Ο νεοελληνικός έρρινος ενεστώτας σε -νω

Πολλά νεοελληνικά ρήματα σχηματίζουν τον ενεστώτα της ενεργητικής φωνής σε -νω, ενώ κατάγονται από αρχαιοελληνικές ρηματικές ρίζες που δεν δείχνουν το έρρινο /ν/, όπως λ.χ. τα λύω > λύνω και πληρόω/πληρῶ > πληρώνω. Σε αυτήν την ανάρτηση θα περιγράψω τον τρόπο με τον οποίο σχηματίστηκε αυτή η παραγωγικότατη ρηματική κατάληξη -νω, κατά την μετάβαση από την ύστερη αρχαιότητα στον πρώιμο μεσαίωνα.

Οι ομιλητές της δημώδους Ελληνιστικής Κοινής κατά την ύστερη αρχαιότητα άρχισαν να έχουν ολοένα και μεγαλύτερο πρόβλημα με την χρήση των αρχαίων αθεματικών ρημάτων σε -μι. Αυτό οδήγησε τελικά στην μεταβίβαση αυτών των ρημάτων σε πιο εύχρηστες κλιτικές κατηγορίες, όπως μαρτυρούν οι εξελίξεις:

τίθημι > θέτω

εἰμί > είμαι

Μια ιδιαίτερα δύσχρηστη κατηγορία αθεματικών ρημάτων ήταν αυτά που σχημάτιζαν τον ενεστώτα με ρινική ένθεση (nasal infix). Αυτός ο τύπος ενεστώτα έχει ΙΕ καταγωγή και σχηματίζεται με την προσθήκη της ΙΕ ρίζας *new-/*nu- = «τώρα, η νέα στιγμή που μόλις ήρθε» (λ.χ. νέος, νῦν) είτε έξω από την ρηματική ρίζα στην πλήρη ε-βαθμό είτε εντός της μηδενόβαθμης ρηματικής ρίζας.

Έτσι από την ΙΕ ρίζα *yeug- «ζεύ(γ)ω» σχηματίστηκαν τα παρακάτω ρήματα στην Ελληνική και την Λατινική:

*yeug- > *yeug--mi > ζεύγνῡμι (με ανέρρινο σιγματικό αόριστο *e-yeug-s-h2e > ἔζευξα)

*yug- > *yu-n-g > iungō

Παραδείγματα της ρινικής ενθέσεως του τύπου iungō στην Ελληνική είναι τα:

*leikw- > λείπω και *li-n-kw- > λιμπάνω

*h1reug- > ἐρεύγομαι και *h1ru-n-g- > ἐρυγγάνω (τύπος που επιβιώνει ως «ρουγκάζω» σε ορισμένες νεοελληνικές διαλέκτους)

*dheugh- > τεύχω και *dhu-n-gh- > τυγχάνω

Ο ανέρρινος αόριστος ζεύγνῡμιἔζευξα απαντά ήδη στα Ομηρικά Έπη (και είναι ακόμα παλαιότερος):

[Οδύσσεια, 3.478]

«παῖδες ἐμοί, ἄγε Τηλεμάχῳ καλλίτριχας ἵππους
ζεύξαθ᾿ ὑφ᾿ ἅρματ᾿ ἄγοντες, ἵνα πρήσσῃσιν ὁδοῖο.»
ὣς ἔφαθ᾿, οἱ δ᾿ ἄρα τοῦ μάλα μὲν κλύον ἠδ᾿ ἐπίθοντο,
καρπαλίμως δ᾿ ἔζευξαν ὑφ᾿ ἅρμασιν ὠκέας ἵππους.
ἐν δὲ γυνὴ ταμίη σῖτον καὶ οἶνον ἔθηκεν

Κατά την ύστερη αρχαιότητα υπάρχει η γενική τάση μετατροπής αυτών των αθεματικών ρημάτων σε θεματικά (-νῡμι > -νύω και, αργότερα, η πιο δημώδης απλοποίηση -νύω > -νω), όπως δείχνει η εξέλιξη:

ΙΕ *deik’- > δείκνῡμι > δεικνύω (λ.χ. αναδεικνύω) > δείκνω ~ δείχνω

IE *yeh3s- > *yeh3s-nu-mi > ζώννῡμι > ζωννύω > ζώνω (με αόριστο ἔ-ζω-σα)

Επειδή οι ανέρρινοι σιγματικοί αόριστοι αυτών των ρημάτων παρέμειναν εύχρηστοι στην Κοινή, τα ζεύγη του τύπου ζεύγνῡμι/ἔζευξα, δείκνῡμι/ἔδειξα και ζώννῡμι/ἔζωσα έδωσαν την θέση τους στα ζεύγη του τύπου:

ενεστώτας: δείκ-νω με αόριστο ἔ-δεικ-σα = ἔδειξα

ενεστώτας: ζώ-νω με αόριστο ἔ-ζω-σα

δείκνω/ἔδειξα, ζώνω/ἔζωσα κλπ

Έτσι σχηματίστηκε ένας νέος γραμματικός κανόνας σχηματισμού του ενεστώτα από τον σιγματικό αόριστο με την αντικατάσταση της αοριστικής κατάληξης -σα με την έρρινη ενεστωτική κατάληξη -νω.

παλαιός ενεστώτας: λύω

διαχρονικός σιγματικός αόριστος: ἔ-λυ-σα

νέος έρρινος ενεστώτας: λύ-νω

Γράφει γι΄αυτήν την διαδικασία ο Geoffrey Horrocks στο βιβλίο του «Ελληνικά: η Ιστορία της Γλώσσας και των Ομιλητών της»:

[σλδ 447-8 στην ελληνική μετάφραση της 1ης έκδοσης, τίτλος κεφαλαίου «Έρρινα επιθήματα», σλδ 305-6 στην δεύτερη αγγλική έκδοση]

nasal1

nasal2

nasal3

Πάντοτε κατά την ίδια περίοδο (ύστερη αρχαιότητα), αρχίζει να γίνεται μια ολοένα και μεγαλύτερη σύγχυση στην χρήση του αόριστου και του παρακειμένου, όπως μαρτυρεί η σύγχυση μεταξύ του αορίστου ἔδωσα και του παρακειμένου δέδωκα που οδήγησε τελικά στον νεοελληνικό διπλό αόριστο έδωσα/έδωκα.

Έτσι το ρήμα χέω (< χέϝ-ω < IE *g’heu-) είχε τον μηδενόβαθμο παρακείμενο κέχυκα, από τον οποίο σχηματίστηκε ο νέος διπλός μηδενόβαθμος αόριστος ἔ-χυ-σα/ἔ-χυ-κα που, με την σειρά του, οδήγησε στον νέο έρρινο ενεστώτα χύ-νω.

Παρομοίως, από τον αόριστο ἔ-ξῡ-σα του ρήματος ξύω προέκυψε ο νέος έρρινος ενεστώτας ξύ-νω.

Ήταν τέτοια η συσχέτιση μεταξύ του αοριστικού -σα και του ενεστωτικού -νω που, ενώ το αθέματο δίδωμι εξελίχθηκε στο θεματικό δίδω, ο αόριστος ἔ-δω-σα σχημάτισε τον έρρινο ενεστώτα *δώνω και, μέσα από την σύγχυση δίδω/δώνω, προέκυψε τελικά η γνωστή μας νεοελληνική μορφή δίνω.

Το ίδιο συνέβη στα αρχαία ρήματα σε -όω/-ῶ, όπως το πληρόω/πληρῶ που αναφέρθηκε. Από τον αόριστο ἐ-πλήρω-σα προέκυψε ο νέος έρρινος ενεστώτας πληρώ-νω και έτσι σχηματίστηκε η υπερπαραγωγική νεοελληνική ρηματική κατάληξη -ώνω (λ.χ. οργώνω, ζυμώνω, caliga > καλιγώνω ~ πεταλώνω [< πεταλόω/πεταλῶ] το άλογο κλπ).

Παρακάτω παραθέτω μερικά ακόμα παραδείγματα:

ῥίπτω > ἔ-ριπ-σα/ἔριψα > *ρίπ-νω > *ρίκνω > ρίχνω (όπως δείκνω > δείχνω). Ίσως η αλλαγή να προέκυψε από την σύγχυση ψ/ξ στον αόριστο ἔριψα ~ ἔριξα = ἔρικ-σα > ρίκ-νω.

Ο Λέων ο Σοφός στα «Τακτικά» του χρησιμοποιεί δίπλα στο ρήμα ῥίπτω τον τύπο ῥικτάριον = βηρύττη (< λατ. verūtum/verū = «εκτοξεύσιμο ακόντιο, βέλεμνον των ακροβολιστών»), κάτι που δείχνει ότι η τροπή *ρίπ- > ρίκ-νω είχε ήδη συμβεί πριν το 900 μ.Χ.:

[Τακτικά, 6.22] ἄπερ καὶ ἐπὶ πολὺ διάστημα ῥίπτονται διὰ τῶν τοξαρίων, καὶ τοῖς ἐχθροῖς ἄχρηστα εἰσι, βηρύττας, ἃ λέγεται ῥικτάρια,

[Τακτικά, 6.28] Ἀκροβολιστὰς δὲ τῶν καβαλλαρίων ἐκάλουν <τοὺς πόρρωθεν ἀκροβολισμοῖς διαχρωμένους> ἤγουν τοὺς μακρόθεν βάλλοντας τε καὶ μαχομένους. Τούτων δὲ οἱ μὲν δορατίοις ἤγουν ῥικταρίοις ἐκέχρηντο, οἱ δὲ τόξοις. Καὶ οἱ μὲν αὐτῶν μακρόθεν ἔρριπον τὰ ῥικτάρια […]

*sterh3- > *sth3re- > στορε- > στορέννῡμι ~ στόρνῡμι/στρῶμα (< *str.h2-mn.). Ο αόριστος ἔ-στρω-σα απαντά ήδη στον Ηρόδοτο (όπως δείχνει η μετοχή αορίστου ἐστρώσαντες) αντί του ομηρικού ἐ-στόρε-σα (με μετοχή ἐστορέσαντες) και δείχνει ότι το ρήμα είχε ήδη αναπλαστεί σε στρώννῡμι, από το οποίο προέκυψε, πρώτα, ο θεματικός τύπος στρωννύω και, τελικά, ο νεοελληνικός τύπος στρώνω.

[Ιλιάδα, 9.660] ἐστόρεσαν λέχος = έστρωσαν κρεβάτι

αἳ δ᾽ ἐπιπειθόμεναι στόρεσαν λέχος ὡς ἐκέλευσε
κώεά τε ῥῆγός τε λίνοιό τε λεπτὸν ἄωτον.

[Ηρόδοτος, 6.139.3] κλίνην ἐστρώσαντες

Ἀθηναῖοι δὲ ἐν τῷ πρυτανηίῳ κλίνην στρώσαντες ὡς εἶχον κάλλιστα καὶ τράπεζαν ἐπιπλέην ἀγαθῶν πάντων παραθέντες,

δέω > ἔ-δε-σα > νέος ενεστώτας δέ-νω.

*(s)gwes- > *(s)gwes-nu-mi σβεννῡμι με σιγματικό αόριστο *e-gwes-s-h2e > *ἔσβεσσα > ἔσβεσα και παρακείμενο ἔ-σβη-κα, που οδήγησαν στον «υβριδικό» αοριστικό τύπο  ἔ-σβη-σα ο οποίος, με τη σειρά του, έδρασε σαν βάση για τον νεοελληνικό τύπο σβή-νω.

Στο τέλος, το ενεστωτικό επίθημα -νω έγινε τόσο παραγωγικό που κατέληξε να εμφανίζεται και εντελώς αυτόνομα από την μορφή του αορίστου, όπως στα παρακάτω παραδείγματα:

σύρω > σέρνω (yr>ir>er όπως χείρ > χείριον /χirion/ > χέρι)

σπείρω > σπέρνω (με ir>er, όπως παραπάνω)

φέρω > φέρνω

τριγυρίζω > τριγυρνώ

ἐπαίρω > παίρνω

περάω > περνώ

ἐξεράω > ξερνώ

ἐκδέρω > γδέρνω

στέλλω > στέλνω

Και μερικά πιο περίεργα/διαλεκτικά:

χαλάω > χαλνώ

καλέω > ακαλνώ (= «προσκαλώ»)

σκαλίζω > σκαλνώ

αρχίζω > αρχινώ (και το μετατεθειμένο διαλεκτικό αχιρνώ)

Κλείνω με τα ακόμα πιο περίεργα πουρτσαλ(ν)ώ και μαρκαλ(ν

verbs-no

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s