Η ΙΕ ανατομική ορολογία του άνω άκρου στην Ελληνική

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω ετυμολογικά την ελληνική ορολογία ΙΕ καταγωγής για τα ανατομικά μέρη του άνω άκρου, δηλαδή του τμήματος του σώματος που εκτείνεται από τον ώμο μέχρι τα νύχια.

Η πρότυπος ανατομική θέση του άνω άκρου είναι αυτή με την αντίχειρα προς τα έξω, γιατί σε αυτήν την θέση υπτιασμού (supination ~ «ανάσκελα») του πήχεος η κερκίδα και η ωλένη (τα δύο μακρά οστά του πήχεος) είναι παράλληλες και αχίαστες. Σε αυτήν την ανατομική θέση, η κερκίδα βρίσκεται προς τον αντίχειρα, δηλαδή σε πλευρική θέση ως προς την ωλένη. Η άλλη θέση με τον αντίχειρα προς τα μέσα και τα οστά του πήχεος χιασμένα ονομάζεται πρηνισμός (pronation ~ «μπρούμυτα»).

pronosupination

Καθώς κατεβαίνουμε από τον ώμο προς τα δάχτυλα, μετά τον ώμο βρίσκονται, κατά σειρά, ο βραχίονας, ο αγκώνας, ο πήχυς, ο καρπός, η παλάμη και τα δάχτυλα, στην άπω ραχιαία θέση των οποίων βρίσκονται τα νύχια.

anatomy

Οστεολογικά, ο βραχίονας αποτελείται από το βραχιόνιο οστό, ο πήχυς από την κερκίδα και την ωλένη, ο καρπός αποτελείται από 8 μικρά οστά, η παλάμη από 5 μετακάρπια οστά και τα δάκτυλα από τις φάλαγγες (εγγύς, μέση και άπω, με την μέση φάλαγγα να λείπει στον αντίχειρα).

Ο ώμος

Η ελληνική λέξη ὦμος προέρχεται από τον αναδομημένο ΠΙΕ όρο *Homsos ~ «ώμος» (H = h1 ή h3). Μετά την απώλεια του αρκτικού λαρυγγικού στον όρο *òmsos η πρώιμη εφαρμογή της Πρώτης Αναπληρωματικής Εκτάσεως (AE1) έδωσε *òmsos > *òmmos > ōmos = ὦμος. Η ΑΕ1 εδώ εφαρμόστηκε αρκετά πρώιμα, γιατί και στην Αττικο-Ιωνική το προϊόν εκτάσεως ήταν «ω», δηλαδή το ίδιο με αυτό της ΙΕ εκτάσεως του Szemerényi (λ.χ. *seh2ge-mons > ἡγεμών) και όχι η μεταγενέστερη αττικο-ιωνική νόθος δίφθογγος «ου» που αντιστοιχεί στο δωρικό «ω» (λ.χ. *gwols-eh2 > *gwollā > αιολικό βολλά ~ αττικο-ιωνικό βούλή ~ δωρικό βωλά).

Οι βασικοί συγγενείς του ελληνικού όρου ὦμος είναι το σανσκριτικό áṃsa = «ώμος», το λατινικό *Ηοmsos > *Ηοmesos > *omezos > umerus = «ώμος/βραχίονας», το αρμενικό us = «ώμος» και το γοτθικό ams = «ώμος» (< πρωτο-γερμανικό *amsaz).

omos

Ο σανσκριτικός συγγενής áṃsa απαντά στο επίθετο της κόμπρας vy-áṃsa = «δίχως ώμους». Παραβάλλω την σελίδα 45 από το How to Kill a Dragon του Calvert Watkins.

vyamsa

Το λατινικό umerus θα το βρείτε «δασυμένο» ως humerus και στην μεταγενέστερη ανατομική ορολογία ο όρος δηλώνει ειδικά το βραχιόνιο οστό. Η δάσυνση οφείλεται σε μεταγενέστερη συνήθεια των ελληνιζόντων λογίων Λατίνων που υιοθέτησαν την ελληνική συνήθεια καθολικής δασύνσεως του «υ». Ένα άλλο παρόμοιο παράδειγμα είναι το επίθετο *wegw-/ugw- > ūvidus ~ ūmidus > hūmidus (~ ελληνικό *ugw-ros > γρός).

Το λατινικό umerus έχει ρωμανικούς απογόνους, όπως λ.χ. το ιταλικό omero, το ιβηρικό (ισπανο-προτογαλο-γαλικικό) αντί-στοιχο (h)ombro, το ρουμανικό umăr και το βλαχικό/αρουμανικό umir[u] ~ an-umir[u] (με ένα περίεργο πρόθημα an- που δεν αποκλείεται να είναι το ελληνικό άνω).

Ο βραχίονας

Ο όρος βραχίων (με μακρό /ῑ/) προέρχεται από το επίθετο βραχύς (< IE *mr.ghus) και μάλλον περιέχει το επίθημα Hoffmann *-ih3onh2 > -īōn. Η σχέση με το επίθετο «βραχύς» προέκυψε προφανώς επειδή ο βραχίονας είναι βραχύτερος του πήχεος.

Στην Ιλιάδα, ο εγγύς βραχίων (δηλαδή ο άνω βραχίονας προς τον ώμο) ονομάζεται ποιητικά «πρυμνός βραχίων», δηλαδή η κεφαλή του βραχιόνιου οστού παρομοιάζεται με την πρύμνη (= πίσω άκρο) ενός πλοίου.

[Ιλιάδα, 13.533]

αὐλῶπις τρυφάλεια χαμαὶ βόμβησε πεσοῦσα.
Μηριόνης δ᾽ ἐξ αὖτις ἐπάλμενος αἰγυπιὸς ὣς
ἐξέρυσε πρυμνοῖο βραχίονος ὄβριμον ἔγχος,

[Ιλιάδα, 16.323]

ἔφθη ὀρεξάμενος πρὶν οὐτάσαι, οὐδ᾽ ἀφάμαρτεν,
ὦμον ἄφαρ· πρυμνὸν δὲ βραχίονα δουρὸς ἀκωκὴ
δρύψ᾽ ἀπὸ μυώνων, ἀπὸ δ᾽ ὀστέον ἄχρις ἄραξε·

Ο όρος βραχίων εισήλθε στην Λατινική ως ουδέτερο bracchium που, με τη σειρά του, εξελίχθηκε στο ιταλικό braccio που επέστρεψε ως αντιδάνειο στην Ελληνική σαν μπράτσο. Το βλαχικό brats[u] και το ρουμανικό braț συνεχίζουν απευθείας το λατινικό bracchium.

Από το bracchium σχηματίστηκαν τα ρωμανικά ~ υστερολατινικά ρήματα με τη σημασία «αγκαλιάζω» ad-bracciō > ιταλικό abbraccio και ισπανικό abrazar, καθώς και το in-bracciō > imbraccio > άγγλικό embrace (< γαλλικό embrasser), ρουμανικό îmbrățișa και βλαχικό ambratsu.

Η ρωμανική χρησιμοποίησε τον όρο bracchium για να φτιάξει δύο σύνθετους όρους για τον «πήχυ»: ante-brachium και avanti-braccio > Ιταλικό avambraccio.

Ο αγκώνας

Ο όρος ἀγκών ανάγεται στο ΙΕ *h2enk-on-s και περιέχει την ρίζα *h2enk- «λυγίζω, κάμπτω» που έδωσε τα ελληνικά ἄγκος, ἀγκύλος και ἄγκιστρον (λόγω του κεκαμμένου σχήματος), το λατινικό uncus = «αγκίστρι» και το σανσκριτικό áṅkas ~ «κάμψη». Με άλλα λόγια, ο ἀγκών είναι «το τμήμα του άνω άκρου που «λυγίζει/κάμπτεται».

Μία παρόμοια ρίζα *h2eng- που μάλλον προέκυψε από την προαναφερθείσα *h2enk- με ηχηροποίηση του /k/ μετά από το /n/ (nk>ng λ.χ. συν+κοινωνία > συγκοινωνία, αρμενικό *penkwe> *p’inke > hing) έχει δώσει την λατινική και σλαβική «γωνία»:

angulus ~ ǫgŭlŭ

Ο λατινικός αγκώνας είναι cubitum και επιβιώνει στις περισσότερες δυτικές ρωμανικές γλώσσες, λ.χ. ιταλικό gomito, βλαχο-ρουμανικό cot[u] και στο αλβανικό kut . Οι δύο τελευταίοι όροι δείχνουν την εφαρμογή του λεγόμενου «ρυθμικού κανόνα» (όπως ονομάζεται στην Αλβανική), που εφαρμόστηκε και στο «άλογο» caballus.

cabàllus > kavàllu > cal[u]/kalë

cubitum > kùvitu/kòvito > cot[u]/kut

Για όσους δεν γνωρίζουν, ο «ρυθμικός κανόνας» στην Αλβανική είναι η τριβοποίηση (b,d,g > v,δ,γ) και αποβολή (v,δ,γ > h>Ø) μαζί με το γειτνιάζον άτονο φωνήεν των μεσοφωνηεντικών ηχηρών κλειστών b,d,g που περιέχονται σε πολυσύλλαβες λέξεις. Ο «ρυθμικός κανόνας» ήταν ενεργός μέχρι την είσοδο των πρώιμων σλαβικών δανείων στην γλώσσα (~650 μ.Χ.). Παράδειγμα:

*bhleHid- > *blHid-uros > *blaidura > bleδura > blehura > blehurë

λατινικό mèdicus > mjèdik > mjeδik > mjèhik > mjek (αποβλήθηκε το d>δ>h μαζί με το γειτνίαζον άτονο /i/)

*sreh2g-ùsa > *srāgùsa > *srogùša > *rroγùša *srohùša > rrush

Rhythmic rule

Εξού και στα Αγγλικά η fossa cubitalis > Cubital fossa = η πρόσθια και μαλακή καμπή/κοιλότητα του αγκώνα, σε αντίθεση με το οπίσθιο, σκληρό και προεξέχον ὠλενόκρᾱνον ~ ὠλέκρᾱνον > αγγλικό Olecranon (= «κρανίον της ωλένης» = η «μύτη» του αγκώνα).

Εκατέροθεν του ωλεκράνου υπάρχουν δύο μικρότερες προεξοχές του βραχιόνιου οστού που ονομάζονται επικόνδυλοι (μέσος και πλευρικός).

Ο όρος επικόνδυλος περιέχει τον όρο κόνδυλος που σημαίνει «μικρή προεξοχή, λοφίσκος» και προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *(s)k’end- «φαίνομαι, ξεχωρίζω, προεξέχω» που έχει δώσει και τα ονόματα Κάσσανδρος = «ἀνδρῶν κέκαστος» (και τα θηλυκά αντίστοιχα Καστιάνειρα και Κασσάνδρα), Κάστωρ = «φανερός > λαμπερός», Ἰοκάστη/Ἐπικάστη και Ναυσικάα (υποκοριστική μορφή του ονόματος Ναυσικάστη = «κεκασμένη/κεκοσμημένη ταῖς ναυσὶ»).

*(s)k’n.d-t- > *καδ-τ- > καστ-/κασσ-.

skend

*(s)k’ond-ulos > κόνδυλος = «μικρή προεξοχή, λοφίσκος», όπως το αρχαίο τοπωνύμιο Κονδαία στους πρόποδες του Θεσσαλικού Ολύμπου δυτικά των Τεμπών, με εθνικό Κονδαιεύς/Κονδαιεῖς.

Kondaia

Ο πήχυς

Ο όρος πῆχυς είναι η αττικο-ιωνική εκδοχή του πρωτο-ελληνικού πᾶχυς, όρος που ανάγεται στο IE όρο *bheh2g’hus = «πήχυς».

Οι ΙΕ συγγενείς είναι το σανσκριτικό bāhú, το περσικό και παστουνικό bāzu και οι απόγονοι του πρωτογερμανικού *bōguz (λ.χ. αγγλικό bough). Το αρμενικό bazuk είναι ιρανικό δάνειο.

bheh2ghus

Ο όρος ὠλένη στην αρχαία Ελληνική σήμαινε γενικά τον πήχυ και όχι το ανατομικό οστό, γι΄αυτό και η Ήρα στον όμηρο λέγεται λευκώλενος = «με λευκό δέρμα στα χέρια που δεν τα μαύρισε ο ήλιος» (η καθώς πρέπει «κυρία» στην αρχαία Ελλάδα έμενε κλεισμένη στο σπίτι). Συγγενής της ωλένης είναι ο διαλεκτικός όρος (ἡ) ὠλνός > ὦλλός = «αγκώνας» (θυμίζω το ὠλέκρανον που αναφέρθηκε παραπάνω).

Η ΙΕ ρίζα της ωλένης είναι *Hōl-(en)- (<*Heh3l- ?) και άλλοι απόγονοι της ΙΕ ρίζας είναι:

Ο λατινικός όρος ulna = «πήχυς, ωλένη»

Το αγγλικό ell (< παλαιό αγγλικό eln ~ γοτθικό alīna) που περιέχεται στο eln-boga > elbow = «αγκώνας»

Tα κελτικά elin (Ουαλικό) και uillinn (ιρλανδικό)

Οι πάμπολλοι απόγονοι της Κοινής Βαλτο-Σλαβικής ρίζας *Hōl-k- > *olk- «αγκώνας, πήχυς» (βράχυνση λόγω του νόμου του Osthoff), όπως το πρωτοσλαβικό *olkŭtĭ (λ.χ. παλαιοσλαβωνικό lakŭtĭ), το λιθουανικό alkūnė και το λετονικό elkonis.

olkutu

Το άλλο οστεωνύμιο κερκίς αρχικά σήμαινε «καλάμι, σαϊτα αργαλειού, ραβδί, κνήμη». Δεν έχω βρει πουθενά κάτι σίγουρο για την ετυμολογία του όρου, αλλά μιας και περιγράφει «μακρόστενα αντικείμενα» σίγουρα σχετίζεται με τους όρους κέρκος = «ουρά, πέος, προεξοχή» και το λήμμα του Ησυχίου κορκούτης = «αἰδοῖον ἀνδρῶν (πέος)», τα οποία αναμφίβολα ανάγονται στην ΙΕ ρίζα *kerk΄-os = «λεπτός» (> «μακρόστενος» > «μακρός», λ.χ. tenuis/thin = «λεπτός», αλλά ταναός = «μακρός»).

krkos

Ο καρπός

Ο καρπός του χεριού (< *kwr.p-os) είναι μία από τις πιο εύστροφες/ευκίνητες αρθρώσεις του σώματος και προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *kwerp- «στρέφομαι». Δεν έχει καμία ετυμολογική σχέση με τον καρπό του δένδρου (που ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *(s)ker-p- «κόβω»).

Έχω περιγράψει την ΙΕ ρίζα *kwerp- «στρέφομαι» σε παλαιότερη ανάρτηση για την αλβανο-ρουμανική κληματίδα.

Το χέρι και η μάρη

Την βασική ΙΕ ρίζα για το χέρι *g’hes- ( *g’hes-r. > χείρ , ἰοχέαιρα και *g’hos-tos > ἀγοστός = «παλάμη») την έχω περιγράψει σε παλαιότερες αναρτήσεις (χείρ/ἀγοστός και ἰοχέαιρα).

Εδώ θα αναφέρω τον εναλλακτικό όρο μάρη = «χέρι» και το ρήμα μάρπτω = «αρπάζω, δράσσομαι» (και ίσως το επίθετο ἰομῶρος αν σημαίνει ἰοχέαιρα) που συνδέονται ετυμολογικά με το ετερόκλιτο ουδέτερο r/n *meh2r. (πλάγιο θέμα *meh2n-) «χέρι» που έδωσε το λατινικό manus και το αλβανικό ρήμα marr = «παίρνω, δράσσομαι».

Οι όροι εὐμαρής ~ εὔχειρ/εὐχείρωτος και εὐμάρεια ~ εὐχειρία μάλλον προέρχονται από την ίδια ρίζα.

meh2r

Η παλάμη, το θέναρ, η πυγμή και η χούφτα

Ο ελληνικός όρος παλάμη ανάγεται στον ΙΕ όρο *pl.h2-meh2. Συγγενείς του είναι ο λατινικός όρος palma (που πέρασε στα αγγλικά ως palm), ο ιρλανδικός όρος lám (θυμίζω ότι στον Κελτικό κλάδο το αρκτικό *p χάθηκε μέσα από την εξέλιξη *p>f>h>∅, λ.χ. *ph2tēr > *fatīr > *hathīr > athair) και το παλαιό αγγλικό folm (< πρωτογερμανικό *fulmō). Η απώτερη ΙΕ ρίζα είναι η *pelh2- των όρων πλάξ και πλατύς).

Ένας άλλος αρχαιοελληνικός όρος για την παλάμη είναι το ουδέτερο ετερόκλιτο ουδέτερο *dhen-(w)r. > θέναρ. Στην σημερινή ανατομική ορολογία ο όρος θέναρ (δείτε και εδώ) δηλώνει το μυικό προεξέχον «μαξιλαράκι» που υπάρχει στην βάση του αντίχειρα (το απέναντι μικρότερο προεξέχον μαξιλαράκι που βρίσκεται στην μεριά του μικρού δακτύλου είναι το υποθέναρ). Τα «μαξιλαράκια» που σήμερα ονομάζουμε θέναρ και υποθέναρ στην Ιλιάδα λέγονται «πρυμνόν θέναρ» (~ «πρύμνα» της παλάμης, πίσω μέρος της παλάμης) και εκεί τραυμάτισε ο Διομήδης την «Κύπριδα» Αφροδίτη που προσπάθησε να γλιτώσει τον γιο της Αινεία από την «λύσσα» του Τυδείδη (η Ραψωδία ονομάζεται «Διομήδους Αριστεία»). Από την πληγή της θεάς έτρεξε «ἄμβροτον αἷμα θεοῖο ἰχωρ».

[Ιλιάδα, 5.339]

ἐμμεμαώς: ὃ δὲ Κύπριν ἐπῴχετο νηλέϊ χαλκῷ
γιγνώσκων ὅ τ᾿ ἄναλκις ἔην θεός, οὐδὲ θεάων
τάων αἵ τ᾿ ἀνδρῶν πόλεμον κάτα κοιρανέουσιν,
οὔτ᾿ ἄρ᾿ Ἀθηναίη οὔτε πτολίπορθος Ἐνυώ.
ἀλλ᾿ ὅτε δή ῥ᾿ ἐκίχανε πολὺν καθ᾿ ὅμιλον ὀπάζων,

ἔνθ᾿ ἐπορεξάμενος μεγαθύμου Τυδέος υἱὸς
ἄκρην οὔτασε χεῖρα μετάλμενος ὀξέϊ δουρὶ
ἀβληχρήν: εἶθαρ δὲ δόρυ χροὸς ἀντετόρησεν
ἀμβροσίου διὰ πέπλου, ὅν οἱ Χάριτες κάμον αὐταί,
πρυμνὸν ὕπερ θέναρος: ῥέε δ᾿ ἄμβροτον αἷμα θεοῖο

ἰχώρ, οἷός πέρ τε ῥέει μακάρεσσι θεοῖσιν:

——

να φτάσει το Διομήδη θέλοντας᾿ κι εκείνος κυνηγούσε᾿
με ανέσπλαχνο χαλκό την Κύπριδα, τι ήταν δειλιάρα, κι όχι
σαν τις θεές ποτ ανακατώνουνται μες στων αντρών τις μάχες,
μήτε Αθηνά μηδέ και Χουγιαχτώ καστελοκαταλύτρα.
Κι ως κυνηγώντας την επρόφτασε μες στο πολύ το ασκέρι,
παίρνοντας φόρα ο γιος του αντρόκαρδου Τυδέα την κονταρεύει
μ᾿ ένα του πήδημα, καί ξώδερμα στο χέρι τη λαβώνει
το τρυφερό᾿ και το κοντάρι του μεμιάς στο δέρμα εμπήχτη
μέσ᾿ απ᾿ το θείο μαντί, που κάποτε της το ‘χαν φάνει οι Χαρές,
απάνω στον αρμό· και χύνουνταν το αθάνατο της αίμα,

ο ιχώρας, που μες στων τρισεύτυχων θεών κυλάει τις φλέβες·

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

thenar

dhenr

Συγγενής του ελληνικού όρου θέναρ είναι το Παλαιό Άνω Γερμανικό tenar = «παλάμη».

Ο νεοελληνικός όρος χούφτα προέκυψε από τον όρο φούχτα με αντιμετάθεση. Η ετυμολογία του όρου φούχτα δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά ο όρος ταιριάζει σε μια ΙΕ ρίζα με τη σημασία «γροθιά». Η ρίζα αυτή δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά ο βασικός σκετελός της είναι *p(e)uk’ ~ «γροθιά» (κατά άλλους ο όρος είναι παράγωγο του *penkwe «πέντε» > «χέρι και με τα πέντε δάχτυλα κλειστά ~ γροθιά) και έχει δώσει:

Στην Ελληνική τους όρους *puk-(t)-s > πύξ, *puk-meh2 > πυγμή , πύκτης = πυγμάχος και πυκτομαχέω = πυκτεύω.

Στην Λατινική τον όρο pugnus = «πυγμή/γροθιά»

Στον Γερμανικό κλάδο τον πρωτογερμανικό όρο που δείχνει ρινική ένθεση *pu-n-k’-stis > *funhstiz > *fūhstiz = «γροθιά» (λ.χ. αγγλικό fist)

Στον Σλαβικό κλάδο τον πρωτοσλαβικό όρο *pęstĭ = «γροθιά» (είτε από το *pn.k’-tis είτε από το *penkw-stis)

Επομένως, μία πιθανότητα για τον νεοελληνικό όρο φούχτα είναι να προέρχεται από το αθέματο ἡ πύξ/τὴν πύκτα, το οποίο κατέληξε η πύχτα όπως ἡ νύξ έγινε η νύχτα.

To «ου» της φούχτας μπορεί να προέκυψε όπως το «ου» της τρύπας ~ τρούπας (y>i και i>u πριν από χειλικό σύμφωνο), ενώ η τριβοποίηση του π>f (νεοελληνικό φ) μπορεί να συνέβη όπως το κ>χ στο *kap-yōκάπτωκάφτω > χάφτω.

Επομένως, βασισμένος στην ετυμολογική πρόταση που βρήκα στο λεξικό της «Πύλης» προτείνω την εξής ετυμολογία για την φούχτα > χούφτα:

ἡ πύξ/τὴν πύκτα > η πύκτα > πύχτα > φύχτα > χύφτα > χούφτα το οποίο αναλογικά άλλαξε και το φύχτα σε φούχτα.

Τα δάκτυλα και τα νύχια

Ο ελληνικός όρος δάκτυλος μάλλον είναι συγγενής του λατινικού όρου digitus, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν έχουμε να κάνουμε με έναν ΙΕ όρο ή με έναν κοινό μεσογειακό υποστρωματικό όρο. Ενώ η συμφωνική  αλληλουχία *d-g-t είναι κοινή στις δύο γλώσσες (στην Ελληνική μπορεί να συνέβη υποχωρητική απηχηροποίηση μετά από την απώλεια ενός ενδιαμέσου φωνήεντος gVt>gt>kt λ.χ. σφαγή, ἁρπαγή > σφακτός, ἁρπακτικός), τα φωνήεντα των δύο όρων δεν μπορούν να αναχθούν σε κοινό πρόγονο, εκτός αν βάλουμε μέσα ένα συλλαβικό /n./ και να υποθέσουμε ότι αυτό χάθηκε στην Λατινική (dn.get-os > δάγεt- > δαγτ- > δακτ- και *dn.get- > denget > dingit- > digit).

Θεωρητικά, η ρίζα *dek’- «παίρνω, δέχομαι» θα μπορούσε να δώσει με ρινική ένθεση το ζητούμενο *dek’- > *dn.k’-etos > *dn.get-os, αλλά όσο δεν βρίσκουμε κάτι άλλο στις άλλες ΙΕ γλώσσες ίσως είναι καλύτερο να θεωρήσουμε τα δάκτυλος και digitus «ενδεχομένως συγγενείς μεσογειακούς μη ΙΕ υποστρωματικούς όρους».

Είμαστε πιο τυχεροί με τον ελληνικό όρο ὄνυξ που έχει σαφέστατη ΙΕ καταγωγή, από την ρίζα *h3nogwh-.

Το λαρυγγικό h3 εξασφαλίζεται από τον ομηρικό όρο *sm.-h3nogwh-s > ὁ μῶνυξ / τοῦ μώνυχος («μώνυχες ἵπποι» για την μία τους μονοκόμματη οπλή).

Η τροπή o>u *h3nogwh- > ὀνυχ- οφείλεται στον νόμο του Cowgill (λ.χ. *nokwt-s > νύξ, *bholyom > φύλλον).

O Σανσκριτικός συγγενής του ελληνικού όρου ὄνυξ είναι ο όρος nakha = «νύχι»

Ο Λατινικός συγγενής είναι ο όρος unguis = «νύχι».

Ο Κελτικός συγγενής είναι το Παλαιό Ιρλανδικό ingia.

O Γερμανικός συγγενής είναι ο αγγλικός όρος nail (< πρωτογερμανικό *naglaz)

O Αρμενικός συγγενής είναι ο όρος ełunkn (προστέθηκε ένα προθετικό /L/ το οποίο απέκτησε ένα επιπλέον προθετικό /e/, αμφότερες γνωστές διαδικασίες στην Αρμενική).

Στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο βρίσκουμε:

Τον Λιθουανικό όρο *h3nogwh-os > nagas = «νύχι»

και τον Σλαβικό όρο *nogŭtĭ = «νύχι», καθως και την σημασιακή εξέλιξη «νύχι» > «ποδόνυχο/οπλή» > «πόδι» από την οποία προέκυψε ο βασικός σλαβικός όρος για το πόδι *h3nogwh-eh2 > noga !!!

noga

Τέλος, είναι πιθανόν ο αλβανικός όρος nyell = «τα σφυρά της ποδοκνημικής αρθρώσεως» να προέρχεται από την ίδια ρίζα, αλλά μπορεί να συγγενεύει και με το nyjë που έχει διαφορετική ετυμολογία.

Και έτσι φτάσαμε από τον ώμο στα νύχια και κλείνει και η σημερινή ανάρτηση.

Advertisements

2 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “Η ΙΕ ανατομική ορολογία του άνω άκρου στην Ελληνική

  1. Βάταλος

    Αριστουργηματικόν, αποκαλυπτικόν, μνημειώδες!..

    Εντιμώτατε κ. Σμερδαλέε,

    με το αποψινόν με επείσατε οριστικώς ότι είσθε ανώτερος του Κωνσταντίνου Σάθα. Μία μόνον παρατήρησις: Μή χρησιμοποιήτε την μετάφρασιν των χριστιανομπολσεβίκων Κακριδή + Καζαντζάκη, διότι είναι γραμμένη εις την μαλλιαρήν, με αποτέλεσμα να έχωμε περισσοτέρας αγνώστους λέξεις από όσας έχει το ομηρικόν πρωτότυπον.

    Ιδού το απόσπασμα της Ιλιάδος που παραθέτετε (έχετε κάνει λάθος εις τον στίχον: 339 αντί του ορθού 330) εις την μετάφρασιν του ελληνοψύχου δημοσιογράφου Κωνσταντίνου Δούκα από τας εκδόσεις «Γεωργιάδη»:

    Μετά πάσης τιμής
    Β.

    ΥΓ: Αν δεν διαθέτετε τας μεταφράσεις της Ιλιάδος και της Οδυσσείας του Κ. Δούκα, ευχαρίστως να σάς τας προσφέρω (δι’ έν μόνον 24ωρον, διά να μή λυσσάξη ο βουμβούκος και αυριανός αρχηγός της Ν.Δ.)

    • 1)(έχετε κάνει λάθος εις τον στίχον: 339 αντί του ορθού 330

      Έκανα άραγε λάθος Βάταλε; 🙂

      Για δες σε ποιον στίχο είναι το φράσημα «πρυμνόν θέναρ»;

      Είναι ή δεν είναι στον 339;

      2) «διότι είναι γραμμένη εις την μαλλιαρήν, με αποτέλεσμα να έχωμε περισσοτέρας αγνώστους λέξεις από όσας έχει το ομηρικόν πρωτότυπον
      —-
      🙂 🙂

      Εδώ συμφωνούμε απόλυτα Βάταλε!

      Αλλά επειδή τους πάω πολύ αμφότερους (Καζαντζάκη, Κακριδή) τους κάνω την τιμή.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s