Τα ΙΕ nomina agentis και instrumenti τύπου *-DeL-

Από την μελέτη των θυγατρικών ΙΕ γλωσσών προκύπτει το αναντίλεκτο συμπέρασμα ότι η μητρική ΠΙΕ διέθετε μια ομάδα επιθημάτων με γενικό τύπο *-DeL- (D = dental/οδοντικό σύμφωνο /t/ ή /dh/, L = liquid/υγρό ένηχο /r/ ή /l/) τα οποία σχημάτιζαν nomina agentis (nomen agentis = όνομα ενεργούντος προσώπου, ενεργητικό όνομα) και nomina instrumenti (nomen instrumenti = όνομα οργάνου/εργαλείου, οργανικό όνομα).

Τα επιθήματα αυτά ήταν τα *-ter-, *-tel-, *-dher-, *-dhel-.

nomina

Η αρχαιότητα αυτών των ΙΕ επιθημάτων μαρτυρείται από αρχαϊκούς ΙΕ όρους όπως

*ph2-tēr = «πατήρ», κυριολεκτικά «προστάτης/ταϊστής/ποιμένας της οικογένειας» (η ΙΕ ρίζα είναι *peh2- «προστατεύω,ταΐζω» που στις επαυξημένες μορφές *poh2-i- και *peh2-s- έδωσε αντίστοιχα το ελληνικό ποιμήν και το λατινικό pastōr)

και

*h2erh3-tr-om = «ἄροτρον», κυριολεκτικά «όργανο αρόσεως/οργώματος» (*h2erh3– «ἀρόω, οργώνω»)

Το επίθημα *-ter- στην Ελληνική

Στην Ελληνική το επίθημα *-ter- σχηματίζει ε-βαθμα (*-ter-s*-tēr ~ -τηρ), ο-βαθμα (*-tor-s > *-tōr ~ -τωρ) και μηδενόβαθμα (*-tr-os > -τροςnomina agentis τα οποία συνοδεύονται από μηδενόβαθμα (*-tr-) και η-βαθμα (*-tēr-iom > -τήριον) nomina instrumenti. Οι εκτάσεις που συνόδευσαν την απώλεια του τελικού /s/ οφείλονται στον γνωστό νόμο του Szemerényi. Ο τονισμός καθορίζει τον βαθμό ablaut, δηλαδή όταν το επίθημα *-ter- τονίζεται τότε το nomen agentis είναι ε-βαθμο -τήρ, ενώ όταν δεν τονίζεται τότε είναι ο-βαθμο -τωρ, όπως στα παρακάτω παραδείγματα:

g’enh1- «γεννώ» > *g’enh1-tor-s > *g’enh1-tōr «αυτός που γεννά» > γενέτωρ = γονεύς

*werh1- «λέω» (ἐρέω, εἴρω) > *wr.h1-ter-s > ῥητήρ και ῥήτωρ (κυριολεκτικά «ομιλητής»)

*deh3- «δίνω» > *d(e)h3-ter-s > δοτήρ ~ δωτήρ και δώτωρ

πρᾱκ-jω > πράσσω/πράττω (η βράχυνση ᾱ>α οφείλεται στον νόμο του Osthoff) > πρηκτήρ και πράκτωρ

ἄμυνα > ἀμυντήρ και ἀμύντωρ

*segh- «(επι)κρατώ» > ἔχω με nomen agentis *sègh-tōr > hektōr > Ἕκτωρ

Συγχρονικά, οι Έλληνες της κλασικής περιόδου κατανοούσαν το όνομα Ἕκτωρ ως «αυτός που κρατάει τη θέση του στη μάχη, που δεν υποχωρεί, που αντέχει» αλλά, διαχρονικά, η ΙΕ ρίζα *segh- σημαίνει «επικρατώ» (λ.χ. πρ-γρμ. *segaz ~ σανσκ. sahas = «επικράτηση, νίκη») και, κατά συνέπεια, αν το όνομα Ἕκτωρ κληροδοτήθηκε στην Ελληνική από τον πρόδρομό της τότε αρχικά σήμαινε «Νῑκητήρ ~ Νῑκήτωρ» (λ.χ. o Σέλευκος Νῑκάτωρ με μακρό /ᾱ/ έναντι του αττικο-ιωνικού /η/ που δείχνει την μακεδονική καταγωγή του τίτλου «Νῑκάτωρ» του ιδρυτή της δυναστείας των Σελευκιδών).

Από την ρίζα *weid- «βλέπω» (με παρακείμενο *woid- > οἶδα = «[το] έχω δει» > «[το] γνωρίζω») προέκυψε το nomen agentis *wid-tor-s > wistōrϝίστωρ > ἵστωρ ~ «γνώστης, επιστήμων» (λ.χ. πρωτογερμανικό *weid-tos > *wīsaz = «σοφός» > αγγλικό wise) με παράγωγο όρο την *wid-tor-ieh2ἱστορία ~ ἐπιστήμη. Για την οδοντική ανομοίωση dt>tt>st/ss έχω κάνει παλαιότερη ανάρτηση.

Επειδή το ρήμα ἐπάγω σήμαινε μεταξύ άλλων και «κυνηγώ» ([ἐπ-]ἄγω τοῦς κύνας κατά του θηράματος), στα ομηρικά έπη ἐπακτήρ ήταν ο «κυνηγός, ὁ τοῦς κύνας ἐπάγων».

[Οδύσσεια, 19.435-445]

οἱ δ᾿ ἐς βῆσσαν ἵκανον ἐπακτῆρες: πρὸ δ᾿ ἄρ᾿ αὐτῶν
ἴχνι᾿ ἐρευνῶντες κύνες ἤϊσαν, αὐτὰρ ὄπισθεν

τὸν δ᾿ ἀνδρῶν τε κυνῶν τε περὶ κτύπος ἦλθε ποδοῖϊν,

ὡς ἐπάγοντες ἐπῇσαν: ὁ δ᾿ ἀντίος ἐκ ξυλόχοιο

Από την άλλη, επειδή ο Ερμής ήταν ψῡχοπομπός και αγγελιοφόρος, δηλαδή διήγε τις ψυχές και τις εντολές του Διός, είχε τον τίτλο διάκτωρ (στα έπη ο όρος απαντά στην θεματοποιημένη μορφή διάκτορος).

Στην Οδύσσεια, ο Οδυσσέας υπενθυμίζει στον Κύκλωπα Πολύφημο ότι ο Ξένιος Ζεύς ήταν ἐπιτῑμήτωρ ξείνων (= εκδικητής των αδικημένων/κακομεταχειρισμένων ξένων, δηλαδή τιμωρός εκείνων που παραβίαζαν τον θεσμό της ξενίας).

Μερικά μηδενόβαθμα αρσενικά nomina agentis σε *-tr-os είναι τα παρακάτω:

ἰατήρ > ἰατρός

*deh2(i)- «διαιρώ (και μοιράζω)» > δαίωδαίομαι > *dh2i-tr-os > δαιτρός = μεριστής, ταμίᾱς (<τέμνω)

Ομόρριζος και ταυτόσημος του όρου δαιτρός είναι ο όρος *dh2i-mon-s > δαίμων = θεός (~ «δώτωρ ἐάων»)

Εκτός από τον τύπο δαιτρός (και το παράγωγο ρήμα δαιτρεύω), υπάρχει και το ομηρικό όνομα Δαίτωρ και ο δαίτης.

δαίτας· μεριστάς Μακεδόνες

δαιτροί· μερισταί

Αποκλειστικά ελληνική καινοτομία είναι τα πρωτόκλιτα nomina agentis σε -τᾱς > -της (λ.χ. νικητήρ > νικητής, ὀρχηστήρ > ὀρχηστής, μαχητής, αἰχμητήρ > αἰχμητήςποιητής, ἀθλητής κλπ) και, φυσικά, τα nomina agentis σε *-ηύς ~ -εύς (λ.χ. κεραμεύς, ἁλιεύς, βασιλεύς, ἱερεύς, γονεύς κλπ). Έχω παραθέσει σε παλαιότερη ανάρτηση την περιγραφή του Andrew Sihler για την ελληνική παραγωγικότατη καινοτομία -τηρ > -τᾱς (> -της). Στις άλλες ΙΕ γλώσσες το μόνο άλλο ανάλογο που βρήκε ο Sihler είναι το επίθετο Monēta (~ «συμβουλεύτρα, υπενθυμίστρα» < moneō) της Ήρας στην Ρώμη (ορισμός II). Επειδή στον ναό της Ήρας στην Ρώμη λειτουργούσε νομισματοκοπείο, τελικά το επίθετο της θεάς απέκτησε την σημασία «νόμισμα, χρήμα» > αγγλικό money)

Τα ελληνικά θηλυκά nomina agentis είναι τύπου “Devī” (*-ih2) ε-βαθμα ή μηδενόβαθμα και μηδενόβαθμα σε -ιδ-

*-ter-ih2 > *-terja > -τειρα και *-tr-ih2 > -τρια ή *-tr-id-s > -τρις

δοτήρ ~ δώτωρ > δότειρα ~ δώτειρα αν και στην Νεοελληνική συνηθίζεται το μηδενόβαθμο -δότρια (λ.χ. αιμοδότρια)

*g’enh1-ter- > γενετήρ ~ γενέτωρ > γενέτειρα 

βοτήρ > πολυβότειρα

*twh2wo-ter- > σαϝοτήρ ~ σωτήρ > σώτειρα 

Το μακεδονικό λήμμα σαυτορία = σωτηρία που διέσωσε ο Αμερίας είναι ενδεικτικό του παράλληλου nomen agestis *σαϝό-τωρ ~ *σώτωρ (λ.χ. το ζεύγος ἵστωρ ~ ἱστορία που αναφέρθηκε παραπάνω) με τόνο όπως στο σαϝόφρων ~ σώφρων και τροπή αο>αυ όπως στο βοιωτικό όνομα Σαυτέλης = Σαϝοτέλης ~ Σωτέλης (Θεσπειαί, 424 π.Χ.) και στο μακεδονικό kurzform όνομα Σαυτίᾱς = Σωτίᾱς που, περιέργως, βρέθηκε στην Μακεδονική Θράκη (Σέρρες, ~225 μ.Χ.) σε μια επιγραφή γεμάτη με Θρακικά ονόματα (Βίθυς, Δούλης, Παίβης, Δυτούλας κλπ). Έγραψα περιέργως γιατί ανατολικά του Στρυμόνα τα παραδοσιακά διαλεκτικά μακεδονικά ανθρωπωνύμια είναι πολύ σπάνια.

σαυσιαλεῖ· μαστιγᾶται. Ἠλεῖοι

σαυτορία· σωτηρία. Ἀμερία(ς)

σαυχμόν· σαχνόν, χαῦνον, σαθρόν, ἀσθενές

Sauteles

Μερικά αρχαία παραδείγματα σε -τρια είναι τα παρακάτω:

ἐρέτης = «κωπηλάτης» > Ἐρέτρια (απαντά στην Ιλιάδα ως Εἰρέτρια λόγω μετρικής εκτάσεως πριν από ένηχο, λ.χ. ἀνήρ > ηνορέη, Ὄλυμπος > Οὔλυμπος, περί-θοοςΠειρίθοος, ἄμαθος > Ἠμαθίη/ἠμαθόεις)

κομμώτρια (Πλάτων, Πολιτεία, 373c)

μαθήτρια (Διόδωρος, 2.52)

ποιήτρια (Λαμία 3ος π.Χ. αι.)

Η αλήθεια είναι πως τα θηλυκά nomina agentis σε -τρια στην αρχή δεν ήταν τόσο συχνά όσο τα ε-βαθμα αντίστοιχά τους, αλλά άρχισαν να κερδίζουν έδαφος κατά την Ελληνιστική Περίοδο. Πριν από την Ελληνιστική Περίοδο, το συχνότερο μηδενόβαθμο επίθημα των θηλυκών nomina agentis ήταν το *-tr-id-s > -τρίς (λ.χ. ἡ Ἑλληνίς, τὴν Ἑλληνίδα).

ἀλέτης > ἀλετρίς (Οδύσσεια, 20.105)

αὐλητήρ > αὐλητρίς (Αριστοφάνης, Ξενοφών, Πλάτων)

ἐπακτήρ > ἐπακτρίς = γρήγορο καταδιωκτικό σκάφος (Ξενοφών)

ληϊστήρ ~ ληϊστωρ > λῃστρίς ναῦς = πειρατικό πλοίο (Ψευδο-Δημοσθένης)

ὀρχήστρα, ὀρχηστήρ (ήδη στην Ιλιάδα δίπλα στο ὀρχηστής) > ὀρχηστρίς (Αριστοφάνης)

Από την μεσαιωνική Ελληνική αναφέρω το βυζαντινό επίθετο της Παναγίας Ὁδηγήτρια ως σημείο αναφοράς για τα νεοελληνικά θηλυκά nomina agentis όπως καθηγήτρια, καθαρίστρια, φεμινίστρια κλπ.

Αν περάσουμε από τα nomina agentis στα nomina instrumenti της Ελληνικής από το επίθημα *-ter-, αυτά είναι τα μηδενόβαθμα *-tr-om > –τρον και *-tr-eh2 > –τρ και το η-βαθμο *-tēr-iom > –τήριον.

*h2erh3-trom > ἄροτρον

θέᾱ > θέᾱτρον

*lewh3- «πλένω», μετατεθειμένο *lh3we- > λοέω ~ λούω και *lh3we-tron > λοετρόν ~ λουτρόν.

O Andrew Sihler ακολουθεί την γνώμη του δασκάλου του Warren Cowgill και θεωρεί την μετάθεση *-eCh3-> -eCo- > -oCe- κανονική και μεταμυκηναϊκή στην Ελληνική (εκτός από το λεϝόω > λοϝέω ~ λούω παραθέτει και το *sterh3– > στορέννῡμι > στόρνῡμι). Μεταμυκηναϊκή, επειδή στις πινακίδες της Γραμμικής Β η ρηματική ρίζα είναι ακόμα re-wo– = λεϝο– και όχι ro-we- = λοϝε- όπως στην ιστορική Ελληνική.

lewh3

*bher-(e)-tr-om  > φέρτρον ~ φέρετρον.

δέρμα/δέρας > δέρτρον = ἐπίπλοον (η «μπόλια», το περιτόναιο που περιβάλλει τα ενδοπεριτοναϊκά κοιλιακά σπλάγχνα)

*wel-u- > εἰλύω = «καλύπτω, τυλίγω» > *wel-u-tr-om > ἔλυτρον ~ σανσκριτικό varùtram = «μανδύας, πέπλο».

*terh1- «τρυπάω, τετραίνω» (λ.χ. τρητός, διάτρησις) με nomen instrumenti το πλειοφωνικό (δηλαδή με τον τόνο πάνω στο μακρό συλλαβικό ένηχο *RH) *tr.h1-tr-om > τέρετρον = «τρυπάνι».

*kelh1- «υψώνω» με nomen instrumenti το επίσης πλειοφωνικό *kl.h1-tr-om > κέλετρον = «εξέδρα ψαρέματος» (Κέλετρον = το αρχαίο όνομα της Καστοριάς που είναι χτισμένη στο ακρωτήρι της λίμνης).

Ο ουδέτερος πληθυντικός *-tr-h2 > -τρα είναι τυπικός των ανταμοιβών/πληρωμών σε nomina agentis:

τα δίδακτρα του διδάκτορος/διδακτῆρος, τα ἴατρα του ἰάτορος/ἰατῆρος, τα ἔργαστρα του ἐργαστῆρος, τα εὔρετρα του εὐρήτορος κλπ.

Από τα θηλυκά σε *-tr-eh2 > -τρᾱ θα αναφέρω τα παρακάτω:

*g’heu- «χέω» > *g’hu-tr-eh2 > χύτρᾱ

*werh1- «λέω» > *wr.h1-tr-eh2 > ῥήτρᾱ = «προφορική συμφωνία»

*bhr.-tr-eh2 > *φάρτρ > φαρέτρᾱ

Και επειδή η Νεοελληνική δεν έχει πάψει να είναι ΙΕ γλώσσα:

IE *g’hed-yō > χέζω (συγγενής το αλβανικό *dzedya > djedz > djez > dhjes και το σανσκριτικό hadati) με οργανικό παράγωγο την γνωστή μας *g’hed-tr-eh2 > χέστρα

ghedyo

και πολλά άλλα καθημερινά νεοελληνικά θηλυκά nomina instrumenti όπως ρουφήχτρα, ταΐστρα, ποτίστρᾱ (μαζί με το αρχαίο πιπίσκω/πίνω > πίστρᾱ), κρεμάστρᾱ, μυγοσκοτώστρα, απλώστραξαπλώστρα κλπ.

Το γενικευμένο /s/ που συχνά συνοδεύει μη ετυμολογικά το επίθημα -σ-τρᾱ στα παραπάνω παραδείγματα ετυμολογικά προέρχεται από τα ρήματα σε -ίζω ~ -άζω (*-id- ~ *-ad-, λ.χ. θαυμάζω > θαυμαστής, θαυμάστρια, με οδοντική ανομοίωση *-d-t- > -st-). Το «χ» της ρουφήχτρας (ρουφηχτός, ρούφηγμα) έχει ετυμολογική καταγωγή από τα υπερωικόληκτα θέματα όπως το ἁρπάγ-jω > ἁρπάζω (ἁρπακτός > αρπαχτός ~ αρπάχτρα). Η αυτονόμηση των επιθημάτων -σ-τρᾱ > -στρα και -κ-τρᾱ > -χτρα είναι ένα άριστο παράδειγμα παραγωγής νέων επαυξημένων επιθημάτων (λ.χ. σκιάζω > σκιάχτρο , χωρίς να υπάρχει υποψία υπερωικού /γ/ στο -άζω (-αδ-jω) του σκιάζω, όπως λ.χ στα σφάζω/σφαγή και ἁρπάζω/ἁρπαγή).

Τα η-βαθμα nomina instrumenti σε -τήριον προφανώς είναι παράγωγα των nomina agentis σε –τηρ. Το επίθημα -τήριον προέκυψε δευτερογενώς από ουσιαστικοποιημένα παράγωγα επίθετα σε -τήρ-ιος όπως λ.χ.:

νῑκητήρ > νῑκητήριος

ἀμυντήρ > ἀμυντήριος

δικάζω > δικαστήρ > δικαστήριον (όρος που στην Ιστιαιώτιδα της Θεσσαλίας είχε την διαλεκτική μορφή δικαστείρρεν με η>ει, ρj>ρρ και ο>ε τυπικά της περιοχής και δοτική δικαστείρρεις = δικαστηρίοις).

dikasteirren

ἐργάζομαι > ἐργαστήρ > ἐργαστήριον

βουλευτήρ > βουλευτήριον

αὐλητήρ > αὐλητήριον

Με τον καιρό, το επίθημα -τήριον αυτονομήθηκε πλήρως και προέκυψαν όροι όπως το ἀκρωτήριον και το κοιμητήριον για τους οποίους δεν υπάρχουν ενδιάμεσα nomina agentis.

Το επίθημα *-ter- στις άλλες ΙΕ γλώσσες

Εκτός από την Ελληνική, οι διάφοροι τύποι του επιθήματος *-ter- ( *-tēr, *-tōr, *-trom) απαντούν και στις άλλες ΙΕ γλώσσες.

Η Λατινική έχει τα κληροδοτημένα pater και arātrum, αλλά οι παραγωγικοί τύποι του επιθήματος *-ter- είναι το ο-βαθμο επίθημα των nomina agentis *-tor-s > *-tōr > -tor με θηλυκό παράγωγο τύπου “Devī” που σχηματίζεται με το μηδενόβαθμο επίθημα *-tr-ih2-k-s > *-trīx και με το αντίστοιχο nomen instrumenti να σχηματίζεται με το επίθημα *-tōr-iom > -tōrium (< ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου -tōrius, όπως συνέβη και με το ελληνικό -τήριος > τήριον).

*g’enh1- > genitōr = γενέτωρ με θηλυκό genetrīx = γενέτειρα

*h2eg’- > agō > *h2eg’-tōr > āctor (~ ἄκτωρ, λ.χ. διάκτωρ) με θηλυκό āctrīx (~ ἀκτρίς, λ.χ. ἐπακτρίς)

lavō = «πλένω» > lavātor = «πλυτής/πλύντης» ~ lavātrīx = «πλύστρα» (και ο ιταλικός νεολογισμός lavatrice = «πλυντήριο») και lavātōrium = «πλυστήριον (μέρος)»

audītor = «ακουστής, ακροατής», audītōrium = «αίθουσα διδασκαλίας»

accūsātor = ο κατήγορος > accūsātrīx η κατήγορος

fulgur = «κεραυνός» > fulgurātor = «ο ιερέας/μάντης που ερμηνεύει τους κεραυνούς ως οιωνούς»

Η ΙΕ ρίζα *h1rep- «αρπάζω, πιάνω» έδωσε το λατινικό ρήμα rapiō και το nomen agentis raptor = «ἅρπαξ, σίντωρ = σίντης, αρπακτικό πτηνό» που έγινε ιδιαίτερα γνωστό με τους Velociraptors του Jurassic Park και το μαχητικό αεροσκάφος F-22 Raptor.

Το λατινικό ρήμα rapiō συνεχίζει στην Βλαχική/Αρουμανική ως arachiu (/aràkyu/) δείχνωντας προθετικό a- (λ.χ. χεῖλος > αχείλι, Ναύπλιον > Ανάπλι) και την τυπική βλαχική τροπή των χειλικών συμφώνων σε υπερωικά πριν από i/y (λ.χ. petra > pietra > piatră > chiatrã).

Λιγότερο γνωστοί είναι οι ελληνικοί απόγονοι της ΙΕ ρίζας *h1rep-:

*h1rep-yo-m-h2ei > ἐρέπτομαι = λαφύσσω (= καταβροχθίζω < αρπάζω με το στόμα) και το nomen agentis που διέσωσε ο Ησύχιος ἐραπτήρ = θηρευτής:

ἐράπτομεν· ἐβουλεύομεν (π 379)

ἐραπτήρ· θηρευτής

ἐράραστον· ἐράσμιον

Στα ελληνικά ζεύγη ἵστωρ ~ ἱστορία και σωτήρ ~ σωτηρία αντιστοιχούν τα λατινικά όπως victor ~ victōria:

*weik- «νικώ,πολεμώ» > *wi-n-k-ō > vincō (με ρινική ένθεση) > *wik-tōr > victor = «νῑκητήρ, νῑκήτωρ», με παράγωγο όρο την *wik-tōr-ieh2 > victōria = «νίκη».

Αν περάσουμε στα ουδέτερα, εκτός από το arātrum υπάρχει το spectrum = «φάσμα», το plaustrum = «κάρο, σκάφος» κλπ. Στην Λατινική συνέβη η τροπή *-trom > -crum που φαίνεται στα παραδείγματα:

lavācrum = λουτρόν

involūcrum = ἔλυτρον = σανσκ. varùtram

sepeliō = «ενταφιάζω, θάβω» > sepulcrum = «τάφος, μνήμα»

Στην Σανσκριτική τα nomina agentis σε *-ter- εμφανίζονται ως αρσενικά *-tr./tā (λ.χ. *ph2tēr > pitr. ~ pitā) και ως θηλυκά τύπου “Devī” *-tr-ih2 > -trī (~ ελληνικό -τρια).

Έτσι, η σανσκριτική γένετειρα είναι *g’enh1-tr-ih2 > janitrī ~ λατινικό genetrīx.

Από τα αρσενικά nomina agentis θα αναφέρω ένα Θρακο-Άριο λεξιλογικό ισόγλωσσο. Επειδή ο «ιερεύς» έκανε τις ιερές σπονδές (κρασί που χυνόταν ως προσφορά στους θεούς), ήταν ο *g’hu-tēr «χυτήρ», με την μόνη διαφορά ότι σε αυτές τις τρεις γλώσσες ο όρος εμφανίζεται ως ε-βαθμος (*g’heu-tēr):

Σανσκριτικό: hotā ~ hotr.

Αβεστικό: zaotar

Θρακικό: *Zeutēr > Σεύθης (και ζετραία < *ζευτραία η θρακική χύτρα)

Seuthes

Όσον αφορά στο ουδέτερο επίθημα *-trom των nomina agentis έχω ήδη αναφέρει το Ελληνο-Λατινο-Ινδικό ισόγλωσσο ἔλυτρον ~ varùtram ~ involūcrum.

Η ρίζα *k’leu- «ακούω» έδωσε το σανσκριτικό nomen instrumenti *k’leu-tr-om > śrotram = «αφτί, άκουσμα» με αβεστικό συγγενή το sraoθra-.

Από την άλλη, το *g’heu-tr-omhotram = «σπονδή, σκεύος σπονδής» είναι το παράγωγο nomen instrumenti του nomen agenti hotr. = «ιερεύς, “χυτήρ”».

Στην Αρμενική το οργανικό επίθημα *-trom εξελίχθηκε σε -wr (*tr>wr), όπως δείχνει ο όρος:

*h2erh4-tr-om > *arat’ron > arawr

Το Αρμενικό *k’lu-tr-om > *sluwr > lur «άκουσμα, κλέος» είναι ο συγγενής των Ινδο-Ιρανικών śrotram ~ sraoθra-.

hotram

Το επίθημα *-tēr στην Αρμενική ακολούθησε την κανονική εξέλιξη: *-tēr > *-t’īr > -yir > -yr

*ph2tēr > hayr

*meh2tēr > mayr

*breh2tēr > *rbāt’īr > *erbayir > ełbayr

Με τα παραπάνω κατά νου, η αρμενική «σπηλιά» ayr ανάγεται πίσω στο *antēr, δηλαδή στην αρσενική εκδοχή του ελληνικού ουδετέρου ἄντρον.

Σύμφωνα με τον de Lamberterie, υπήρχε κάποτε ένας κοινός Ελληνο-Αρμενικός αρσενικός όρος *antēr «σπηλιά» και στην Ελληνική συνέβη η εξέλιξη ὁ ἀντήρ > τὸ ἄντρον, όπως ἀστήρ > τὸ ἄστρον.

ayr

Στον Γερμανικό κλάδο το ΠΙΕ οργανικό επίθημα *-tr-om εξελίχθηκε στο πρωτογερμανικό *-þrą (þ = /θ/).

*peh2- «ταΐζω» > *peh2-tr-om ~ *pātrom > πρωτογερμανικό *fōþrą = «σανός, φορβή» > αγγλικό fodder 

Υπάρχει και ο γερμανικός συγγενής του ελληνικού όρου λουτρόν, αλλά σημαίνει «σαπούνι, σαπουνάδα, απορρυπαντικό»:

*lowh3-tr-om > πρωτογερμανικό *lauþrą > αγγλικό lather.

*h1reh1- «κωπηλατώ» (λ.χ. ἐρέτης, Ἐρέτρια, ἐρετμόν/ἐρετμή) > *h1roh1-tr-om > πρωτογερμανικό *rōþrą = «πηδάλιο πλοίου» > αγγλικό rudder.

Αν όμως περάσουμε στον Κελτικό κλάδο τότε ο Παλαιοϊρλανδικός όρος loathar ~ lōthar είναι και συγγενής και ταυτόσημος του ελληνικού όρου λουτρόν. Επίσης, το Παλαιοϊρλανδικό «χείμαρρος» *h1riH-tr-om > rīathar (και *h1riH-tr-os > rīathor = «καταρράκτης») έχει σχηματιστεί από την ρίζα *h1rei(H)- «ρέω, τρέχω» του σλαβικού «ποταμού» *h1roi-keh2 > *rěka.

riathar

Το επίθημα *-tel- στην Ελληνική

Το επίθημα *-tel- μάλλον προέκυψε από το *-ter- με ρωτική ανομοίωση (r..r > r..l, λ.χ. ἄροτρον > αλέτρι) σε παράγωγους όρους που περιείχαν /r/ στο θέμα τους (λ.χ. φέρτρον, δέρτρον). Με το πέρασμα του χρόνου όμως απέκτησε την δική του αυτόνομη υπόσταση ως ΙΕ επίθημα.

Στην Ελληνική, αντίθετα με το επίθημα *-ter- που υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικό, το επίθημα *-tel- έδωσε μόνο μερικά μηδενόβαθμα nomina instrumenti *-tl-.

*weg’h-e- > ϝέχω (λ.χ. ἔποχος) > *wog’h-e-tl-om > ὄχετλον = «όχημα»

*g’heu- > χέω > *g’hu-tl-om > χύτλον = «νερό που χύνεται στον λουόμενο»

*bheuH- > φύω > bhu(H)-tl-om > φύτλον = «φυτό»

*segh-e- > ἔχω > *segh-e-tl-eh2 > εχέτλη = «το χερούλι του αρότρου»

*bheuH- > φύω > *bhu(H)-tl-eh2 > φύτλη = «γένος» (ομόρριζο με τα φῡλή, φῦλον, φύτρᾱ)

*g’heim-en- > χεῖμα, χειμών > *g’him-e-tlχιμέτλη ~ χίμετλον = η «χιονίστρα» (το ερύθημα των δακτύλων και της μύτης που προκαλεί η έκθεση σε έντονο κρύο)

Στον Σλαβικό κλάδο, ο κοινός σλαβικός όρος *steud- > *studŭ= «κρύο» έδωσε το εκτεταμένο παράγωγο *stūd- > *stydŭ = «ντροπή» (λ.χ. σερβοκροατικό stidljiv = «ντροπαλός»), επειδή η κατάσταση ντροπής προκαλεί ένα ανάλογο «κοκκίνισμα ~ χίμετλον» στο πρόσωπο με αυτό που προκαλεί το κρύο.

Το επίθημα *-tel- στις άλλες ΙΕ γλώσσες

Στην Λατινική, το επίθημα *-tel- έξελίχθηκε στο μηδενόβαθμο επίθημα *-tl-om > *-tlum > *-clum > -culum που σχηματίζει ουδέτερα nomina instrumenti. H τροπή *tl>cl είναι ανάλογη της *tr>cr που ήδη ανέφερα στα ουδέτερα του τύπου -crum και συνέβη ανεξάρτητα και στο μεταγενέστερο vetulus > *vetlus > veclus (λ.χ. ιταλικό vecchio ~ βλαχικό veclju) , ενώ η ανάπτυξη *-clum > -culum είναι τυπική στο λατινικό σύμπλεγμα CL (C= consonant/σύμφωνο, λ.χ. *nebh-leh2 > *nebla > nebula, *dhig’h-los > *figlus > figulus).

*weg’h- > vehō και *weg’h-i-tl-om > vehiculum ~ ὄχετλον

*seh2-i- «γεμίζω, κορέννῡμι» > *sh2i-tl-om = «ζωή γεμάτη (χωρίς πρόωρο θάνατο)» > λατινικό saeculum = «αιώνας» ~ Ουαλικό hoedl = «διάρκεια ζωής» (lifespan).

Εδώ θα μου επιτρέψει ο μακαρίτης Calvert Watkins να συμφωνήσω μαζί του στην αναδομημένη ρίζα *sh2i-tl-om στην οποία κατέληξε για τα saeculum/hoedl, αλλά να προτιμήσω να εξηγήσω το *seh2-(i)- από την ρίζα «γεμίζω, κορέννῡμι» και όχι από την ρίζα *seh2i- «δένω» (> κάνω συμφωνία [με τους θεούς] να ζήσω 100 χρόνια) που προτίμησε ο ίδιος. Σε παλαιότερη ανάρτηση ανέφερα την άποψή μου ότι το μέχρι στιγμής ανετυμολόγητο ελληνικό αἷμα μάλλον είναι από την ίδια ρίζα *seh2(i)- «γεμίζω» > *seh2-i-mn. = «αυτό που γεμίζει το εσωτερικό μας, γέμισμα».

saeculum

Όσοι γράψατε βιογραφικό στα αγγλικά γνωρίζετε τον όρο CV = Curriculum Vitae (= σταδιοδρομία/πορεία ζωής):

ΙΕ *k’ers- «τρέχω» > currō και *k’ors-i-tl-om > curriculum = «δρόμος»

Άλλοι λατινικοί γνωστοί όροι σε -culum είναι οι παρακάτω:

spectāculum = θέαμα

operculum = «κάλυμμα, σκέπασμα»

dēverticulum = «παράκαμψη» (στην ιατρική ορολογία diverticulum = «εγκόλπωμα»)

senaculum = το μέρος όπου συνερχόταν η Ρωμαϊκή Σύγκλητος ~ Senātus (ετυμολογικά «Γερουσία», senex)

Στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουμε το επίθημα *-ter- από το επίθημα *-tel- λόγω της τροπής *l>r. Η διάκριση είναι δυνατή μόνον όταν έχουμε βέβαιους ΙΕ συγγενείς.

Έτσι, ενώ πίσω από το varùtram κρύβεται το *-tr-om (ἔλυτρον, involūcrum), πίσω από το vahitram = «όχημα» μάλλον κρύβεται το *-tl-om, επειδή ο όρος είναι μορφολογικά ολόιδιος με το λατινικό *weg’h-i-tl-om > vehiculum.

weghitlom

Η τροπή *-tl->-kl- εκτός από την Λατινική συνέβη και στην Λιθουανική, όπου το επίθημα *-tl-os εμφανίζεται ως -klas:

*h2erh3-tl-os > arklas = ἄροτρον

*gwerh3- «βιβρώσκω, καταπίνω» > λιθουανικό gerti με nomen instrumenti το *gwerh3-tl «λαιμός, τράχηλος» > gerklė ~ gurklys.

Στην Αλβανική, o ανάλογος με τους παραπάνω λιθουανικούς όρους είναι ο όρος *gwr.h3-tl-om > *gritlāgrellë (φάρυγξ > φαράγγι). Θα ξαναναφέρω αυτήν την σημασιακή εξέλιξη φάρυγξ > φάραγξ ~ βαθιά χαράδρα παρακάτω σε συγγενικούς ελληνικούς και σλαβικούς όρους.

grelle

Στον Σλαβικό κλάδο βρίσκουμε συχνά nomina agentis σε IE *-tel- > PrSlv *-teljĭ:

ΙΕ *deh3-tei > PrSlv *dati = «δίνω» > datel = «δοτήρ, δώτωρ»

*prijati = «αγαπώ, συμπαθώ» (ίδια ρίζα με το αγγλικό friend) > *prijateljĭ = «φίλος»

*učiti = «διδάσκω» > *učiteljĭ = «δάσκαλος, διδάκτωρ/διδακτήρ»

Ενδιαφέρον έχει ο πρωτοσλαβικός «τρυποκάρυδος» *děteljĭ γιατί μάλλον περιέχει την ρίζα *deh2-i- «διαιρώ, τέμνω» που ανέφερα παραπάνω στους όρους δαιτρός/δαίμων και, κατά συνέπεια, σημαίνει *deh2-i-tel > «υλοτόμος» (δαιτρός ~ ταμίᾱς), όπως το νεοελληνικό τρυποκάρυδος, τα αρχαία δρύοψ (που ανοίγει οπές σε δρύες) και δρυοκολάπτης (δρῦς+κολάπτω = χτυπώ), καθώς και το αγγλικό woodpecker (peck = κολάπτω, λ.χ. Woody the Woodpecker).

Και στην Αρμενική το επίθημα *-tel- υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικό στον σχηματισμό των nomina agentis. Το βασικό αρμενικό ενεργητικό επίθημα είναι το IE *-tol-s > *-tōl > *-t’ul > -(a)-t’l > -awł ~ -ōł (το /a/ είναι ένα “liaison vowel” = συνδετικό φωνήεν που στην Αρμενική μπαίνει ανάμεσα στα συνθετικά όταν το δεύτερο ξεκινάει από σύμφωνο. λ.χ. *-bhoros > *-abor > –awor = -φόρος, mec+tun > mecatun = «πλούσιος», κυριολεκτικά «μεγαλόσπιτος»). Αυτή είναι η ετυμολογία της Olsen, ενώ ο Meillet το εξήγησε εκ του μηδενόβαθμου *-(a)-tl-os (~ το *-tr-os του όρου ἰατρός). Και οι δύο ετυμολογικές προτάσεις ξεκινούν από το επίθημα *-tel- και οδηγούν κανονικότατα στο ίδιο αποτέλεσμα -awł, επομένως, διαλέγετε όποια σας αρέσει περισσότερο.

Έχει ενδιαφέρον ότι το ΙΕ *h2stēr > ἀστήρ στην Αρμενική απαντά ως *astēl > astł

Armenian-awl

*g’enh1es- > cin = «γένος» με nomen agentis *g’enh1-a-tōl > cnawł = γενέτωρ, γονεύς

sermanem = «σπείρω» > sermanawł = «σπορεύς»

šinem = «κτίζω» > šinawł = κτίστωρ/κτιστήρ/χτίστης

Το ζεύγος επιθημάτων *-dher- ~ *-dhel- στην Ελληνική

Εκτός από το ζεύγος επιθημάτων *-ter- ~ *-tel-, η ΠΙΕ διέθετε και το ζεύγος *-dher- ~ *-dhel- με την διαφορά ότι, αντίθετα με το πρώτο ζεύγος που ύπήρξε παραγωγικότατο σε όλους τους βαθμούς ablaut, το δεύτερο ζεύγος απαντά μόνον στον μηδενικό βαθμό *-dhr- ~ *-dhl- και σχημάτιζε μόνον nomina instrumenti.

Παραδείγματα σε *-dhr-om > -θρον:

*h2er- «ενώνω, συναρμολογώ» (λ.χ. ἁρμόζω, ἀραρίσκω) > *h2er-dhr-om > ἄρθρον

*gwem- > βαίνω > *gwm.-dhr-om > βάθρον

*sreu- > ῥέϝω > *srew-e-dhr-om > ῥέϝεθρον ~ ῥεῖθρον (λόγω συναίρεσης εε>ει όπως στο *treyes > τρέες > τρεῖς)

*leibh- «στάζω, ρέω» > λείβω > *leibh-e-dhr-om > λείβηθρον

μέλπω (αρχική σημασία ευχαριστιέμαι ~ παίζω) > μέλπηθρον = «παιχνίδι (σκύλου/παιδιών)»

πόλις/πτόλις > πτολίεθρον

Στα παραδείγματα του επιθήματος *-tel- ανέφερα τον λιθουανικό «λαιμό, τράχηλο» ως οργανικό παράγωγο της ρηματικής ρίζας *gwerh3- > «βιβρώσκω, καταπίνω»: *gwerh3-tl-os > gerklė ~ gurklys και το Αλβανικό ανάλογο *gwr.h3-tl-eh2 grellë που ακολούθησε την σημασιακή εξέλιξη «φάρυγξ > φάραγξ/βαθιά χαράδρα».

Ανάλογη σημασιακή εξέλιξη συνέβη στο ελληνικό *gwerh3-[e]-dhr-om > βέρεθρον ~ βάραθρον ~ αρκαδ. ζέρεθρον.

Παραδείγματα σε *-dhr-eh2 > -θρᾱ:

κολυμβάω > κολυμβήθρᾱ

*Ηwers- «ρέω, βρέχω» (λ.χ. ϝέρση = «δροσιά») > *Hwors-om > οὖρον (~ σανσκ. varṣàm = «βροχή») > οὐρήθρᾱ

*gwem- > βαίνω > *gwm.-dhr-eh2 > -βάθρᾱ λ.χ. διαβάθρᾱ = «σκάλα» και ἀποβάθρᾱ

Παραδείγματα σε *-dhl-om > -θλον:

*g’enh1-dhl-om > γένεθλον = «γένος, γόνος»

*h2eg’- > ἄγω > *h2eg’-e-dhl-om > ἄγεθλον = «το ζώο που άγεται προς θυσία»

*dheh1- > τίθημι > *dhh1m-e-dhl-om > θέμεθλον = θεμέλιο

θύω > τὰ θύσθλα = «ιερά αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν σε βακχικά όργια»

Το επίθημα μάλλον περιέχεται στο ϝεθλον > ἆθλον = «έπαθλο/βραβείο διαγωνισμού» αν και το θέμα awe- παραμένει ανετυμολόγητο. H ετυμολογία του βικιλεξικού από την ΙΕ ρίζα *h2weh1- «φυσάω» μου φαίνεται εντελώς αλλόκοτη. Μία πολύ καλύτερη ετυμολόγηση είναι από την ρίζα *h2ewe- ~ *h2eu- «ευνοώ, επιβραβεύω» που έδωσε το λατινικό aveō = «επιθυμώ σφόδρα, λαχταρώ», το σανσκριτικό àvati = «ικανοποιώ, ευνοώ» και το δωρικό ϝίτᾱς = «ευνοούμενος νέος». Το ϝεθλον = έπαθλο είναι τόσο η λαχτάρα του διαγωνιζόμενου όσο και η ικανοποιήση του νικητή.

Επειδή οι Mallory-Adams παρουσιάζουν την ρίζα απορώντας αν το αλβανικό ha = «τρώω» προέρχεται από αυτήν, εξηγώ πως το αλβανικό ha προέρχεται από την ρίζα *h1ed- «τρώω» *h1ed-sk’a > *edska > *eska > *eha > ha και το /h/ προέκυψε από το /sk’/ (~ -ίσκω, *sk>ks>h) κανονικότατα όπως και στα ρήματα njoh και ngroh.

h2eu

ἔδεθλον = ἔδαφος

Παραδείγματα σε *-dhl-eh2 > -θλη:

*g’enh1-dhl-eh2 > γενέθλη = «γένος, καταγωγή»

ἱμάς (< himant- < *sh2i-mant- = ιμάντας, ΙΕ *seh2i- «δένω») > ἱμασθλή

himas

Το ζεύγος επιθημάτων *-dher- ~ *-dhel- στις άλλες ΙΕ γλώσσες

Και στις άλλες ΙΕ γλώσσες βρίσκουμε μόνον τους μηδενόβαθμους τύπους σε nomina instrumenti.

Λατινική:

Στην Λατινική το επίθημα *-dhr-om απαντά ως -brum, δείχνοντας την κανονική λατινική τροπή *-dhr- > -br- (λ.χ. *h1reudh– > ἐρυθρός ~ λατινικό rubrus ~ ruber).

*krei- «κοσκινίζω, επιλέγω» > *krei-dhr-om «κόσκινο» > crībrum (από την ίδια ρίζα, αλλά με άλλο οργανικό επίθημα, και το παλαιοϊρλανδικό «κόσκινο» crīathar < *krei-tr-os και το παλαιοαγγλικό «αδρό κόσκινο» hridder).

*lewh3- «πλένω» > *luh3-dhr-om > lūbrum = «λουτρό» > polllūbrumdēlūbrum = «καθαρτήριον < ξεπλυντήριο»

Από την ίδια ρίζα, εκτός από το *lowh3-tr-om > lavācrum που ανέφερα παραπάνω, υπήρχε και το *lowh3-dhr-om > lavābrum.

*(s)kand- «φέγγω» > candēla (> καντήλι) > candēlābrum = «κηροπήγιο»

Το θηλυκό ανάλογο *-dhr-eh2 > -bra απαντά σε όρους όπως:

*wert- «γυρνώ, περιστρέφομαι» > vertō > vertebra = «ἄρθρον», «σπόνδυλος» = «αρθρωτική μονάδα που επιτρέπει κίνηση».

palpō = «ψηλαφώ» > palpebra = «βλέφαρο» (~ η μεμβράνη που «αγγίζει/ακουμπάει» το μάτι).

dolō = «λαξεύω, σκαλίζω» > dolābra = «αξίνα, σκαλιστήρι»

lateō = «κρύβομαι» (IE *leh2- > λανθάνω, λαθραῖος) > latēbra = «κρυψώνα , κρησφύγετο»

Τα εναλλακτικά επιθήματα *-dhl-om και *-dhl-eh2 στην Λατινική έγιναν κανονικά *-bulum και *-bula αντίστοιχα (*-dhl->-bl- και ανάπτυξη -bl->bul- όπως στο *-tlom > *-clum > -culum).

Τα πιο γνωστά παραδείγματα είναι η παρακάτω τριάδα λατινικών δανείων στην ύστερη Ελληνική:

*sth2-dhl-om > stabulum > στάβλος

*(s)th2-dhl-eh2 > tabula (επίπεδος δίσκος για την στήριξη των ποτηριών, αργότερα «πίνακας» > τάβλη ~ τάβλι

*s(y)uH-dhl-eh2 > subula > σούβλα (αρχικά «βελόνη» εκ της ρίζας *s(y)ewH- «ράβω»)

Μερικά άλλα τέτοια ουδέτερα είναι τα  παρακάτω:

acētum = «ξίδι» > acētābulum = «ρηχό δοχείο για το ξίδι» (στην ανατομία η κοτύλη της λεκάνης στην οποία εφαρμόζει η κεφαλή του μηρού)

vōx = «φωνή» > vōcābulum = «προσηγορία» (λ.χ. το ελληνικό «πως σε φωνάζουν;» = «πως σε λένε [οι άλλοι];»)

Ομόρριζο του προαναφερθέντος όρου latēbra = «κρυψώνα, κρησφύγετο» είναι το ουδέτερο latibulum.

*g’heu-d- «χέϝω» > *g’hu-n-d-ō > fundō με nomen instrumenti τον όρο *h1en-g’hund-i-dhl-om > īnfundibulum = «χοϝάνη, χωνί».

Μερικά θηλυκά ανάλογα σε *-dhl-eh2 > -bula είναι τα παρακάτω:

*bheh2- «μιλώ» (λ.χ. φᾱμί > φημί) > *bheh2-dhl-eh2 > fābula = «διήγηση, παραμύθι» (ο πρόγονος του ισπανικού hablar = λέγειν»).

mandō = «μασώ» (λ.χ. mandūcus = «φαγανός») > mandibula = «κάτω γνάθος, σιαγών».

dicō = «λέω» > dicābula = «φλυαρία»

Σλαβικός κλάδος:

Στον Σλαβικό κλάδο το επίθημα *-dhl-om > -(d)lo είναι το βασικό οργανικό επίθημα. Το /d/ διατηρείται στην Δυτική Σλαβική (Τσεχοσλοβακική, Πολωνική, Σορβική), αλλά στους άλλους δύο κλάδους έγινε η απλοποίηση *-dl->-l-.

*h2erh3-dhl-om > *ordlo = άροτρον (νοτιοσλαβικό radlo > ralo ύστερα από την μετάθεση των υγρών).

*syuH-dhl-om > *šydlo ~ *šidlo = «σούβλα» (ομόρριζο με το λατινικό subula ~ σούβλα)

*gwerh3-dhl-om > *gŭrdlo = «λαιμός» ~ žerdlo = «στόμα, λαιμός, φαράγγι» (~ gerklė ~ βάραθρον)

και ένα σωρό άλλα nomina instrumenti που μπορείτε να διαβάσετε εδώ (τσεχικά παραδείγματα) και εδώ (πολωνικά παραδείγματα), λ.χ. pisać = «γράφω» > pisadło = «στιλό,μολύβι».

Εδώ κλείνω την ανάρτηση, γιατί πιστεύω πως τα παραδείγματα της κάθε κατηγορίας (*-ter-, *-tel-, *-dher-, *-dhel-) που παρέθεσα είναι αρκετά.

Advertisements

11 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

11 responses to “Τα ΙΕ nomina agentis και instrumenti τύπου *-DeL-

  1. bill

    smardliv σε χαιρετω μετα απο καιρο!μου ελυσες μια απορια σημερα!!οταν ειμασταν μικροι στο χωριο μου και θελαμε να κοροιδεψουμε καποιον για κατι ντροπιαστικο που εκανε π.χ ηταν γυμνος του φωναζαμε ududu-ududu!!μαλλον προερχεται απο το sdudu που αναφερεις πιο πανω!δες ρε γ@μωτο τιποτα δεν ειναι τυχαιο!

  2. bill

    ναι αυτο.πιστευω απο αυτο (studu)προερχεται το κοροιδευτικο ududu που λεγαμε μικροι.

    • Τι να σου πω, δεν ξέρω για το ududu. Εκ πρώτης όψεως δεν μου φαίνεται να σχετίζεται με το stid = «ντροπή, κοκκίνισμα».

  3. bill

    ισως με το καιρο παραλειφθηκε το (s).παντως μου ταιριαζει.

  4. bill

    ξεχασα να πω οτι η λεξη επαναλαμβανοταν συνεχως ως προς αυτον που απευθυνοταν(ududu-ududu…….).τελος παντων. Λοιπον smardliv πρεπει να μου εξηγησεις το αρκετα συνηθες επωνυμο στις περιοχες μας, που υπαρχει σε διαφορες παραλλαγες στογιαννης-στουγιανης-στογιαννιδης-στογιαννου κτλ και στα σλαβικα κρατη των βαλκανιων ως stojanov-stojanovic-….ειναι τιποτα συνθετη λεξη?με το πρωτο συνθετικο sto=εκατο?

    • Το Στογιάννης είναι από το σλαβικό όνομα Stoyan (χαϊδευτικό Stojko λ.χ. ο Κροάτης μπασκετμπολίστας Stojan/Stojko Vranković).

      Το όνομα προέρχεται από το σλαβικό ρήμα *steh2- > *stā-tei > stati = «ἵστημι ( *sta- > sto- (ελληνικά στατός, στάτης, ευσταθής, σταθερός, στάσις κλπ), όπως στο stoya.

      Συγγενικά ονόματα από την ίδια ΙΕ ρίζα είναι το ελληνικό Ευστάθιος/Στάθης και τα λατινικά Constans/Constantinus κλπ (constans = ευσταθής/σταθερός, stabilis)

      Υπάρχουν και τα επίθετα μενεπτόλεμος ~ τληπόλεμος = «αυτός που στέκεται στην μάχη χωρίς να εγκαταλείψει την θέση του, αυτός που αντέχει ~ τλάει την μάχη», έννοια που στην Μακεδονία απαντά στο όνομα Σταπόλεμος.

      Το σκέτο Στα- ~ Στᾱ- ως πρώτο συνθετικό απαντά μόνο στην Μακεδονία. Αλλού συνηθίζεται το πρώτο συνθετικό *steh2-ti- > Στᾱσι-/Στησι- (λ.χ. Στησίχωρος, Στησίμβροτος).

      Επομένως ο Stoyan είναι ή ο «σταθερός/Ευστάθιος/Κωνσταντίνος» ή «αυτός που στέκεται/παραμένει στην θέση του χωρίς να υποχωρεί» (μενεπτόλεμος, Στᾱπόλεμος, Παράμονος/Παρμενίων κλπ) ή «αυτός που στέκεται όρθιος/αγέρωχος χωρίς να σκύβει/προσκυνά».

      Πάντως σίγουρα προέρχεται από το stoyati = «στέκομαι»

  5. bill

    ευχαριστω!ναι μονο στην μακεδονια υπαρχει.αρα ειναι απο το stoyam-stojam=στεκομαι.εχουμε ονοματα στα μερη μας stojanka-stojan-stojtse.τωρα φυσικα μονο μεγαλης ηλικιας ατομα προσφωνουνται με αυτα τα ονοματα(που ειναι τα προγονικα τους) αλλα στην ταυτοτητα εχουν αλλα.

  6. bill

    οκ καταλαβα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s