Η αρχαιοελληνική διαλεκτογένεση #2

Στην προηγούμενη ανάρτηση περιέγραψα τα 3 ισόγλωσσα που δείχνουν ότι η πρώτη κλαδοποίηση της κοινής Πρωτο-Ελληνικής ήταν μια διχοτόμηση σε μία νότια/μυκηναϊκή και μία βόρεια/εξωμυκηναϊκή διάλεκτο.

Κατά την περίοδο 1250-750 π.Χ., δηλαδή κατά το διάστημα από την παρακμή των μυκηναϊκών κέντρων μέχρι την εμφάνιση της αλφαβητικής γραφής, συνέβησαν 3 Αναπληρωματικές Εκτάσεις οι οποίες συνέβαλαν καθοριστικά στην περαιτέρω διαίρεση των ελληνόφωνων κοινοτήτων.

Η Πρώτη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ1) συνέβη στα μεσοφωνηεντικά συμπλέγματα που περιείχαν ένηχο (*n,m,r,l,w) και πρωτογενές *s, δηλαδή στα συμπλέγματα του τύπου ns/sn, ms/sm, ls/sl, rs/sr, ws/sw , και το αποτέλεσμά της τριχοτόμησε την ελληνόφωνη κοινότητα.

Παραθέτω το παράδειγμα του ρήματος *h1es-mi «είμαι» για να δείξω αυτήν την τριχοτόμηση.

Το Πρωτο-Ελληνικό *ἐσμί εξελίχθηκε σε ἐμμί το οποίο στην συνέχεια:

  • διατηρήθηκε αυτούσιο στην Αιολική (λ.χ. θεσσαλικό και λεσβικό ἔμμι με υποχωρητικό αιολικό τονισμό)
  • Στην Δωρική, την Βοιωτική και την Αρκαδική συνέβη αναπληρωματική έκταση και το προϊόν της ήταν ἐμμί > ἠμί.
  • Στον Αττικο-Ιωνικό κλάδο συνέβη αναπληρωματική έκταση και το προϊόν της ήταν ἐμμί > εἰμί.

Η Δεύτερη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ2) συνέβη γύρω στο 750 π.Χ. στο μεσοφωνηεντικό σύμπλεγμα -νσ- που περιείχε δευτερογενές /σ/ (συνήθως από *ty>ts>s και *ti>si) και τετρατόμησε την ελληνόφωνη κοινότητα.

Παραθέτω τα παραδείγματα *pant-ih2 > pantya > pantsa > πάνσα και *mon-t-ih2 > montya > montsa > Μόνσα για να δείξω αυτήν την νέα τετρατόμηση:

  • Ορισμένες διάλεκτοι (Θεσσαλία, Κρήτη, Αρκαδο-Αργολιδική μεθόριος) απέφυγαν εντελώς την ΑΕ2 (λ.χ. πάνσα = πᾶσα, αρκαδικά κυριεύονσι/πολιτεύονσι = κυριεύουσι/πολιτεύουσι, θεσσαλικές μετοχές ἄγονσα/ἔχονσα = ἄγουσα/ἔχουσα, αρκαδική μίνονσα = μένουσα, κρητική ἴονσα = ἰοῦσα κλπ)
  • Στην Δωρική και την Βοιωτική συνέβη ΑΕ και τα προϊόντα της εκτάσεως ήταν α>ᾱ και ο>ω (λ.χ. πάνσα > πσα και Μόνσα > Μσα)
  • Στον Αττικο-Ιωνικό κλάδο συνέβη ΑΕ και τα προϊόντα της εκτάσεως των ε/ο ήταν οι συνήθεις «νόθοι» δίφθογγοι ει/ου (πάνσα > πσα, Μόνσα > Μοῦσα, φέρονσι > φέρουσι, *ἐνσί(ν)> εἰσί(ν)).
  • Στην Ασιατική Αιολική και την Κυρηναϊκή Δωρική το προϊόν της εκτάσεως των α/ο ήταν οι δίφθογγοι αι/οι: πάνσα > παῖσα, Μόνσα > Μοῖσα, λεσβική μετοχή φέρονσα > φέροισα κλπ.

Η Τρίτη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ3) συνέβη λίγο μετά την ΑΕ2 στα μεσοφωνηεντικά συμπλέγματα που περιείχαν ένηχο r,n και δίγαμμα w και τετρατόμησε εκ νέου την ελληνόφωνη κοινότητα.

Παραθέτω τα παραδείγματα κόρϝᾱ και ξένϝος για να περιγράψω την ΑΕ3:

  • Ορισμένες Δωρικές διάλεκτοι απέφυγαν τελείως την ΑΕ3 και συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τους τύπους κόρϝᾱ και ξένϝος.
  • Η Αττική απέβαλε το δίγαμμα χωρίς αναπληρωματική έκταση (κόρϝη > κόρη και ξένϝος > ξένος)
  • Η Ιωνική απέβαλε το δίγαμμα με αναπληρωματική έκταση δημιουργώντας πάλι «νόθους» διφθόγγους (φάρϝος > φᾶρος, κόρϝη > κούρη, ξένϝος > ξεῖνος)
  • Οι Δωρικές διάλεκτοι που υπέστησαν την ΑΕ3 δείχνουν τις εκτάσεις α>ᾱ, ο>ω και ε>η (λ.χ. φάρϝος > φᾶρος, κόρϝᾱ > κώρᾱ, ξένϝος > ξῆνος)

Έτσι, χονδρικά κατά την χιλιετία 1750-750 π.Χ., η πρώτη «προμυκηναϊκή» διχοτόμηση βορρά/νότου, οι μεταμυκηναϊκές διαφορετικές επιχωρικές συμπεριφορές σε τρεις διαδοχικές Αναπληρωματικές Εκτάσεις, και οι πληθυσμιακές μεταναστεύσεις των «σκοτεινών χρόνων» είναι οι βασικοί μηχανισμοί που παρήγαγαν τον διαλεκτικό μωσαϊκό της ιστορικής περιόδου.

Ο παρακάτω χάρτης είναι από το βιβλίο του Geoffrey Horrocks «Ελληνικά: η Ιστορία της Γλώσσας και των Ομιλητών της».

grk-dialects

Ας δούμε τώρα τα κύρια χαρακτηριστικά των βασικών διαλεκτικών ομάδων της ιστορικής περιόδου (Αττικο-Ιωνική, Αρκαδο-Κυπριακή, «Δυτική» = Δωρική+Βορειοδυτική, Αιολική και Παμφυλιακή).

Αττικο-Ιωνική Ομάδα

Οι δύο επιπρόσθετοι φωνολογικοί νεωτερισμοί αυτής της ομάδας είναι η τροπή ᾱ>æ>η (λ.χ. δᾶμος > δμος, μᾶκος > μκος, νίκᾱ/μάχᾱ > νίκη/μάχη κλπ, αλλά με αττική επανατροπή æ> μετά από {ρ,ι,ε}, λ.χ. αττικά χώρ και νενίς αντί των ιωνικών χώρη, νεηνίης) και η ποσοτική μετάθεση ηο>εω (λ.χ. λᾱός > *ληός > λεώς, (τοῦ) βασιλῆος > βασιλέως). Αυτή η ομάδα χαρακτηρίζεται από πρώιμη απώλεια του δίγαμμα. Ο Ιωνικός κλάδος δεν είναι ομοιογενής, αλλά διαιρείται σε τρεις βασικούς υποκλάδους (ανατολικό/μικρασιατικό, κεντρικό/αιγαιακό και δυτικό/ευβοϊκό) με τον Ηρόδοτο να ισχυρίζεται ότι ακόμα και ο ανατολικός/μικρασιατικός υποκλάδος της Ιωνικής δεν ήταν ομιογενής, αλλά εμφάνιζε επιχωρική ποικιλία («χαρακτῆρες γλώσσης τέσσερες»: «Καρική» Ιωνική, «Λυδική» Ιωνική, Σαμιώτικη και Ερυθραιο-Χιώτικη).

[1.142.1-4] οἱ δὲ Ἴωνες οὗτοι, […] γλῶσσαν δὲ οὐ τὴν αὐτὴν οὗτοι νενομίκασι, ἀλλὰ τρόπους τέσσερας παραγωγέων. Μίλητος μὲν αὐτέων πρώτη κέεται πόλις πρὸς μεσαμβρίην, μετὰ δὲ Μυοῦς τε καὶ Πριήνη. Αὗται μὲν ἐν τῇ Καρίῃ κατοίκηνται κατὰ ταὐτὰ διαλεγόμεναι σφίσι, αἵδε δὲ ἐν τῇ Λυδίῃ, Ἔφεσος Κολοφὼν Λέβεδος Τέως Κλαζομεναὶ Φώκαια· αὗται δὲ αἱ πόλιες τῇσι πρότερον λεχθείσῃσι ὁμολογέουσι κατὰ γλῶσσαν οὐδέν, σφισι δὲ ὁμοφωνέουσι. ἔτι δὲ τρεῖς ὑπόλοιποι Ἰάδες πόλιες, τῶν αἱ δύο μὲν νήσους οἰκέαται, Σάμον τε καὶ Χίον, ἡ δὲ μία ἐν τῇ ἠπείρῳ ἵδρυται, Ἐρυθραί. Χῖοι μέν νυν καὶ Ἐρυθραῖοι κατὰ τὠυτὸ διαλέγονται, Σάμιοι δὲ ἐπ᾽ ἑωυτῶν μοῦνοι. οὗτοι χαρακτῆρες γλώσσης τέσσερες γίνονται.

Οι βασικές φωνολογικές διαφορές Αττικής και Ιωνικής είναι:

  1. Η Αττική μαζί με την γειτονική της Βοιωτική έχουν διπλό «ττ» ως προϊόν ουράνωσης των υπερωικών (το οποίο μεταφέρθηκε και στην ουράνωση οδοντικών), ενώ η Ιωνική έχει το πιο κοινό «σσ» (λ.χ. γλῶχjᾰ > γλῶττα/γλῶσσα, φυλάκjω > φυλάττω/φυλάσσω και, κατ΄επέκταση, melit-ih2 > melitya > μέλιττα/μέλισσα κλπ).
  2. Η Ιωνική δείχνει από νωρίς ψίλωση, δηλαδή αποβολή της δασείας.
  3. Η Αττική εισήγαγε την γενική ενικού των δευτερόκλιτων αρσενικών στα πρωτόκλιτα (λ.χ. ὁ Ἀμύντᾱς/Ἀμύντης > τοῦ Ἀμύντου), ενώ η Ιωνική συνεχίζει την πρώιμη ελληνική κατάληξη -ᾱο > -ηο > -εω (τοῦ Ἀμύντεω, όπως ο ομηρικός ιωνισμός Πηληϊάδᾱο > Πηληϊάδεω στον πρώτο στίχο της Ιλιάδος).
  4. Η Ιωνική αντιστάθηκε στις Αττικές συναιρέσεις (λ.χ. ιωνικά ἔθνεα, γένεα, ὀστέον, ἁπλόος, (τὸν) φιλέοντα, (τῶν) γενέων/πολιτέων αντί των Αττικών συνηρημένων τύπων ἔθνη, γένη, ὀστοῦν, ἁπλοῦς, φιλοῦντα, γενν/πολιτν)

Μία ιδιαιτερότητα της Ερετριακής Ιωνικής (και του γειτονικού Ωρωπού) ήταν ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού /σ/ (s>z>r, λ.χ. Ἀρτεμίρια = Ἀρτεμίσια, ἔχουρι = ἔχουσι, δημορίων = δημοσίων κλπ).

Αρκαδο-Κυπριακή Ομάδα

Η Αρκαδο-Κυπριακή διάλεκτος είναι αναμφίβολα ο αμεσότερος απόγονος της «μυκηναϊκής» διαλέκτου που απαντά στις πινακίδες της Γραμμικής Β, κάτι που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της Ελληνικής παράδοσης ότι οι Αρκάδες ήταν «πελασγικό», δηλαδή «αχαϊκό»/προδωρικό φύλο της Πελοποννήσου. Η Αρκαδική και η Κυπριακή συμμερίζονται έναν σημαντικό αριθμό ισογλώσσων, πολλά από τα οποία είναι αποκλειστικά αυτών των δύο διαλέκτων και της «μυκηναϊκής».

Θα παραθέσω μία λίστα της Anna Morpurgo-Davies που πήρα από ένα άρθρο του José Luis García Ramón με τα 22 ισόγλωσσα που συνδέουν την Αρκαδική και την Κυπριακή.

Arcado-Cypriot1

Arcado-Cypriot2

Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι δεν έχουν όλα αυτά τα ισόγλωσσα το ίδιο βάρος στον καθορισμό της φυλογενετικής συγγένειας των δύο διαλέκτων. Μόνον οι κοινοί αποκλειστικοί νεωτερισμοί και ιδίως αυτοί που αφορούν την κλιτική/λειτουργική μορφολογία έχουν αδιαμφισβήτητο βάρος στις φυλογενετικές ταξινομήσεις. Οι κοινοί αρχαϊσμοί και οι μη αποκλειστικοί κοινοί νεωτερισμοί (δηλαδή αυτοί οι εμφανίζονται και σε άλλες διαλέκτους) έχουν πολύ μικρότερο βάρος (πολλοί γλωσσολόγοι μάλιστα δεν τους λαμβάνουν καθόλου υπόψη αν και η γνώμη του José Luis García Ramón και του Claude Brixhe είναι πως όταν μαζεύονται πολλά από αυτά τα «ψίχουλα» τότε αποκτούν ένα αθροιστικό βάρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη).

Θα ξεκινήσω την συζήτηση από το ισόγλωσσο #10 της λίστας, γιατί είναι ο πιο αξιοθαύμαστος αρχαϊσμός της Αρκαδο-Κυπριακής διαλέκτου και της Θεσσαλικής διαλέκτου της Ιστιαιώτιδος (ΒΔ Θεσσαλία).

Οι καταλήξεις ενικού της μεσοπαθητικής φωνής στην Ελληνική είναι ως γνωστόν -μαι, -σαι, -ται. Αυτές προέρχονται από τις ΙΕ καταλήξεις *-h2or, *-th2or, *-tor αντίστοιχα. Οι καινοτομίες της Ελληνικής ήταν ότι αντικατέστησε το τελικό /r/ με /i/ (όπως και ο Ινδο-Ιρανικός κλάδος, ο Γερμανικός και μάλλον η Αρμενική και η Αλβανική) και εισήγαγε πριν από τα επιθήματα τους δείκτες m,s,t (που δηλώνουν το 1°, 2° και 3° πρόσωπο, αντίστοιχα). Οι άλλες γλώσσες που έχουν κάνει αυτήν την αλλαγή είναι η Τοχαρική (η οποία όμως κράτησε το αρχικό τελικό /r/), η Αρμενική και η Αλβανική. Με άλλα λόγια, οι μόνες γλώσσες που έχουν κάνει και τα δύο καινοτομικά αυτά βήματα μαζί με την Ελληνική είναι η Αρμενική και η Αλβανική (λ.χ. αρμενικό berem = φέρω και berim = φέρομαι και αλβανικό lidh = δένω και lidhem = δένομαι). Παραθέτω την κλίση ενικού του αλβανικού lidhem = δένομαι από τον Vladimir Orel, σημειώνοντας ένα λάθος που του ξέφυγε στο δεύτερο ενικό πρόσωπο: είναι *lidz-e-s-a(i) (< ΙΕ *lig’-e-s-h2e-i) και όχι *lidz-e-so(i).

δένομαι ~ lidhem

δένεσαι ~ lidhesh

δένεται ~ lidhet

Orel-lidhem

middle

Τα ΙΕ δεδομένα, λοιπόν, δείχνουν ότι οι πρωτοελληνικές μεσοπαθητικές καταλήξεις του τρίτου ενικού και πληθυντικού προσώπου ήταν:

3° ενικό: *to-r > *-to-i > *-τοι και όχι -ται

3° πληθυντικό: *-nto-r > *-nto-i > *-ντοι και όχι -νται

και, κατά συνέπεια, οι γνωστοί μας τύποι -ται/-νται προέκυψαν αναλογικά, από την επίδραση των -μαι, -σαι.

Οι γλωσσολογικά αναμενόμενες πρωτοελληνικές καταλήξεις -τοι/-ντοι είναι αυτές που βρίσκουμε στην «μυκηναϊκή» διάλεκτο των πινακίδων της Γραμμικής Β (λ.χ. e-u-ke-to = /eukhetoi/ = εὔχεται) και αυτές που βρίσκουμε στην Αρκαδο-Κυπριακή διάλεκτο (λ.χ. τα αρκαδικά βόλετοι = βούλεταιϝέσετοι = ἔσεται και το κυπριακό ke-to = /keitoi/ = κεῖται) και στην διάλεκτο της Θεσσαλικής Ιστιαιώτιδος (-τει, με την τυπική τροπή ο>ε που χαρακτηρίζει αυτήν την διάλεκτο, λ.χ. τεῖς = τοῖς, τν πάντα χρόνεν).

esetoi

ntoi

Μετά από την περιγραφή αυτού του αξιοθαύμαστου Αρκαδο-Κυπριακού (και Ιστιαιωτικού) αρχαϊσμού, συνεχίζω με τα υπόλοιπα αρκαδοκυπριακά ισόγλωσσα της λίστας της Morpurgo-Davies. O Garcia-Ramon παρακάτω παρουσιάζει τα αποκλειστικά ισόγλωσσα της Αρκαδο-Κυπριακής ομάδας και καταλήγει στο συμπέρασμα πως αρκούν και με το παραπάνω για να δείξουν την άμεση φυλογενετική συγγένεια των δύο διαλέκτων και την κοινή τους καταγωγή από την «Αχαϊκή» διάλεκτο που μιλιόταν στην Μυκηναϊκή Πελοπόννησο. Σε αυτά προσθέτει την παράδοση που ήθελε τον Αρκάδα Αγαπήνορα να ιδρύει την Πάφο στην Κύπρο.

GRamon-Arc-Cypr

Η πρώτη αρκαδοκυπριακή γενική -αυ (ὁ Ὀφέλτᾱς > (τοῦ) Ὁφέλτᾱο > αρκ-κυπρ. Ὀφέλτᾱυ) απαντά σε μία συλλαβική επιγραφή της Παλαιπάφου που χρονολογείται γύρω στο 1030 π.Χ..

Opheltau

Μερικά από αυτά τα αποκλειστικά ισόγλωσσα είναι:

  1. Η ουράνωση των χειλοϋπερωικών πριν από /i/ (στην Αρκαδική και πριν από /e/), λ.χ. *kwis > k’wis > tsis > αρκαδικό иις/σις και κυπριακό σις = πανελλήνιο τις και θεσσαλικό κις.
  2. Η μετάπλαση της ονομαστικής ενικού των ουσιαστικών σε -ηυς>-ευς σε -ης (λ.χ. οι αρκαδοκυπριακές ονομαστικές ενικού βασιλής =βασιλεύς και ἱερής = ἱερεύς).
  3. Η σύνταξη των προθέσεων ἀπύ, ἐξ με δοτική εκεί που οι υπόλοιπες διάλεκτοι δείχνουν ἀπό, ἐξ με γενική.
  4. Ο τύπος πός αντί για πρὸς , όπως το μυκηναϊκό po-si = /pòsi/ (ΙΕ *proti > διαλεκτικές ποικιλίες πρός, προτί, πός, ποτί, περτί)
  5. Ο τύπος κάς αντί του κοινού καὶ.

Και μαζί μ΄αυτά υπάρχει ένας ουκ ολίγος αριθμός «ψιχούλων», δηλαδή αρκαδοκυπριακών ισογλώσσων που υπάρχουν και σε άλλες διαλέκτους, όπως:

  1. Προτίμηση του /o/ ως αναπτυκτικό φωνήεν των συλλαβικών ενήχων αντί του τυπικού ελληνικού /α/, λ.χ. *h2str.-peh2 > αρκαδικό στορπά και κυπριακό στροπά = ἀστραπή (χαρακτηριστικό και της αιολικής λ.χ. *str.tos > στρότος/στρότᾱγος = στρατός/στρατηγός) και μυκηναϊκό *kwtwr.-ped-ih2 > to-pe-za = /torpedza/ = τράπεζα, και τα αρκαδικά *dek’m.t- > δέκο/δέκοτος = δέκα/δέκατος και *enwn.-tos > ἔνοτος = ἔνατος (τα δέκοτος, ἔνοτος απαντούν και στις αιολικές διαλέκτους) που θυμίζουν τα μυκηναϊκά *sper-mn. > pe-mo = /spermo/ = σπέρμα και *h2er-mn.t-h2 > a2-mo-ta = /harmota/ = ἅρματα.
  2. Τροπή ο/ε > υ/ι πριν από έρρινα n/m και σε τελική θέση (ἰν =  ἐν, Ἰνυάλιος = Ἐνυάλιος, μίνονσα = μένουσα, ἀνά > ὀν- > ὐν-, όπως στα αρκαδικό ὐνέθυσε ~ κυπριακό ὐνέδωσε, ἀπύ = ἀπό, -ᾱο>-ᾱυ κλπ).

Η Αρκαδο-Κυπριακή μας βοηθάει στην ετυμολογία κάποιων δυσερμήνευτων ομηρικών όρων, όπως λ.χ. το ομηρικό επίθετο του Ερμή Ἐριούνιος. Το επίθετο αυτό περιέχει το επιτατικό πρόθημα ἀρι-/ἐρι- = «υπερ/πολύ» και, κατά πάσα πιθανοτητα, σημαίνει «Ἐριδρόμιος», δηλαδή «πολύ γρήγορος, αυτός που καλύπτει γρήγορα τις αποστάσεις». Ο Ησύχιος παραθέτει τα λήμματα:

οὔνη =  δεῦρο. δράμε. Ἀρκάδες (προστακτική «έλα!», «τρέξε!»)

οὖνον· [ὑγιές.] Κύπριοι δρόμον

οὔνιος, οὔνης· δρομεύς. κλέπτης

Γράφει ο Steve Reece στα «Ἔπεα Πτερόεντα» του:

Eriounios

Αιολική Ομάδα

Οι τρεις Αιολικές διάλεκτοι ήταν η Βοιωτική, η Θεσσαλική και η διάλεκτος της Ασιατικής Αιολίδος (Λέσβος, Κύμη κλπ).

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της αιολικής ομάδας ήταν το ότι απέφυγε την Πρώτη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ1) που περιέγραψα παραπάνω. Αυτό δείχνει ότι η κοιτίδα της (~ ανατολική Θεσσαλία) ήταν μακριά ως προς το «κέντρο» της εκτάσεως, η οποία όμως πραγματοποιήθηκε στην Βοιωτική (που συμφωνεί με την Δωρική στο είδος της εκτάσεως), επειδή οι ομιλητές της βοιωτικής με την νότια μετανάστευσή τους (που επιβίωσε στην παράδοση και αναφέρεται από τον Θουκυδίδη και άλλους συγγραφείς) βρέθηκαν πιο κοντά στο «εκτατικό» κέντρο.

*h1es-mi > ἐσμί > αιολικό ἔμμι (και όχι εἰμί ή ἠμί)

*kr.s-neh2 > *κράσνᾱ > αιολικό κράννᾱ (Κραννών) και όχι κρᾱνᾱ/κρήνη.

*swelh2s-neh2 > *σελάσνᾱ > αιολικό σελάννᾱ και όχι σελᾱνᾱ/σελήνη.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Θεσσαλικής και της Ασιατικής Αιολικής είναι η διατήρηση του διπλού συμφώνου των μεσοφωνηεντικών συμπλεγμάτων -ny- > nʲnʲ και -ry- > rʲrʲ που στις άλλες διαλέκτους απλοποιήθηκαν σε -yn- και -yr-, δίνοντας την εντύπωση μετάθεσης.

Η τυπική Ελληνική εξέλιξη φαίνεται στα παρακάτω παραδείγματα:

*ster-ih2 > stèrya > sterʲrʲa > steyra ~ στεῖρα

*mèl-n.-ih2 > melanya > melanʲnʲa > mèlayna ~ μέλαινα

Η Θεσσαλική και Ασιατική Αιολική, αντίθετα, διατήρησαν το ενδιάμεσο διπλό σύμφωνο απουρανώνοντάς το.

Έτσι, στην Σαπφώ και στον Αλκαίο βρίσκουμε παραδείγματα όπως:

περίοχος > πέρjοχος > πέρροχος (λόγω αιολικού υποχωρητικού τονισμού)

μέτριος > μέτερρος

ἀλλότριος > ἀλλότερρος

ενώ στην Θεσσαλία βρίσκουμε παραδείγματα όπως:

Περίανδρος > Πέρjανδρος > Πέρρανδρος

Ἐρί-αινος (~ Πολύ-αινος) > Ἐρjαίνᾱς > Ἐρραίνᾱς

Perrandros

Το ισόγλωσσο κάλυπτε μάλλον και την Μακεδονία, όπως δείχνει μια ολόκληρη θεσσαλομακεδονική ομάδα ονομάτων σε Κορρ- (< *koryos «στρατός», λ.χ. κοίρανος ~ «αρχηγός του στρατού») όπως Κόρρᾱγος = Στρατηγός = Λᾶγος, Κορράτᾱς, Μενέκορρος = Μενέλαος/Μενέστρατος και Νικόρρᾱς (απλολογικός τύπος του Νικο-κόρρᾱς) = Νικόλαος/Νικόστρατος και το μακεδονικό ανθρωπωνύμιο Ἄγριος > Ἄγερρος που θυμίζει το μηνωνύμιο Ἀγριώνιος/Ἀγριάνιος > Ἀγερράνιος της Ερεσού στην Λέσβο.

Korragos

Agerros

Κλείνω την περιγραφή αυτού του ενδιαφέροντος λεσβο-θεσσαλο-μακεδονικού ισογλώσσου με το επιγραφικό λήμμα δικαστεῖρρεν = δικαστήριον από την Θεσσαλιώτιδα της Θεσσαλίας.

dikasteirren

Από τα άλλα τυπικά φωνολογικά χαρακτηριστικά των Αιολικών διαλέκτων αναφέρω τα παρακάτω:

  1. Όπως ανέφερα και στην Αρκαδο-Κυπριακή, η Αιολική δείχνει προτίμηση για το /ο/ ως αναπτυκτικό φωνήεν των συλλαβικών ενήχων: λ.χ. *kwetwr.-tos > πέτροτος = τέταρτος, *str.tos > στρότος/στρότᾱγος, *dek’m.t- > δέκοτος, *enwn.-tos > ἔνοτος, *mr.ghus > βρόχυς = βραχύς κλπ.
  2. Χαρακτηριστικό της Αιολικής είναι επίσης η τροπή των χειλοϋπερωικών συμφώνων σε χειλικά πριν από ε/ι, ενώ η πανελλαδική τους εξέλιξη σε αυτή την θέση ήταν προς οδοντικά/φατνιακά. Έτσι βρισκουμε τα αιολικά *penkwe > πέμπε = πέντε, *kwetwr.tos > θεσσαλικό πέτροτος και βοιωτικό πέτρατος = τέταρτος, *kwēle- > θεσσαλοβοιωτικό πεῖλε = τῆλε (λ.χ. Πειλέμαχος = Τηλέμαχος). Πριν από /e/ συμφωνεί και η Κυπριακή, όπως μαρτυρεί το *πέμπε που κρύβεται πίσω από το άπαξ κυπριακό πεμπάμερος = πενθήμερος.
  3. Στην Βοιωτία και την Θεσσαλία υπάρχει μια τάση γραφής του τελικού -ντι ως -νθι.

Αναφέρω ως «ωσμωτικό» φαινόμενο το «υβριδικό» λεσβικό όνομα Θορ(ρ)ύσταρτος = Θρασύστρατος (< *dhr.su-str.tos) δίπλα στο «γνήσιο» αιολικό Θροσιούστροτος (Βοιωτία) και μερικά ονόματα σε Πειλε- = Τηλε-.

thorsus

Παραθέτω και δύο παραδείγματα επιγραφών από την Βοιωτική Χαιρώνεια και την Θεσσαλική Λάρισα που δείχνουν την τάση για τροπή -ντι>-νθι.

nthi

ἀντίθενθι = ἀνατίθεντι = αττικοϊωνικό ἀνατιθέᾱσι (< τιθέανσι)

κατοικείουνθι = δεν ξέρω αν είναι η δοτική της ενεργητικής μετοχής ενεστώτα (ὁ κατοικέων/κατοικῶν > τῷ κατοικοῦντι) ή αν είναι ο ενεστώτας του τρίτου πληθυντικού προσώπου (αττικοϊωνικό κατοικέουσι/κατοικοῦσι).

Ένας άλλος αποκλειστικός παναιολικός νεωτερισμός είναι η μεταφορά της κατάληξης της ενεργητικής μετοχής ενεστώτα στην ενεργητική μετοχή παρακειμένου (λ.χ. αντί για ὁ πεπτωκώς/τὸν πεπτωκότα, οι Αιολείς έλεγαν ὁ πεπτωκών/τὸν πεπτωκόντα και αντί για τὸ γεγονός/τὰ γεγονότα έλεγαν τὸ γεγόνον/τὰ γεγόνοντα).

Λεσβική: γεγόνοντα, κατεστακόντων, ἐστάκοισαν (= αττ. γεγονότα, καθεστηκότων, ἑστηκυῖαν)

Θεσσαλική: ἐπεστάκοντα, ἐνοικοδομεικόντεσσι (= αττ. ἐφεστηκότα, ἐνοικοδομηκόσι)

Βοιωτική: ϝεϝυκονομειόντων, ἀπειλθείοντες (= αττ. ᾠκονομηκότων, ἀπεληλυθότες)

Προσέξτε τον βοιωτικό παρακείμενο του ρήματος ϝοικονομέω. Επειδή η Αττικο-Ιωνική έχασε νωρίς το αρχικό δίγαμμα, σχημάτιζε τον παρακείμενο με αύξηση οἰκ- > ᾠκ-. Επειδή όμως η Βοιωτική διατήρησε το δίγαμμα, συνέχισε να σχηματίζει τον παρακείμενο με διπλασιασμό του τύπου (λείπω > λέ-λοιπα): ϝοικ-> ϝε-ϝοικ- > ϝεϝυκονομειόντων (με τυπική βοιωτική γραφή του /οι/ ως «υ»).

Περισσότερα για τις αιολικές διαλέκτους θα βρείτε σε αυτήν την ανάρτηση.

Στην τρίτη και τελευταία ανάρτηση της σειράς θα περιγράψω την «Δυτική» (Δωρική+Βορειοδυτική) ομάδα και την Παμφυλιακή.

Advertisements

8 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

8 responses to “Η αρχαιοελληνική διαλεκτογένεση #2

  1. Χρήστος

    1. “ως γνωστόν -μαι, -σαι, -ται. Αυτές προέρχονται από τις ΙΕ καταλήξεις *-h2or, *-th2or, *-tor αντίστοιχα”

    Ωστόσο το πινακάκι που παραθέτεις αμέσως μετά έχει *-h2er, *-th2er. Δηλαδή e και όχι o. Τυπογραφικό λάθος είναι λοιπόν αυτό με το -ο έτσι? Γιατί άλλιώς θα έδινε -μοι, τοι.

    2. “*h2str.-peh2 > αρκαδικό στορπά και κυπριακό στροπά = ἀστραπή”

    Γιατί δεν φωνηεντοποιείται το λαρυγγικό εδώ? Είναι από τις σποραδικές λέξεις που δεν τυγχάνει να μην φωνηεντοποιηθεί? Ή χαρακτηριστικό της αρκαδοκυπριακής?

    3. Κοίτα τι έδειχνε η τηλεόραση προχθές.
    Λάκης Κομνηνός (Εκείνο το καλοκαίρι κλπ) μιλάει βουλγάρικα.

    Η ταινία είναι Οι γεναίοι του βορρά. https://youtu.be/c5DrnL2C0Uk
    δείτε στο 1:21:39. Θαύμασε προφορά.

    • Καλώς τον Χρήστο!

      1) Μεταπτωτικό e/o ήταν βρε. Η Λατινική χρησιμοποίησε την ο-βαθμη ποικιλία στα ferur (1ο εν.), fertur (3ο εν.) και feruntur (3ο πληθ.) και η Ελληνική την ε-βαθμη στα δύο πρώτα πρόσωπα (*-m-h2e-i, *-s-h2e-i) και την ο-βαθμη στο τρίτο ενικού και πληθυντικού (*-to-i, *-nto-i).

      2) Μάλλον φωνηεντοποιήθηκε κανονικά και, αργότερα, το αρκτικό άτονο α- χάθηκε διαλεκτικά στον κοινό «αχαϊκό» πρόγονο των δύο όπως στα νεοελληνικά ημέρα > μέρα και hospitium > ὀσπίτιον > σπίτι.

      Βέβαια, υπάρχουν και μερικοί πανελλήνιοι όροι που δεν δείχνουν φωνηεντοποίηση του αρκτικού λαρυγγικού, όπως το *h2neh2t-ih2 > νᾶσσα/νῆσσα/νῆττα «πάπια».

      Στην περίπτωση της αστραπής σίγουρα υπήρχε φωνηεντοποίηση, γιατί πολλοί συγγενείς όροι δείχνουν το α- (ἀστήρ, ἀστεροπαῖος), αλλά κάποιοι άλλοι όχι (λ.χ. στεροπή)

      3) Παίζουν ακόμα αυτές οι ταινίες; Που είναι κάποιος να μας πει αν ο Κομνηνός τα μιλάει καλά τα Βουλγαρικά;

      • Χρήστος

        Με ελληνική προφορά τα μιλάει. Αφού τα ακούω πεντακάθαρα χωρίς να ξέρω τι σημαίνουν. Που είναι τα ουρανικοποιημένα c,s,z ?

      • Δεν ξέρω, Δεν κατάφερα να απομονώσω κάποια λέξη που περιείχε τα š,ž,č κλπ.

  2. Αναστασία

    Ο Λάπαθος ήταν ο πατέρας του Λάκωνα και του Αχαιού. Υπάρχει επίσης φυτό λάπαθο. Ποια είναι η ινδοευρωπαϊκή/μυκηναϊκή ρίζα του Λάπαθου και ποια η (γλωσσολογική) σχέση μεταξύ φυτού και βασιλιά;

    • Καλημέρα Αναστασία.

      Για την ετυμολογία του φυτωνυμίου λάπαθον δεν έχω να σου πω κάτι σίγουρο. Μπορεί να μην είναι καν ΙΕ καταγωγής. Υπάρχουν μερικές ΙΕ ρίζες σε *lep- και *lap-, αλλά θα είναι τελείως υποθετική και δοκιμαστική όποια ετυμολογία κι αν προτείνω.

      Τώρα για την σχέση του βασιλιά με το τοπωνύμιο, σε αυτές τις περιτπώσεις το πρόσωπο του μυθικού ιδρυτή είναι κατά κανόνα δευτερογενής κατασκευή από το τοπωνύμιο ή εθνωνύμιο.

      Πρώτα προέκυψαν λ.χ. τα εθνωνύμια Ίωνες, Δωριείς, Αιολείς και μετά εφευρέθηκαν οι μυθικοί πρόγονοί τους Ίων, Δώρος και Αιολός.

    • Τι να σου πω. Βλέπω ότι το αλαπάζω είναι και λαπάσσω = «αδειάζω, εκκενώνω/έχω διάρροια».

      Αν το λάπαθον έχει διαρροϊκές ιδιότητες τότε η σχέση λαπάθ-jω > λαπάσσω είναι πολύ πιθανή (λ.χ. βυθός > αβύθjος > ἄβυσσος = «απύθμενη, δίχως πάτο»).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s