Τα ΙΕ θηλυκά τύπου Devī (*-ih2)

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω μία κατηγορία ινδοευρωπαϊκών (ΙΕ) θηλυκών στην οποία έχω αναφερθεί πολλάκις στο παρελθόν, αλλά ποτέ -μέχρι σήμερα- δεν έτυχε να αφιερώσω μία ανάρτηση ειδικά γι΄αυτήν.

Ο χαρακτηρισμός «θηλυκά τύπου Devī» προέκυψε από το σανσκριτικό θηλυκό Devī = «θεά» (ο τόνος είναι πάντοτε στο μακρό /ī/ σε όλα τα ινδο-ιρανικά θηλυκά που θα αναφερθούν παρακάτω) που ανήκει σ΄αυτήν την κατηγορία. Τα θηλυκά αυτά σχηματίζονται με το IE επιθήμα *-ih2 (*deiw-ih2 > *daivī > Devī).

Θυμίζω ότι τα ΙΕ «πρωτόκλιτα» θηλυκά προέκυψαν μέσα από την χρήση του συλλογικού λαρυγγικού επιθήματος *-h2, το οποίο χρησιμοποιήθηκε επίσης για τον σχηματισμό της ονομαστικής πληθυντικού των ουδετέρων.

Ονομαστική Ενικού:

*g’enh1-os > ελληνικό γένος ~ λατινικό genus

*nebh-os > ελληνικό νέφος ~ παλαιοσλαβωνικό nebo

Ονομαστική Πληθυντικού:

*g’enh1-es-h2 > ελληνικό γένεα ~ λατινικό genera

*nebh-es-h2 > ελληνικό νέφεα ~ παλαιοσλαβωνικό nebesa

(σημ.: οι συνηρημένοι τύποι γένεα>γένη και νέφεα>νέφη είναι αττικοί)

Ο πιο συχνός τύπος θηλυκού που απαντά στις θυγατρικές ΙΕ γλώσσες είναι αυτός που περιέχει το επίθημα *-eh2>-ā και τέτοια είναι τα γνωστά μας θηλυκά του τύπου τῑμή και χώρᾱ. Θυμίζω ότι ενώ στην Ιωνική το πρώιμο ελληνικό μακρό /ᾱ/ τράπηκε σε /η/ σε όλες τις θέσεις, στην Αττική συνέβη επανατροπή (reversion) ᾱ>η>ᾱ μετά από ρ,ι,ε (γι΄αυτό λέμε τῑμή και νίκη, αλλά χώρ και αγγελί). Οι μη Αττικο-Ιωνικές διάλεκτοι διατήρησαν παντού αυτούσιο το πρώιμο ελληνικό μακρό /ᾱ/ (τῑμά, νίκᾱ, δίκᾱ, όπως μᾶκος, δᾶμος, μάτηρ κλπ).

Η μητρική ΠΙΕ σχημάτιζε θηλυκά τόσο με το επίθημα *-eh2 που εν τέλει επικράτησε ως ο πιο συχνός τύπος όσο και με την μηδενόβαθμη εκδοχή του *-h2 που επιβίωσε μόνον ως απολιθωμένος αρχαϊσμός στην Σανσκριτική.

Ας θεωρήσουμε τον αναδομημένο ΙΕ όρο *gwēn = «γυναίκα». Το μακρό φωνήεν προέκυψε από την εφαρμογή του νόμου του Szemerényi στον τύπο *gwen-h2.

O τύπος *gwen-h2 είναι ο πρόγονος του σανσκριτικού όρου jani (με βραχύ /i/, το «j» είναι προστριβόμενο που προφέρεται όπως το /j/ στο Jack), στον οποίο βλέπουμε την φυσιολογική Ινδο-Ιρανική φωνηεντοποίηση του λαρυγγικού  ως /i/ (λ.χ. *ph2tēr > σανσκ. pitr./pi).

Εκτός όμως από τον τύπο jani, στην Σανσκριτική βρίσκουμε και τον μηδενόβαθμο τύπο *gwn-eh2 > gnā, ο οποίος περιέχει το ίδιο επίθημα *-eh2 > -ā που υπάρχει και στον ελληνικό και σλαβικό απόγονο της ρίζας:

*gwon-eh2 > *gwonā > *gwunā > γυνή

*gwen-eh2 > *genā > *dženā > žena

Τα ΙΕ επιθήματα *-os, *-(e)h2, *-om μπορούν να προστεθούν στο θέμα τόσο απευθείας όσο και με την μεσολάβηση ενός συζευκτικού -i- του Caland:

*-os > *-i-os > συσχετιστικά επίθετα όπως λίθος > λίθιος (θεσσαλικός τύπος του επιθέτου λίθινος), Κόρινθος > Κορίνθιος.

*-om > *-i-om > *yugom > ζυγόν και ὑποζύγιον

Ανάλογα με τα παραπάνω, εκτός από τα θηλυκά σε *-(e)h2 υπάρχουν και αυτά σε *-i(e)h2. Ο πιο δημοφιλής τύπος είναι ο πλήρης ε-βαθμός *-ieh2 > -iā που έδωσε τα ελληνικά παράγωγα θηλυκά όπως ἀγγελίᾱ, ἀδικίᾱ κλπ και τα σλαβικά θηλυκά όπως η «ψυχή».

*dhous-os > *dušos > *duχŭ = «πνεύμα» με παράγωγο θηλυκό την «ψυχή»

*duχ- > *duχjā > *duša

(Η πρώτη τροπή *us>uš>uχ είναι προϊόν του κανόνα RUKI, ενώ η δεύτερη τροπή χj>š είναι προϊόν της Πρώτης Σλαβικής Ουράνωσης).

Τα θηλυκά «τύπου Devī» δεν είναι παρά η μηδενόβαθμη εκδοχή *-ih2 των παραπάνω θηλυκών. Το ιδιάζον χαρακτηριστικό τους είναι ότι στις περισσότερες θυγατρικές γλώσσες έδωσαν ονομαστικές σε -ī με μακρό /ī/, το οποίο προέκυψε από την αναπληρωματική έκταση που προκάλεσε στο προκείμενο /i/ η απώλεια του λαρυγγικού *h2. Η Ελληνική και η Αρμενική (και, σύμφωνα με τον Robert Beekes, ενίοτε και η Πρωτογερμανική) είναι οι μόνες θυγατρικές γλώσσες στις οποίες το επίθημα *-ih2 δεν εξελίχθηκε σε *ī, αλλά σε *-ia > -ya, με βραχύ /a/, που προέκυψε από την φωνηεντοποίηση του λαρυγγικού *h2.

Έτσι το ΙΕ θηλυκό *ster-ih2 = «στείρα» έγινε starī στην Σανσκριτική, αλλά stèr-ya > stèrʲrʲa > στεῖρα στην Ελληνική (με βραχύ /ᾰ/) και *ster-ya > sterǰ στην Αρμενική (το αρμενικό /ǰ/=/dž/ προφέρεται όπως το /j/ του αγγλικού jump). Θυμίζω πως στην Aρμενική η τροπή ry>rǰ είναι κανονική (λ.χ. *h3ner-yo- > ὄνειρος ~ ὄνειρον, αλλά αρμενικό *h2nōr-yo- > anurǰ).

Παραθέτω την περιγραφή του Charles De Lamberterie για την τριάδα starī ~ στεῖρα ~ sterǰ.

ster-ih2

Μία άλλη τριάδα, πάντα από τον Ελληνο-Άριο κλάδο, είναι ο θηλυκός τύπος του *potis = «αφέντης, κύριος» *pot-n-ih2 = «αφέντρα, δέσποινα».

Ο σανσκριτικός απόγονος είναι patnī, ο αβεστικός είναι paθnī, αλλά ο ελληνικός απόγονος είναι πότνια.

devi

pathni-avestan

Το επίθημα *-ih2 πρέπει σε κάποια φάση της μητρικής ΠΙΕ να ήταν ο τυπικός τρόπος παραγωγής θηλυκών από αθεματικά αρσενικά. Θα αναφέρω ως παράδειγμα τα θηλυκά που προέκυψαν από την ενεργητική μετοχή ενεστώτα *-ont-s και το επίθημα *-tōr/-tēr που σχηματίζει nomina agentis.

Η ρηματική ρίζα *bher- «φέρω» είχε αρσενική ενεργητική μετοχή ενεστώτα

*bher-ont-s > *bherōn (λ.χ. ελληνικό φέρων και παλαιοσλαβωνικό bery, με τυπική τροπή *ōn>ūn>yn>y σε τελική θέση, όπως λ.χ. στο kamy ~ ἄκμων).

Η θηλυκή μετοχή ήταν *bher-ont-ih2 και από αυτήν προέκυψε η σανσκριτική μετοχή bharantī, η ελληνική *pherontya > pherontsa > φέρονσα > φέρουσα και η παλαιοσλαβωνική berǫšti (< πρωτοσλαβικό berontʲī, με κανονική τροπή tʲ>št στην Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική).

berosti

Πρόσθεσα τα λόγια του Robert Beekes γι΄αυτές τις θηλυκές μετοχές, όπου αναφέρει και την ειδική περίπτωση όπου το επίθημα *-ih2 έγινε -ya και στην Πρωτο-Γερμανική: αυτό συμβαίνει όταν το *-ih2 προσαρτάται σε θέμα που λήγει σε βραχύ φωνήεν + μονό σύμφωνο (λ.χ. wrakja, αλλά bandī). Ο Beekes αναφέρει και την γοτθική θηλυκή ενεργητική μετοχή frijondī = «φιλοῦσα» < φιλέω). Θυμίζω ότι ο αγγλικός όρος friend «φίλος» ετυμολογικά είναι ενεργητική μετοχή «φιλῶν» (πρωτογερμανική ενεργητική μετοχή *frijōndz του ρήματος *frijōną = «φιλέω»).

Πάμε τώρα στα θηλυκά των nomina agentis σε *-tōr/-tēr.

Ο ΙΕ αρσενικός γονέας είναι *g’enh1-tōr με θηλυκό παράγωγο τον όρο *g’enh1-t(e)r-ih2.

Έτσι στην Ελληνική έχουμε γενέτωρ με θηλυκό γενέτερ-jᾰ > γενέτειρα,

στην Σανσκριτική βρίσκουμε το ζεύγος janitār ~ janitrī,

και στην Λατινική βρίσκουμε το ζεύγος genitor ~ genitrīx/genetrīx.

Όπως βλέπετε, η Λατινική πρόσθεσε ένα /k/ στο επίθημα *-ih2 τρέποντάς το σε αθεματικό *-tr-ih2-k- > -trīk- > -trīk-s > -trīx .

imperātor = αὐτοκράτωρ

imperātrīx = αὐτοκράτειρα (< *-ter-ya)

Την ίδια κίνηση ίσως έκανε και ο Σλαβικός κλάδος με το γνωστό μας υποκοριστικό επίθημα -ica ~ -ίτσα, γιατί το /i/ προέρχεται από πρώιμο πρωτοσλαβικό μακρό /ī/. Αν το επίθημα ανάγεται σε ΙΕ *-ih2-k-eh2 > *-īkā > -ica (εξαιτίας της Τρίτης Σλαβικής Ουράνωσης που, περιέργως, ήταν προχωρητική, δηλαδή έδρασε στο /k/ μετά από /i/ και όχι πριν από αυτό) τότε το μακρό /ī/ εξηγείται πολύ εύκολα). Όσοι αναρωτιέστε, το βραχύ ΙΕ /i/ εξελίχθηκε σε πρωτοσλαβικό yer /ĭ/, λ.χ. *ghostis > gostĭ).

děva = «παρθένα, κοπέλα» > υποκοριστικό děvica ~ «κοπελίτσα»

Ο σλαβικός κλάδος, εκτός από τις μετοχές σε *-ont-ih2 > *-ontī > -ošti που ανέφερα παραπάνω, έχει και τα «θηλυκά τύπου Devī» σε *-ōn-ih2 > *-ūnī > -yni, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερος κόπος για να καταλάβουμε ότι αρχικά ήταν οι θηλυκοί τύποι των αρσενικών σε *-ōn (< *-on-s και *-h3onh2).

Το πιο γνωστό θηλυκό σε *-yni είναι η σλαβική «θεά»:

*bogŭ = «θεός» και *bogyni = «θεά»

Στον Γερμανικό κλάδο, εκτός από το την γοτθική θηλυκή μετοχή frijondī που αναφέρθηκε παραπάνω, βρίσκουμε και το πρωτογερμανικό «κορίτσι»:

ΙΕ *maghus = «νέος, ικανός» > πρωτογερμανικό *maguz = «αγόρι» με θηλυκό *magh-w-ih2 > *ma(g)wī = «κορίτσι» (λ.χ. γοτθικό mawi).

Το παραπάνω παράδειγμα θυμίζει τον Ελληνικό και Ινδο-Ιρανικό τρόπο παραγωγής των θηλυκών τύπων των υ-ληκτων επιθέτων:

*pl.th2-us = «πλατύς» με θηλυκό *pl.th2-(e)w-ih2 = «πλατιά»

*wer-us = «ευρύς» με θηλυκό *wer-(e)w-ih2 = «ευρεία»

Ελληνική:

πλατύς > plataw-ya > Πλάταια και *plat-ew-ya > πλατεῖα

εὐρύς (< *ϝερύς με μετάθεση) > εὐρεῖα

Σανσκριτική:

pr.th-u- «πλατύς» > Pr.thivī ~ Πλάταια

ur-u- «ευρύς» > urvī = «εὐρεῖα»

Αβεστική:

pərəθ-u- «πλατύς» > pərəθβī = «πλατεῖα»

Έχω περιγράψει αναλυτικά τους απογόνους της ρίζας *pleth2- «πλάτος» σε παλαιότερη ανάρτηση.

Εδώ, μαζί με το αβεστικό pərəθβī = «πλατεῖα, πλατιά» θα παραθέσω και το θηλυκό τύπου Devī *h1su-ph2u-tl-ih2 > hupuθrī = «(ἡ) εὔπαις», το οποίο ανέφερα και στην προηγούμενη ανάρτηση.

avestan-Devi-fem

Πιστεύω ότι με τα παραπάνω σας έχω κάνει μια επαρκή περιγραφή της απάντησης του επιθήματος *-ih2 στις διάφορες θυγατρικές ΙΕ γλώσσες. Στην συνέχεια θα περιοριστώ στα θηλυκά «τύπου Devī» της Ελληνικής.

1) *-VR-ih2 > *-VR-ya > *-VRʲRʲa > -ViRa

για V= α,ο,ε και R= ρ,ν

*stèr-ih2 > sterya > στεῖρα

*n.-ph2ter- > ἀπάτωρ > ἀπάτειρα (*-ph2ter-ih2) και ονόματα όπως Καλλιπάτειρα

*kuHd-i-h2ner-ih2 > κῡδιάνειρα = ομηρικό επίθετο της μάχης = «που προσφέρει κύδος στους άνδρες».

*mor-ih2 > *mòrya > μοῖρα

*dr.k’-ont-s > δράκων > *dr.k’-n.-ih2 > *dràkanya > δράκαινα

*lewont-s > λέων > *lew-n.-ih2 > *lewanya > λέαινα

*meln.-s > μέλας > *meln.-ih2 > *mèlanya > μέλαινα

*dems potis (αφέντης του οίκου ή δόμου πόσις) > δεσπότης, με θηλυκό *despo-n-ih2 > *desponya > δέσποινα

2) *-nt-ih2 > *-ntya > *-ntsa > *-nsa

Η εξέλιξη του πρώιμου ελληνικού *-νσα εξαρτάται από την συμπεριφορά της κάθε διαλέκτου κατά την Δεύτερη Αναπληρωματική Έκταση (ΑΕ2).

*bher-ont-ih2 > pherontya > phèrontsa > *φέρονσα > αττικο-ιωνικό φέρουσα, δωρικό φέρωσα και λεσβικό φέροισα, αλλά θεσσαλικό, αρκαδοαργολιδικό (όχι σε όλη την Αρκαδία ούτε σε όλη την Αργολίδα, αλλά επί της αρκαδοαργολιδικής μεθορίου) και κρητικό φέρονσα.

Παραδείγματα:

Θεσσαλικά: ἄγονσα = ἄγουσα, ἔχονσα = ἔχουσα, ἱερειτεύονσα = ἱερητεύουσα (< ἱερητεύω)

Κρητικά: ἴονσα = ἰοῦσα (< εἶμι), τῑμίονσα = τιμιοῦσα (< τιμιόω), ἀποδιδόνσα = ἀποδίδουσα

Αρκαδικό: μίνονσα = μένουσα (< μένω)

onsa

*pant-ih2 > pàntya > pàntsa > *πάνσα > αττικο-ιωνικό και δωρικό πᾶσα, λεσβικό παῖσα, αλλά θεσσαλικό, αρκαδοαργολιδικό και κρητικό πάνσα.

pansa

*men- «βρίσκομαι σε ψυχονοητική φόρτιση, σκέφτομαι, εμπνέομαι» (λ.χ. μένος, μανία κλπ) > *mon-t-ih2 > *montya > *montsa > *Μόνσα (~ «έμπνευση») > αττικο-ιωνικό Μοῦσα, δωρικό Μῶσα (ύστερο λακωνικό Μῶhα), λεσβικό Μοῖσα.

*med-ont-ih2 > medontya > medontsa > *Μέδονσα > αττικο-ιωνικό Μέδουσα, αιολικό Μέδοισα.

3) *κ,χ,τ + *-ih2 > *-tsa > -σσα/-ττα

Φοῖνιξ (Φοινῑκ-) > Φοινῑκ-ih2 > *Φοίνῑκjα > *Φοίνιτσα > Φοίνισσα

Θρᾷξ (Θραικ-) > Θραικ-ih2 > *Θρᾳκjα > *Θρᾳτσα > Θρᾷσσα/Θρᾷττα

*wl.kw-ih2 > *wlokwia > *wlukya > *lutsa > λύσσα/λύττα (= λύκεια μανία)

*γλώχ- (ἡ γλώξ, ἡ γλωχίς/γλωχίν) > γλώχ-ih2 > *γλώχjα > *γλώτσα > γλῶσσα/γλῶττα

*melit- > μέλι > melit-ih2 > mèlitya > mèlitsa > μέλισσα/μέλιττα (κατ΄άλλους προϊόν απλολογίας του τύπου *μελι-λείχ-ih2, αλλά εγώ πιστεύω πως αν υπήρχε αυτό το σύνθετο θα ήταν *μελιτο-λείχ-ih2 ~ μελιτοπώλης).

4) *δ,γ + *-ih2 > *-dza > -ζα/-σδα

*kw(e)twr.-ped-ih2 > (te)trapedya > tradedza > trapezda > τράπεζα/τράπεσδα

*h2r.g-uro-ped-ih2 > arguropedya > arguropedza > arguropezda > ἀργυρόπεζα

*bheugw- > φεύγω με μηδενόβαθμα θηλυκά το *bhugw-eha > φυγή και το «τύπου Devī» *bhugw-ih2 > *phugya > *phudza > *phuzda > φύζα

5) *-es-/*-ew- + *-ih2 > *-ehya/*-ewya > -εια

*h1su-g’enh1-es-s > εὐγενής > *h1su-g’enh1-es-ih2 > *ehugenehya > εὐγένεια

*n.-leh2dh-es-s > ἀλᾱθής > ἀληθής > *n.leh2dh-es-ih2 > *alāthehyaἀλήθεια

Και, αντίστοιχα, τα θηλυκά των υ-ληκτων επιθέτων που ήδη αναφέρθηκαν:

αρσενικό -ùs > θηλυκό *-èw-ih2 > *-èwya > *-èyya > -εῖα

πλατύς > πλατεῖα

θρασύς > θρασεῖα

δασύς > δασεῖα

εὐρύς > εὐρεῖα

κλπ.

Πιστεύω πως αυτά αρκούν για να σας βοηθήσουν ν΄αναγνωρίσετε ένα θηλυκό «τύπου Devī» σε κάποια θυγατρική ΙΕ γλώσσα.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s