Η Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική #2

Έκλεισα την προηγούμενη ανάρτηση με την μορφολογική περιγραφή των ονοματικών κατηγοριών της Εκκλησιαστικής Παλαιοσλαβωνικής (OCS)και θα αρχίσω την σημερινή με την ρηματική μορφολογία.

Ρήματα

Η ΙΕ διάκριση ανάμεσα σε αθέματα (*-mi, λ.χ. h1es-mi > εἰμί, *dhi-dheh1-mi > τίθημι κλπ) και θεματικά (*-oh2, λ.χ. *bher-oh2 > *bherō > φέρω, *segh-oh2 > ἔχω κλπ) ρήματα διατηρήθηκε στην OCS.

Παραδείγματα αθέματων ρημάτων είναι τα byti = «εἶναι», ěsti/jasti = «ἐσθίειν/ἔδειν» και iměti= «ἔχειν». Τα βαλτοσλαβικά απαρέμφατα σε *-tei σχηματίζονται με το ΙΕ μόρφημα *-tis που η Ελληνική χρησιμοποιεί για τον σχηματισμό ρηματικών ουσιαστικών (λ.χ. *bhuH-oh2 > φύω > *bhuH-tis > *φῦτις > φύσις με δευτερογενή βράχυνση ῡ>υ που ξεκίνησε στο ρήμα φῡω > φύω, πρᾱκ-jω > πράσσω/πράττω και *πρᾶκ-τις > πρᾶξις κλπ). Θυμίζω πως το απαρέμφατο είναι από τη φύση του ένα ρηματικό ουσιαστικό λ.χ. «έχει καλό λέγειν» = έχει καλό λόγο και το απόφθεγμα που αποδίδεται στον Δημόκριτο:

Δημόκριτος δὲ ἐτυμολογῶν τὸ ὄνομα [Τριτογένεια] φησιν, ὅτι ἀπὸ τῆς φρονήσεως τρία ταῦτα συμβαίνει · τὸ εὖ λογίζεσθαι, τὸ εὖ λέγειν καὶ τὸ πράττειν ἅ δεῖ.

«Ο Δημόκριτος ετυμολογώντας το όνομα [Τριτογένεια] λέει πως από την φρόνηση συμβαίνουν τρία πράγματα: το να σκέφτεσαι καλά (τὸ εὖ λογίζεσθαι), το να μιλάς καλά (τὸ εὖ λέγειν) και το να πράττεις όπως πρέπει (τὸ πράττειν ἅ δεῖ)

Παραθέτω την OCS κλίση του ρήματος byti = «εἶναι» (ΙΕ ρίζα *h1es-) στην οριστική ενεστώτα της ενεργητικής φωνής δίπλα στην αντίστοιχη ελληνική:

h1esmi

Ενικός:

*h1ès-mi > εἰμί ~ jesmĭ

*h1ès-si > εἶ (ομηρικό ἐσσί) ~ jesi

*h1ès-ti > ἐστί ~ jestŭ

Πληθυντικός:

*h1s-mè- > ἐσμέν ~ jesmŭ

*h1s-tè- > ἐστέ ~ jeste

*h1s-ènti > εἰσί (δωρικό ἐντί) ~ sǫtŭ

Οι βασικές καινοτομίες είναι η ανώμαλη έκταση *-si>-sī (προϊόν της απλοποίησης του διπλού ss>s ή μήπως *-sei>-sī ; ) στο 2ο ενικό πρόσωπο, η αλλαγή του yer *-tĭ>-tŭ στο 3ο ενικό πρόσωπο, η αλλαγή *-me>-mo>-mŭ στο 1ο πληθυντικό (όπως στο λατινικό sumus) και, στο 3ο πρόσωπο πληθυντικού,ο ο-βαθμός *h1s-ènti > *h1s-ònti (όπως στο λατινικό sunt) > *sǫtĭ > sǫtŭ, που επίσης συνοδεύτηκε από αλλαγή *-tĭ>-tŭ, όπως στο 3ο ενικό πρόσωπο.

Η βασική καινοτομία της θεματικής κλίσης είναι η προσθήκη ενός *m (δείκτης 1ου προσώπου) στο 1ο πρόσωπο του ενικού: ΙΕ επίθημα *-oh2 > *-oh2m > *-ōm > *-om > -ǫ.

Παραθέτω το παράδειγμα την κλίσης του ρήματος *h1nek’-oh2m > nes-ǫ = «φέρω» (από την ίδια ΙΕ ρηματική ρίζα προέρχεται και ο διπλασιασμένος ελληνικός αόριστος *e-h1ne-(h1)nk’-ἤνεγκα = έφερα).

neso1

neso2

neso3

Παραθέτω επίσης για σύγκριση και το πινακάκι του Benjamin Fortson με τα παραδείγματα θεματικών κλίσεων της ρίζας *bher- «φέρω» στην οριστική ενεστώτα της ενεργητικής φωνής και τις αναδομημένες ΠΙΕ καταλήξεις.

bero

Ενικός:

*bhèr-oh2> φέρω ~ berǫ

*bhèr-e-si > φέρεις ~ bereši

*bhèr-e-ti > φέρει ~ beretŭ

Πληθυντικός:

*bhèr-o-me- > φέρομεν ~ beremŭ

*bhèr-e-te- > φέρετε ~ berete

*bhèr-o-nti > φέρουσι (< φέρονσι, δωρικό και αιολικό φέροντι) ~ berǫtŭ

Οι αλλαγές είναι λίγο πολύ ίδιες με αυτές που είδαμε παραπάνω στην αθεματική κλίση: αλλαγή του yer στο τρίτο πρόσωπο ενικού και πληθυντικού *-tĭ>-tŭ και πρώτο πληθυντικό πρόσωπο *-me-> -mo-, όπως στην λατινική (λ.χ. bere ~ λατ. ferimus).

Οι ενεργητικές μετοχές ενεστώτα της OCS σχηματίζονται όπως οι αντίστοιχες ελληνικές:

*bher-ont-s > *bherōn > φέρων ~ berōn > berūn > bery

*bher-ont-ih2 > pherontya > pherontsa > φέρονσα > φέρουσα ~ berǫtʲī > berǫšti

nesy

Στα πινακάκια πιο πάνω βλέπετε πως το ρήμα nes-ǫ = «φέρω» είχε δύο αορίστους:

něsŭ και nes-oχŭ

Ο πρώτος είναι ο παλαιότερος εκ των δύο. Σχηματίζεται με την έκταση *e>ē της ρηματικής ρίζας (αργότερα *ē>ě στην LPSlv/OCS):

*h1nek’- > *h1nēk’- => nesǫ ~ ně

Ανάλογη έκταση βρίσκουμε στην Βεδική Σανσκριτική και την Λατινική (στον παρακείμενο που κατάγεται εν μέρει από τον ΙΕ αόριστο) και ο Sihler πιστεύει πως μία τέτοια απολιθωμένη αοριστική έκταση (*gerh2- > *e-g’ēr-s-> ἐγήρα) ίσως είναι η πηγή του παράξενου «η» στον ενεστώτα γηράσκω (γέρων).

Sihler-aorist

Ο άλλος αόριστος (nes-oχŭ) είναι ο γνωστός μας ανεκτατικός σιγματικός αόριστος (δείκνῡμι > ἔ-δεικ-σ-α > ἔδειξα), απλά το /s/ είναι «μασκαρεμένο» ως γενικευμένο /χ/ που προέκυψε από τον κανόνα RUKI σε εκτατικούς σιγματικούς αορίστους ρημάτων όπως το rek- «λέω» > αορ. *rēk-s– > rēkš– > rēkχ– > ΟCS rěχŭ = «είπα».

Οι παρελθοντικές μετοχές σχηματίζονται με το στατικό επίθημα *-us-/-wes-/-wos- με το οποίο η Ελληνική και η Σανσκριτική σχηματίζουν τις ενεργητικές μετοχές παρακειμένου, λ.χ.:

*klep-yō > κλέπτω με παρακείμενο *ke-klop-h2e > κέκλοφα και ενεργητικές μετοχές:

*ke-kloph-wos-s > *ke-klophōs > ὁ κεκλοφώς

*ke-kloph-us-ih2 > keklophuhya > ἡ κεκλοφυῖα

*ke-kloph-wos > τὸ κεκλοφός

Αντίστοιχα, στην Σανσκριτική:

*kwer- «ποιώ» με παρακείμενο *kwe-kwor-h2e > cakàra = «πεποίηκα» και ενεργητικές μετοχές:

*kwe-kwr.-wos– > (ο/το) cekrvas

*kwe-kwr-us-ih2 > (η) cekruṣī

Παραδείγματα παρελθοντικών μετοχών σε *-wes-/-us- της LPSlv είναι τα παρακάτω:

*wed- «άγω» > *wed-us/*wed-usih2 > vedŭ/veduši ~ «ἀγαγών/ἀγαγοῦσα ή ἄξᾱς/ἄξᾱσα»

wes

Οι παρελθοντικές μετοχές/ρηματικά επίθετα (λ.χ. επιτρέπω > επιτρεπτός) σχηματίζονται με τα επιθήματα *-los και  *-nos/*-tos. Οι τύποι σε *-los>-lŭ εξελίχθηκαν στις λεγόμενες δεύτερες παρελθοντικές μετοχές (ή αλλιώς resultative participles~ μετοχές συντελεσμένης πράξης).

Παράδειγμα ρηματικού επιθέτου σε *-nos βρίσκουμε στο όνομα:

*bhogo-deh3-nos > *Bogodōnos > OCS Bogŭda = Θεόδοτος (σημερινό Bogdan)

participles

Παραδείγματα χρήσης της συντελεσμένης μετοχής μαζί με το ρήμα «είμαι» είναι τα παρακάτω:

jesmĭ neslŭ = «έχω μεταφέρει»

bimĭ/byχŭ neslŭ = «θα το είχα μεταφέρει»

Το ρηματικό ουσιαστικό (λ.χ. φύω > φύσις, πράττω > πρᾶξις) είναι ουδέτερο σε *-iom και σχηματίζεται από το θέμα των μετοχών σε *-nos/*-tos με την προσθήκη του επιθηματος *-iom> *-ĭjo >-ĭje:

dvig-nǫ-ti = «κινέω» > *dvig-en-iom > dviženĭje = «κίνησις»

nos-i-ti = «φορέω» > *nosy-en-iom > nošenĭje ~ «φόρησις»

Το ρήμα «γνωρίζω» έχει σχηματιστεί από τον παρακείμενο της ρηματικής ρίζας *weid- «βλέπω» (δηλαδή «το έχω δει» > «το γνωρίζω»), όπως και στην ελληνική:

*woid-h2e > οἶδα ~ OCS věděti (*woid- > *waid- > věd-)

Η μέση φωνή σχηματίζεται με την αντωνυμία :

vĭsĭ že narodŭ sŭbravŭ sę stojaχǫ pozorujǫšte

«και όλοι από το συναγερθέν πλήθος στέκονταν κοιτάζοντας»

žena sŭpase = σημαίνει τόσο «η γυναίκα έσωσε τον εαυτό της» όσο και «η γυναίκα σώθηκε» (η δεύτερη σημασία αποδίδεται και με την σύνταξη žena sŭpasena bystĭ)

Παραγωγική Μορφολογία

deriv1

deriv2

Αναφέρω στα γρήγορα:

Συλλογικά ουδέτερα σε *-iom > -ĭje:

kamen- > kamenĭje = «ποσότητα πετρών ~ πέτρες»

veselŭ = «εύθυμος, χαρούμενος» > veselĭje = «ευθυμία, χαρά»

znati = «γιγνώσκω» > znanĭje = «γνώση»

Αφηρημένες θηλυκές έννοιες σε *-ostĭ (< *-ot-tis ? ):

radŭ = «χαρούμενος» > radostĭ = «χαρά»

Αφηρημένα ουδέτερα σε *-ĭstvo:

cěsarĭ = «βασιλιάς, αυτοκράτωρ» > cěsarĭstvo = «βασίλειο, αυτοκρατορία»

otĭcĭ = «πατέρας» > otĭcĭstvo = «πατριά»

roditi = «γεννάω» > rodj-ĭstvo > roždĭstvo = «γέννηση»

mǫdrŭ = «σοφός» > mǫdrĭstvo = «σοφία»

Ουσιαστικά με το επίθημα Hoffmann *-ih3nh2- > -īn-> -in- (το επίθημα των επιθέτων γελασῖνος, Latīnus):

tiχŭ = «ήσυχος» > tišina = «ησυχία»

drugŭ = «σύντροφος, ακόλουθος» > družina = «ακολουθία, συμμορία»

Nomina agentis σε *-tel-is > *-telʲĭ:

učiti = «διδάσκω» > učitelʲĭ = «διδάσκαλος»

Nomina agestis σε *-arʲĭ:

ryba = «ψάρι» > rybarʲĭ = «ψαράς»

krava = «αγελάδα» > kravarʲĭ = «γελαδάρης»

Ουσιαστικά σε *-ik- > -ĭc-:

tvoriti = «δημιουργώ» > tvorĭcĭ = «δημιουργός»

starŭ = «παλιός» > starĭcĭ = «γέρων»

gradŭ = «κάστρο, πόλις» > gradĭcĭ = «καστράκι, πολίχνη» (Γαρδίκι)

jasti/(j)ěsti = «τρώω» (*jěd-) > jědĭca = «λαίμαργος, φαγανός, edax)

Ουσιαστικά σε *-ih2k- > -īk- > -ik-/-ic-:

Από μετοχές σε *-nos και επίθετα σε *-inos > αρσενικά «τύπου Sputnik» -n-ik-ŭ

pǫtĭ = «δρόμος» > pǫtĭnikŭ = «οδίτης» και *sŭ-pǫtĭnikŭ = «συνοδοιπόρος» > sputnik (αργότερα «δορυφόρος»)

učiti = «διδάσκω» > učenikŭ = «μαθητής»

rešti (< *rekti) = φημί > pro-rok-ŭ = «(ο) προφήτης» > proročica = «(η) προφήτις»

bogŭ = «θεός» + roditi = «γεννάω/τίκτω» > Bogorodica = Θεοτόκος

ryba = «ψάρι» > rybica = «ψαράκι»

piti = «πίνω» > pijanica = «πότης, μέθυσος»

Επίθετα σε *-in- > -ĭn-:

tĭma = «σκοτάδι» > tĭmĭnŭ = «σκοτεινός»

narodŭ = «λαός» > narodĭnŭ = «λαϊκός, δημώδης»

věkŭ = «εποχή, αιώνας» >  věčĭnŭ = «αιώνιος»

Επίθετα σε *-isk’- > -ĭsk-:

morje = «θάλασσα» > morĭskŭ = «θαλάσσιος, ναυτικός»

žena = «γυναίκα» > ženĭskŭ = «γυναικείος, θηλυκός»

ΔΕΙΓΜΑ OCS

Παραθέτω ένα χωρίο από την παλαιοσλαβωνική μετάφραση του Κατά Λουκά ευαγγελίου που περιγράφει ο Ben Fortson, μαζί με το ελληνικό πρωτότυπο κείμενο.

[Κατά Λουκά, 2.4-7] Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυῒδ ἥτις καλεῖται Βηθλέεμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυῒδ, ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ ἐμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικὶ, οὔσῃ ἐγκύῳ. ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον· καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι.

OCS-LukeΟι παρατηρήσεις του Fortson:

OCS-Luke2

vŭzide že Iosifŭ otŭ Galileję, iz grada Nazaretĭska, vĭ Ijudęǫ, vŭ gradŭ Davydovŭ iže naricajetŭ sę Vitleemŭ, zane běaše otŭ domu i otĭčĭstvie Davydova.

Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυῒδ ἥτις καλεῖται Βηθλέεμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυῒδ.

iz grada Nazaretĭska = ἐκ πόλεως Ναζαρέτ (κυριολεκτικά «εκ της Ναζαρετείου πόλεως»)

vĭ Ijudęǫ, vŭ gradŭ Davydovŭ iže naricajetŭ sę Vitleemŭ, = εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυῒδ ἥτις καλεῖται Βηθλέεμ (πάλι κτητικό επίθετο αντί για γενική,  εις την Δαβίδειον πόλιν).

zane běaše otŭ domu i otĭčĭstvie Davydova = διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυῒδ

Πάλι το κτητικό επίθετο Davydova = Δαβίδειος, *domh2-us > domŭ = «οἶκος» (ΙΕ συγγενής των ελληνικών όρων δῶ, δῶμα, δόμος).

otĭcĭ = «πατήρ» > otĭčĭstvo = «πατριά, πάτρα» (καταγωγή από την μεριά του πατέρα)

napisati sę sŭ Mariejǫ, obrǫčenojǫ emu ženojǫ, sǫštejǫ neprazdŭnojǫ

ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ ἐμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικὶ, οὔσῃ ἐγκύῳ.

napisati = ἀπογράψασθαι , = σὺν (πρβ. pǫtĭnikŭ = συνοδοιπόρος), *h1s-ont-ih2 > *hontya > *ontsa > ὄνσα > οὖσα ~ sǫšti

Το σλαβικό ρήμα pisati = «γράφω» είναι από την ΙΕ ρίζα *peik’- «ζωγραφίζω» που έχει δώσει το ελληνικό επίθετο ποικίλος και το λατινικό ρήμα *peik’- >  pik’- > pi-n-k’- > pingō = «ζωγραφίζω» (με κανονική ρινική ένθεση λ.χ. vincō > victor ~ pictor = «ζωγράφος»).

Για τον όρο «έγκυος» χρησιμοποιείται ένα επίθετο που κυριολεκτικά σημαίνει «όχι άδεια».

bystŭ že, edga byste tu, isplŭnisę sę dĭne roditi ei. i rodi synŭ svoi prĭvěnĭcĭ, i povitŭ i, i položi i ěslaχŭ, zane ne bě ima města vŭ obitěli.

ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον· καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι.

isplŭnisę sę dĭne = ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι. Αμφότερα τα ρήματα των δύο γλωσσών με τη σημασία «γεμίζω» (γέμισε το χάσμα των ημερών, δηλαδή ήρθε η ώρα της γέννας) ανάγονται στην ΙΕ ρίζα *pleh1- «γεμίζω».

isplŭniti < *iz-pl.h1-n- > *pl.h1-nos > plĭnŭ = «γεμάτος» (το φαΐ «γεμιστά» στις σλαβικές γλώσσες των Βαλκανίων είναι γνωστό ως «γεμιστές πιπεριές»: punjena paprika, polneti piperkipəlnena čuška κλπ).

synŭ prĭvěnĭcĭ = πρωτότοκος υἱός (*pr.h3-wos > prĭvŭ = «πρώτος» > prĭvěnĭcĭ > σερβ/κρ. prvenac = «πρωτότοκος»).

i položi i ěslaχŭ = καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ

*legh- «κείμαι» > *h2po-logh-eye- > položiti = ἀνακλίνω (θέτω/ακουμπάω κάτι κάπου).

ěsla = «φάτνη» > σερβ/κρ. jasle

město = «τόπος, οικισμός» , obitělʲĭ = κατάλυμα (κυριολεκτικά «κατοικητήριον» και αργότερα «μοναστήρι», λ.χ. Bitola = Μοναστήρι).

Advertisements

5 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Σλαβικές γλώσσες

5 responses to “Η Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική #2

  1. 01001001

    Καλησπέρα Σμερδαλέε, ο γλωσσολόγος Andre Mazon έγραψε το 1936 μια επιτόπια μελέτη για την Σλαβομακεδονική διάλεκτο της Μπομπόστιτσας η οποία βρίσκεται λίγο βόρεια από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα, νότια της Κορυτσάς. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη διάλεκτο που αυτός υποστηρίζει πως είχε διατηρήσει αρκετούς αρχαισμούς της σλαβονικής. Το βιβλίο μπόρεσα να το βρω διαδικτυακά μόνο εδώ: http://www.makedonika.org/whatsnew/mak/0009%20Andre%20Mazon.pdf Η διάλεκτος αυτή πρέπει να έχει σβήσει σήμερα.

    Είναι πολύ εκτεταμένο, δυστυχώς είναι στα γαλλικά αλλά θα καταλάβεις σίγουρα περισσότερα από εμενα αφού στην αρχή του βιβλίου αναλύει τα βασικά χαρακτηριστικά της διαλέκτου. Θα μπορούσες μήπως να γράψεις κάτι αναφορικά με αυτή, είτε σχετικά με το αν διατηρεί κάποια στοιχεία της OCS ή για το πως διαφέρει από άλλες Σλαβομακεδονικές διαλέκτους (π.χ. αυτή της αμέσως νοτιότερα Καστοριάς)?

    • Γειά σου 01.

      Θα το κοιτάξω το γλωσσολογικό μέρος από το pdf που παρέθεσες και γι΄αυτό που θα καταλάβω (δυστυχώς είναι στα γαλλικά που δεν τα γνωρίζω, αλλά πιστεύω ότι τα βασικά γλωσσολογικά συμπεράσματα θα είναι κατανοητά) θα κάνω μια ανάρτηση.

  2. Χρήστος

    ” Ουσιαστικά σε *-ih2k- > -īk- > -ik-/-ic-:”

    Λοιπόν ξεκαθάρισα αυτό που ρώταγα, γιατί στο -ikŭ το k παραμένει και δεν δίνει -c. Το μακρό -i εδώ δεν προέρχεται από λαρυγγικό όπως γράφεις -ih2k. Προέρχεται από δίφθογγο -ej ! Και αυτή είναι και η λύση γιατί δεν έγινε -c. Γιατί το j δεν προκαλεί ουράνωση.
    Αυτό σημαίνει ότι η μονοφθογγοποίηση ej>i έγινε μετά την ΣΟ3.

    Αυτό το λέει και στο wiktionary https://en.wiktionary.org/wiki/Reconstruction:Proto-Slavic/-ik%D1%8A

    αλλά και σε ένα διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης
    Die Lautgeschichte des frühen Slavischen
    in Griechenland im Lichte der Lehnbeziehungen.

    αντίθετα το βραχύ i>ĭ και προκαλεί ουράνωση.

    άρα έχουμε īkŭ> ikŭ και iku> ĭcŭ>ĭcĭ

    • Καλώς τον Χρηστάρα!

      Η εξήγησή σου θεωρητικά είναι άριστη, γιατί εξηγεί με έναν καλό νόμο γιατί δεν έγινε η ουράνωση στο -ik. Δεν θυμάμαι τώρα πιο είναι, αλλά σε ένα από τα γλωσσολογικά βιβλία που διάβασα η συμβουλή του συγγραφέα είναι να καταφεύγουμε όσο γίνεται λιγότερο στην «αναλογία» για να ερμηνεύσουμε μη αναμενόμενες εξελίξεις.

      Και η πρόταση *-ey-k-os > -ik (αρσενικό), αλλά *ih2-k-eh2 > -ica (θηλυκό) ακολουθεί την συμβουλή του συγγραφέα (που ελπίζω να θυμηθώ ποιος είναι και στον πω).

      Μάλιστα, αν πρέπει να εξηγήσω το /e/ του επιθήματος θα έλεγα ότι προέρχεται από το θεματικό e~ο του επιθήματος του πρωταρχικού όρου, λ.χ. *leyst-os > *leyst-e-y-k-os > list/listik (φύλλο, φυλλαράκι).

      Αλλά τώρα δημιουργείται το εξής πρόβλημα:

      1) Θα πρέπει να παραδεχτούμε διαφορετική καταγωγή για το /i/ των τοπωνυμικών ζευγών του τύπου Ribnik (αρσενικό) και Ribnica (θηλυκό) = «Ψαρότοπος» (ryba = «ψάρι»)

      Θα πρέπει να εξηγήσουμε ως *Rūb-n-ey-k-os το αρσενικό τοπωνύμιο, αλλά ως *Rūb-n-ih2-keh2 το θηλυκό.

      2) Εκτός από θηλυκά, το ουρανωμένο επίθημα -ica εμφανίζεται και σε «πρωτόκλιτα» αρσενικά (λ.χ. ναύτ-ᾱς > νάυτης), όπως λ.χ. το παρατσούκλι pijanica = «πότης»

      Εδώ τι καταγωγή πρέπει να υποθέσουμε για το /i/ του αρσενικού pijanica;

  3. Χρήστος

    Δεν ξέρω Σμερδ, μόλις άνοιξε η λαγουδότρυπα. Είναι πιο πολύπλοκα γιατί έχει και με βραχύ -i και με κατάληξη -i. Δηλαδή φαίνεται ότι στο θηλυκό (γενικώς,γιατί έχει και λίγα αρσενικά όπως είπες) – ica αντιστοιχεί το αρσενικό -ici (από -īkos).
    Εγώ ανακίνησα το ζήτημα και για να το φωτίσεις. Θέλει πιο εξειδικευμένα βιβλία.

    Το βιβλίο που βρήκα είναι αυτό.
    http://othes.univie.ac.at/1727/1/2008-07-30_7203496.pdf

    Είναι όμως στα γερμανικά ! Δες το σημείο 6.6.2. στην σελ. 83.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s