή τους». Αυτό μπορεί να είναι αναφορά στο πολύγλωσσο ανθρώπινο γένος ή στην ικανότητα του ανθρώπου να αρθρώνει ποικίλους φθόγγους στην λαλιά του (αντίθετα λ.χ. με το μονότονο γάβγισμα ενός σκύλου). Σε μερικά χωρία, ο όρος μέροπες μπορεί να σήμαινε κάτι σαν «αλλόγλωσσοι, δίγλωσσοι», όπως λ.χ. όταν οι Ηρακλείδες άγουν τους Έλληνες κατά των αυτόχθονων Μερόπων της Κω.

Στην Βεδική Σανσκριτική, η «πτολίπερσις» ονομάζεται pūrbhidyam. Το ουδέτερο αυτό ουσιαστικό ανάγεται στο ΙΕ σύνθετο *pl.H-bhid-yom ~ «πτολίρρηξις» (*bheid- «σπάζω, χωρίζω», λ.χ. λατινικό *bhi-n-d-ō > findō , ο ελληνικός απόγονος της ρίζας φείδομαι άλλαξε ριζικά σημασία «σπάω, χωρίζω» > «βάζω στην άκρη, εξοικονομώ»). Έτσι, ενώ ο Αχιλλέας είναι ῥηξήνωρ = «ανδροσπάστης», ο θεός Indra (και άλλα πρόσωπα της αρχαίας ινδικής μυθολογίας) είναι «καστροσπάστης» (pūrbhid, puradara, puramathitṛ).

Παραθέτω τις σελίδες 452-3 από το Indo-European Myth & Poetry του ML West:

purbhidyam

100-poleis

O ML West αναφέρει ως άλλο πιθανό ΙΕ συγγενή το «ιλλυρικό» τοπωνύμιο Πόλα(ι)/Pola(e) στην χερσόνησο της Ιστρίας (σημερινή Pula Κροατίας). Έβαλα ερωτηματικό γιατί τόσο βόρεια το αρχαίο αυτό τοπωνύμιο αποκλείεται να ήταν τωόντι ιλλυρικό, αλλά μάλλον αρχαίο ενετικό (θυμίζω πως οι Λιβυρνοί είχαν ενετικά ανθρωπωνύμια). Στην Πόλα ο Μέγας Κωνσταντίνος φυλάκισε και θανάτωσε τον γιο του Κρίσπο (κατά παρότρυνση της Φαύστης).

Υπάρχει ένας στίχος της Rigveda που είναι γλωσσολογικά διδακτικότατος. Στο [RV 2.14.6] ο “ṛṣi” (= σοφός) Gṛtsamada εξυμνεί τον θεό Indra που «έσπασε» σαν μία πέτρα τις 100 αρχαίες πόλεις του Sambara.

ya śata Śàmbarasya pùro bibhèda àśmaneva pūrvīḥ

ya śata Śàmbarasya pùro …  pūrvīḥ = ὅς ἑκατόν Σαμβάροιο πόληας … ἀρχαίας

bibhèda àśmaneva = έσπασε σαν μία πέτρα

ΙΕ *yos > yas ~ὅς

ΙΕ *k’m.tom > śatá(m) ~ ἑκατόν (< *κατόν < *sm.-k’m.tom = «μία εκατοντάδα» με αναλογικό ἑ- από το e-βαθμο *sem-s > νς > εἷς)

Śàmbarasya ~ Σαμβάροιο (ΙΕ επίθημα γενικής ενικού δευτεροκλίτων σε *-osyo > -ohyo > -οιο > -οο > -ου, λ.χ. Πριάμοιο = Πριάμου)

IE *pl.H- > pūr/purā ~ πόλις

bibhèda = «έσπασε». Διπλασιασμένος ελληνο-άριος αόριστος *(e)-bi-bheid- της ρίζας *bheid- «σπάω», όπως στα παραδείγματα:

*wekw- «λέω» > *e-we-wkw-om > ἔειπον ~ σανσκ. avocam

*h1nek’- «φέρω» > *e-h1ne-(h1)nk’-om > ἤνεγκον = «έφερα»

*gwhen- > θείνω > *e-gwhe-gwhn-om > ἔπεφνον

*h2er- > αρμενικό aṙnem > αορ. arari ~ ελληνικό ἤραρον (από αυτόν τον διπλασιασμένο αόριστο προέκυψε ο διπλασιασμένος ενεστώτας ἀραρίσκω).

Το /i/~/ī/ ως φωνήεν του αοριστικού διπλασιάσματος είναι Ινδικός νεωτερισμός (λ.χ. *g’enh1- > *e-g’i-g’enh1- > ájījanam). Ωστόσο θυμίζει τους ελληνικούς διπλασιασμένους ενεστώτες του τύπου μένω > μίμνω, γιγνώσκω, γίγνομαι κλπ. Κάντε κλικ στην παρακάτω εικόνα για να μεγαλώσει και να δείτε παραδείγματα σανσκριτικών διπλασιασμένων αορίστων.

reduplicated-aorist

Προσέξτε ότι, όπως και στην Ελληνική, η παρελθοντική αύξηση *e- είναι προαιρετική και στην αρχαία Ινδική (bibheda και όχι ebibheda).

[Ιλιάδα, 21.55] ἦ μάλα δὴ Τρῶες μεγαλήτορες οὕς περ ἔπεφνον

[Ιλιάδα, 13.363] πέφνε γὰρ Ὀθρυονῆα Καβησόθεν ἔνδον ἐόντα,

Σημειώνω ότι και ο ελληνικός απόγονος της ΙΕ ρίζας *bheid- «σπάω, χωρίζω» > φείδομαι = «βάζω στην άκρη, εξοικονομώ», δείχνει τον επικό διπλασιασμένο ευκτικό αόριστο (ἐ)πεφιδόμην.

[Ιλιάδα, 20.464] εἴ πώς εὑ πεφίδοιτο λαβὼν καὶ ζωὸν ἀφείη

IE *h2ek’-mon-s > *h2ek’-mōn «πέτρα» > aśman- ~ ἄκμων

ΙΕ *p.rh3-wos > σανσκ. pūrva = «πρότερος, πρώτος» (στο κείμενο «αρχαίος») ~ OCS prĭvŭ = «πρώτος».

Εκτός από τον Indra που άλωσε τις 100 πόλεις του Śambara, ο πατέρας του βασιλιά Αρθούρου Ούθερ Πεντράγκον υποτίθεται ότι είχε επίσης εκπορθήσει 100 κάστρα. Η Κρήτη στην Ιλιάδα χαρακτηρίζεται ἑκατόμπολις.

[Ιλιάδα, 2.645-52]

Κρητῶν δ᾽ Ἰδομενεὺς δουρὶ κλυτὸς ἡγεμόνευεν,
οἳ Κνωσόν τ᾽ εἶχον Γόρτυνά τε τειχιόεσσαν,
Λύκτον Μίλητόν τε καὶ ἀργινόεντα Λύκαστον
Φαιστόν τε Ῥύτιόν τε, πόλεις εὖ ναιετοώσας,
ἄλλοι θ᾽ οἳ Κρήτην ἑκατόμπολιν ἀμφενέμοντο.

Τῶν μὲν ἄρ᾽ Ἰδομενεὺς δουρὶ κλυτὸς ἡγεμόνευε
Μηριόνης τ᾽ ἀτάλαντος Ἐνυαλίῳ ἀνδρειφόντῃ·
τοῖσι δ᾽ ἅμ᾽ ὀγδώκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.

Κατά τον μεσαίωνα, ο όρος «Πόλις» έγινε συνώνυμος της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Κωνσταντίνος Μανασσής περιγράφει την ίδρυση της «αρρυτίδωτης και μήποτε γηρώσας Νέας Ρώμης» από τον δομήτορά της Μεγάλο Κωνσταντίνο με τα λόγια:

Ὁ Κωνσταντῖνος […] πόλεως δὲ βουλόμενος δομήτωρ χρηματίσαι […] ἐπὶ τὴν πανευδαίμονα πόλιν τῶν Βυζαντίων, καὶ πόλιν ὀλβιόπολιν αὐτῇ προσανεγείρει, πόλιν τὴν μεγαλόπολιν, πόλιν τὴν Νέαν Ῥώμην, Ῥώμην τὴν ἀρρυτίδωτον, τὴν μήποτε γηρῶσαν, Ῥώμην ἀεὶ νεάζουσαν, ἀεὶ καινιζομένην, Ῥώμην ἀφ΄ἧς προχέονται χαρίτων αἱ συρμάδες […]

Ὁ Κωνσταντῖνος τοιγαροῦν τοῦ Κώνσταντος τὸ λάχος ὡς πατρικὸν παραλαβών, καὶ βλέπων τὰ Ῥωμαίων κακῶς περιστροβούμενα ζάλαις ἀλλεπαλλήλοις ὡς τῆς ἀρχῆς εἰς πλείονας ἀρχὰς διῃρημένης (ἦρχε καὶ γὰρ Μαξέντιος, καὶ μετ’ αὐτοῦ Σεβῆρος, καὶ Μαξιμῖνος σὺν αὐτῷ μετὰ τοῦ Γαλλερίου), ἐγείρει μάχας κατ’ αὐτῶν, κατατροποῦται πάντας, καὶ βασιλεὺς καθίσταται καὶ κράτωρ μονοκράτωρ, καὶ θρέμμα γίνεται Χριστοῦ σεπτῆς ἀγελαρχίας, πρῶτος ἀνάκτων τῷ Χριστῷ προσκολληθεὶς γνησίως. οὗτος καθεῖλε τοὺς βωμούς, ἔκλεισε τὰ τεμένη ἐν οἷς προσῆγον Ἕλληνες δαίμοσι τὰς θυσίας, καὶ τῶν αἰσχρῶν ἐναγισμῶν καὶ ῥυπαρῶν ὀργίων σχολὴν κατεψηφίσατο καὶ πάσης βδελυρίας. καὶ γέγονε περίτρανος σάλπιγξ ἀργυροσάλπιγξ, ἀπ’ ἄκρων γῆς εἰς ἄκρα γῆς ἠχοῦσα καὶ βοῶσα, καὶ πανταχῇ σαλπίζουσα τὴν εἰς τὸν κτίστην πίστιν. πόλεως δὲ βουλόμενος δομήτωρ χρηματίσαι τὴν τῶν τυφλῶν κατέλαβε Χαλκηδονίων πόλιν. καὶ κτίζειν ἀπαρξάμενος πρᾶγμα κατεῖδε ξένον· καὶ γὰρ μεγαλοπτέρυγες ὄρνιθες ἐπιπτάντες τοὺς λίθους ἀφαρπάσαντες μετήνεγκαν ἐκεῖθε ἐπὶ τὴν πόλιν Βύζαντος τὴν περικαλλεστάτην. ὁ τοίνυν θεοφρούρητος αὐτάναξ Κωνσταντῖνος οὐκ ἀπὸ τύχης ἐγνωκώς, ἀλλ’ οὐδ’ ἐκ ταυτομάτου συμβῆναι τὸ γενόμενον τοῦτο περὶ τοὺς λίθους, ἐκεῖθεν μεταθέμενος στρέφειτὴν γνώμην ὅλην ἐπὶ τὴνπανευδαίμονα πόλιν τῶν Βυζαντίων, καὶ πόλιν ὀλβιόπολιν αὐτῇ προσανεγείρει, πόλιν τὴν μεγαλόπολιν, πόλιν τὴν νέαν Ῥώμην, Ῥώμην τὴν ἀρρυτίδωτον, τὴν μήποτε γηρῶσαν, Ῥώμην ἀεὶ νεάζουσαν, ἀεὶ καινιζομένην, Ῥώμην ἀφ’ ἧς προχέονται χαρίτων αἱ συρμάδες, ἣν ἤπειρος προσπτύσσεται, θάλασσα δεξιοῦται, ἠπίως ἀγκαλίζονται παλάμαι τῆς Εὐρώπης, ἀντιφιλεῖ δ’ ἑτέρωθεν τὸ τῆς Ἀσίας στόμα.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s