Το ονοματικό επίθημα -αν-

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω το ελληνικό ονοματικό επίθημα -αν- που απαντά στα γραμματικά ονόματα (ουσιαστικά και επίθετα) ως μέρος των επιθημάτων -ανος, -ανη, ανον. Επειδή πρόκειται για μια ετερογενή κατηγορία, πρέπει πρώτα να εξηγήσω με ποια ονόματα από αυτά ΔΕΝ θα ασχοληθώ.

Δεν θα ασχοληθώ με το επίθημα -ανος των λέξεων όπως κοίρανος, Ὠκεανός, Ὄλγανος. Το επίθημα -ανος αυτών των όρων ανάγεται στο γνωστό επίθημα *-e/o-nos που χρησιμοποιείται για να σχηματιστούν τίτλοι και θεωνύμια από άλλα γραμματικά ονόματα. Η αλήθεια είναι πως το ελληνικό /α/ σε αυτό το επίθημα είναι ετυμολογικά ανεξήγητο (*-on- > -an-? ), αλλά δεν έχω βρει πουθενά κάποια δήλωση προβληματισμού ή κάποια απόπειρα εξήγησης αυτής της μη αναμενόμενης τροπής.

O ΠΙΕ όρος για την «συμμορία νεαρών πολεμιστών» ήταν *koryos και ο παράγωγος όρος για τον αρχηγό αυτής της συμμορίας ήταν *kory-o-nos. Ο τελευταίος όρος είναι ο πρόγονος του ελληνικού τίτλου κοίρανος και του Ισλανδικού επιθέτου Herjann (< πρωτογερμανικό *Haryanaz) του αρχηγού του γερμανικού πάνθεου Óðinn (ο πατέρας του Thor, εκ του πρωτογερμανικού *Wōđanaz ~ *Wōđinaz , λ.χ. η αγγλική «Τετάρτη» Wednesday είναι «η ημέρα του Woden ~ Óðinn»).

Herjann

Η ετυμολογία των ονομάτων *Wōđanaz ~ *Wōđinaz και *Haryanaz δείχνει ότι ο Óðinn ήταν θεότητα του πολέμου. Ο τίτλος *koryonos > *Haryanaz τον κάνει «αρχηγό του στρατού, κοίρανο», ενώ ο τίτλος *Wōđanaz ~ *Wōđinaz τον συνδέει με τον πρωτογερμανικό όρο *wōdaz = «μανία, ψυχική διέγερση, αμόκ» (~ war frenzy) που χαρακτηρίζει τους μυθικούς λυκοτομαρένδυτους (Úlfhéðnar) πολεμιστές Berserkir (ενικός Berserkr). Όπως έχω εξηγήσει σε παλαιότερη ανάρτηση, στην Ιλιάδα χρησιμοποιείται ο όρος «λύσσα» (< *λύκ-jα < *wl.kw-ih2) για την αντίστοιχη κατάσταση των εκλεκτών πολεμιστών όπως ο Αχιλλέας και ο Έκτορας.

Αντίστοιχα, ο ποτάμιος θεός της Βέροιας Ὄλγανος (< Ϝόλγανος) περιέχει τον ΙΕ όρο *wolg-eh2 = «υγρασία» (λ.χ. πρωτοσλαβικό *volga > νοτιοσλαβικό vlaga) και μάλλον είναι ομόρριζος με τον γνωστό ποταμό Βόλγα.

Με άλλα λόγια, ο Ὄλγανος είναι *Wolg-onos.

Η πρωτογερμανική διτυπία *Wōđanaz ~ *Wōđinaz δείχνει την εναλλαγή ablaut *-e/o-nos. Άλλα παραδείγματα είναι τα παρακάτω:

λατινικό *dom(h2)os > domus = «σπίτι» > *dom-e-nos > dominus = «νοικοκύρης, αφέντης».

*dhrough-os «σύντροφος, φίλος» (λ.χ. σλαβικό drugŭ) > πρωτογερμανικό *dhrugh-tis > *dhruktis > *druhtiz = «συμμορία, παρέα» με αρχηγό τον *druhtinaz.

*teut-eh2 = «λαός, έθνος» > πρωτογερμανικό *þeudō και *þiudiskaz > Deutsch, Dutch, Τεύτονες κλπ. με «εθνάρχη, φύλαρχο, βασιλιά» τον *teut-o-nos > *þeudanaz (λ.χ. γοτθικό þiudans).

Αυτό το επίθημα *-e/o-nos περιγράφεται από τον Calvert Watkins στο “How to Kill a Dragon” ως εξής:

Odinn

Επίσης ΔΕΝ θα ασχοληθώ με το επιθετικό επίθημα -δανός το οποίο είναι παραλλαγή του επιθήματος -δνός με αναπτυκτικό /α/. Το επίθημα αυτό περιέχει το μηδενόβαθμο θεματοποιημένο επίθημα Hoffmann (*-h3nh2-os) των θηλυκών nomina abstracta σε -δών που, κατά κανόνα, παράγονται από σιγμόληκτα ουδέτερα (λ.χ. ἄνθος > ἀνθηδών, ἄλγος > ἀλγηδών κλπ).

*meh2k’es- > μῆκος > *meh2k’es-t-h3nh2-os > μηκεδ- (t+h3>d) > μακεδνός ~ μηκεδανός

*sriHges- > ῥῖγος ~ frīgor > *sriHges-t-h3onh2 > frīgēdō (~ **ῥῑγηδών) > ῥιγεδανός

Από αυτά πρέπει να διαχωριστεί το οὐτιδανός = «τιποτένιος» το οποίου το -δανός είναι ή δευτερογενής προσθήκη ή περιέχει το *d>δ του ουδετέρου *h2oyu-kwid > οὖτι (= ουδέτερο του όρου οὔτις).

Τέλος, ΔΕΝ θα ασχοληθώ με τα γραμματικά ονόματα σε -ανος στα οποία γνωρίζουμε ότι πίσω από το /α/ κρύβεται η «πλειοφωνία» *R.h2-nos> àRa-nos  και ο λαρυγγικός χρωματισμός *-h2-enos > *-anos. Παράδειγμα τέτοιων όρων είναι η «βάλανος»:

*gwelh2- > *gwl.h2-enos > *gwalanos > βάλανος

Θεωρητικά, ο ελληνικός όρος μπορεί να είναι και προϊόν πλειοφωνίας *gwl.h2-nos > βάλανος, αλλά ο τύπος *gwl.h2-en- εξηγεί και το αρμενικό αθεματικό *gwl.h2-en-s*gwl.h2-ēn > kałin «βελανίδι» αν υποθέσουμε ότι το λαρυγγικό *h2 δεν χρωμάτισε το μακρό *ē που προέκυψε από τον νόμο του Szemerényi και το οποίο, στην συνέχεια, ακολούθησε την τυπική αρμενική εξέλιξη εξέλιξη *ē>ī>i. Η αδυναμία των λαρυγγικών να χρωματίσουν το μακρό *ē, σε αντίθεση με το βραχύ *e, ονομάζεται «Νόμος του Eichner».

kalin-Eichner

Ποιους όρους θα εξετάσω;

Αφού ξεκαθάρισα ποιους όρους ΔΕΝ θα εξετάσω, έφτασε η ώρα να περιγράψω τους όρους που ΘΑ εξετάσω. Αυτοί είναι τα ουσιαστικά που σχηματίζονται με την προσθήκη του θεματοποιημένου μορφήματος *-an- σε γνωστή ΙΕ ρίζα, όπως τα δρέπω (IE *drep-) > δρεπάνη ~ δρέπανον και τα αντίστοιχα επίθετα σε -ανός, όπως λ.χ. το ΙΕ *bheidh- > πείθω > πιθανός.

Τα ουσιαστικά σε -αν-

Αυτά μπορούν να χωριστούν σε αρσενικά (-ανος), θηλυκά (-άνη) και ουδέτερα (-ανον), αλλά προτιμώ να τα διαχωρίσω ως προς τον βαθμό ablaut της ρίζας στην οποία προσαρτήθηκε το θεματοποιημένο μόρφημα *-an-os ~ *-an-eh2 ~ *-an-om.

Ε-βαθμα:

στέφω > στεφάνη

πλέκω > πλεκτός > πλεκτάνη

δρέπω > δρεπάνη και το αντίστοιχο ουδέτερο δρέπανον

λέκος > λεκάνη

στέγος > στεγάνη

ἕρκος > ἑρκάνη

ϝέργον > Ἐργάνη (τίτλος της Αθηνάς)

Ο-βαθμα:

χέω > χόανος ~ χοάνη

ξέω > ξόανον

ἕρκος > ὁρκάνη (= ἑρκάνη)

ϝέργον > ὄργανον

βόσκω > βοτός > βοτάνη

Διάφορα:

*deh2p- «ξοδεύω, χάνω, θυσιάζω» (λ.χ. λατινικά daps, damnum) > *dh2p-an-eh2 > δαπάνη

θήγω («ακονίζω», λ.χ. θηγαλέος = μυτερός, κοφτερός) > θηγάνη = «ακονόπετρα»

Τα επίθετα σε -ανός

Ορισμένα παραδείγματα δείχνουν ξεκάθαρα ότι τα ουσιαστικά σε -αν- συνδέονται με τα επίθετα σε -ανός σαν συγκοινωνούντα δοχεία.

στεγανός > στεγάνη

ἔδω > ἐδανόςἐδώδιμος και το ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο ἐδανόν = ἐδωδή

ὄργανος ~ ὄργανον

βοτάνη > πολυβότανος

δαπάνη > δάπανος (στον Θουκυδίδη σκέτο και, πιο συχνά, σε σύνθετα του τύπου πολυδάπανος, όρος που απαντά στον Ηρόδοτο)

ἑψανός = «βραστός» ~ ἑψάνη = «βραστήρ, ἑψητήρ»

Από εκεί και μετά υπάρχουν πάρα πολλά επίθετα σε -ανός που δεν σχετίζονται με ανάλογο ουσιαστικό.

πείθω > πιθανός

ἵκω/ἱκάνω/ἱκνέομαι > ἱκανός

χλόη > χλοανός

*mel-an– > μέλαν-ς > μέλᾱς ~ μελανός (με θηλυκό *mel-an-ih2 > μέλαινα

Τα ΙΕ αντίστοιχα του μορφήματος -αν-

Υπάρχουν μερικά παραδείγματα που δείχνουν ότι το μόρφημα -αν- είναι τουλάχιστον Ελληνο-Άριας καταγωγής.

Η ρίζα *h1ed- «τρώω» εκτός από το ελληνικό ἐδανός = «φαγώσιμος» και ἐδανόν = «φαΐ» έδωσε επίσης το σανσκριτικό àdanam και το Χεττιτικό adanna-, αμφότερα «φαί». Οι Mallory-Adams αναδομούν επιφυλακτικά την ΙΕ ρίζα *h1edonom, λέγοντας όμως ότι οι όροι μπορεί να σχηματίστηκαν ανεξάρτητα. Αν δεχτούμε όμως το *h1edonom που αναδόμησαν τότε πρέπει να εξηγήσουμε την ίδια μυστήρια και μη αναμενόμενη ελληνική τροπή *on>an που ανέφερα στο *koryonos > κοίρανος.

h1edonom

Πιο σίγουρο είναι το κλασικό αρμενικό «φρύδι» artewan. Επειδή η τροπή *dr- > rd- > rt- > art- είναι αναμενόμενη στην Αρμενική σε αρκτική θέση (λ.χ. *dak’ru- «δάκρυ» > *drak’ru- > *artawr-) και επειδή η τροπή *p>w είναι αναμενόμενη στην Αρμενική σε εσωτερική θέση (λ.χ. h1epi > ew, *septm. > ewt’n), το κλασικό αρμενικό «φρύδι» artewan ανάγεται στο ΙΕ *drepanā, δηλαδή σε έναν όρο που είναι ακριβώς ομόηχος με το πρωτο-ελληνικό δρεπάν (> δρεπάνη). Βασισμένος σε αυτήν την ομοηχία και στην τοξοειδή ~ δρεπανοειδή μορφή των φρυδιών, ο Charles de Lamberterie έκανε την ενδιαφέρουσα ετυμολογική πρόταση ότι οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αρμενίων κάποτε διέθεταν τον όρο *drepanā για την «δρεπάνη» και χρησιμοποίησαν μεταφορικά τον όρο για τα δρεπανοειδή/τοξοειδή φρύδια!

Μία εναλλακτική ετυμολόγηση του αρμενικού artewan (που εκτός από «φρύδι» μερικές φορές σημαίνει τόσο «βλέφαρο» όσο και «βλεφαρίδες» σε παράγωγους όρους) είναι από την ΙΕ ρίζα *drep- «βλέπω» του ελληνικού δρωπάζω. Όποια ετυμολογία κι αν προτιμήσει κανείς, ο κοινός παρωνομαστής είναι το επίθημα *-an-eh2 που προσαρτήθηκε στην ρηματική ρίζα *drep- (είτε του δρέπω είτε του δρωπάζω).

artewan

Στην Κλασική Αρμενική ο όρος artewan αποδίδει τον ελληνικό όρο «ὀφρύς» στο χωρίο Κατά Λουκάν [4.29]:

καὶ ἀναστάντες ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω τῆς πόλεως, καὶ ἤγαγον αὐτὸν ἕως ὀφρύος τοῦ ὄρους ἐφ’ οὗ ἡ πόλις ᾠκοδόμητο αὐτῶν, ὥστε κατακρημνίσαι αὐτόν·

They got up, drove him out of the town, and took him to the brow of the hill on which the town was built, in order to throw him off the cliff.

Αν θέλετε ν΄ακούσετε τον de Lamberterie να περιγράφει την ετυμολογική του πρόταση για τα «δρεπάνια» (“sickles”) > «φρύδια» βάλτε το παρακάτω βίντεο στο [53:00-57:00]

Από την άλλη, όπως θα δείξω παρακάτω όταν θα παρουσιάσω μια σελίδα της Birgit Olsen, όλες οι κατηγορίες ελληνικών ονόματων σε -αν- έχουν σχεδόν πάντα κάποιο αντίστοιχο στην Αρμενική και στην Σανσκριτική (λ.χ. στο μηδενόβαθμο ελληνικό επίθετο πείθω > πιθανός αντίστοιχούν τα μηδενόβαθμα σανσκριτικά επίθετα όπως kr.panà = «άθλιος» και στο ο-βαθμο επίθετο ὄργανος αντιστοιχούν τα ο-βαθμα σανσκριτικά του τύπου marṣana = «επιεικής»).

H IE ρίζα *wert- «περιστρέφω» έδωσε τον Ηλειακό όρο *wr.t-an-eh2 > βρατάνᾱ = «κουτάλα για το [περιστροφικό] ανακάτωμα της σούπας» και το σανσκριτικό vartana = «στροφή, γύρος» (λ.χ. aika vartana = «μια στροφή, ένας γύρος» στην γλώσσα της Ινδο-Άριας ελίτ των Μιτάννι).

Επομένως, η όλη εικόνα δίνει την εντύπωση ενός κοινού ονοματικού Ελληνο-Αρίου μορφήματος *-an- το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τις γλώσσες του κλάδου για τον σχηματισμό ονομάτων (ουσιαστικά και επίθετα).

Αυτό που μένει τώρα να εξακριβώσουμε είναι ποιος είναι ο ΠΙΕ πρόγονος του Ελληνο-Αρίου μορφήματος *-an-.

Στην Ελληνική γλώσσα το μόρφημα -αν- μπορεί να προκύψει από τους παρακάτω ΙΕ προδρόμους:

*-h2n- > -an- με φωνηεντοποίηση του λαρυγγικού *h2>a

*-h2en- > -an- με λαρυγγικό χρωματισμό του h2e>h2a>a

*-n.n- > -an- από το διπλό -nn- που έτρεψε το πρώτο /n/ σε συλλαβικό ένηχο και

*-m.n-> -an- από το σύμπλεγμα *-mn- που έτρεψε το /m/ σε συλλαβικό ένηχο.

Αν έχουμε να κάνουμε με Ελληνο-Άριο επίθημα τότε η πρώτη περίπτωση πρέπει ν΄απορριφθεί, γιατί στην Σανσκριτική τα λαρυγγικά φωνηεντοποιούνται σε /i/ (λ.χ. *krewh2-s > κρέϝας ~ kravis/kravi).

Η δεύτερη περίπτωση θεωρητικά είναι δυνατή αν έχουμε να κάνουμε με ένα επιθετικό επίθημα *-h2-en- ανάλογο με τα επιθήματα *-h2-kos και *-h2-wos που έχω περιγράψει σε παλαιότερες αναρτήσεις. Εκτός όμως από το ότι δεν βρήκα κανέναν ειδικό που να προτείνει αυτό το υποθετικό επίθημα, η αλήθεια ειναι πως θα περιμέναμε *-h2-nos και όχι *-h2-en-os.

Από τα ζεύγη *-n.n- και *-m.n-, το πιθανότερο είναι το δεύτερο, γιατί μπορεί να θεωρηθεί ο εναλλακτικός μηδενικός βαθμός του γνωστού μας IE επιθήματος *-men-.

Το επίθημα *-men- είναι ένα από τα πιο παραγωγικά ΙΕ επιθήματα.

Στον μηδενικό βαθμό *-mn. σχηματίζει τα «πανταχού παρόντα» ουδέτερα του τύπου *h1no-mn.> ὄνομα, nomen, man κλπ.

Στον ε-βαθμό *-men-s > *-mēn απαντά σε ουσιαστικά του τύπου *poh2-i-men-s > ποιμήν και *bhudh-men-s > πυθμήν.

Στον ο-βαθμό *-mon-s > *-mōn το βρίσκουμε σε όρους όπως η «πέτρα» *h2ek’mon-s > ἄκμων ~ akmuo, στον λιθουανικό ξάδελφο piemuo του ελληνικού όρου «ποιμήν», σε ένα σωρό ελληνικούς όρους όπως ἔλεος > ἐλεέσ-μων > ἐλεήμων, εἰδήμων, ἡγεμών κλπ και στο ελληνο-σανσκριτικό ζεύγος πλαταμών ~ pr.thimān.

Στον απλό μηδενικό βαθμό *-mn- χωρίς συλλαβικά ένηχα το βρίσκουμε στα παράγωγα ποιμήν > ποίμνη και ποίμνιον και στο «πλειοφωνικό» (τονισμένο «μακρό» συλλαβικό ένηχο *RH μεταξύ συμφώνων) *gwelh1- > *gwl.h1-mn-om > βέλεμνον.

Επιπλέον, εκτός από την μετάπτωση *-men- > *-mn- στα ποιμήν > ποίμνη, υπάρχει και η μετάπτωση *-mn. > *-mn-os στους όρους  ὄνομα > νώνυμνος , ἐρύω > ἔρυμα > ἐρυμνός και στο *str.h3-mn. > στρῶμα και *str.h3-mn-eh2 > στρωμνή.

Αν λοιπόν αυτό το κυριολεκτικά πάγχρηστο επίθημα προσαρτηθεί στην μορφή *-mn-os σε συμφωνόληκτο θέμα τότε η αναμενόμενη εξέλιξη είναι *-C-mn-os > *-C-m.n-os και, επειδή όλες οι γλώσσες του Ελληνο-Αρίου κλάδου έτρεψαν τα ρινικά συλλαβικά ένηχα σε *m./n. > a(m/n), ο Ελληνο-Άριος απόγονος του ΙΕ *-C-m.n-os αναμένεται να είναι *-C-anos!

Αυτό δεν είναι θεωρητικό σενάριο, αλλά έχει ήδη προταθεί για την ετυμολογία της λέξης *wers- «ψηλά» > *wors-m.n-os > *worsanos > οὐρανός ~ ὠρανός ~ ὀρρανός.

Όπως ο ἐρυμνός είναι «ευερκής, εχυρός» έτσι και ο ουρανός είναι «υψικείμενος». Έχω περιγράψει την ρίζα *wer(s)- «ψηλά» και την ετυμολογία του ουρανού σε παλαιότερη ανάρτηση.

Αναλόγως, τα θηλυκά ουσιαστικά σε -άνη έχουν τον τόνο στην παραλήγουσα όπως και η ποίμνη.

Καθώς ετοίμαζα τις αναρτήσεις για την Αρμενική γλώσσα, παρατήρησα ότι η Birgit Olsen ετυμολόγησε το αρμενικό «φρύδι» artewan < *drep-aneh2 από το ΙΕ *drep-n.n-eh2 και τα Ελληνικά ὄργανος και ὄργανον από το IE *worg’-m.n-o-. Όταν διάβασα την σελίδα της απόρησα γιατί δεν ανήγαγε και το προ-πρωτο-Αρμενικό *drep-an-eh2 στο *drep-m.n-eh2, ώστε να αποφύγει το πολύ σπανιότερο μόρφημα *-n.n-. Αργότερα κατάλαβα ότι το έκανε γιατί τα *-n.n- και *-m.n- δίνουν διαφορετικούς απογόνους στην Αρμενική. Ωστόσο είναι γνωστό ότι η Αρμενική έχει τρέψει τα τελικά *m/m. σε *n/n. όπως λ.χ. στα *dōm > tun και *pod-m. > otn . Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αρμενικού «δοντιού» atamn που έχει υποστεί μία τροπή *m.>n και, στο καπάκι, μια ανομοιωτική τροπή nn>mn:

*Hdont-s «δόντι» (υπάρχει διαφωνία στο αν είναι από το *h1ed- «τρώω» ή από το *h3ed- «δαγκώνω») > αιτιατική ενικού *Hdn.t-m. > *atann> atamn.

Επομένως, δεν μπορεί ν΄αποκλειστεί η υπόθεση, σύμφωνα με την οποία, τα συμπλέγματα *-n.n- και *-m.n- δρούσαν ως συγκοινωνούντα δοχεία στον πρόδρομο της Αρμενικής.

Olsen-atamn

Προσέξτε στην παρακάτω σελίδα της Olsen το αρμενικό αντίστοιχο του ο-βαθμου όρου ὄργανος, ὄργανον gorcōn (< gorcawn < *worg’-m.n-os) που περιέχει το επίθημα -ōn ~ -awn (< -*amno- < *-m.n-o-).

Olsen-mn

Το ουδέτερο **drep-mn. (> **δρέπμα > **δρέμμα) αναμένεται να θεματοποιηθεί σε *drep-m.n-eh2 > drepanā (> δρεπάνη ~ artewan), όπως από το ρήμα στέφω προέκυψε το ουδέτερο στέφ-μα > στέμμα και το θεματοποιημένο θηλυκό στεφάνη, από το ρήμα στρέφω προέκυψε το ουδέτερο στρέφ-μα > στρέμμα και το θεματοποιημένο ουδέτερο στρέφανον, από το ἔργον προέκυψε το ἔργμα (*werg’-mn.), το ὄργανον, η ἐργάνη και ο ὄργανος (*we/org’-m.n-> *we/org’-an-) και από το ἕρκος το ἕρκμα ~ ἕργμα (*serk-mn. και μήπως όχι από το εἴργω, όπως λ.χ. δείκνῡμι > δεῖγμα) και η ἑρκάνη ~ ὁρκάνη (*se/ork-m.n– > *se/ork-an-).

Θα κλείσω την ανάρτηση υπενθυμίζοντας ότι στο Ελληνο-Άριο ζεύγος βρατάνᾱ ~ vartana αντιστοιχεί το σλαβικό ουδέτερο *wert-mn. > *vermę = «χρόνος» (κυριολεκτικά «στρέμμα» ~ «αυτό που “περιστρέφεται/γυρίζει”» ~ «κάνει εποχικό κύκλο»).

Advertisements

9 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

9 responses to “Το ονοματικό επίθημα -αν-

  1. Simplizissimus

    Πολύ ενδιαφέρον και το σημερινό. Δεν θα σε κουράσω με λεπτομέρειες, αλλά μία παρατήρηση δεν μπορώ να μην την κάνω: αυτό το γερμανικό *dhrough-os «σύντροφος, φίλος» > πρωτογερμανικό *dhrugh-tis > *dhruktis > *druhtiz = «συμμορία, παρέα» με αρχηγό τον *druhtinaz ασφαλώς θα έδωσε στους υστερο-ρωμαϊκούς χρόνους, πρώτα στα λατινικά και ύστερα στα ελληνικά, τον όρο δρούγγος «στρατιωτική μονάδα (αρχικά από βαρβάρους μισθοφόρους)» (λατινικά drungus). Η Βικιπαίδεια το ετυμολογεί από τα κελτικά. Ερευνητέον. Ο αρχηγός αυτής της στρατιωτικής μονάδας, εννοείται, ονομαζόταν δρουγγάριος. Γιατί όμως το παρένθετο ένρινο;

    (Το σλαβικό drugŭ ασφαλώς είναι αυτό που έδωσε τη δρουζίνα, τη στρατιωτική μονάδα των Βαράγγων).

    • Πολύ ωραίο και το δικό σου σχόλιο!

      Και ο Dennis Howard Green που έχει ερευνήσει καλά την Γερμανο-Λατινική γλωσσική επαφή ρέπει προς την γερμανική καταγωγή του όρου δροῦγγος/drungus που πρωτοαπαντά στον Βεγέτιο (~400 μ.Χ.), αλλά γράφει και αυτός ότι συνήθως εξηγείται ως κελτικό δάνειο.

      Η αλήθεια είναι πως εκεί στα τέλη του 4ου μ.χ. αιώνα ο υστερορωμαϊκός στρατός είχε υπεργερμανοποιηθεί (ή «σκυθοποιηθεί» κατά τον Συνέσιο) και, επομένως, είναι πολύ πιθανή η γερμανική καταγωγή το όρου. Στην «εμφύλια ρωμαϊκή» μάχη του ποταμού Frigidus η πλειοψηφία των μαχητών και στις δύο παρατάξεις ήταν γερμανοί foederati.

      Αν είναι γερμανικό δάνειο τότε είναι προϊόν συγκρητισμού που προέκυψε από την σύγχυση του προγόνου του αγγλικού throng = «πλήθος» (απ΄όπου πήρε το /n/) και του druht = «συμμορία πολεμιστών» (απ΄όπου πήρε το d).

  2. Κουκόηλ'ς

    Καλημέρα, μπορεί να’μαι λίγο εκτός θέματος, αλλά μου έκανε εντύπωση το παρακάτω: αντίστοιχα, ο ποτάμιος θεός της Βέροιας Ὄλγανος ( νοτιοσλαβικό vlaga) και μάλλον είναι ομόρριζος με τον γνωστό ποταμό Βόλγα.

    Τελικά, υπάρχει τροπή ο>a από τα παλαιοσλαβικά στα νοτιοσλαβικά; Γιατί είχα μείναι στο αντίθετο. Τροπή a>o. Έχουν συμβεί και τα δύο σε διαφορετικές περιόδους;

    • Καλώς τον Κοκόλια!

      Εδώ σε μπέρδεψε η νοτιοσλαβική μετάθεση των υγρών στο σύμπλεγμα CoRC > CRōC > CRāC > CRaC

      *wolg-eh2 > *volgā > volga > vlōga > vlāga > vlaga

      Στον νοτιοσλαβικό κλάδο η μετάθεση των υγρών προκάλεσε έκταση του φωνήεντος. Αυτό γέννησε το μακρό ō που στην συνέχεια εξελίχθηκε σε μακρό ā, όπως το γνήσιο πρωτοσλαβικό ā, λ.χ. δρον, γιγνώσκω = dar, znati.

      Θυμίζω ότι η μετάθεση των υγρών, που συνέβη κατά το πρώτο μισό του 9ου αιώνα, τριχοτόμησε την ύστερη πρωτοσλαβική σε τρεις κλάδους: νότιο, ανατολικό και δυτικό.

      Ο νότιος κλάδος έκανε μετάθεση με έκταση, όπως εξήγησα: gord- > grad-, volχ- > Vlaχ-
      Ο ανατολικός κλάδος δείχνει πλειοφωνία: gord- > gorod-, volχ- > Voloχ-
      Ο δυτικός κλάδος έκανε μετάθεση χωρίς έκταση: gord- > grod-, volχ- > Vloχ-

      Γι΄αυτό στην Πολωνική η Ιταλία είναι «Βλοχία» (Włochy) και όχι «Βλαχία» και γι΄αυτό στην Ρωσική η πόλη (νοτιοσλαβικό grad) είναι gorod, λ.χ. Novgorod = Νεάπολις. Τα παραδείγματα σε grad, όπως Stalingrad, Leningrad περιέχουν τον δανεισμένο από την Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική νοτιοσλαβικό τύπο.

      • κουκόηλ'ς

        Δηλαδή το “Χόρμοβο” στην Αλβανία ενδέχεται να είναι απολιθωμένο παλαιοσλαβικό που γλίτωσε από το να γίνει “Χράμοβο”; Τελικά”Χρόμοβο” θα σήμαινε “κουτσότοπος” ή “τροφιμότοπος”;

      • Γεια σου Κοκόλια!

        Σε πρώτη φάση θα έλεγα να ψάξουμε το θέμα Χορμ- σε κάποια μη σλαβική γλώσσα που εισήλθε ως δάνειο μετά την λήξη της μετάθεσης των υγρών. Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει με το υδρωνύμιο Βαρδάρης/Vardar και το όρος Vardenik, τα οποία επίσης δεν δείχνουν την νοτιοσλαβική μετάθεση των υγρών και το θέμα τους δεν φαίνεται να έχει σλαβική ετυμολογία.

  3. Χρήστος

    Μια και το φερε η κουβέντα. Διαβάζοντας το βιβλίο που μας έδωσε ο Βάταλος The Slavonic languages μπερδεύτηκα σχετικά με τα βραχέα a,o.
    Μιλάω για την κοινή Βαλτο-Σλαβική περίοδο.
    Ο Fotrtson λέει ότι τα βραχέα a,o> o στην Σλαβική αλλά >a στην Βαλτική.
    Αντίθετα στο slavonic languages λέει ότι τα βραχέα a,o και στους δύο κλα΄δους γίνονται a. Κι ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ Σλαβικής και Βαλτικής είναι στα μακρά a & o.
    Προφανώς σε επόμενο στάδιο τα βραχέα γίνονται “ο” .
    Για την συγκεκριμένη περίοδο υπάρχει διαφωνία λοιπόν. Δυστυχώς λέει μόνο 2 σειρές για την ύπαρξη αυτού του ενδιάμεσου σταδίου.

    • Όχι βρε δεν υπάρχει διαφωνία.

      Στην Κοινή Βαλτο-σλαβική περίοδο το ΠΙΕ βραχύ *o>a. Στις Βαλτικές γλώσσες αυτό παρέμεινε, ενώ στην Ύστερη Πρωτο-Σλαβική συνέβη επανατροπή *a>o.

      Απλώς, οι ΙΕστές και οι σλαβιστές (όπως ο Fortson που ανέφερες) συνήθως αναφέρουν ως «πρωτοσλαβική φάση» αυτή που κανονικά είναι «ύστερη πρωτοσλαβική» (η τελευταία φάση της ομογλωσσίας).

      Οι 10 κοινές Βαλτο-σλαβικές εξελίξεις είναι αυτές εδώ.

      4. *o>a.

      • Αντίθετα, τα μακρά ō, ā παρέμειναν σίγουρα ξεχωριστά κατά την Κοινή Βαλτο-σλαβική περίοδο γιατί:

        1) Η τροπή ō>ā ήταν ακόμα ενεργή στην Ύστερη πρωτοσλαβική κατά το πρώτο μισό του 9ου μ.Χ. αιώνα, μιας και είναι απαράίτητο βήμα για την εξέλιξη του δευτερογενούς ō που δημιούργησε η μετάθεση των υγρών.
        2) Η ύστερη πρωτο-σλαβική και η ύστερη πρωτο-βαλτική δείχνουν διαφορετικό τρόπο αποβολής της διαφοράς ō,ā: Η Ύστερη Πρωτοσλαβική έκανε την τροπή ō>ā και η Ύστερη πρωτοβαλτική έκανε την τροπή ā>ō>uo>o/u, όπως η Αλβανική.

        Έτσι από το *meh2tēr > *mātēr προέκυψε το αλβανικό motër και το λιθουανικό motė, αλλά πρωτοσλαβικό *mati και μετά το υποκοριστικό majka.

        Δες τώρα πως καταλαβαίνουμε ότι η ΠΙΕ κλητική των πρωτοκλίτων σε *-eh2>ā ήταν *-h2> βραχύ /ᾰ/.

        Στον Όμηρο η νύμφη (νύμφᾱ) έχει κλητική νύμφᾰ και στην Σαπφώ η θεά Δίκᾱ (= δίκη) έχει κλητική Δίκᾰ, αμφότερα με βραχύ /ᾰ/.

        Στον σλαβικό κλάδο η κλητική των πρωτόκλιτων *-eh2 > -ā είναι -o, το οποίο προέρχεται από το ίδιο βραχύ ΙΕ /a/ που έδωσε τις ελληνικές κλητικές νύμφᾰ και Δίκᾰ.

        Έτσι η majka = «μάνα» έχει κλητική majko (lele majko = «αχ μάνα (μου)!» φωνάζουν οι Βούλγαροι για να πουν «ωχ!», και η *gwen-eh2 > žena = «γυναίκα» έχει κλητική ženo.

        Άκου τον «Μπαρμπα-Γκάνιο τον Βαλκάνιο» (Bay Ganyo Balkanski) να τραγουδάει στις Τσέχες:

        “O Leonoro!” = «Ω Ελεονώρα!» 🙂

        [28:45]

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s