Η ΙΕ ρίζα *temh2- «τέμνω» και τα «τεύχεα ταμεσίχροα»

Θέλετε να δοκιμάσετε τις γλωσσολογικές σας ικανότητες;

Αν ναι τότε πριν διαβάσετε αυτήν την ανάρτηση προσπαθήστε μόνοι σας να συλλογιστείτε αν το ομηρικό επίθετο των όπλων «ταμεσίχροα» = «που τέμνουν/σχίζουν τον χρώτα (δέρμα)» είναι γλωσσολογικά ορθό.

Σημειώνω εδώ πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχει γλωσσολογικά «ορθό» και «λάθος», αλλά υπάρχουν αρχαϊσμοί και προβλεπόμενοι και απρόβλεπτοι νεωτερισμοί.

Επομένως, η ορθότερη διατύπωση του ερωτήματός μου είναι:

Είναι ο τύπος ταμεσίχροος γλωσσολογικά αναμενόμενος;

Ξεκινάω με την απάντηση του επιθέτου στην Ιλιάδα:

Στην Ραψωδία Δ (4) ο Απόλλων τονώνει το ηθικό των Τρώων λέγοντάς τους πως ο χρώς (= το δέρμα) των Αργείων δεν είναι ούτε λίθος ούτε σίδηρος ούτε χαλκός, ώστε να είναι ανασχετός (ανθεκτικός, απρόσβλητος) όταν αυτοί βάλλονται από τα «ταμεσίχροα». Εδώ το επίθετο δεν συνοδεύεται από κάποιο ουσιαστικό αλλά, όπως θα φανεί από τους επόμενους στίχους που θα παραθέσω, το ουσιαστικό που υπονοείται είναι τα όπλα (ἔγχεα, ἔντεα ή τεύχεα συνήθως στον Όμηρο).

[Ιλιάδα, 4.507-11]

ἴθυσαν δὲ πολὺ προτέρω· νεμέσησε δ᾽ Ἀπόλλων
Περγάμου ἐκκατιδών, Τρώεσσι δὲ κέκλετ᾽ ἀΰσας·
ὄρνυσθ᾽ ἱππόδαμοι Τρῶες μηδ᾽ εἴκετε χάρμης

Ἀργείοις, ἐπεὶ οὔ σφι λίθος χρὼς οὐδὲ σίδηρος
χαλκὸν ἀνασχέσθαι ταμεσίχροα βαλλομένοισιν·

Στην Ραψωδία Ν (13) η ίδια η «φθισίμβροτος μάχη» (στην οποία φθίνονται οι βροτοί = θνητοί) προσωποποιημένη έφριξε από τις μακρές και ταμεσίχροες «ἐγχείες» (ἡ ἐγχείη = θηλυκός ιωνικός παράγωγος τύπος του ουδετέρου ἔγχος) των μαχητών:

[Ιλιάδα, 13.339-40]

ἔφριξεν δὲ μάχη φθισίμβροτος ἐγχείῃσι

μακρῇς, ἃς εἶχον ταμεσίχροας· ὄσσε δ᾽ ἄμερδεν

Στην Ραψωδία Ψ (23) ένα από τα αγωνίσματα προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου είναι η οπλομαχία, για την οποία ο Αχιλλέας καλεί να φανούν δύο άνδρες, αρματωμένοι με τα «τεύχεα ταμεσίχροά» τους που θα διαγωνιστούν για τον «χαλκό». Το χάλκινο έπαθλο ήταν τα τεύχεα που είχε συλήσει ο Πάτροκλος όταν σκότωσε τον Σαρπηδόντα/Σαρπηδόνα).Τελικά διαγωνίστηκαν ο Αίας και ο Διομήδης.

[Ιλιάδα, 23.798-812]

αὐτὰρ Πηλεΐδης κατὰ μὲν δολιχόσκιον ἔγχος
θῆκ᾽ ἐς ἀγῶνα φέρων, κατὰ δ᾽ ἀσπίδα καὶ τρυφάλειαν

τεύχεα Σαρπήδοντος, ἅ μιν Πάτροκλος ἀπηύρα.
στῆ δ᾽ ὀρθὸς καὶ μῦθον ἐν Ἀργείοισιν ἔειπεν·
ἄνδρε δύω περὶ τῶνδε κελεύομεν, ὥ περ ἀρίστω,
τεύχεα ἑσσαμένω ταμεσίχροα χαλκὸν ἑλόντε
ἀλλήλων προπάροιθεν ὁμίλου πειρηθῆναι.

[…]

ὣς ἔφατ᾽, ὦρτο δ᾽ ἔπειτα μέγας Τελαμώνιος Αἴας,
ἂν δ᾽ ἄρα Τυδεΐδης ὦρτο, κρατερὸς Διομήδης.

Αυτές είναι οι τρεις απαντήσεις  του επιθέτου «ταμεσίχροος» στην Ιλιάδα και ο Ησύχιος μας παρέχει την σημασία του σύνθετου αυτού επιθέτου με τα λόγια:

ταμεσίχροα· τέμνοντα τὸν χρῶτα. ἀπὸ μέρους δὲ λέγει τὴν σάρκα

Ας περάσουμε τώρα στα γλωσσολογικά.

Το ελληνικό ρήμα τέμνω/τάμνω έχει λίγο δυσεύρετους συγγενείς στις άλλες ΙΕ γλώσσες. Ωστόσο, η συμπεριφορά της ρηματικής ρίζας στην Ελληνική δείχνει αναντίλεκτα ότι ανάγεται σε μια ΙΕ ρίζα *temh2-. Επιπρόσθετα, το Μέσο Ιρλανδικό tamnaim = «τέμνω, ακρωτηριάζω» , το πρωτοσλαβωνικό ρήμα *tęti = «κόβω, τέμνω» (< *ten-tei < *tem(Η)-tei, περιέργως ο Derksen δίνει την ρίζα ως *temh1– και θα εξηγήσω παρακάτω γιατί) και το λατινικό templum = «ναός, τέμενος» είναι άριστοι υποψήφιοι συγγενείς.

teti

Ο λόγος που οδήγησε τον Derksen ν΄αναδομήσει την ρίζα ως *temh1- πιστεύω είναι η –φαινομενικήέλλειψη λαρυγγικού χρωματισμού στο *temH-(e)nos > τέμενος, που εξηγείται με ένα λαρυγγικό *h1, το οποίο δεν χρωματίζει το γειτνιάζον /e/ και φωνηεντοποιείται σε *h1>e μεταξύ συμφώνων. Λ.χ.

*g’enh1-tor-s > γενέτωρ/γενέτειρα ~ σανσκ. janitar-/janitrī (*h1>i)

*demh2-tor-s > *δεμάτωρ > δαμάτωρ (λ.χ. πανδαμάτωρ , δαμάτειρα) ~ σανσκ. damitar- (*h2>i)

damitar

Βέβαια, ο λαρυγγικός χρωματισμός *h2e > h2a > a (ή η φωνηεντοποίηση *h2>a αν αναδομήσουμε την ρίζα χωρίς θεματικό /e/) είναι εμφανέστατος στο άλλο σιγμόληκτο ουδέτερο:

*temh2-(e)ghos > (τὸ) τέμαχος

Από την άλλη, η εξέλιξη *meg’h2-(e)dhos > μέγαθος (διατηρήθηκε στην Ιωνική) > μέγεθος, λόγω αναλογικής επίδρασης των σιγμόληκτων ουδετέρων με διπλό /ε/ όπως στέλεχος, ρεβος, λεος κλπ, μας κάνει να υποψιαστούμε ότι το τέμενος είναι ένα «μασκαρεμένο» *τέμανος.

temh2

Εκτός από το τέμαχος υπάρχει και το μη αττικοϊωνικό τμμα, που δείχνει ότι πίσω από το αττικοϊωνικό τμμα κρύβεται ένα πρωτοελληνικό *τμᾶμα (< *tm.h2-mn. όπως *terh1- > tr.h1-mn. > τρῆμα ή, ίσως προτιμότερα, *tmeh2-mn., όπως *srew-/g’hew- > ῥεῦμα/χεῦμα).

Λ.χ. στα χωρία που αποδίδονται στον Αρχιμήδη (από τις δωρικές Συρακούσες) βρίσκουμε λ.χ.

«πᾶν τμᾶμα ὀρθογωνίου κωνοειδέος ἀπότετμᾱμένον ἐπιπέδῳ …»

tmama

Επομένως, νομίζω πως η ΙΕ ρίζα *temh2- «τέμνω/τάμνω» είναι σίγουρη.

Με δεδομένη την IE ρίζα *temh2- είναι γλωσσολογικά αναμενόμενο το ομηρικό επίθετο ταμεσίχροος;

Τα πρώτα συνθετικά σε -εσ-ι- είναι τυπικά των σιγμόληκτων ουδετέρων, στα οποία το αποβεβλημένο μεσοφωνηεντικό *s>h>∅ έχει δευτερογενώς επανεμφανιστεί λόγω αναλογίας, λ.χ.:

*h3er-os > (τὸ) ὄρος με «κανονικό» πρώτο συνθετικό τύπο *h3eres-i- > *orehi- > ὀρει- (λ.χ. ὀρειβάτης, ὀρεινόμος = ὀρειτρεφής, ὀρείχαλκος κλπ) και, με αναλογική επαναφορά του -σ- λόγω επίδρασης των τύπων όπως ὀρέσβιος και η παλιά οργανική πληθυντικού ὄρεσφι(ν) (στους οποίους η διατήρηση του /σ/ είναι αναμενόμενη), ὀρεσ-ι- (λ.χ. ὀρεσίτροφος, ὀρεσίδρομος, ὀρεσίφοιτος κλπ).

Έτσι προέκυψαν τα «τυπικά» σύνθετα των σιγμόληκτων ουδετέρων όπως:

ὄρος > ὀρεσ-ί-τροφος (ὀρέσ-βιος)

ἄλγος > ἀλγεσ-ί-δωρος

ἔγχος > ἐγχεσ-ί-μωρος (ἐγχέσ-παλος)

φάος/φῶς > φαεσ-ί-μβροτος (φώσ-φορος)

μᾶκος/μῆκος > μᾱκεσ-ί-κρᾱνος ο τσαλαπετεινός (λόγω λοφιάςμοϊκάνας»)

Θυμίζω σε όποιους δεν γνωρίζουν πως το συζευκτικό -i- είναι το λεγόμενο συζευκτικό -i- του Caland που συνδέει τα ΙΕ μορφήματα (λ.χ. παιδ-ι-κός, τερπ-ι-κέραυνος, λατινικό ars/artem > art-i-fexlūx/lūcem > lūc-i-fer, αβεστικό dərəz-ra = «δυνατός» > dərəz-i-raθa = «δυνατός πάνω στο άρμα» ~ κῦδος > κῡδ-ι-άνειρα = «που προσφέρει κύδος στους άνδρες).

Επομένως, το ομηρικό επίθετο ταμεσ-ί-χροος θα ήταν αναμενόμενο εάν υπήρχε το σιγμόληκτο ουδέτερο *τάμος. Στην Ελληνική δεν υπάρχει η παραμικρή υπόνοια ύπαρξης τέτοιου ουδετέρου. Αν το μυαλό σας πήγε στο ταμεῖον (όπως θα έπρεπε εκ πρώτης όψεως να πάει, λ.χ. ἔγχος > ἐγχεh-ίᾱ > ἐγχείη) αυτό ανάγεται στο ταμιεῖον (ταμιεύω < *ταμιεύς = ταμίᾱς) και εξηγείται μια χαρά από το *tm.h2-i- > ταμι-.

Μία δεύτερη πηγή πρώτων συνθετικών σε -σι- είναι τα ρηματικά ουσιαστικά σε *-tis > -σις:

γένεσις > γενεσιουργός

πρᾶξις > Πρᾱξιτέλης, Πρᾱξιδάμᾱς, Πρᾱξιδίκη κλπ

τέρψις > τερψίμβροτος, Τερψιχόρη κλπ

Το ρηματικό ουσιαστικό του ρήματος τέμνω/τάμνω είναι *tm.h2-tis > *τμᾶσις > τμῆσις και μας έχει δώσει την αναμενόμενη μορφή τμησίχροος.

Τελικά, πως προέκυψε ο ανώμαλος τύπος ταμεσίχροος;

Όλα εξηγούνται αν θυμηθείτε την ελληνική «πλειοφωνία» που συνοδεύει τα τονισμένα ΙΕ «μακρά συλλαβικά ένηχα» (συνδυασμοί συλλαβικού ενήχου και λαρυγγικού).

Άτονα μακρά συλλαβικά ένηχα:

*-R.h1- > -Rē- , *-R.h2- > -Rā- , *-R.h3- > -Rō-

*g’n.h1-tòs > γνητός (λ.χ. κασίγνητος, ὁμόγνητος)

*dm.h2-tòs > δμᾱτός > αττικοϊωνικό δμητός (λ.χ. ἄδμητος > Ἄδμητος = αδάμαστος)

*tl.h2-tòs > τλᾱτός > αττικοϊωνικό τλητός (λ.χ. ἄτλητος = αβάσταχτος, IE ρίζα *telh2-)

Τονισμένα μακρά συλλαβικά ένηχα:

*-R.h1- > -eRe-  , *-R.h2- > -aRa-  , *-R.h3- > -oRo-

*g’n.h1-tis > γένεσις

*dm.h2-tis > δάμασις (και *δμᾶσις > δμῆσις, λόγω αναλογικής επίδρασης του δμητός)

*tl.h2-tis > *τάλασις/τλᾶσις > τλῆσις (ταλασίφρων = τλησίφρων, πάντοτε λόγω αναλογικής επίδρασης από το τλητός)

Βρίσκουμε στον Ησύχιο:

ταλασίφρων· ταλακάρδιος, ἰσχυρός, τολμηρός. θρασύς, ὑπομονητικός, ἰσχυρόφρων

τλᾱσίφρονα· ὑπομονητικόν (λ.χ. τλησίπονος, τλησικάρδιος)

Τώρα τα πράγματα αρχίζουν να ξεδιαλύνουν για το περίεργο επίθετο ταμεσίχροος = τμησίχοος.

Όταν σχηματίστηκαν αυτοί οι στίχοι της Ιλιάδας υπήρχε ακόμα το πλειοφωνικό ρηματικό ουσιαστικό:

*tm.h2-tis > *τάμασις ~ τμᾶσις > τμῆσις (λ.χ. δάμασις ~ δμῆσις)

από το οποίο προέκυψε το σύνθετο επίθετο *ταμασίχροος = τμησίχροος, όπως τα επίθετα  ταλασίφρων, δαμασίφρων, δαμασίμβροτος προέκυψαν από τα πλειοφωνικά ρηματικά ουσιαστικά *τάλασις και δάμασις αντίστοιχα.

Ὀταν ο πλειοφωνικός τύπος *τάμασις λησμονήθηκε και έμεινε όνο ο αναλογικός τμᾶσις > τμῆσις, τότε το επίθετο ταμασίχροος έγινε δυσερμήνευτο. Στην κανονική γλώσσα επικράτησε ο αναλογικός τετρασύλλαβος τύπος τμησίχροος, αλλά στους στίχους της Ιλιάδας, για να διατηρηθεί το μέτρο, έπρεπε να παραμείνει σε εκείνη τη θέση κάτι το πεντασύλλαβο. Έτσι οι Ραψωδοί άλλαξαν το γι΄αυτούς πλέον δυσερμήνευτο -αλλά γλωσσολογικά αναμενόμενο- επίθετο *ταμασίχροος με τον ανώμαλο τύπο ταμεσίχροος που ήταν και πεντασύλλαβος και τους θύμιζε τα συνθετικά του τύπου ὀρεσίτροφος που χρησιμοποιούσαν ευρέως στην δουλειά τους.

[Ιλιάδα, 12.299] βῆ ῥ᾽ ἴμεν ὥς τε λέων ὀρεσίτροφος, ὅς τ᾽ ἐπιδευὴς

[Ιλιάδα, 17.61] ὡς δ᾽ ὅτε τίς τε λέων ὀρεσίτροφος ἀλκὶ πεποιθὼς

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s