Η ΙΕ φωνηεντική μετάπτωση (ablaut)

Γιατί στην Νεοελληνική λέμε ντρέπομαι, ντράπηκα και ντροπή;

Γιατί στην Αγγλική λέμε I sing a song = «τραγουδώ ένα τραγούδι», I sang a song = «τραγούδησα ένα τραγούδι» και I have sung a song; = «έχω τραγουδήσει ένα τραγούδι»;

Ένα ιδιάζον γνώρισμα των ΙΕ γλωσσών στον τρόπο χειρισμού των ρηματικών ριζών είναι η φωνηεντική μετάπτωση ή αποφωνία ή, όπως έχει καθιερωθεί στην διεθνή ορολογία, το ΙΕ ablaut. Όπως στην κβαντική φυσικοχημεία μαθαίνουμε ότι για τα ηλεκτρόνια του ατόμου υπάρχει  μόνον ένας πεπερασμένος αριθμός επιτρεπτών τροχιών (τα τροχιακά, το καθένα από τα οποία περιγράφεται από μια τετράδα κβαντικών αριθμών), έτσι και στην ΙΕ γλωσσολογία, μόνον ένα είδος συλλαβής είναι επιτρεπτό ως πρωτογενής ρηματική ρίζα και αυτή η συλλαβή μπορεί να υποστεί μόνον έναν πεπερασμένο αριθμό επιτρεπτών μεταπτώσεων του βασικού θεματικού φωνήεντος /e/.

Η βασική δομή της ΙΕ ρηματικής ρίζας είναι *XeX-, όπου Χ είναι ένα συμφωνικό σύμπλεγμα κλειστού-ενήχου, με τον sensu lato ορισμό του ενήχου που περιλαμβάνει τα τωόντι ένηχα (n,m,l,r), το συρριστικό /s/ και τους ημιφωνικούς φθόγγους (y,w και τα λαρυγγικά h1,h2,h3). Η απλούστερη κατάσταση είναι αυτή όπου τα συμπλέγματα είναι απλά σύμφωνα και η ρηματική ρίζα γίνεται απλά *CEC- (C= οποιοδήποτε σύμφωνο). Το /e/ της συλλαβικής δομής *XeX ονομάζεται θεματικό φωνήεν.

Παραδείγματα απλών ρηματικών ριζών *CEC- είναι τα παρακάτω:

*bher- «φέρω»

*leg’- «λέγω» (αρχική σημασία «συλλέγω»)

*g’hew- «χέω» (< χέϝ-ω)

*h2eg’- «άγω»

*dhegwh- «καίω» (λ.χ. τέφρα)

Παραδείγματα ρηματικών ριζών τύπου *XEX- είναι τα παρακάτω:

*srew- «ρέω» (< ῥέϝ-ω)

*k’lew- «ακούω»

*tweys- «σείω»

*steygh- «στείχω»

*pleh1- «γεμίζω, πίμπλημι»

*steh2- «στέκομαι, ἵστημι»

*dhreybh- «οδηγώ»

*h1reudh- «ἐρεύθω»

*spergh- «σπέρχω»

*spewd- «σπεύδω»

Οι επιτρεπτές μεταπτωτικές καταστάσεις του θεματικού φωνήεντος /e/ είναι 5:

  1. Ο «πλήρης» e-βαθμός: *XEX-
  2. Ο «ετεροιωμένος» o-βαθμός: *XOX- (e>o)
  3. Ο μηδενικός βαθμός (αποβολή του /e/): *XX (=XX)
  4. Ο εκτεταμένος ē-βαθμός: *XēX (e>ē)
  5. Ο «ετεροιωμένος» εκτεταμένος ō-βαθμός: *XōX (e>o>ō)

Στην διεθνή/αγγλική ορολογία οι παραπάνω βαθμοί ονομάζονται e-grade, o-grade, zero gradeē-grade και ō-grade (τα τελευταία προφέρονται “long e” και “long o” grade αντίστοιχα).

1. Ο «πλήρης» e-βαθμός:

Αυτός είναι τυπικός της άμεσης ρηματικής ρίζας (οριστική ενεστώτα), των σιγμόληκτων ουδετέρων και των ουδετέρων σε *-mn.:

*bher- > *bher-oh2 > φέρ-ω και *bher-mn. > φέρμα

*srew- > *srew-oh2 > έϝ-ω και *srew-mn. > εῦμα

*g’hew- > *g’hew-oh2 > χέϝ-ω και *g’hew-mn. > χεῦμα

*g’enh1- «γίνομαι, γεννάω» > *g’enh1-os > γένος

*men- «είμαι ψυχονοητικά ενεργός» > *men-os > μένος

*k’lew- «ακούω» > *k’lew-os > κλέϝος

Μερικές φορές ο e-βαθμός κρύβεται από την λαρυγγική επίδραση (χρωματισμός και έκταση):

*h2eg’-oh2 > *h2agoh2 > agō > γω

*dhi-dheh1-mi > dhidhēmi > thithēmi > τίθημι

*si-steh2-mi > *sistah2mi > sistāmi > histāmi > ἵστμι > αττικοϊωνικό ἵστημι.

*di-deh3-mi > *didoh3mi > didōmi > δίδωμι

*h3er-os > *h3oros > (τὸ) ρος (γένος, μένος κλπ), κυριολεκτικά «σήκωμα» (*h3er- «σηκώνω» > ὄρνυμι, orior > oriēns = ανατολή, επιτολή)

*meh2k-os > mah2kos > mākos ~ μκος > αττικοϊωνικό μκος

2. Ο «ετεροιωμένος» o-βαθμός:

Αυτός είναι τυπικός των «άμεσων» αρσενικών θεματικών ουσιαστικών (*-os) και των αντίστοιχων θηλυκών πρωτόκλιτων (*-eh2), του παρακειμένου και των αιτιακών-επαναληπτικών (causative-iterative) ρημάτων σε *-ey-.

«Άμεσα» ουσιαστικά:

*bher- > φέρω και *bhor-os/*bhor-eh2 > φόρος, φορά

*leg’- > λέγω και *log’-os/*log’-eh2 > λόγος, συλλογή

*gwhen- > *gwhen-yō > θείνω και *gwhon-os > φόνος

*srew- ῥέω και *srow-os/*srow-eh2 > όϝος (ῥόος > ῥοῦς), οϝή

*trep- > τρέπω και *trop-os/*trop-eh2 > τρόπος, τροπή

*speud- > σπεύδω και *spoud-eh2 > σπουδή

*klep- > κλέπτω και *klop-eh2 > κλοπή

*segh- > χω και *sogh-eh2 > χή στα  ἀντοχή, παροχή, ἐνοχή

*h2ger-yō > *agerʲrʲō > αιολικό άγέρρω ~ αττικοϊωνικό ἀγείρω και *h2gor-eh2 > ἀγορά

*dheyg’h- > τὸ τεῖχος, αλλά ὁ τοῖχος

Σλαβικά παραδείγματα:

*tekw- «ρέω» > *tekw-tei > *tekti = «ρέω» και *h2po-tokw-os > poto = «ρυάκι» (κυριολεκτικά «απορροή»)

*rek-tei > *rekti = «λέω» και pro-ro = «προφήτης» (λ.χ. λέγω > πρόλογος)

Γερμανικό παράδειγμα:

*dhegwh- «καίω» > *dhogwh-os > πρωτογερμανικό *dagaz = «ημέρα» (*o>a, γοτθικό dags, γερμανικό Tag, αγγλικό day)

Παρακείμενος:

*leykw- > λείπω > *le-loikw-h2e > λέλοιπα

*klep- > κλέπτω > *ke-klop-h2e > κέκλοπα/κέκλοφα

*trep- > τρέπω > *te-trop-h2e > τέτροφα/τέτροπα

*derk’- > δέρκομαι > *de-dork’-h2e > δέδορκα

Αιτιακά-Επαναληπτικά ρήματα σε *-ey- (causative-iterative):

Δηλώνουν πρόκληση καταστάσεως ή συνήθη/επαναλαμβανόμενη πράξη. Στην κατάληξη *-eyō > -eō το μεσοφωνηεντικό /y/ αποβλήθηκε κανονικά.

*bher- > φέρω και *bhor-ey-oh2 > φορέω (συνήθεια)

*bhegw- > φέβομαι και *bhogw-ey-oh2 > φοβέω (προκαλώ φόβο/φυγή)

*tyegw- > σέβομαι (αρχικά «υποχωρώ, παραχωρώ την θέση μου σε πρεσβύτερο») και *tyogw-ey-oh2 > σοβέω (προκαλώ υποχώρηση/φόβο)

*legh- > λέχομαι = «κεῖμαι, ξαπλώνω» και *logh-ey-oh2 > λοχέω (βάζω κάτι κάπου, τοποθετώ, λ.χ. ναυλοχέω = «βάζω το καράβι στο λιμάνι/όρμο»)

Σημειώνω ότι δεν ανήκουν σ΄αυτή την κατηγορία όλα τα ελληνικά ρήματα σε -έω. Το ρήμα τελέω/τελείω λ.χ. προέρχεται από το *teles-yō > *telehyō > teleyyō > τελείω, λ.χ. τέλος, τελεσ-φορέω = φέρνω εις τέλος και, αντίστοιχα, το ἀνθέω είναι από το *ἀνθείω < *h2endhes-yō (ἄνθος, ἀνθεσ-φόρος).

Λατινικά παραδείγματα:

*dheghw- «καίω» > *dhogwh-ey-oh2 > foveō = «ζεσταίνω, προκαλώ κάτι να θερμανθεί»

*dek’- «δέχομαι» > *dok’-ey-oh2 > doceō = «διδάσκω» (κυριολεκτικά «προκαλώ αποδοχή της γνώσης στους άλλους»)

*nek’- «πεθαίνω» > *nok’-ey-oh2 > noceō = «βλάπτω» (κυριολεκτικά «προκαλώ θάνατο»)

Σλαβικά παραδείγματα:

*h1nek’- > nesǫ (απαρέμφατο nesti) = «φέρω» και *h1nok’-ey– > nositi ~ «φορέω» (*ey>ī>i)

*legh- «κεῖμαι» > ležati/legnǫti = λέχομαι και *h2po-logh-ey– > *po-log-ī– > položiti = «αποθέτω, “απολοχέω” κάτι»

*weg’h- «εποχέομαι» > *wog’h-ey– > *woź-ī– > woziti «μεταφέρω, προκαλώ την μεταφορά κάποιου αντικειμένου, “εποχέω” κάτι»

*wedh- «άγω» > *wedh-tei > vesti «άγω» και *wodh-ey– > vod-ī– > voditi = «άγω», αλλά ετυμολογικά «ξεσηκώνω, οτρύνω τους άλλους να με ακολουθήσουν».

Αλβανικό παράδειγμα:

*dhegwh- «καίω» > *dega > djeg = «καίω» και *en-dhogwh-ey– > *endagwja > *endedžja > ndez = «ανάβω/προκαλώ φωτιά»

ndez

3. Ο μηδενικός βαθμός:

Σε ρίζες που περιέχουν ένηχο (n,m,r,l), λαρυγγικό (h1,h2,h3) και ημιφωνικό (w,y) που γειτνιάζει στο θεματικό /e/, ο μηδενικός βαθμός είναι τυπικός των ρηματικών επιθέτων σε *-tos και των αντίστοιχων θηλυκών ρηματικών ουσιαστικών σε *-tis, των επιθέτων σε *-us, *-nos, *-ros, *-los, *-mos, των ασίγματων αορίστων και των παθητικών μετοχών παρακειμένου.

Σε όλες αυτές τις ρίζες με sensu lato ένηχο, η απώλεια του θεματικού /e/ για τον σχηματισμό του μηδενικού βαθμού συνοδεύεται από την φωνηεντοποίηση του ένηχου (CReC/CeRC > CR.C-). Το φωνηεντοποιημένο ένηχο ονομάζεται συλλαβικό ένηχο (syllabic resonant) και συμβολίζεται με ένα «μπαλάκι» από κάτω. Εγώ εδώ το συμβολίζω με μια συνοδευτική τελεία (R.). Κάθε θυγατρική ΙΕ γλώσσα στην συνέχεια αναπτύσσει ένα τυπικό αναπτυκτικό φωνήεν από το συλλαβικό ένηχο.

Ελληνική: *h1>e, *h2>a, *h3>o, *n./m. > a(n)/a, *l. > al/la/ol/lo, *r.> ar/ra/or/ro

Ινδο-Ιρανικός κλάδος: *h1,h2,h3>i, *n./m. > a(n)/a(m), διατήρηση *l.,r. ως /r./

Λατινική: *h1,h2,h3 > a, *n./m. > en/em (> in/im), *l. > ol/lo (>ul/lu), *r.> or/ro (>ur/ru)

Γερμανικός κλάδος: *h1,h2,h3 > a, *n./m./l./r. > un/um/ul/ur

Βαλτο-Σλαβικός κλάδος: *h1,h2,h> a, *n./m./l./r. > in/im/il/ir

κλπ.

Ρηματικά Επίθετα σε *-tos και Ρηματικά Ουσιαστικά σε *-tis:

*dheh1– > τίθημι > *dhh1-tòs > θετός και *dhh1-tis > θέσις

*steh2– > ἵστημι > *sth2-tòs > στατός και *sth2-tis > στάσις

*deh3– > δίδωμι > *dh3-tòs > δοτός και *dh3-tis > δόσις

*ten-yō > *tenʲnʲō > τείνω > *tn.-tòs > τατός και *tn.-tis > τάσις

*gwem > gwm.-yō > *gwanʲnʲō > βαίνω > *gw m.-tòs > βατός και *gw m.-tis > βάσις

*h1ey– > εἶμι «πάω» > *h1i-tòs > τός (λ.χ. προσιτός, ἀπρόιτος = «ανίκανος να προχωρήσει» κλπ), χωρίς να έχει απαντηθεί το ρηματικό ουσιαστικό *h1i-tis > *σις.

*bheh2-mi > φμί > φημί > *bhh2-tos > φατός/ἄφατος και *bhh2-tis > φάσις/ἀφασία

*srew– > ῥέϝω > *sru-tòs > υτός και *srù-tis > ύσις

*g’hew– > χέϝω > *g’hu-tòs > χυτός και *g’hù-tis > χύσις

*k’erh2- > κεράννῡμι > *n.-k’r.h2-tos > ἄκρᾱτος και *k’r.h2-tis > κρᾶσις

*temh2– > τέμαχος > *tm.h2-tòs > τμᾱτός > αττικοϊωνικό τμητός και *tm.h2-tis > τμᾶσις > αττικοιωνικό τμῆσις

Στο ομηρικό επίθετο των όπλων ταμεσίχροα = «που τέμνουν/σχίζουν την χρώτα/δέρμα» έχει συμβεί μετάθεση τεμα– > ταμε– (*temh2-ti-).

*kelh1- > καλέω > *kl.h1-tòs > κλητός και *kl.h1-tis > κλῆσις

*werh1-yō > werʲrʲō > εἴρω > *wr.h1-tòs > ῥητός και *wr.h1-tis > ῥῆσις

*terh1– «τρυπάω, τετραίνω» > *tr.h1-tòs > τρητός και *tr.h1-tis > τρῆσις (λ.χ. διάτρησις)

*gwelh1– > βέλος, βάλλω (< *gwl.(h1)-yō) > *gwl.h1-tòs > βλητός *gwl.h1-tis > βλῆσις (λ.χ. ἀνάβλησις = ἀναβολή)

*mei-k’- > μείγνῡμι, μεῖγμα > *mik’-tos > μικτός και *mik’-tis > μίξις (μετά την Ελληνιστική περίοδο το /ει/ «πάγωσε» και, κατά συνέπεια, σήμερα γράφουμε μεικτός και μείξη).

*bhewg- > φεύγω > *bhug-tòs > *bhuktòs > φυκτός/ἄφυκτος και *bhùg-tis > *bhùktis > φύξις (όπως και με το μεικτός έτσι και εδώ τελικά «πάγωσε» το /ευ/ και προέκυψαν οι τύποι φευκτός, φεῦξις, γι΄αυτό σήμερα λέμε αναπόφευκτος).

Τα παράγωγα των ρηματικών επιθέτων σε *-tos *-t-io- > -σιο- και *-tieh2 > -σίᾱ είναι επίσης μηδενόβαθμα, όπως και τα nomina agentis σε *-teh2s > τᾱς > -της:

*dheh1– ~ τίθημι > θετός ~ θέσιος/θεσίᾱ/θέτης (λ.χ.ἱεροθέσιον/νομοθεσία/νομοθέτης)

*steh2– ~ ἵστημι > στατός ~ στάσιος/στασίᾱ/στάτης (λ.χ.ὀνοστάσιον/προστασία/προστάτης)

*deh3– ~ δίδωμι > δοτός ~ δόσιος/δοσίᾱ/δότης (λ.χ. θεοδόσιος/προδοσία/προδότης)

*bheh2– ~ φημί > φατός ~ φασίᾱ (λ.χ. ἀφασία/φάτης)

*tken-yō ~ κτείνω > *κτατός ~ κτασίᾱ (λ.χ. ἀνδροκτασία)

*gwem- > gwm.-yō ~ βαίνω > βατός ~ βασίᾱ (λ.χ. ὀρειβασία/ὀρειβάτης)

*g’enh1- ~ γένος > *g’n.h1-tos > γνητός ~ γνήσιος και γένεσις ~ παλιγγενεσία

Προσοχή στο τελευταίο παράδειγμα γνητός/γένεσις θέλουν τα σποραδικά παραδείγματα «πλειοφωνίας» όταν το μακρό συλλαβικό ένηχο τονίζεται:

*-R.h1-> –eRe–  ,  *-R.h1– > –aRa–  , *-R.h3– > –oRo

*g’enh1- > γένος > *g’n.h1-tòs > γνητός (λ.χ. κασίγνητος, ὁμόγνητος), αλλά *g’n.h1-tis > γένεσις

*demh2- > δάμνημι > *dm.h2-tòs > δμᾱτός/ἄδμᾱτος > αττικοϊωνικά δμητός/ἄδμητος, αλλά *dm.h2-tis > δάμασις

*terh1- (τετραίνω, τρῆσις) > *tr.h1-trom > τέρετρον = «τρυπάνι»

*gwelh1- (βάλλω, βέλος) > *gwl.h1-men- > βλῆμα ~ βέλεμνον

*telh2- > τελαμών/τλάω > *tl.h2-tòs > τλᾱτός > αττικοϊωνικό τλητός/ἄτλητος, αλλά με πλειοφωνική μορφή στα ταλαεργός, ταλαύρῑνος (*tl.h2-werg’-, *tl.h2-wrīn-), τα οποία δείχνουν ότι κάποτε υπήρχε το ρηματικό ουσιαστικό *τάλασις δίπλα στο τλᾶσις/τλῆσις (λ.χ. τλησίφρων/τλησικάρδιος = ταλασίφρων/ταλακάρδιος). Γράφει ο Ησύχιος:

τλᾱσίφρονα· ὑπομονητικόν

ταλασίφρων· ταλακάρδιος, ἰσχυρός, τολμηρός. θρασύς, ὑπομονητικός, ἰσχυρόφρων

Υπάρχουν όμως αρκετά Ρηματικά Επίθετα και Ουσιαστικά με ένηχο που δεν σχηματίζονται κατά τον αναμενόμενο τρόπο στον μηδενικό βαθμό, αλλά διατηρούν τον «πλήρη» e-βαθμό

*trep- > τρέπω > τρεπτός (και όχι *tr.p-tòs > *τραπτός) και τρέψις (και όχι *tr.p-tis > *τράψις)

*dhrebh- > τρέφω > θρεπτός/ἄθρεπτος (και όχι *θραπτός) και θρέψις (και όχι *θράψις)

Παθητικές Μετοχές Παρακειμένου:

τρέπω > τετραμμένος (αλλά τρεπτός, τρέψις)

τρέφω > τεθραμμένος (αλλά θρεπτός, θρέψις)

τείνω > τεταμένος (τατός, τάσις)

βάλλω > βεβλημένος (βλητός, βλῆσις)

τετραίνω > τετρημένος (τρητός, τρῆσις)

εἴρω > *we-wr.h1-menos > εἰρημένος (με απαπληρωματική έκταση wewr>we:r, ῥητός, ῥῆσις)

τάμνω/τέμνω > τετμᾱμένος/τετμημένος (τμᾱτός/τμητός, τμᾶσις/τμῆσις)

χέω > κεχυμένος (χυτός/χύσις)

ἵστημι > ἱστάμενος (στατός, στάσις)

δίδωμι > δεδομένος (δοτός, δόσις)

Τα ανώμαλα ρήματα εδώ είναι το τίθημι:

τίθημι > ανώμαλη μετοχή τεθειμένος (και όχι *τεθεμένος ~ θετός, θέσις)

και «παγωμένα» e-βαθμα όπως το:

κλέπτω > κεκλεμμένος

Ασίγματος Αόριστος (Αόριστος Β):

*derk’- > δέρκομαι > *e-dr.k’-om > ἔδρακον

*trep- > τρέπω > ἔτραπον (σιγματικός αόριστος *e-trep-s-m. > ἔτρεψα)

*dhrebh- > τρέφω > ἔτραφον (σιγματικός αόριστος ἔθρεψα)

*leykw- > λείπω > ἔλιπον (σιγματικός αόριστος ἔλειψα)

*bhewg- > φεύγω > ἔφυγον (συνεχίζει στο νεοελληνικό έφυγα)

*terh1– > αόριστος *te-tr.h1-n-m. > τέτρηνα (απ΄όπου προέκυψε ο περίεργος μέλλοντας τετραίνω)

Αυτός ο τύπος αορίστου απαντά και στην Αρμενική (λ.χ. 3° ενικό *e-likw-et > αρμ. elik’ = ἔλιπε, με Ελληνο-Άρια παρελθοντική αύξηση *e-).

elikwet

Επίθετα σε *-us:

*dhers-os > θέρσος > *dhr.s-us > θρασύς

*kert-os > κέρτος/κρέτος > *kr.t-us > κρατύς

*dens- > *dn.s-us > δασύς

βένθος > bn.th-us > βαθύς

*bheng’h- > *bhn.gh-us > παχύς

*mreg’h- > *mr.g’h-us > μραχύς > βραχύς

*h1lengwh- > *h1ln.gwh-us > ἐλαχύς

Εξαίρεση αποτελεί το επίθετο *sweh2d-us > PGrk *hwādùs > δύς το οποίο διατήρησε «παγωμένο» τον «πλήρη» e-βαθμό σε όλες τις γλώσσες.

Με τον καιρό, το μηδενόβαθμο θέμα των επιθέτων σε -υς μεταφέρθηκε αναλογικά πίσω στο σιγμόληκτο ουδέτερο και προέκυψαν οι νέοι τύποι: θράσος, κράτος, βάθος, πάχος κλπ.

Επίθετα σε *-ròs, *-lòs, *-nòs, *-mòs:

*meh2k’- (μκος/μκος) > mh2k’-ròs > μακρός

*h1lengwh- > *h1ln.gwh-ròs > ἐλαφρός

*h1reudh- (ἔρευθος) > *h1rudh-ròs > ἐρυθρός

λευγαλέος > λυγρός

*weid- > *n.-wid-nòs > ϊδνός

ψεῦδος > ψυδνός ~ ψυδρός

*g’helh3– > *g’hl.h3-ros > χλωρός

ἐτεϝός > ἔτυμος (< *ἐτυμός ; )

Άλλα παραδείγματα του μηδενικού βαθμού:

Η ΙΕ για τον ύπνο αναδομείται εύκολα ως *swep-nos με τον e-βαθμό να συνεχίζει στο πρωτογερμανικό *swefnaz (λ.χ. παλαιό αγγλικό swefn). Το λατινικό somnus προέρχεται από την o-βαθμη ποικιλία της ρίζας *swop-nos. Για το Κοινό Ινδο-Ιρανικό *svapna- (σανσκριτικό svapna, αβεστικό χvafna) δεν μπορούμε να πούμε αν ανάγεται στην e-βαθμη ή o-βαθμη μορφή της ρίζας, γιατί σ΄αυτόν τον κλάδο έγινε η διπλή τροπή e,o>a.

Αντίθετα, το ελληνικό πνος, το πρωτοσλαβικό *sŭ (< *sŭpnŭ) και το αλβανικό gju (< *jumnā < *supnā) ανάγονται στον μηδενόβαθμο τύπο *sup-nos. Επομένως, η τριάδα βαθμών:

*swep-nos  ,  *swop-nos  , *sup-nos

πιστεύω είναι διδακτική σε όποιον επιθυμεί να καταλάβει το ΙΕ ablaut.

Η ΙΕ ρίζα *peth2- έδωσε το ελληνικό ρήμα πετάννῡμι , το e-βαθμο ουσιαστικό πετεινός και τα μηδενόβαθμα (*pet(h2)- > pt(h2)-) ονόματα πτερόν, πτᾱνόν/πτηνόν (*pteh2-) και πτῆσις.

Ο μηδενικός βαθμός της ρηματικής ρίζας είναι τυπικός των διπλασιασμένων ρημάτων του τύπου *C1eC2- > *C1i-C1C2-:

*segh– > ἔχω και *si-sgh-ō > *hiskhō > σχω

*men– > μένω και *mi-mn-ō > μίμνω

*sed- > ἔζομαι, ἕδρα και *si-sd-ō > hizdō = ζω

4. Ο εκτεταμένος ē-βαθμός:

Εκτός από μερικές ανεξήγητες εκτάσεις όπως στα μέδομαι ~ μδος, θος ~ θος και γέρων/γηράσκω/γρας , ο ē-βαθμός είναι κατά κανόνα προϊόν του νόμου του Szemerényi στην κατάληξη της ονομαστικής ενικού, ενηχόληκτων αθεματικών ουσιαστικών.

*ph2ters > ph2tēr ~ πατήρ, αλλά τὸν πατέρα/οἱ πατέρες

*h2s-ters > *h2s-tēr > ἀστήρ, αλλά τὸν ἀστέρα/οἱ ἀστέρες

*n.gwen-s > *n.gwēn > ἀδήν, αλλά τὸν ἀδένα/οἱ ἀδένες

*poh2i-mens > poh2imēn > ποιμήν, αλλά τὸν ποιμένα,οἱ ποιμένες

*bhudh-mens > *bhudhmēn > πυθμήν, αλλά τὸν πυθμένα, οἱ πυθμένες

Από την άλλη, όταν το επίθημα *-ter-s > *-tēr > -τήρ χρησιμοποιείται συνειδητά για τον σχηματισμό ενός nomen agentis τότε το εκτεταμένο φωνήεν διατηρείται σε όλες τις πτώσεις:

*steh2- > *sth2-ter-s > στατήρ, τὸν στατρα, οἱ στατρες

*deh3- > *d(e)h3-ters > δοτήρ/δωτήρ, τὸν δοτρα/δωτρα, οἱ δοτρες/δωτρες

δικάζω > δικαστήρ > δικαστήριον , ἀμυντήρ > ἀμυντήριον κλπ.

Αυτό είναι σίγουρα μεταγενέστερη συμπεριφορά από αυτήν που βλέπουμε στα παράγωγα:

*h2ster-peh2 > ἀστεροπή/στεροπή και *h2str.-peh2 > ἀστραπή, στορπά/στροπά

*ph2ter- > *n.-ph2ter-ih2 > *apaterya > *apaterʲrʲa > ἀπάτειρα

*ph2tr– > πάτρ, πατρίς, πατριά, ὀβριμοπάτρη

5. Ο εκτεταμένος ō-βαθμός:

Παρομοίως, η πιο συχνή απάντηση του εκτεταμένου ō-βαθμού είναι ως προϊόν της αναπληρωματικής έκτασης του νόμου του Szemerényi.

*n.-ph2tors > *n.-ph2tōr > ἀπάτωρ, αλλά τὸν ἀπάτορα/οἱ ἀπάτορες

*d(e)h3-tors > *deh3tōr > δώτωρ, αλλά τὸν δώτορα/οἱ δώτορες

*tl.h2-mons > *tlāmōn > αττικοϊωνικό τλήμων, αλλά τὸν τλήμονα/οἱ τλήμονες

Αντίθετα, η Λατίνικη βράχυνε το πρωτοϊταλικό μακρό φωνήεν της ονομαστικής και το διατήρησε μακρό στις πλάγιες πτώσεις:

*dh3-tors > *datōr > dator, αλλά αιτιατική datōrem και πληθυντικός datōrēs

gladius = «ξίφος» > gladiātor = «μονομάχος», gladiātōrem, gladiātōrēs

Όταν οι βυζαντινοί συγγραφείς παραθέτουν τέτοιους λατινικούς όρους ελληνιστί διατηρούν το λατινικό /ō/ = «ω» των πλαγίων πτώσεων, αλλά στην ονομαστική ενικού χρησιμοποιούν το ελληνικό «-ωρ»:

cantātor/cantātōrēs > καντάτωρ/καντάτωρες

būcina > βούκινον και būcinātor/būcinātōrēs > βουκινάτωρ/βουκινάτωρες

vigilia > βίγλα και *vigilātor/vigilātōrēs > βιγλάτωρ/βιγλάτωρες

Το μακρό /ō/ διατηρείται και στα παράγωγα ουδέτερα σε -tōr-ium ~ -τήρ-ιον

audītor/audītōrem «ακουστής, μαθητής» > audītōrium ~ «ακουστήριον» (αίθουσα διαλέξεων)

Μερικές φορές, στα βυζαντινά κείμενα υπάρχει σύγχυση -τορες ~ -τωρες έτσι ώστε, σε ένα χωρίο οι βουκινάτορες έχουν ελληνικό βραχύ «ο», ενώ οι μανδάτωρες και οι καντάτωρες έχουν λατινικό μακρό «ω». Κατά κανόνα, όμως, στα υπόλοιπα χωρία οι βουκινάτωρες γράφονται τυπικά με λατινικό «ω».

[Τακτικά, 4.7] Εἰσὶ δὲ καὶ ἕτεροι καθ΄ἕκαστον τάγμα ἤτοι βάνδον διωρισμένοι, οἷον βανδοφόροι, σαλπιγκταὶ ἤτοι βουκινάτορες, θεραπευταὶ ἤ ἰατροὶ οἱ καὶ δεποτάτοι, καὶ μανδάτωρες καὶ παρακλήτορες, οἱ διὰ λόγων διεγείροντες τὸν στρατὸν πρὸς τοὺς ἀγῶνας, οὕς οἱ πρὸ ἡμῶν, νεώτεροι δὲ τῶν ἄλλων, τακτικοί Ῥωμαϊστί καντάτωρες ἐκάλουν.

[Τακτικά, 4.52] τοὺς μανδάτωρας ἀγρύπνους καὶ συνετοὺς καὶ γοργοὺς καὶ εὐφώνους, εἰδότας, εἰ δυνατόν, καὶ διαφόροις γλώσσαις λαλεῖν, καὶ βουκινάτωρας οἵτινες ἐν καιρῷ τὰ συνήθη σαλπίσουσι,

Υπάρχουν μερικά ελληνικά παραδείγματα που διατηρούν το «ω» και στις πλάγιες πτώσεις, όπως η Λατινική:

*telh2-mon-s > ὁ τελαμών, τὸν τελαμνα, οἱ τελαμνες (και Τελαμώνιος ο Αίας)

αλλά κανονικά για την Ελληνική:

*seh2g-e-mon-s > ὁ ηγεμών, τὸν ἡγεμόνα, οἱ ἡγεμόνες (και ἡγεμονία)

Τα  τονισμένα -ών/-ῶνες/-ώνιος θυμίζουν τα προαναφερθέντα τονισμένα nomina agentis -τήρ/-τῆρες/-τήριον που επίσης μονιμοποίησαν τον εκτεταμένο βαθμό.

Εκτός από την έκταση του νόμου του Szemerényi υπάρχει μία άλλη περίπτωση όπου τα ΙΕ δεδομένα δείχνουν τον εκτεταμένο ō-βαθμό ως αρχαϊσμό. Αυτό συμβαίνει στα μονοσύλλαβα αθέματα ουσιαστικά (ρηματική ρίζα *XEX- > ουσιαστικό *XōX-s).

Στην Ελληνική γλώσσα αυτός ο κανόνας εν γένει «λησμονήθηκε» ή, καλύτερα, αντισταθμίστηκε από τον νόμο Osthoff-, αλλά υπάρχουν μερικοί αρχαϊκοί όροι που δείχνουν ότι κάποτε ήταν ενεργός:

*klep- > κλέπτω > *klop- > κλοπή > *klōp-s = κλώψ = «κλέφτης» (και *pk’u-klōp-s > Κύκλωψ ο «ζωοκλέφτης» αν και ήδη ο Ησίοδος αγνοούσε την ετυμολογία του όρου)

*lep- «κάλυμμα, λέπι, λέπω, λεπίς» > *lōp-s > λώψ = χλαμύδα > λωπή «ρούχο» και λωποδύτης = «αυτός που κλέβει τα ρούχα των κολυμβητών».

Συνήθως το ορνιθωνύμιο σκώψ = «γκιόνης» συνδέεται ετυμολογικά με το ρήμα σκώπτω = «κοροϊδεύω» (λόγω του ήχου που βγάζει το συγκεκριμένο πτηνό). Αναρωτιέμαι όμως αν πίσω από τον όρο σκώψ κρύβεται η ρίζα *spek’- «βλέπω» που στην Ελληνική, ύστερα από αντιμετάθεση p..k’ > k’..p, έγινε *sk’ep- «βλέπω»και τελικά έδωσε τους όρους σκέπτομαι, σκοπός, κατάσκοπος, ἐπίσκοπος κλπ.

*spek’- «βλέπω» > *sk’ep-ye- > σκέπτομαι > *skop- > σκοπός = «φρουρός» (λ.χ. πρόσκοπος = προόπτης) > *skōp-s = σκώψ (= ο γκιόνης).

Όπως λέει και η παροιμία «άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας». Ο λαγός έχει τα μάτια πλάγια και κερδίζει σε εύρος οπτικού πεδίου (μπορεί να εντοπίσει τον θηρευτή να έρχεται σχεδόν σε 360°), αλλά έχει περιορισμένη αίσθηση του βάθους. Αντίθετα, τα αρπακτικά πουλιά και τα εμείς τα πρωτεύοντα έχουμε τα μάτια μπροστά, ώστε να αλληλοεπικαλύπτεται το οπτικό τους πεδίο, κάτι που επιτρέπει στον εγκέφαλο την στερεοσκοπική όραση (εκτίμηση του βάθους). Στα αρπακτικά πουλιά η στερεοσκοπική όραση χρειάζεται για να εκτιμήσουν πόσο κάτω πρέπει να «βουτήξουν» για να πιάσουν το θήραμα, ενώ σε εμάς τα πρωτεύοντα, η στερεοσκοπική όραση επιλέχθηκε από την φυσική επιλογή κατά την δενδρόβιά μας περίοδογια να εκτιμούμε καλύτερα την απόσταση από το ένα κλαδί στο άλλο.

stereoscopy1

stereoscopy2

Ο λαγός έχει οπτικό πεδίο 351° (χάνει μόνο τις πισινές 9° !), αλλά έχει στερεοσκοπική όραση μόνο στις μπροστινές 27°. Αντίθετα, η κουκουβάγια έχει στερεοσκοπική όραση 70° και εμείς τα πρωτεύοντα πλησιάσουμε τις 100°, αλλά δεν βλέπουμε τίποτε πίσω από τα αφτιά μας.

Επομένως, αναρωτιέμαι αν ο «στερεοσκόπος» σκώψ ετυμολογικά είναι σκοπός και όχι σκώπτης.

Όσο για εμάς τους ανθρώπους, η στερεοσκοπική μας όραση (για την εκτίμηση της απόστασης από το ένα κλαδί στο άλλο), οι δράττουσες χείρες μας (για το πιάσιμο κλαδιών και των καρπών) και η έγχρωμή μας όραση (με την οποία ξεχωρίζουμε λ.χ. τους ώριμους καρπούς από τους άγουρους και το σκληρό καφέ κλαδί από το μαλακό χλωρό) είναι ένα πακέτο που αποκτήσαμε κατά την δενδρόβια περίοδο μάς.

Και στις υπόλοιπες θυγατρικές ΙΕ γλώσσες απαντούν σποραδικά τέτοιες αρχαϊκές μονοσύλλαβες λέξεις στον εκτεταμένο ō-βαθμό.

*wekw- «μιλάω» (λ.χ. ἔπος) > *wōkw-s «φωνή» > λατ.  vōx , σανσκ. vāc, αλλά ελληνικό ψ (να μην συγχυθεί με τον ταυτόηχο -στην Ελληνική- όρο *h3ōkw-s > ὄψ ~ ὄψις).

*ped- «πόδι» > *pōd-s = «πούς» ~ παλαιό αγγλικό fōt (= foot, και το δευτερογενώς μεταπλασμένο σε υ-ληκτο γοτθικό fōtus).

6. Το ΙΕ ablaut στην Αγγλική

Ξεκίνησα την ανάρτηση με δύο ερωτήσεις τις οποίε επαναλαμβάνω:

Γιατί στην Νεοελληνική λέμε ντρέπομαι, ντράπηκα και ντροπή;

Γιατί στα Αγγλικά λέμε I sing a song, I sang a song, I have sung a song;

Νομίζω πως με όσα έχω γράψει παραπάνω μπορείτε άνετα να απαντήσετε την πρώτη ερώτηση:

*trep- > ἐν-τρέπομαι/ἐν-ετράπην και ἐν-τροπή

Πάμε τώρα να απαντήσουμε στην δεύτερη ερώτηση.

Το αγγλικό ουσιαστικό song = τραγούδι ανάγεται στον πρωτογερμανικό όρο *sangwhaz που, με τη σειρά του, ανάγεται στο ο-βαθμο ΙΕ *songwh-os. Ο ελληνικός όρος *songwh-eh2 > ὀμφή έχει την ίδια καταγωγή.

Η πρωτογενής ΙΕ ρηματική ρίζα είναι *sengwh- και αυτή εξελίχθηκε στο πρωτογερμανικό ρήμα *singwaną που είναι ο πρόγονος του αγγλικού ρήματος sing.

Τα ομαλά ρήματα της Αγγλικής σχηματίζουν τον απλό αόριστο (simple past) με το επίθημα -ed.

I plant = φυτεύω, I planted = φύτεψα

Ι cook = μαγειρεύω, Ι cooked = μαγείρεψα

Ωστόσο υπάρχουν και τα λεγόμενα «ανώμαλα» ρήματα της Αγγλικής τα οποία διατηρούν στοιχεία της αρχαϊκής κλίσης τους.

I eat = τρώω, I ate = έφαγα

I sing = τραγουδάω, I sang = τραγούδησα

I begin = ξεκινώ, I began = ξεκίνησα

I bear = κουβαλώ, Ι bore = κουβάλησα

Η «ανώμαλη» κλίση αυτών των ισχυρών γερμανικών ρημάτων μπορεί σε γενικές γραμμές να αναχθεί πίσω στο ΙΕ ablaut.

Ο πρωτογερμανικός αόριστος κατάγεται από τον ΙΕ παρακείμενο που, όπως ανέφερα παραπάνω, σχηματιζόταν με τον ο-βαθμό της ρίζας (λείπω > λέλοιπα, δέρκομαι > δέδορκα). Επομένως, πίσω από την εναλλαγή i/a στα sing/sang και begin/began στην πραγματικότητα κρύβεται η εναλλαγή e/o του ΙΕ ablaut. Απλώς στην Πρωτογερμανική συνέβησαν οι τροπές *o>a (λ.χ. ὄνομα ~ name) και -πιο σποραδικά- e>i.

Από την άλλη, το /u/ των παρελθοντικών μετοχών (past participles) sung/begun ανάγεται στον μηδενικό βαθμό IE *XenX- > *Xn.X > πρωτογερμανικό XunX- (λ.χ. *dek’m.t- > γοτθικό tehun και *n.dher- > αγγλικό under και στερητικό μόριο *n.– > un).

sing-sang-sung

Αυτά για το ΙΕ ablaut.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s