Τα ΙΕ στερητικά σύνθετα ονόματα

Σε αυτήν την ανάρτηση θα περιγράψω τον τρόπο σχηματισμού των στερητικών συνθέτων στις ΙΕ γλώσσες. Τα στερητικά σύνθετα σχηματίζονται με την προσθήκη του αρνητικού/στερητικού μορίου *ne- «όχι»  στο θέμα μιας λέξης, ώστε να προκύψει ένας όρος με αντίθετη σημασία.

Ο στερητικός/αρνητικός τροποποιητής *ne- εμφανίζεται με 3 διαφορετικούς βαθμούς ablaut:

  1. μηδενικός βαθμός *n.- (ο πιο συχνός τύπος)
  2. πλήρης ε-βαθμός *ne-
  3. εκτεταμένος η-βαθμός *nē-

Στις ΙΕ γλώσσες που έχουν το /a/ ως αναπτυκτικό φωνήεν των συλλαβικών ενήχων (syllabic resonants, *R. > a(R)/(R)a, R=n,m,l,r) το μηδενόβαθμο στερητικό μόριο παίρνει την μορφή *n.- > a(n)- που δεν είναι άλλο από το γνωστό μας στερητικό α(ν)- της Ελληνικής.

Ελληνική

Θα περιγράψω πρώτα τις λίγες «απολιθωματικές» περιπτώσεις στερητικών που απαντούν στα Ομηρικά και Ησιοδικά Έπη, τα οποία έχουν σχηματιστεί με τον εκτεταμένο βαθμό *nē-:

*k’erh2s «κέρας» > *nē-k’erh2s-os > *nē-kerahos > νηκέραος > νηκέρως ~ νήκερως = «ακέρατος»

*kerd- «κέρδος» > *nē-kerdes-s*nē-kerdēs νηκερδής = «άσκοπος, ανωφελής»

*kwentH-/*kwn.tH- > πένθος/πάθος > *nē-kwentHes-s > νηπενθής = «που διώχνει τον πόνο (πένθος/πάθος)» (αλλιώς ὀδυνήφατος = οδυνηκτόνος ~ painkiller, *gwhon-/gwhn.-t- > φόνος/φατ-, αρχικά μάλλον nomen agentis *ὀδυνηφάτᾱς, αλλά επειδή χαρακτηρίζει το ουδέτερο φάρμακον μεταπλάστηκε σε ουδέτερο ὀδυνήφατον που συνέπεσε με το ρηματικό επίθετο -φατός = «σκοτωμένος», λ.χ. πρόσφατος = «που πέθανε/σφάχτηκε πριν από λίγο»).

Μετά από αυτά τα ελληνικά απολιθωματικά στερητικά σε *nē- συνεχίζω με την παραγωγικότερη κατηγορία των μηδενόβαθμων στερητικών σε *n.-.

Όταν το μηδενόβαθμο στερητικό μόριο προστίθεται σε ρίζα που αρχίζει από σύμφωνο, τότε φωνηεντοποιείται πλήρως σε /α/ (λ.χ. *ten-yō > τείνω με ρηματικό ουσιαστικό *tn.-tis > τάσις)

*dheub- (λ.χ. αγγλικό deep) > *budh- > βυθός (με μετάθεση dh..b>b..dh), με παράγωγο στερητικό σύνθετο το ουσιαστικοποιημένο θηλυκό επίθετο:

*n.-budh-yos > abuthyos > abutsos > ἄβυσσος = «απύθμενη, δίχως πάτο».

*bheh2- «λέω» > φημί > *n.-bhh2-tos > ἄφατος (και στην σύγχρονη διεθνή νευρολογική ορολογία αφασία/aphasia= απώλεια του λόγου από νευρολογική βλάβη).

*werh1- «λέω» > *werh1-yō > εἴρω με στερητικά παράγωγα:

*n.-wr.h1- > awrē- > ἄρρητος ~ ἀρρήμων

*sekw- «λέω» (λ.χ. say, saga) *en-sekw- > ἐν(ν)έπω και *en-si-skw- > ἐνισπεῖν, με στερητικό παράγωγο *n.-skw-etos > ἄσπετος = «ανείπωτα/απερίγραπτα μεγάλος, αμέτρητος» (συν τοις άλλοις επίθετο του Αχιλλέα στην Ήπειρο).

[Οδύσσεια, 9.161]

«ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα
ἥμεθα δαινύμενοι κρέα τ᾿ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ:

«καθόμασταν γλεντώντας  με αμέτρητα κρέατα και γλυκό κρασί»

[Πλουτ. Πύρρος, 1.2] χρόνῳ δὲ ὕστερον Νεοπτόλεμος ὁ Ἀχιλλέως λαὸν ἀγαγὼν αὐτός τε τὴν χώραν κατέσχε καὶ διαδοχὴν βασιλέων ἀφ᾽ αὑτοῦ κατέλιπε, Πυρρίδας ἐπικαλουμένους: καὶ γὰρ αὐτῷ Πύρρος ἦν παιδικὸν ἐπωνύμιον. καὶ τῶν γνησίων παίδων ἐκ Λανάσσης τῆς Κλεοδαίου τοῦ Ὕλλου γενομένων ἕνα Πύρρον ὠνόμασεν. ἐκ τούτου δὲ καὶ Ἀχιλλεὺς ἐν Ἠπείρῳ τιμὰς ἰσοθέους ἔσχεν, Ἄσπετος ἐπιχωρίῳ φωνῇ προσαγορευόμενος.

*wreh1g’- «σπά(ζ)ω» > ῥήγνῡμι > *n.-wr.h1g’-tos >  αιολικό αὔρηκτος ~ αττικοϊωνικό ἄρρηκτος

*k’erh2- «αναμειγνύω» (λ.χ. σανσκ. *k’r.h2-tos > śīrta- = «μικτός») > κεράννῡμι, κρᾶμα > *n.-k’r.h2-tos > ἄκρᾱτος = «αμιγής, άμικτος, ανόθευτος»

*neigw- «πλένω» > νίζω , χέρνιψ/τὴν χέρνιβα (λεκάνη για το πλύσιμο των χεριών, *χείρνιψ > χέρνιψ λόγω του νόμου του Osthoff) > *n.-nigw-tos > ἄνιπτος = «άπλυτος, άνιφτος» και ἀνιπτόπους = «αυτός που έχει άπλυτα πόδια».

*swedh- > ἔθος/ἦθος > *n.-swēdhes-s > *ahwēthēsἀήθης = «ασυνήθιστος, παράξενος»

*weid- «βλέπω» > *n.-wid-nos > ἀϊδνός = «αόρατος, σκοτεινός» (και Ἀϊδωνεύς ο Άδης)

*leh2dh- «σκεπάζω, κρύβω, ξεχνώ» > λήθη, λαθραῖος, (με ρινική ένθεση *lh2-n-dh- > λανθάνω) > *n.-leh2dh-es-s > ἀλᾱθής > αττικοϊωνικό ἀληθής.

Με άλλα λόγια, για τους γλωσσικούς μας προγόνους η «ἀλήθεια» ήταν αυτό που δεν μπορεί να μείνει κρυμμένο/αφανές ή αυτό που δεν μπορεί να καλυφθεί με ψεύδη.

Μία διαφορετική εξέλιξη συνέβη όταν το μηδενόβαθμο στερητικό μόριο *n.- προσθετόταν (ή αν προτιμάτε το λόγιο προσ(ε)τίθετο) σε ρίζα που άρχιζε με λαρυγγικό (h1,h2,h3). Τότε το αποτέλεσμα ήταν τα λεγόμενα «μακρά συλλαβικά ένηχα»:

*R.h1 > Rē   ,   *R.h2 > Rā   , *R.h3 > Rō

λ.χ. *g’enh1- > γένος > *g’n.h1-tos > γνητός (κασίγνητος, ὁμόγνητος), *g’n.h1-t-ios > γνήσιος

*gwelh1- > βέλος > *gwl.h1-tos > βλητός

Ας δούμε μερικά τέτοια παραδείγματα:

*h1egwh- «πίνω» > *n.h1gwh- > *kwh- > νήφων, νηφάλιος κλπ.

*h1ed- «τρώω» (ἔδω, ἐσθίω) > *n.h1d-tis > *nēst- > νῆστις, νηστεία (με οδοντική ανομοίωση dt>tt>st).

*h2enh1mos > ἄνεμος > *n.h2nh1m-ieh2 > νᾱνεμίᾱ > αττικό νηνεμία

*h2kous- > ακούω > *n.h2kous-tos > νᾱκουστός > αττικό νηκουστός = «κουφός, ανήκουστος»

*h3lem- «σπάω» (λ.χ. σλαβικό lomiti, αγγλικό lame = «κουτσός» [< «σπασμένος»]) > ελληνικό στερητικό επίθετο *n.-h3lem-es-s > lemēs > νωλεμής = «αδιάκοπος, ακατάπαυστος»

*h3edun- > ὀδύνη (και αλβανικό *h3edun-teh2 > *edundā > dhunë) με στερητικό παράγωγο *n.h3dun-os > dunos = νώδυνος

Αργότερα, όταν οι πρώιμοι ελληνόφωνοι είχαν πια ξεχάσει ποια αρκτικά φωνήεντα κατάγονταν από λαρυγγικά και ποια όχι, αυτός ο τρόπος σχηματισμού στερητικών παραγώγων γενικεύθηκε σε όλες τις ρίζες που ξεκινούσαν με φωνήεν, έστω κι αν αυτό δεν ήταν γνησίως αρκτικό.

πρωτοελληνικό *hamr.t- > ἁμαρτάνω (αιολικό ἁμβροτάνω) > νᾱμερτής > αττικοϊωνικό νημερτής = αλάνθαστος

*h3dont-s > ὀδών/ὀδούς > νωδός = «άδοντος»

*wekw- «λέω» (λ.χ. ἔπος) > *ne-wekw- > νήπιος = «τόσο μικρός που δεν έχει αρχίσει ακόμα να μιλάει»

ἔλεος > *ne-eleh- > νηλεής = «ανηλεής»

*h1nomn. > *ἔνομα > ὄνομα/ὄνυμα με στερητικό παράγωγο *ne-onumn-os > νώνυμνος

Το τελευταίο βήμα στην Ελληνική ήταν η προσθήκη ενός μη ετυμολογικού *a σε αυτούς τους όρους, ώστε να μοιάζουν με αυτούς που είχαν στερητικό ἀ-. Έτσι προέκυψε το γνωστό στερητικό ἀν- που προσθέτουμε σε όρους που αρχίζουν από φωνήεν.

νώνυμνος > νώνυμος

νηλεής > νηλεής

νώδυνος > νώδυνος

νηκουστός > νήκουστος

Ινδο-Ιρανικός Κλάδος και Αρμενική

Επειδή όλες οι γλώσσες του Ελληνο-Αρίου κλάδου έχουν ως αναπτυκτικό φωνήεν το /a/, βλέπουμε σε όλες το ίδιο στερητικό μόριο a(n)- όπως και στην Ελληνική.

(Για την Κοινή Ινδο-Ιρανική μπορείτε να διαβάσετε αυτήν εδώ την ανάρτηση)

Βεδική Σανσκριτική:

Θα αρχίσω την περιγραφή με μερικά στερητικά που η Βεδική  συμμερίζεται με την Ελληνική.

*dhgwhei- > φθίνω > *{k’lewos n.-dhgwhi-tom} > κλέος ἄφθιτον ~ śravas akṣitam

*g’erh2- > γηράσκω > *n.-g’r.h2-yos > ajurya ~ *n.-g’ērh2- > ἀγήραος ~ ἀγήρατος.

*mei- «αναμειγνύομαι, ανταλλάσσω, νταραβερίζομαι» > *mitros > mitra = «φίλος» με στερητικό αντίθετο *n.-mitros > amitra = «εχθρός» (και ο θεός Indra είναι amitrahan = εχθροφόνος/εχθροκτόνος, *gwhon-os > -han ~ -φόνος).

*mer- «πεθαίνω» > *n.-mr.-tos > amr.ta ~ ἄμβροτος (< *ἄμροτος = αθάνατος) και Amr.ta η Βεδική Ἀμβροσία (τροφή των αθάνατων θεών)

Οι Dāsa (μη Ινδοάριοι πληθυσμοί της Ινδίας) στην Rigveda χαρακτηρίζονται:

avrata ~ «άρρητροι» = αυτοί που δεν εφαρμόζουν τις ινδοάριες θρησκευτικές «ρήτρες» (< n.-wr.h1-tos, vrata)

και

amanuṣya = αυτοί που δεν κατάγονται από τον Manu (μυθικός πρόγονος των Ινδο-Αρίων στην Rigveda, κυριολεκτικά «άνθρωπος», λ.χ. γύφτικο manush = «άνθρωπος»).

Ιρανικές γλώσσες:

Ο τίτλος του Σασσανίδη Βασιλέα ήταν šāhān šāh Ērān ud Αnērān = «Βασιλεύς Βασιλέων Αρίων και Αναρίων» (δηλαδή Ιρανών και μη Ιρανών).

Από την Αβέστα παραθέτω το στερητικό επίθετο:

*ph2utlos = «γιος» > αβεστ. puθra και *n.-putl-eh2 > apuθrā = «(ἡ) ἄπαις», δίπλα στο θηλυκό τύπου Devī *h1su-ph2utl-ih2 > hupuθrī = «(ἡ) εὔπαις».

Αρμενική:

(Για την Αρμενική Γλώσσα μπορείτε να διαβάσετε αυτήν την σειρά αναρτήσεων)

IE *dōm = «σπίτι» > αρμ. tun με στερητικό antun = «άστεγος»

ΙΕ *werg’-om «ἔργον» > αρμ. gorc = «έργο» με στερητικό angorc = «άνεργος, ανενεργός, ακατέργαστος» (λ.χ. ακατέργαστο μετάξυ = angorc metak’s)

ΙΕ *meh1d- «σκέψη» (λ.χ. μῆδος ) > αρμ. mit = «μυαλό, φρήν» > anmit = «άμυαλος, άφρων»

yoys = «ελπίδα» > anyoys = «ἄνελπις»

Θα κλείσω τα στερητικά της αρμενικής με την ανάλυση της αρμενικής λέξης για την «χήρα»:

*h2nēr > ἀνήρ, αρμ. *anir > ayr = «άνδρας» με στερητικό παράγωγο *n.-h2nēr-ìeh2 > *ananirìya > *anirìya (λόγω απλολογίας) > ayri

Δηλαδή, η αρμενική χήρα είναι κυριολεκτικά «άνανδρη/ανάνειρα».

Κλείνω την συζήτηση για τα στερητικά των γλωσσών του Ελληνο-Αρίου κλάδου με μια σελίδα από την «ΙΕ ποίηση και μυθολογία» του Martin L. West όπου είναι γεμάτη με Ελληνικά και Ινδο-Ιρανικά στερητικά παράγωγα!

West-privative

Σε ένα κείμενο της Νεότερης Αβέστας [Yt. 19.11] οι άνθρωποι που έπλασε ο Ahura Mazda θα φτιάξουν τον νέο κόσμο azarəšəntəm, amərəšəntəm, afriθyantəm, apuyantəm = «αγήραον, μβροτον, φθιτον, σηπτον».  Τα πρώτα δύο ζεύγη της μετάφρασης είναι ΙΕ συγγενείς (*n.-g’erh2-, *n.-mr.t-). Τα αβεστικά στερητικά σε -nt- έχουν δομηθεί όπως τα ελληνικά στερητικά του τύπου:

*kemh2- > *n.-km.h2-ent-s > ἀκάμᾱς/τὸν ἀκάμαντα

*demh2- > *n.-dm.h2-ent-s > ἀδάμᾱς/τὸν ἀδάμαντα

Στη Rigveda (RV 2.27.9;4.412) οι ξάγρυπνοι θεοί Aryaman, Varuna και Μίθρας που με την «όπιδά» τους ελέγχουν τους θνητούς είναι asvapnajo, animiṣā, adabdhā = «άυπνοι, ανύστακτοι, ανεξαπάτητοι».

Λατινική

Μετά τις Ελληνο-Άριες γλώσσες θα περάσω στην Λατινική, η οποία δείχνει την τροπή *n.– > *en– > in, δηλαδή το αναπτυκτικό φωνήεν στα ρινικά συλλαβικά ένηχα είναι /e/ (λ.χ. *dek’m.t > decem), το οποίο όμως, δευτερογενώς, πριν από n,m προσθιώθηκε σε /i/, λ.χ. *penkwe > *kwinkwe > quinque.

*weik- «μάχομαι» > victor = «νικητής» > invictus = «ανίκητος» (Sol Invictus = Ανίκητος Ήλιος)

*mer- «πεθαίνω» > *mr.twos > mortuus = «νεκρός» >*n.-mr.-t- > *inmort- > immortālis = «αθάνατος»

*bheh2- «μιλώ» (λ.χ. φημί) > *n.-bhh2-ent-s > īnfāns = «νήπιος, βρέφος» (κυριολεκτικά «αρρήμων» ~ «που δεν μπορεί ακόμα να μιλήσει»). Η έκταση των φωνηέντων πριν από /ns/ και /nf/ είναι τυπική στην Λατινική (λ.χ. īnsānus = «ἄφρων, παράφρων»).

*g’neh3- «γνωρίζω» > cognōscō > *n.-g’neh3-tos > ignōtus = «ἄγνω(σ)τος» (πριν από /gn/ το in χάνει το /n/)

amīcus = «φίλος» > *in-amīcus > inimīcus = «εχθρός»

*weid- «βλέπω» > videō > *n.-weid- > invīsibilis = «αόρατος»

*trep- «τρέπομαι, γυρίζω» *n.-trep- > intrepidus = «ανυπότρεπτος, ανυποχώρητος, άφοβος, αταρβής» (το ελληνικό στερητικό *n.-trep- απέκτησε την σημασία «αμετάκλητος, αναπόφευκτος/ἄφυκτος» > ἄτρεπτος, ἄτροπος)

expugnō = «πέρθω» >  inexpugnābilis = «απόρθητος»

somnus = «ύπνος» > īnsomnis = «άυπνος» (λ.χ. αγγλ. insomnia = αϋπνία)

Η Λατινική δείχνει και μερικά στερητικά παράγωγα σε ne-, όπως λ.χ. η λέξη «ανάγκη» που κυριολεκτικά σημαίνει «αυτό που δεν μπορείς να εγκαταλείψεις/παραχωρήσεις»:

ne+cēdō > necesse, necessitās = «ανάγκη»

Δακο-Θρακική

Υπάρχει μια σειρά υδρωνυμίων που δείχνει ότι στην Δακο-Θρακική υπήρχε στερητικό *n.-> a-.

Η Αξιόπολις (Aksi-upol-) μεταφράστηκε σλαβιστί ως Černa Voda = «Μαυρονέρι», κάτι που δείχνει ότι το πρώτο συνθετικό είναι *n.-ksei- «όχι λευκός, μαύρος», όπως το ιρανικό šaēna = «μαύρος, σκοτεινός» που κρύβεται πίσω από το ελληνικό όνομα Ἄξεινος Πόντος = «Μαύρη Θάλασσα» (ο μετέπειτα Εὔξεινος,  με interpretatio Graeca šaēna > ἄξεινος). Από την ίδια ρίζα και το υδρωνύμιο Ἀξιός στην Μακεδονία που, σύμφωνα με τον Εκαταίο τον Μιλήσιο (~510 π.Χ.), σχημάτιζε το δυτικό όριο της Θράκης. Ο Πλίνιος περιγράφει τον Αξιό με τα επίθετα niger και fuscus = «μαύρος, θολός».

n.ksei

Αλβανική

Η Αλβανική περιέχει μερικά «απολιθωματικά» στερητικά σύνθετα που δείχνουν ότι κάποτε χρησιμοποιούσε και αυτή στερητικό *n.-> a-, το οποίο όμως στα περισσότερα παραδείγματα μετατράπηκε στη συνέχεια σε /e/, λόγω τυπικής αλβανικής i-μετάλλαξης (λ.χ. amita > emtë, calix/calicem > qelq).

*a-mulwos (αρχικά «αλάσπωτος, διαυγής») > *amulwa > amull = «μέρος με στάσιμο νερό, λιμνούλα»

*a-gjëll > egjell = «με άδειο στομάχι, αφάγως» (επίρρημα)

*a-sëll > esëll = «με άδειο στομάχι, αφάγως» (επίρρημα)

Γράφει ο Vladimir Orel στο AED:

alb-privative

Γερμανικός Κλάδος

Στον Γερμανικό κλάδο τα συλλαβικά ένησα ανέπτυξαν παντού /u/ (λ.χ. *dek’m.t- > γοτθ. tehun , *n.dher- > αγγλικό under) και, επομένως, ο γερμανικός απόγονος του ΙΕ στερητικού μορίου *n.- είναι το γνωστό un- της Αγγλικής.

unwise = «ασύνετος, ανόητος» (wise = σοφός, συνετός)

unseen = «που δεν έχει ιδωθεί μέχρι στιγμής» (see = βλέπω)

unhealthy = «ανθυγιεινός» (health = υγιεία)

unbreakable = «άθραυστος» (break = σπά(ζ)ω)

unheard = «ανήκουστος»

unstoppable = «ασταμάτητος»

unmixed = «άμικτος, άκρατος»

Υπάρχει ένα ενδιαφέρον Ελληνο-Γερμανικό στερητικό ισόγλωσσο:

*skeh1tH- «τραυματίζομαι» > unscathed ~ ἀσκηθής = «ασινής, αβλαβής»

Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι στην λόγια Αγγλική έχουν εισέλθει ως δάνεια τόσο το ελληνικό στερητικό α(ν)- και το λατινικό στερητικό in-, όπως στα παρακάτω παραδείγματα:

ελληνικό – + λατινικό dimensionālis > adimentional = «αδιάστατος»

hemianopsia = ημιανοψία (απώλεια όρασης στο μισό οπτικό πεδίο)

amyotrophy = αμυοτροφία (= μυική ατροφία)

agenesis = αγενεσία

λατινικά στερητικά: irrationālis, invīsibilis, immortālis > αγγλικά irrational, invisible, immortal κλπ.

Τέλος, η Αγγλική δημιουργεί στερητικά και με το επίθημα -less, λ.χ. Sleepless in Seattle = Άγρυπνος στο Σιάτλ, Clueless = «Αστοιχείωτη», childless = άτεκνος, homeless = άστεγος κλπ.

Βαλτο-Σλαβικός Κλάδος

Από τον Βαλτικό κλάδο θα αναφέρω λίγα παραδείγματα στα γρήγορα:

λιθουανικό matyti = «βλέπω» > nematomas = «αόρατος»

λιθουανικό sulaužyti = «σπάω, καταστρέφω» > nesulaužomas = «άθραυστος»

Ο Σλαβικός κλάδος σχηματίζει στερητικά με το ε-βαθμο μόριο *ne- > ne-.

*h3lem- «σπάω» > lomiti > nelomljiv = «άθραυστος» (σας θυμίζω το ομόρριζο ελληνικό νωλεμής = «ακατάπαυστος, αδιάκοπος»)

*weid- «βλέπω» > viděti > nevidljiv = «αόρατος»

πρωτοσλαβικό *porznŭ = «άδειος» > τσεχ. neprázdný  = «όχι άδειος, γεμάτος» (στην OCS το στερητικό αυτό χρησιμοποιείται με τη σημασία «έγκυος»):

[Κατά Λουκάν, 2.4-7] napisati sę sŭ Mariejǫ, obrǫčenojǫ emu ženojǫ, sǫštejǫ neprazdŭnojǫ

ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ ἐμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικὶ, οὔσῃ ἐγκύῳ.

dělati = «δουλεύω, ποιώ» > Nedělja = «Κυριακή» (κυριολεκτικά «αργία» [< ἀεργία])

Ένα δεύτερο σλαβικό στερητικό είναι το πρόθημα bez- «χωρίς». Έτσι στην OCS ο ελληνικός όρος ἄβυσσος (< ἀ-βύθ-jος) αποδόθηκε σλαβιστί ως bezdŭno (*dhubnom > dŭno = «πάτος, βυθός»).

bezglav = «ακέφαλος» (glava)

bezdomny = «άστεγος» (dom)

bezdušan = «άκαρδος, άσπλαχνος» (κυριολεκτικά «δίχως ψυχή», duša)

Πρέπει να σημειώσω εδώ πως οι δύο θυγατέρες της Ανατολικής Βαλκανικής Ρωμανικής (Βλαχική/Αρουμανική και Ρουμανική) έχουν αντικαταστήσει το λατινικό in- με το σλαβικό ne-.

λατινικό īnsomnis, īnsomnia > ρουμανικό nesomn και βλαχικό nisomnu

λατινικό dīrectus > ρουμανικό nedrept και βλαχικό nidreptu (πρβ. αγγλ. indirect = «έμμεσος, όχι ευθύς») με αλλαγή σημασίας από «όχι ίσιος» σε «όχι ορθός/δίκαιος, άδικος» (λ.χ. ιταλικό diritto = «δίκαιο, δικαίωμα», diritto penale = ποινικό δίκαιο, diritto di voto = δικαιώμα ψήφου).

λατινικό bonus = «καλός» ΑΒΡ bunu «καλός» > ρουμανικό nebun ~ βλαχικό nibunu = «αυτός που δεν είναι στα συγκαλά του».

λατινικό lucrum = «κέρδος, φιλοκέρδεια» > ρουμανικό nelucrat «ακατέργαστος, ακαλλιέργητος» ~ βλαχικό nilucru = «ανεργία, αεργία».

Κελτικός κλάδος

Και εδώ το πρωτοκελτικό στερητικό μόριο ήταν *n.- > *an-, το οποίο συνεχίζει ως a(i)n- στην Ιρλανδική.

anduine = «απάνθρωπος» (~ αγγλ.  inhuman, duine = «άνθρωπος»)

anabaí = «άγουρος (< ἄωρος), πρόωρος»

aincheart = «αδικία, άδικος»

aindiach = «άθεος, αθεϊστικός»

Κλείνω την ανάρτηση με την παρουσίαση του στερητικού *n.-swep-nos = «άυπνος» της ρίζας *swep-nos «ύπνος»:

Ελληνική: *sup-nos > ὕπνος και *n.-sup-nos > ἄυπνος

Σανσκριτική: *swop-nos > svapna και *n.-swop-nosasvapna = «άυπνος»

Αβεστική: *swop-nos > χvafna και *n.-swοp-nos > aχvafna- = «άυπνος»

Λατινική: *swop-nos > somnus και *n.-swop-nis > īnsomnis = «άυπνος»

nswopnos

Advertisements

4 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

4 responses to “Τα ΙΕ στερητικά σύνθετα ονόματα

  1. Kostas

    Εκτός από τους ελληνικούς και σλαβικούς κλάδους δεν υπάρχουν άλλα παραδείγματα που να το σχηματίζουν από άλλες βαθμίδες εκτός από την μηδενική?

    Δεν μπορώ να καταλάβω την λειτουργεία των βαθμίδων. Μου φαίνεται σχεδόν τυχαία.

    • Δεν μπορείς να καταλάβεις την μετάπτωση των βαθμών ablaut εν γένει ή ειδικά στο στερητικό μόριο *ne-;

      Στα συνήθη βιβλία (Beekes, Fortson) υπάρχουν κεφάλαια για το είδος του τονισμού και πως αυτός επηρεάζει τον βαθμό ablaut της συλλαβής.

      Από εκεί και μετά υπάρχουν κάποιοι επιπλέον «κανόνες», όπως το είδος της λέξης (λ.χ. τα ρηματικά επίθετα σε *-tos σχηματίζονται στον μηδενικό βαθμό, ενώ τα σιγμόληκτα ουδέτερα τύπου γένος και τα επίθετα που παράγονται από αυτά σχηματίζονται στον πλήρη βαθμό).

      Βέβαια αυτοί οι κανόνες δεν είναι απαραβίαστοι.

      Σημασία έχει να καταλάβεις ότι η ΙΕ συλλαβή έχει ως θεματικό φωνήεν το /e/ και αυτό μπορεί να μεταπέσει σε 4 βαθμούς (μηδενικό, ε,ο,η,ω). Όλοι κι όλοι είναι αυτοί:

      Λ.χ. στην ρίζα *dheh1- «θέτω» έχεις:

      *dheh1- > τίθημι, ανάθημα
      *dhh1- > θετός, θέσις
      *dhoh1- > θωμός

      Αντίστοιχα, στην ρίζα *trep- έχεις:

      *trep- > τρέπω, τρεπτός («λάθος» γιατί θα περιμέναμε το μηδενόβαθμο *τραπτός)
      *trop- > τρόπος, τροπή, παρακείμενος τέτροφα/τέτροπα
      *tr.p- > ἔτραπον, τετραπ-μένος > τετραμμένος

      • Kostas

        Δεν καταλαβαίνω το πότε χρησιμοποιείται ποιά βαθμίδα. Οι κανόνες είναι πολύ χοντρικοί και παραβιάζονται πολύ εύκολα. Π.χ. ο Fortson λέει ότι κάποιες ρίζες εμφανίζοντα μόνο σε συγκεκριμένες βαθμίδες (!) και οτι ο μηδενικός συσχετίζεται με την μετακίνηση του τόνου σε άλλη συλλαβή. Εδώ γιατί σχεδόν όλοι οι κλάδοι χρησιμοποιούν τον μηδενικό?

      • Εδώ γιατί σχεδόν όλοι οι κλάδοι χρησιμοποιούν τον μηδενικό?
        —-

        Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι γιατί ίσως στην ΠΙΕ ο τόνος δεν έπεφτε ποτέ στο στερητικό.

        Πάντως, οι κανόνες εννοείται ότι παραβιάζονται πολύ εύκολα.

        Στα ελληνικά λέμε «σωστά» *sreu- > srutos > ρυτός και *g’heu- > g’hutos > χυτός (αλλά με τον καιρό προέκυψε το ενετελώς «λάθος» ρευστός με δίφθογγο και μη ετυμολογικό /σ/), αλλά «λάθος» φεύγω > αναπόφευκτος (φυκτός θα ήταν το «σωστό» ρηματικό επίθετο) και *mei-k- > μεικτός (το «σωστό» είναι μικτός).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s