Το ΙΕ επίθημα *-men-

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω το ΙΕ (ινδοευρωπαϊκό) επιθηματικό μόρφημα *-men-, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετικά ευέλικτη ευχρηστία που, με τη σειρά της, ευθύνεται για την αξιοθαύμαστη παραγωγική του ικανότητα. Αν και έχω αναφερθεί σε αυτό το επίθημα πολλές φορές στο παρελθόν, δεν έχει τύχει να το τιμήσω με την δική του ανάρτηση. Η σημερινή ανἀρτηση ελπίζω να καλύψει αυτό το κενό.

Το ευέλικτο και εύχρηστο επιθηματικό μόρφημα *-men-, μεταβάλλοντας τον βαθμό ablaut του, μπορεί να πάρει τις παρακάτω μορφές:

  1. Το μηδενόβαθμο επίθημα ουδετέρων *-mn.
  2. To ε-βαθμο αθεματικό επίθημα *-men-s > *-mēn που σχηματίζει αρσενικά και θηλυκά ουσιαστικά, που συχνά -αλλά όχι πάντα- έχουν την λειτουργία ενεργούντος προσώπου (nomen agentis)
  3. Το ο-βαθμο λειτουργικό ανάλογο του προηγουμένου *-mon-s > *-mōn
  4. Το μηδενόβαθμο θεματικό επίθημα *-mn-os
  5. Ίσως, μέσα από την μηδενόβαθμη θεματική ποικιλία *-m.n-os να κρύβεται πίσω από το ελληνο-άριο ονοματικό επίθημα *-an-os, μία πιθανότητα που έχω εξετάσει σε παλαιότερη ανάρτηση και δεν θα την αναπτύξω περισσότερο εδώ.

Για να εξοικειωθείτε πιο γρήγορα με τις παραπάνω κατηγορίες θα σας παραθέσω συνοπτικά τους ελληνικούς απογόνους τους πριν περάσω στην αναλυτική περιγραφή της κάθε κατηγορίας.

Τα ΙΕ μηδενόβαθμα ουδέτερα σε *-mn. εξελίχθηκαν στα γνωστά μας ελληνικά ουδέτερα σε -μα (λ.χ. ὄνομα, πρᾶγμα κλπ).

Τα ΙΕ αθεματικά ονόματα σε *-mēn/*-mōn εξελίχθηκαν στα ελληνικά ονόματα σε -μην/-μων (λ.χ. ποιμήν, πυθμήν και ἡγεμών, εἰδήμων).

Τα ΙΕ μηδενόβαθμα θεματικά ονόματα σε *-mn-os εξελίχθηκαν στα ελληνικά ονόματα του τύπου -μνός (λ.χ. ὄνομα > νώνυμνος = ανώνυμος, βέλος > βέλεμνον, ποιμήν > ποίμνη).

Σε αυτό το σημείο πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι το ελληνικό επίθημα -μένος (γράφω > γέγραφα > γεγραφ-μένος > γεγραμμένος) των μεσοπαθητικών μετοχών παρακειμένου ΔΕΝ σχετίζεται με το μόρφημα *-men- της παρούσας ανάρτησης, αλλά προέρχεται από το IE μεσοπαθητικό μετοχικό επίθημα *-mh1n-os. Δεν μπορώ να καταλήξω σε πιο από τα δύο επιθήματα ανάγεται το επίθημα των αρχαίων τοπωνυμίων του τύπου ὈρχομενόςἈλαλκομεναί, Εὐρυμεναί, Ἰδομεναί κλπ. Αν από πίσω κρύβεται το μετοχικό επίθημα τότε αυτά τα αρχαία τοπωνύμια είναι ανάλογα των συγχρόνων του τύπου Ξεχασμένη (λ.χ. διευρυμένη > Εὐρυμεναί, ἀλέξωἀλαλκώ = προστατεύω > Ἀλαλκομεναί = «προστατευμένες, οχυρωμένες»).

Οι αναπληρωματικές εκτάσεις που συνόδεψαν την αποβολή του τελικού /s/ στην ονομαστική ενικού μετά από ένηχο σύμφωνο (n,m,r,l) στις εξελίξεις *-men-s > *-mēn και *-mon-s > *-mōn οφείλονται στον νόμο του Szemerényi (λ.χ. *ph2ter-s > *ph2tēr > ὁ πατήρ/τὸν πατέρα).

Για να σας δείξω την παραγωγική ευελιξία και ευχρηστία του επιθήματος *-men- θα παραθέσω τα παρακάτω παραδείγματα:

Η ΙΕ ρηματική ρίζα *wes- «ντύνομαι» (λ.χ. *wes-nu-mi > ἕννῡμι = «ντύνομαι») έχει δώσει στην Ελληνική το ουδέτερο *wes-mn. > εἷμα = «ένδυμα».

Για να πάμε από το εἷμα = «ένδυμα» σε «αυτόν που φοράει το εἷμα» αρκεί να αλλάξουμε βαθμό ablaut *-mn. > *-mon-s > *-mōn και προκύπτει ο όρος *wes-mōn > εἷμων (λ.χ. μελανείμων = «μαυροντυμένος», ἀνείμων = «άντυτος/ανένδυτος»).

Για να πάμε στην αφηρημένη έννοια «ντύσιμο» αρκεί να φτιάξουμε το παράγωγο θηλυκό *-mon-ieh2: *wes-mon-ieh2 > εἱμονία (λ.χ. δυσειμονία/καχειμονία/κακοειμονία = «κακό ντύσιμο»).

Η ΙΕ ρίζα *peh2(i/s)- «ταΐζω, προστατεύω» έχει δώσει το nomen agentis *poh2i-men-s > poh2i-mēn > ποιμήν.

Για να μεταβούμε από τον ποιμένα στο «κοπάδι που φυλάει ο ποιμήν» αρκεί να φτιάξουμε τους όρους:

*poh2i-mn-eh2 > ποίμνη και *poh2i-mn-iom > ποίμνιον ενώ, για το ρήμα που περιγράφει την δράση του ποιμένα, έχουμε το *poh2i-mn.-yō > poimanʲnʲō > ποιμαίνω.

Το ρήμα ἐρύω = «αμύνομαι, προστατεύω» έδωσε το ουδέτερο ἔρυμα = «οχύρωμα, αμυντήριο» και το επίθετο ἐρυμνός = «οχυρός, εὐερκής».

Από την θέα προέκυψε το γνωστό ουδέτερο θέᾱμα και ο θεᾱτής. Συνώνυμο του τελευταίου όρου είναι ο όρος θεάμων (παράγωγο του όρου θέᾱμα). Σύμφωνα με τον Λέοντα τον Διάκονο, όταν ο Νικηφόρος Φωκάς ανέβηκε στον θρόνο, προσπάθησε να «ευφράνει» τον πληθυσμό της Κωνσταντινουπόλεως με θεάματα στον ιππόδρομο, για να γίνει δημοφιλής, επειδή γνώριζε ότι οι «Βυζάντιοι» ήταν οι περισσότερο φιλοθεάμονες απ΄όλους τους ανθρώπους , δηλαδή αγαπούσαν τα θεάματα περισσότερο απ΄όλους τους άλλους πληθυσμούς.

[Λέων Διάκονος, 4.4] ταῖς τῶν ἵππων ἁμίλλαις καὶ τοῖς λοιποῖς θεωρίοις ἧστο τὸν δῆμον εὐφραίνων. Φιλοθεάμονες γὰρ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων Βυζάντιοι.

Στο ζεύγος θεάμων = θεᾱτής βλέπουμε το επίθημα *-mon-s να έχει την ίδια λειτουργία με τα τυπικά επιθήματα *-teh2s/-της, *-ter-s/-τήρ, *-tor-s/-τωρ που σχηματίζουν nomina agentis (ονόματα ενεργούντων/δρώντων προσώπων), όπως και στο παράδειγμα:

*seh2g- > PGrk hāg- > αττ/ιων. ἡγέομαι: ἡγεμών = ἡγέτης = ἡγητής = ἡγήτωρ/ἡγητήρ

Ας δούμε τώρα την γενικότερη θέση του επιθήματος *-men- σε όλες τις θυγατρικές ΙΕ γλώσσες.

Τα IE μηδενόβαθμα ουδέτερα σε *-mn.

Ο πρωτότυπος όρος αυτής της κατηγορίας είναι το ουδέτερο *h1no-mn. = «όνομα».

Η Ελληνική συνδέεται με την «αδελφή» της Φρυγική με μία ενδιαφέρουσα καινοτομία. Και στις δύο γλώσσες η αναμενόμενη μορφή του ουδετέρου είναι *h1no- > *eno-, αλλά και οι δύο γλώσσες δείχνουν την αφομοίωση *eno- > ono-: ελληνικό ὄνομα, φρυγικό ονομαν (άραγε ονομαστική ή αιτιατική; ).

Η ελληνική ποικιλία ὄνυμα (λ.χ. επώνυμος, τοπωνύμιο κλπ) οφείλεται στον νόμο του Cowgill, σύμφωνα με τον οποίο, ένα πρωτοελληνικό /o/ που βρίσκεται μεταξύ ένηχου (n,m,l,r) και χειλικού (b,bh,p,m,w,kw,gw,gwh) τρέπεται σε /u/ (λ.χ. *bholyom > λατινικό folium, αλλά ελληνικό pholʲlʲon > φύλλον).

onoman

Οι δύο γλώσσες συμμερίζονται και το ουδέτερο παράγωγο της ρίζας *g’heu- «χέω»:

*g’heu-mn. > χεῦμα και το φρυγικό λήμμα του Ησυχίου:

ζεῦμαν· τὴν πηγήν. Φρύγες (σίγουρα αιτιατική)

Η φρυγική τροπή *g’he- > *ge- > dze- = «ζε-» φαίνεται και στο λήμμα *g’hel- «πράσινο/κίτρινο» > ζέλκια = «λάχανα» (λ.χ. το ομόρριζο σλαβικό zelenŭ = «πράσινος»).

Ας γυρίσουμε όμως στους απογόνους του ουδετέρου *h1no-mn. = «όνομα» στις άλλες γλώσσες του Ελληνο-Άριου κλάδου της ΙΕ οικογένειας.

Από τον Ινδο-Ιρανικό κλάδο αναφέρω το βεδικό/σανσκριτικό nāman και το αρχαίο περσικό nāma. Το μακρό /ā/ οφείλεται στον νόμο του Brugmann, σύμφωνα με τον οποίο, το ΙΕ *o σε ανοιχτή συλλαβή στην Κοινή Ινδο-Ιρανική τράπηκε σε μακρό /ā/ και όχι στο αναμενόμενο βραχύ /a/ (λ.χ. *doru- > ελληνικό δόρυ, αλλά σανσκριτικό dāru και αρχαίο περσικό dāruv).

Αφού ανέφερα το σανκριτικό nāman μπορώ να αναφέρω και το γνωστό σανσκριτικό ουδέτερο karman, που όλοι γνωρίζετε ως ινδουιστικό «κάρμα». Το ουδέτερο αυτό έχει σχηματιστεί από την ΙΕ ρίζα *kwer- «ποιώ, κάνω» (*kwor-mn. > karman) και κυριολεκτικά σημαίνει «ποίημα, πράξη». Η φιλοσοφική του σημασία στον ινδουισμό είναι «το σύνολο των πράξεων στην ζωή ενός ανθρώπου από τις οποίες αυτός θα κριθεί μετά θάνατον» (με «καλό κάρμα» μετενσαρκώνεσαι σε κάτι καλύτερο και με «κακό κάρμα» σε κάτι χειρότερο). Όπως είδαμε την Ελληνική να περνάει από τα ουδέτερα θέᾱμα και πρᾶγμα στα nomina agentis φιλοθεάμων και πολυπράγμων, έτσι και η Σανσκριτική περνάει από το karman = «ποίημα» στο nomen agentis Viśva-karman = «Παντοποιήμων», χαρακτηρισμός της θεότητας/αρχής που δημιούργησε το σύμπαν.

Στην Αρμενική το «όνομα» είναι anun (< *anuwn < *anumn < *anōmən).

Μετά τις γλώσσες του Ελληνο-Αρίου κλάδου, αναφέρω από την Λατινική το ουδέτερο nōmen = «όνομα», το οποίο μας δείχνει ότι το επίθημα *-mn. εξελίχθηκε κανονικά σε *-men (λ.χ. *dek’m. > decem ~ δέκα). Το μακρό /ō/ του λατινικού όρου είναι ανώμαλο και η συνήθης εξήγηση είναι ότι προέκυψε από σύγχυση με την ρίζα *g’n.h3- > gnō– των nōtus = «γνωστός, ονομαστός/επώνυμος» και ignōtus = «άγνωστος».

nomen

Η ρίζα του λατινικού ρήματος fluō = «ρέω» (< *bhleu-) έδωσε το ουδέτερο *bhleu-mn. > floumenflūmen = «ποτάμι» (λ.χ. ιταλικό fiume και βλαχικό/αρουμανικό flumin), σχηματισμός που μας θυμίζει το ελληνικό *sreu- > ῥέϝ-ω, με ουδέτερο παράγωγο τον όρο *sreu-mn. > ῥεῦμα. Θυμίζω ότι το θρακικό ποταμωνύμιο Στρυμών είναι από την ίδια ρίζα (*sru-mon-s), δείχνοντας την τυπική επένθεση *sr>str των βορείων ΙΕ γλωσσών (λ.χ. το ομόρριζο αγγλικό stream).

Η Λατινική συμμερίζεται με την Ελληνική και την Σανσκριτική το ουδέτερο *ter-mn. = «τέρμα, όριο»:

Ελληνικό τέρμα ~ Λατινικό termen ~ Σανσκριτικό tarman

Έτσι στο λατινικό επίθετο conterminus (> αγγλικό co(n)terminous) = «όμορος», αντιστοιχούν τα ελληνικά επίθετα συντέρμων και ὁμοτέρμων. Ἀγχιτέρμων = παραμεθόριος, ενώ ένας άλλος τρόπος για να περιγράψεις τα νησιά ως ἀμφίρρυτα/περίρρυτα είναι να τα πεις ἁλιτέρμονα, επειδή τα τέρματά τους είναι ἁλίβρεκτα (= θαλασσόβρεχτα).

Η Λατινική εμφανίζει και τον επαυξημένο τύπο ουδετέρων *-mn.-t-om > -mentum. Αυτό το πρόσθετο /t/ εμφανίζεται και στις πλάγιες πτώσεις των ελληνικών ουδετέρων, λ.χ.:

*sreu-mn. > τὸ ῥεῦμα, με γενική *sreu-mn.-t-os > τοῦ ῥεύματος.

ἔνδυμα > ἐνδυμασία (*-mn.-t-ieh2 > *-ματία > -μασία).

Παραδείγματα τέτοιων επαυξημένων λατινικών ουδετέρων είναι τα:

 argūmentum (> αγγλικό argument) = «επιχείρημα, θέμα συζήτησης»

vestimentum = «ένδυμα» (> αγγλικό investment = «επένδυση»)

Η ΙΕ ρίζα *h2er- «συναρμολογώ, συναρμόζω, βάζω μαζί», μέσα από το ουδέτερο *h2er-mn. έχει δώσει το ελληνικό ουδέτερο ἄρμα (προϊόν ευπάλαμης συναρμογής) και την ελληνική αφηρημένη έννοια *h2er-mon-ieh2 > ἁρμονία («σωστό ταίριασμα/ σωστή συναρμογή).

Στην Λατινική η ίδια ρίζα έδωσε το ουδέτερο *h2er-mn.-t-um > armentum = «κοπάδι αγελάδων», με παράγωγο όρο το παρατσούκλι του τετραρχικού αυτοκράτορα Γαλέριου armentārius = «γελαδάρης».

Armentarius

Στον Γερμανικό κλάδο βρίσκουμε τον πρωτογερμανικό όρο *h1no-mn. > namô = «όνομα», από το οποίο προέκυψε το αγγλικό name και το γοτθικό namō.

Αντίστοιχα, από την ρίζα *k’leu- «ακούω» σχηματίστηκε το πρωτογερμανικό ουδέτερο *k’leu-mn. > hleumô = «άκουσμα» (λ.χ. γοτθικό hliuma), με παράγωγο τον όρο *k’leu-mn.-tos > *hleumundaz = «φήμη, κλέος».

Η Ελληνική και η ο Γερμανικός κλάδος έχουν σχηματίσει το ίδιο ρήμα με τη σημασία «ονομάζω»:

*h1no-mn.-ye- > ὀνομαίνω (< *onomanʲnʲō) ~ πρωτογερμανικό *namnijaną > παλαιό αγγλικό nemnian .

onomaino

Στον Βαλτοσλαβικό κλάδο η ρίζα *h1no-mn. μετασχηματίστηκε σε *h1n.-mn. > Κοινό Βαλτο-Σλαβικό *inmn. από την οποία προέκυψε το πρωτοσλαβικό *jĭmę (λ.χ. OCS imę). To /n/ (inmn.) χάθηκε λόγω του νόμου των ανοικτών συλλαβών (ΝΑΣ).

Έτσι, σε ένα παραδοσιακό σλαβομακεδονικό τραγούδι, ο Τούρκος Αλής ζητάει την Βουλγάρα κοπέλα Γκίνα (Gino, more Gino!«Γκίνα, μωρέ Γκίνα») να «τουρκέψει» (poturči), να τον παντρευτεί και να πάρει το τουρκικό όνομα (tursko ime) «Αϊσέ».

ime

Από τους Βαλτικούς απογόνους του Κοινού Βαλτο-Σλαβικού *inmn. αναφέρω το παλαιό πρωσικό emmens (γενική ενικού).

Με το παλαιοσλαβωνικό *inmn. > imę, φαίνεται η κανονική σλαβική τροπή *-mn. > -min > -mę (με πληθυντικό *-men-h2 > -mena) στα ουδέτερα που εξετάζουμε.

Ένα άλλο σλαβικό ουδέτερο σε *-mn. είναι ο «χρόνος»που, κυριολεκτικά, είναι «αυτό που γυρίζει (κάνει εποχικούς κύκλους)»:

ΙΕ *wert- «περιστρέφομαι» > ουδέτερο *wert-mn. > πρωτοσλαβικό *vertmę > παλαιο-σλαβωνικό vrěmę . Ο σχηματισμός του σλαβικού αυτού ουδετέρου θυμίζει αυτόν του ελληνικού ουδετέρου:

στρέφω > στρέφ-μα > στρέμμα (λ.χ. διάστρεμμα)

Ο σλαβικός «ώμος» είναι ακριβής IE συγγενής του ελληνικού όρου ἅρμα:

*h2er-mn. > *armin > πρωτοσλαβικό *ormę > πανσλαβικό ramę (με πληθυντικό ramena και διαχυτη τάση μετάπλασης του ενικού σε «κανονικό» ουδέτερο ramo).

rame

Στην Αλβανική, το ουδέτερο «όνομα» θεματοποιήθηκε και μετατράπηκε σε αρσενικό:

IE *h1n-mn. > *h1en-men-os > πρωτοαλβανικό *enmena > Γκεγκικό êmën ~ Τοσκικό emër

Γράφει ο Vladimir Orel:

emer

Η αλβανική μετάπλαση του ουδετέρου σε θεματικό αρσενικό *h1en-mn. > *h1en-men-os > *enmena θυμίζει την παρόμοια λατινική μετάπλαση *ter-mn. = termen > *ter-men-os = terminus.

Κλείνω την παράγραφο για τα ουδέτερα σε *-mn. με το πρωτοκελτικό *h1nmn. > anman (λ.χ. Ιρλανδικό ainm), το Χεττιτικό *h1no-mn. > lāman, που δείχνει ανομοίωση n..m>l..m και, τέλος, τα Τοχαρικά ñom (A) και ñem (B).

Τα ΙΕ αθέματα ονόματα σε *-men-s/-*mon-s > *-mēn/*-mōn

Ο πρωτότυπος όρος αυτής της κατηγορίας είναι ο όρος *h2ek’-mōn = «πέτρα» που έχει σχηματιστεί από την ΙΕ ρίζα *h2ek’- «είμαι μυτερός/κοφτερός» (λ.χ. ἀκήἀκίς, νεο-άκ-ης > νεάκης > νεήκης = «προσφάτως ακονισμένος»).

Ο ελληνικός απόγονος της ρίζας είναι ο όρος ἄκμων.

Ο λιθουανικός απόγονος της ρίζας είναι ο όρος akmuo και δείχνει την λιθουανική διφθογγοποίηση ō>uo. Σε αυτό το σημείο αξίζει να παραθέσω και τον λιθουανικό «ποιμένα» *peh2i-mon-s > peimōn > piemuo που έχει τους βαθμούς ablaut αντεστραμμένους ως προς τον ελληνικό συγγενή του *poh2i-men-s > ποιμήν.

Ο σανσκριτικός απόγονος είναι ο όρος aśman και δείχνει την αναμενόμενη για τις γλώσσες του τύπου satem τροπή *k’>ś. Άλλοι δύο ενδιαφέροντες σανσκριτικοί όροι που περιέχουν το επίθημα *-mōn είναι οι:

*pl.th2-us = «πλατύς» > *pleth2-mon-s > prathiman- «πλατύτητα» που έχει την ίδια ακριβώς μορφολογική δομή με τον ελληνικό όρο πλαταμών (< *πλεταμών)= «πλατύς παρόχθιος/παραθαλάσσιος βράχος» (έχω περιγράψει το ζεύγος όρων σε αυτήν εδώ την ανάρτηση).

*g’erh2- «γηράσκω» > *g’erh2-mon-s > jariman- = «γήρας, η σωματική παρακμή που συνοδεύει τα γηρατιά» (έχω περιγράψει τον όρο σε αυτήν εδώ την ανάρτηση).

Ο σλαβικός απόγονος είναι ο πρωτοσλαβικός όρος *kamy «πέτρα» (με πλάγιο θέμα kamen- λ.χ. Καμενίτσα/Kamenica ~ «Πετρότοπος»), στο οποίο συνέβη η τροπή *-mōn > -mūn > -myn > my (λ.χ. η ενεργητική μετοχή ενεστώτα *bher-ont-s > φέρων, αλλά OCS bery).

Η μετάθεση *ak>ka>ha συνέβη και στον γερμανικό θεματοποιημένο απόγονο *h2ek’mor-os > *hamaraz > αγγλικό hammer = «σφυρί», στον οποίο βλέπουμε και την μεταπτωτική ιδιότητα r/n που το επίθημα *-men/r- είχε στην πρώιμη ΠΙΕ (λ.χ. το ελληνικό *h2eh2-mr. > ἧμαρ με γενική *h2eh2-mn.-t-os > τοῦ ἥματος και το λατινικό femur με γενική feminis).

Από την Λατινική αναφέρω τον όρο *ser-mon-s > *ser-mōn > sermō/sermōnem = «συζήτηση, λαλιά» (> αγγλικό sermon = «εκκλησιαστικό κήρυγμα») και την μετάπλαση σε αρσενικό του προαναφερθέντος ουδετέρου *ter-mn. = termen > *ter-mōn = termō, που θυμίζει την ελληνική μετάπλαση τέρμα > τέρμων.

Αφού πήρατε μια γεύση της χρήσης του επιθήματος *-mēn/*-mōn στις ΙΕ γλώσσες, επιστρέφω στην Ελληνική.

*bhudh-men-s > πυθμήν (όρος συγγενής με το αγγλικό bottom)

*weid- «βλέπω» > *weid-os > εἶδος, με παράγωγο το *weid-es-mōn > *εἰδέσ-μων > εἰδήμων

δάω = «μαθαίνω» > δαήμων και ἀδαήμων

ἔλεος > *ἐλεέσ-μων > ἐλεήμων

πρᾶγμα > πολυπράγμων

θέᾱμα > φιλοθεάμων

εἷμα > ἀνείμων/μελανείμων

αἷμα > ἀναίμωνἀναίμονες» οι θεοί στην Ιλιάδα επειδή δεν έχουν αίμα αλλά «ἰχώρ»)

*seh2g- > πρωτοελληνική ρίζα hāg- > αττικο-ιωνικό ἡγέομαι > ἡγεμών

*telh2- «σηκώνω, βαστάω» > *telh2-mon-s > telh2-mōn > τελαμών = «ο ιμάντας που φοριόταν διαγώνια από τον ώμο και «βαστούσε» την θήκη του ξίφους» (στα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού ο τελαμών ονομάζεται «βαστάγιον», τλάω ~ βαστάζω).

*deh2(i)- «χωρίζω, μοιράζω» > *dai-mon-s > δαίμων = «δαιτρός/μεριστής» (κατέληξε να σημαίνει «θεός» επειδή ο κόσμος πίστευε ότι οι θεοί «μοιράζουν» την «μοίρα» ως «δώτορες ἑάων»)

*werh1- «μιλάω» (ἐρέω/ἐρῶ) > *wr.h1-mn. > ῥῆμα > *wr.h1-mon-s > ῥήμων = ῥήτωρ/ῥητήρ (λ.χ. ἀρρήμων = «άφωνος, σιωπηλός», αἰσχρορρήμων)

Άλλα παράγωγα του επιθήματος *-men-

Μία γνωστή κατηγορία είναι τα θηλυκά σε *-mon-ih2:

*h2er-mn. > ἅρμα > *h2er-mon-s > πυκνάρμων = «πυκνά συναρμοσμένος» και η θηλυκή αφηρημένη έννοια *h2er-mon-ieh2 > ἅρμονία = «(σωστό) ταίριασμα/συναρμογή»

ἡγεμών > ἡγεμονία

εἷμα > εἱμονία = ντύσιμο (λ.χ. δυσειμονία/καχειμονία ~ κακοειμονία = «κακό ντύσιμο»)

ἀδαήμων > ἀδαημονία

δαίμων > εὐδαιμονία = κατάσταση στην οποία οι «δαίμονες» μοίρασαν καλή μοίρα

κήδω > κηδεμών > κηδεμονία

Στην Λατινική τα αντίστοιχα παράγωγα του επιθήματος *-mōn είναι τα θηλυκά σε -mōnia και τα ουδέτερα σε -mōnium:

caerimōnia και caerimōnium = «τελετή»

*ph2tēr > patēr με παράγωγο το patrimōnium = «πατρική κληρονομιά»

testis = «μάρτυρας» > testimōnium = «μαρτυρία, απόδειξη»

Όσον αφορά τα παράγωγα σε *-mn- αναφέρω τα παρακάτω:

ποιμήν > ποίμνη ~ ποίμνιον

ἐρύω > ἔρυμα > ἐρυμνός

*sterh3- > sth3re- > στορέννῡμι/στόρνυμι > *str.h3-mn. > στρῶμα, με παράγωγο θηλυκό τον όρο στρωμνή/στρωμνά

*gwelh1- «βάλλω» (*gwl.(h1)-yō > gwalʲlʲō > βάλλω, περιέργως χωρίς εκδήλωση του λαρυγγικού), με παράγωγο το ουδέτερο *gwl.h1-mn-om > βέλεμνον (με την τυπική ελληνική «πλειοφωνία» στο τονισμένο *-l.h1-> -έλε-, λ.χ. *g’n.h1-tis > γένεσις).

*h1no-mn. > ὄνομα με παράγωγο επίθετο *n.-h1no-mn-os > νώνυμνος = ανώνυμος

Τα περισσότερα επίθετα σε *-mn-os έχασαν το /n/ και ταυτίστηκαν με τα επίθετα σε *-mos (λ.χ. *g’hl.h3-mos > χλωμός)

Έτσι ο αρχικός τύπος ὄνομα > -ώνυμνος αντικαταστάθηκε από τον τύπο -ώνυμος και τα «τυπικά» επίθετα που σχετίζονται με το ουδέτερο αἷμα κατέληξαν ν είναι -αιμος, λ.χ. ἄναιμος ενώ θα περιμέναμε την θεματοποίηση ἀναίμων > *ἄναιμνος (όπως στα ἔρυμα > ἐρυμνός και ὄνομα > νώνυμνος).

Κλείνω την ανάρτηση ελπίζοντας ότι κατάφερα να σας δείξω την παραγωγικότατη ευελιξία και ευχρηστία του επιθήματος *-men- που μπορεί να σχηματίσει:

  1. ουδέτερα ουσιαστικά σε *-mn. > -μα
  2. επίθετα παράγωγα αυτών των ουσιαστικών σε -μων/-μνός (ἀναίμων, ἐρυμνός)
  3. nomina agentis του τύπου ποιμήν και ἡγεμών
  4. αφηρημένες θηλυκές έννοιες του τύπου ἁρμονία και ἡγεμονία
  5. ρήματα που σχετίζονται με τα ουδέτερα σε -μα (ὄνομα > ὀνομαίνω)
  6. θεματικά ουσιαστικά σε -mn- (βέλεμνον, ποίμνη/ποίμνιον)

 

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s