Η Αρμενική Γλώσσα #2: Γλωσσολογικά

Μετά την προηγούμενη εισαγωγική ανάρτηση για την Αρμενική, στην σημερινή ανάρτηση θα παρουσιάσω το κυρίως γλωσσολογικό μέρος, δηλαδή τις φωνολογικές εξελίξεις που οδήγησαν από από την ΠΙΕ στην Κλασική Αρμενική. Εκτός από τη φωνολογία, θα παρουσιάσω και μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία από την αρμενική μορφολογία και την παραγωγή και σύνθεση λέξεων.

Φωνολογικά, η Αρμενική είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ΙΕ γλώσσες, επειδή σε αυτήν έχουν συμβεί πολλές και παράξενες φωνολογικές τροπές, πολλές από τις οποίες δεν είναι καθολικές, αλλά εξαρτημένες (conditioned), δηλαδή το αποτέλεσμα της φωνολογικής τροπής εξαρτάται από το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται ο φθόγγος και, κατά συνέπεια, ο ίδιος φθόγγος ακολουθεί διαφορετικές εξελίξεις σε διαφορετικές θέσεις.

Στην συνέχεια της ανάρτησης η συντομογραφία OArm θα χρησιμοποιείται για τον όρο «Παλαιά/Κλασική Αρμενική» (Old Armenian > OArm).

Η Αρμενική Συμφωνική Μετατόπιση (Armenian Consonant Shift)

Στην Αρμενική, ολόκληρο το συμφωνικό σύστημα υπέστη μια διαδικασία παράλληλης μετατόπισης, ανάλογη -αλλά όχι παρόμοια- με την συμφωνική μετατόπιση που περιγράφει ο Νόμος του Grimm στον Γερμανικό κλάδο.

Τα ΠΙΕ ηχηρά δασέα έχασαν την δασύτητά τους: *{bh,dh,gh} > {b,d,g}

*bher- «φέρω» > OArm berem και η αρχαϊκή οργανική *g’hesr-bhi > jerb = «με τα χέρια» (όπως όμως θα δέιξω παρακάτω, σε μεσοφωνηεντική θέση το *bh>b ακολούθησε την δευτερογενή τροπή *b>v, λ.χ. οι μεσοφωνηεντικές οργανικές *-V-bhis > -Vwk’ και το δεύτερο συνθετικό *-bhoros > awor ~ -φόρος).

*dheh1- «θέτω» > *dhh1-n-an- > dnanim (ο τρόπος της ρινικής ενθέσεως που συνοδεύεται από το μόρφημα *-an- θα συζητηθεί παρακάτω στην μορφολογία, γιατί είναι παρόμοιος των ελληνικών ρημάτων όπως τεύχω > τυγχάνω, λείπω > λιμπάνω, ἐρεύγομαι > ἐρυγγάνω κλπ)

*h3meigh– «ομίχλη/υγρασία» > OArm g (λ.χ. Σανσκ. *h2moigh-os > meghà– = «σύννεφο, βροχή»)

Τα ΠΙΕ ηχηρά κλειστά απηχηροποιήθηκαν: *{b,d,g} > {p,t,k}

*deh3- «δίνω» > tam , *pod– «πόδι» > otn (θα συζητήσω παρακάτω την απώλεια του *p) , *wed– «νερό» > get = «ποτάμι»

*dek’m.(t) «δέκα» > tasn (< *tasan < *tesan ~ αγγλικό ten < πρωτο-γερμανικό *tehun) και *dōm «σπίτι» > tun

*gwou- «βούς» > *gov > OArm kov (~ αγγλικό cow) , *gwēn «γυναίκα» > *gēn > *kīn > kin (~ αγγλικό queen)

Τα ΠΙΕ άηχα κλειστά δασύνθηκαν: *{p,t,k} > {ph,th,kh}

Αυτά τα αρμενικά άηχα δασέα δεν συγγενεύουν με τα αρχαία ελληνικά άηχα δασέα, γιατί τα δεύτερα προέρχονται από τα ΠΙΕ ηχηρά δασέα ( *{bh,dh,gh} > {ph,th,kh}). Ενώ γενικά στην ΙΕ γλωσσολογία, η δασύτητα συμβολίζεται με /h/, στην Αρμενολογία υπάρχει η ιστορική συνήθεια να χρησιμοποιείται το ελληνικό σύμβολο της δασείας ( ( ) ή, πιο απλά, η απόστροφος.

Δηλαδή {pʰ,tʰ,kʰ} = {pʿ,tʿ,kʿ} = {p, t,k}

arm-asp

Ο Fortson χρησιμοποιεί την ελληνική δασεία αλλά εγώ, για λόγους ευχρηστίας, αποφάσισα να τα συμβολίσω ως {p’,t’,k’}.

Η παραπάνω τριάδα άηχων δασέων αποδείχθηκε ιδιαίτερα ασταθής. Μόνο το k’ διατηρήθηκε καθολικά, ενώ τα άλλα δύο σύμφωνα της σειράς (p’,t’) υπέστησαν περίεργες εξαρτημένες τροπές. Tο *p>p’ τράπηκε σε /h/(>∅) σε αρκτική θέση και σε /w/ εσωτερικά. Επειδή και το μεσοφωνηεντικό *bh>b εξελίχθηκε σε /w/ (λ.χ. το δεύτερο συνθετικό *-bhoros > -awor = –φόρος που αναφέρθηκε παραπάνω), είναι πολύ πιθανό ότι τα μεσοφωνηεντικά *p’ και *b συνέπεσαν κάποια στιγμή ως /v/.

Η μόνη λέξη που διατήρησε το χαμένο *p’ είναι το «φτερό, πούπουλο» *peth2-wr. > p’etur (~ αγγλικό feather), αλλά μερικοί την υποπτεύονται για δάνειο από κάποια άλλη ΙΕ γλώσσα, εξαιτίας της μοναδικότητάς της.

Επίσης, το εσωτερικό *t>t’ τράπηκε σε /y/ πριν από i,e και σε /w/ πριν από r και, ενίοτε, a,o. Η εσωτερική εξέλιξη *ti>*t’i>yi μάλλον ακολούθησε την εξέλιξη ti>t’i>k’i>γi~yi, δηλαδή σύγχυση t’~k’ και ηχηροποίηση k’>/γ/ ή, αντίστροφα, πρώτα ηχηροποίηση t’>d’ και μετά σύγχυση d’~g’>γ, (αυτά τα δύο σενάρια εξηγούν και την εξέλιξη p’>v), ενώ η εσωτερική εξέλιξη *tr>t’r>wr ίσως να προέκυψε από σύγχυση t’~p’ ή, εναλλακτικά, d’~b'(*t’r>p’r>vr~wr ή, εναλλακτικά, *t’r>d’r>b’r>vr~wr).

Παραδείγματα:

*(s)ker- «κόβω» (λ.χ. κείρω) > OArm k’erem = «ξύνω, σβήνω»

*septm. «επτά» > OArm eawt’n (< *hewt’an) , *Hok’tō > OArm ut’

*h1epi «ἐπί» > *ep’i > OArm ew = «και» (~ επιπρόσθετα)

*ph2tēr > *p’at’īr > *hayir > OArm hayr

*meh2tēr > *māt’īr > *mayir > OArm mayr

*peh2ur ~ puh2r «πῦρ» > *p’ūr > OArm hur

*penkwe «πέντε» > *p’enke > *hinge > OArm hing

ονομαστικοποιημένη αιτιατική *pod-m. (λ.χ. τὸν πόδα) > *p’otan > *hotn > OArm otn (και το ε-βαθμο *ped- > p’et- > het)

*h2rh3trom «ἄροτρον»> *arat’ron > [*arap’r- ?] > OArm arawr

Στην ονομαστική *ph2r > *p’at’īr > hayir > hayr ~ πατήρ αντιστοιχεί η γενική *ph2tròs > *p’at’ros > hawr ~ πατρός.

*leikw- «λείπω» > μηδενόβαθμο *likw- > *lik– > *lik’– > OArm lk’– (λ.χ. lk’em, lk’anem κλπ).

Armenian-shift

Η Σατεμοποίηση και τα Χειλοϋπερωικά

Η Αρμενική είναι γλώσσα τύπου satem, δηλαδή τα IE ουρανωμένα υπερωικά (k’,g’,g’h) προστριβοποιήθηκαν και εν μέρει συριστικοποιήθηκαν (*k’>s, *g’>c [=ts], g’h>j/z με /j/ όπως Jack) ενώ τα χειλοϋπερωικά τράπηκαν σε απλά υπερωικά (*kw>k, *gw>g) και ακολούθησαν την μοίρα των δευτέρων. Μερικοί θεωρούν τις περιπτώσεις που δείχνουν *g’h>z ιρανικά δάνεια ή προϊόντα συγκρητισμού με συγγενικούς ιρανικούς όρους. Ελπίζω πως δεν θα μπερδέψετε τα ΠΙΕ ουρανωμένα *k’,g'(h) με τα αρμενικά δασέα που, όπως είπα, αποφάσισα να τα συμβολίσω ως p’,t’,k’. Για να αποφευχθεί η σύγχυση γράφω τα πρώτα ως IE ..k’..

Παραδείγματα ουρανωμένων υπερωικών:

IE *dek’m.(t) > OArm tasn , IE *k’erd- «καρδιά» > *k’ērd-is > OArm sirt και IE *k’wōn «σκύλος» > OArm šun

ΙΕ *g’enh1-os > OArm cin , IE *worg’-om «έργο, δουλειά» > gorc , *h2eg’– «άγω» > acem και *meg’h2s «μέγας» > mec

ΙΕ *bherg’h-/bhr.g’h– > OArm berj/barjr , αλλά ΙΕ *dhoig’h-os > OArm z , ΙΕ *h3moig’h-os > OArm z και IE *leig’h– > μηδενόβαθμο *lig’h-> lizem ~ ελληνικό *leig’h– > λείχω

Παραδείγματα χειλοϋπερωικών:

*leikw– > μηδενόβαθμο *likw– > lik– > lik’– > OArm lk’anem

*kwetwores > č’ork’

*gwous > *gov > kov

*gwēn > *gīn > kin

*gwelh2- «βάλανος, βελανιδιά» > *gwl.h2-en- > kałni (το /ł/ είναι το «λ» των Θεσσαλονικέων και έτσι συνήθως προφέρεται το αρμενικό προσυμφωνικό /L/).

*gwher-mos «θερμός» > OArm ǰerm

*gwhen- «σφάζω, σκοτώνω» > OArm *gwhn.-> gan ~ *gwhen-ey-> ǰnǰem = «καθαρίζω» (Η σημασιολογική εξέλιξη «σκοτώνω» > «καθαρίζω» θυμίζει την αντίθετη ελληνική εξέλιξη «καθαρίζω/ξεπαστρεύω κάποιον» > «τον σκοτώνω»).

Armenian-satem

Τα Ένηχα, τα Hμιφωνικά και το Συριστικό *s

Όπως και στην Ελληνική, το τελικό IE *-m/-m. τράπηκε σε -n/-n. στην Αρμενική.

*dek’m.(t) > *tesan > tasan > *tasən > tasn

*septm. > *hep’t’an > ewt’ən > ewt’n

*pod-m. > *p’otan > *hotən > otn

*dōm > tun

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω παραδείγματα τα ΙΕ ρινικά συλλαβικά ένηχα *m./n. έγιναν an , όπως και στις υπόλοιπες γλώσσες του Ελληνο-Αρίου κλάδου, και σε τελική θέση συνέβη η απλοποίηση *an>ən>n.

Επομένως, δεν μας εκπλήσσει που στην Αρμενική βρίσκουμε το στερητικό *n.- > an- που θυμίζει το a(n)- των άλλων Ελληνο-Αρίων γλωσσών.

tun (< *dōm > δῶμα) = «σπίτι» > antun = «άστεγος»

yoys = «ελπίδα» > anyoys = «ανέλπιδος»

gorc = «έργο, δουλειά» > angorc = «ανενεργός, άνεργος»

mit = «μυαλό/νους» (< *mēd- > μῆδος, μήδομαι) > anmit = «άμυαλος, παράλογος»

Ενδιαφέρον έχει η Αρμενική «χήρα» που ετυμολογικά είναι «ανάνειρα» (~ δίχως άνδρα):

*n.-h2nēr-ieh2 > *ananīriya > ayri (έγινε απλολογία *anan>an και το ένα /n/ που έμεινε χάθηκε όπως και στην λέξη *anir > ayr).

Η Αρμενική διαθέτει δύο ζεύγη υγρών ενήχων:

Το κανονικό /L/ και το «σκοτεινό/παχύ /L/» (dark L / L pinguis) όπως αυτό των Θεσσαλονικέων και το αλβανικό /LL/.

Το κανονικό /R/ και το // (alveolar trill) που προφέρεται όπως το αλβανικό /RR/.

Τα υγρά συλλαβικά ένηχα ανέπτυξαν το /a/ ως αναπτυκτικό φωνήεν, όπως και στην Ελληνο-Φρυγική: *r./l. > ar/al

Λ.χ. η ρίζα *serbh- «πίνω» (λ.χ. ελληνικό *srobh-ey- > ῥοφέω, λατινικό sorbeō) έδωσε το αρμενικό μηδενόβαθμο *sr.bh- > harb- > arbi = «ήπια».

Armenian-resonants

Το IE ημιφωνικό */w/ σε αρκτική θέση ακολούθησε την εξέλιξη *w>γw>gw>g (λ.χ. *worg’-om > gorc = «έργο», *wed-os > get = «ποταμός», *weid- > gitem = «γνωρίζω»), αλλά σε μεσοφωνηεντική θέση εξελίχθηκε σε v, όπως στην στερεότυπη φράση *wer- .. *wer > ger i veroy ~ «πάνω και παραπάνω» που επειδή προφέρεται σαν στερεότυπος μονολεκτισμός, το δεύτερο *wer- έγινε μεσοφωνηεντικό.

Έχω αφιερώσει ξεχωριστή ανάρτηση στην αινιγματική Αρμενική τροπή *dw>erk-.

Το ΙΕ ημιφωνικό */y/ χάθηκε σε μεσοφωνηεντική θέση, όπως και στην Ελληνική (λ.χ. *bhor-ey-ō > φορέω, *treyes > *τρέες > τρεῖς/τρῆς), όπως φαίνεται στο παράδειγμα *treyes > erek’ (erek’), αλλά μετά από ένηχα μετατράπηκε σε ǰ, όπως στα παραδείγματα:

*h3nōr-yo- > anurǰ = «όνειρο»

*gwhen-y-ō > ǰnǰem

*solw-yos > *holyos > ǰ = «ακέραιος, αβλαβής» (μάλλον ίδια ρίζα με το ελληνικό ὅλος και το λατινικό salvus)

*ster-ih2 (λ.χ. ελληνικό στέρ-yα > στεῖρα ~ σανσκριτικό starī) > *sterya > sterǰ

Προσέξτε ότι, όπως έχει πολύ σωστά παρατηρήσει ο Charles de Lamberterie, η Αρμενική συμμερίζεται την ιδιότητα της Ελληνικής να «διαλύει» την θηλυκή κατάληξη τύπου “Devī” *-ih2 > -ya, αντί να χάνει το λαρυγγικό με αναπληρωματική έκταση όπως στην Ινδο-Ιρανική (*-ih2 > -ī , λ.χ. *pot-n-ih2 > πότνια ~ σανσκριτικό patnī ~ αβεστικό paθnī).

sterj

Armenian-glides

Το συριστικό *s ακολούθησε την ίδια εξέλιξη στην Αρμενική όπως και στην Ελληνική (και όπως φαίνεται και στην Φρυγική): σε αρκτική και μεσοφωνηεντική θέση απωλέθηκε μέσα από την τροπή *s>h>∅. Το ενδιάμεσο αρκτικό /h/ διατηρήθηκε σε ορισμένες μόνο λέξεις.

*sen- «γηραιός» (λ.χ. λατινικό senex) > OArm hin = «παλαιός, γηραιός, απαρχαιωμένος»

*septm. > *hep’t’an > ewt’n

*seh2l- «αλάτι» > *hal >

*swesōr «αδελφή» > *hwehūr > *hgehur > *hkeur > kheur = k’oyr

Η τελευταία λέξη δείχνει και την περίεργη αρμενική εξέλιξη του συμπλέγματος *sw: *sw>hw>hg>hk>kh = k’

Στην λέξη για την «πεθερά» όμως, το /s/ του συμπλέγματος /sw/ διατηρήθηκε αυτούσιο (όπως συμβαίνει ενίοτε και στην Ελληνική λ.χ. *swel- > σέλας ~ ἕλᾱ).

*swek’ur-eh2 (λ.χ. ἑκυρά ~ svekry ~ śvaśrū) > *sgesur > skesur

Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η μυστήρια τροπή *s>k’ σε τελική θέση. Το ΙΕ επίθημα αθεματικού πληθυντικού σε *-es (ἄνδρες, κόρακες) γενικοποιήθηκε στην Αρμενική ως καθολικό πληθυντικό επίθημα -k’ (λ.χ. get = «ποταμός» > getk’ = «ποταμοί») και έχω ήδη αναφέρει την εξέλιξη *treyes > erek’. Έτσι η κατάληξη του πρώτου πληθυντικού ενεστώτα που στην Λατινική είναι -mus, στην Σανσκριτική -mas και στην Δωρική Ελληνική -μες, στην Αρμενική είναι -mk’. Επίσης, η οργανική πληθυντικού είναι IE *-bhis > *-bis > *-vis > -wk’ (λ.χ. *wiH-bhi– > ἶφι = «με δύναμη» και οι ομηρικοί αρχαϊσμοί του τύπου ὄχεσφι(ν) κλπ). Εξαίρεση αποτελεί το τελικό σίγμα του επιθήματος της αιτιατικής πληθυντικού *-ons (λ.χ. τὸνς > λύκονς > τοὺς λύκους), το οποίο κατά κανόνα διατηρείται αυτούσιο (λ.χ. αιτιατική πληθυντικού *wedons > gets = «τους ποταμούς»).

armenian-s

Τα Λαρυγγικά και τα Φωνήεντα

Όπως ανέφερα και στην προηγούμενη ανάρτηση, η Αρμενική συμμερίζεται με την Ελληνική και την Φρυγική (και ενίοτε την Αλβανική) την φωνηεντοποίηση των αρκτικών λαρυγγικών *{h1,h2,h3}. Αντίθετα όμως με την κατά Clackson “Greek Triple Reflex” (*h1>e, *h2>a, *h3>o), στην Αρμενική (όπως και στην Αλβανική όταν φωνηεντοποιεί κάποιο αρκτικό λαρυγγικό) το αποτέλεσμα είναι πάντα /a/. Η μόνη εξαίρεση (erek) μπορεί να περιέχει μη ετυμολογικό προθετικό φωνήεν.

*h1regwos > ελληνικό ρεβος, αρμενικό erek (ίσως όμως εδώ το αρκτικό φωνήεν να είναι προθετικό όπως στο *treyes > erek’ και *dw>rk>erk), αλλά σανσκριτικό rajas και γοτθικό riqis.

*h1nomn. > ελληνo-φρυγικό *enomn. > onomn. > νομα ~ ονομαν, αρμενικό anun, αλλά σανσκριτικό nāman και λατινικό nomen.

*h2nēr > ελληνικό νήρ, φρυγικό ανᾱρ, αρμενικό ayr, αλλά σανσκριτικό nṛ/nàra- και αλβανικό njeri.

*h3nr. > ελληνικό ναρ ~ νειρος/νειρον, αλβανικό ëndërr, αρμενικό anurǰ

Το φωνηεντικό σύστημα της Αρμενικής διατήρησε την τριπλή διάκριση a,o,e , αντίθετα με τον Ινδο-Ιρανικό κλάδο που έτρεψε τα *{e,o}>a (και *{ē,ō}>ā. Επειδή το αρμενικό αλφάβητο δημιουργήθηκε με βάση το ελληνικό, το φωνήεν /u/ δηλώνεται γραπτά με την δίφθογγο «ow» (λ.χ. *puh2r > /hur/ = «howr», όπως εμείς σήμερα λέμε Λούκι Λουκ). Ο Fortson ακολουθεί την παράδοση /u/>«ow», αφού έχει πρώτα ξεκαθαρίσει την διαφορά μεταξύ γραφής και προφοράς.

armenian-ow

Το άλλο πράγμα που εξηγεί ο Fortson είναι η γραπτή απόδοση του schwa ə. Υπάρχει το ετυμολογικό schwa (που προέρχεται από βράχυνση υπαρκτού φωνήεντος, λ.χ. *h2ent(i) > *anti > ənd) και το αναπτυκτικό schwa που διαλύει συμφωνικά συμπλέγματα (λ.χ. το dpanem = «γράφω», προφέρεται /dəpanem/). Κατά κανόνα γράφεται μόνο το πρώτο.

Όπως είπα, η IE σειρά των βραχέων φωνηέντων *{a,e,o}, που προέκυψε μετά τον λαρυγγικό χρωματισμό, διατηρήθηκε στην Αρμενική.

*h2eg’- > *ag’- «ἄγω» > acem

*g’erh2-ont-s «γέρων» > cerun

*pod-m. > otn

Επίσης διατηρήθηκαν τα ΙΕ *i,u.

*leikw- με ελληνο-άριο «β αόριστο» *e-likw-om > OArm elik’ ~ ἔλιπον

*dhug’h2tēr = «θυγάτηρ» > OArm dustr (στον Fortson «dowstr»)

Στα μακρά φωνήεντα και τις διφθόγγους, τα πράγματα δεν ήταν τόσο ομαλά. Όταν πρωτοκαταγράφτηκε η Κλασική Αρμενική στο πρώτο μισό του 5ου μ.Χ. αι., τα μακρά σύμφωνα είχαν ήδη εδώ και καιρό βραχυνθεί όπως και στην Ελληνική.

Το IE μακρό *ā διατηρήθηκε μέχρι που βραχύνθηκε σε /a/ (λ.χ. *meh2tēr > *māt’īr > mayr).

Το ίδιο συνέβη και με τα ΙΕ *ī και *ū (*wīk’m.ti > *gīsan> *k’isan> k’san , *dhg’huH-s > ἰχθύς ~ jukn).

Αντίθετα, συνέβησαν οι τροπές *ē>ī>i και *ō>ū>u, όπως δείχνουν τα παρακάτω παραδείγματα:

*meh1- ~ *mē = «μή» > OArm mi

και έχουν ήδη περιγραφτεί τα:

*h2nēr, *ph2tēr, * meh2tēr > *anīr, *p’at’īr, *mātīr > *aynir, hayir, mayir > ayr, hayr, mayr

*deh3-rom ~ *dōrom (λ.χ. δρον) > OArm tur (στον Fortson δίνεται ο πληθυντικός «towrk’»)

*h3nōr-yo- > anu

Οι ΙΕ δίφθογγοι *ai ~ *ay και *au ~ *aw διατηρήθηκαν αυτούσιες, ενώ οι δίφθογγοι *eu και *ou συγχωνεύτηκαν σε /oy/ και οι *ei και *oi συγχωνεύτηκαν σε /ē/.

Παραδείγματα:

*h2eig’-s > *aig’-s «αἴξ/τὴν αἶγα» > OArm ayc και awł = «μέρος για διανυκτέρευση» ~ αὖλις = «σκηνή διανυκτερεύσεως»

*leuk- «λευκός, φωτεινός» > *louks > loys = «φως»

*leig’h- «λείχω» > *lig’h- > lizem, με αόριστο τρίτου ενικού *e-leig’h-et > elēz (διαχρονικά παρατατικός ~ ἔλειχε)

*dheig’h-  «τὸ τεῖχος, ὁ τοῖχος» > *dhoig’hos > OArm dēz

*h3meig’h- «ὀμείχω = κατουρώ» > *h3moig’h-os > mēz = «ούρα, κάτουρο»

Armenian-vowels

Εδώ τελείωσα με την περιγραφή της φωνολογικής εξέλιξης από την ΠΙΕ στην Κλασική Αρμενική. Παρακάτω θα παρουσιάσω μερικά ενδιαφέροντα μορφολογικά στοιχεία.

Μορφολογία

Τα ΠΙΕ θεματικά ρήματα *-eh2 (> *-oh2 > -ō) στην Αρμενική απέκτησαν το επίθημα *-mi των αθεματικών. Με άλλα λόγια:

*-eh2+-mi > *-emi > –em

Για το λόγο αυτό στα ελληνικά και λατινικά φέρω ~ ferō και ἄγω ~ agō αντιστοιχούν τα αρμενικά berem και acem.

To /e/ του αρμενικού -em είναι το ίδιο θεματικό φωνήεν των παρακάτω ελληνικών σύνθετων λέξεων που έχουν ως πρώτο συνθετικό την ρηματική ρίζα θεματικού ρήματος:

*segh-e/o-h2 > ἔχω > ἐχέθῡμος (ἐχέθῡμος)

*bher-e/o-h2 > φέρω > φερένῑκος (φερένῑκος)

*h2eg’-e/o-h2 > ἄγω > ἄγεθλον (ἄγεθλον)

*men-e/o-h2 > μένω > μενεπτόλεμος (μενεπτόλεμος)

Μία ενδιαφέρουσα ομοιότητα με την Ελληνική είναι η προσθήκη του μορφήματος *-an- πριν από το θεματικό φωνήεν:

Ελληνικό *-an-e/o-h2 > –άνω  ~ Αρμενικό *-an-emi > –anem

Το ρηματικό επίθημα -άνω στην Ελληνική συχνά προστίθεται σε ρηματικές ρίζες που έχουν υποστεί ρινική ένθεση:

*dheugh- > τεύχω και *dhu-n-gh-anō > τυγχάνω

*leikw- > λείπω και *li-n-kw-anō > λιμπάνω

*h1reug- > ἐρεύγομαι και *h1ru-n-g-anō > ἐρυγγάνω

*leh2dh- > *λᾱθ- > λήθω/λήθομαι και *lh2-n-dh-anō > λανθάνω/λανθάνομαι

Στην Αρμενική, το ρηματικό ζεύγος *leikw- > lk’em ~ lk’anem θυμίζει τα παραπάνω ελληνικά ζεύγη.

Αντίστοιχα, η ΙΕ ρίζα *h3neid- που έδωσε το ελληνικό ὄνειδος στην Αρμενική έδωσε το ρηματικό ζεύγος:

*h3nid-y-emi > *anityem > OArm anicem και *h3nid-y-anemi > *anityanemi > OArm anicanem = «καταριέμαι».

(anicem, anicanem)

Προσέξτε επίσης το τρίτο ενικό πρόσωπο των ρημάτων του τύπου orsam = «κυνηγάω» > orsay = «κυνηγάει». Το τελικό -y προέρχεται από το ΙΕ *-ti (δωρικό και αιολικό 3ο ενικό δίδωτι ~ αττικο-ιωνικό και αρκαδο-κυπριακό δίδωσι) μέσα από την τροπή *ti>t’i>yi>y που περιέγραψα στο φωνολογικό μέρος (λ.χ. *ph2tēr > *p’atīr > *hatir > *hayir > hayr).

Armenian-verb1

Τα ρήματα που έχουν θεματική κλίση -em στην ενεργητική φωνή σχηματίζουν μεσοπαθητική φωνή σε -im, λ.χ.

berem = φέρω  και berim = φέρομαι

Ο Fortson, στην πρώτη έκδοση, συνδέει το /i/ του επιθήματος -im με το μόρφημα *-eye που ο Ινδο-Ιρανικός κλάδος χρησιμοποιεί για τον σχηματισμό της Παθητικής Φωνής. Στην δεύτερη έκδοση όμως άλλαξε γνώμη επειδή πιστεύει ότι το μόρφημα *eye>ye σκέτο θα είχε δώσει /ǰ/ μετά από ένηχα *r,l,n,m, κάτι που δεν συμβαίνει. Στην δεύτερη έκδοση, λοιπόν, ο Fortson θεωρεί πιο πιθανό το επαυξημένο μόρφημα *-eh1-eye- και σημειώνει ότι και η Ελληνική χρησιμοποίησε το στατικό μόρφημα *-eh1- στους παθητικούς αορίστους σε *dh-eh1-m > ην (λ.χ. ἐγράφθην) και σε ορισμένους αρχαϊκούς αορίστους όπως ἐφάνην = «εμφανίστηκα», ἐδάην = «έμαθα».

Στην σελίδα 383 της δεύτερης έκδοσης, ο Fortson δέχεται ότι πίσω από το /m/ του μεσοπαθητικού berim κρύβεται το γνωστό μας από την Ελληνική *-mai, το οποίο προέκυψε με τρία καινοτομικά βήματα. Στην μητρική ΠΙΕ ο δείκτης της μέσης φωνής ήταν το /r/ και αυτή η κατάσταση διατηρήθηκε στον Ιταλικό κλάδο (λ.χ. λατινικό ferō = «φέρω» > feror = «φέρομαι»), στον Κελτικό, στον Τοχαρικό και στην Φρυγική (λ.χ. *ad-bhere-tor > φρυγ. αββερετορ ~ λατ. adfertur). Η κατάληξη του πρώτου προσώπου της οριστικής ενεστώτα της Μέσης Φωνής έχει αναδομηθεί ως *-h2er (ο ο-βαθμός του οποίου έδωδε το λατινικό -or). H Ελληνική, ο Ινδο-Ιρανικός κλάδος , ο Γερμανικός κλάδος και η Αλβανική αντικατέστησαν το /r/ με /i/ και προέκυψε το επίθημα *-h2e-r > *-h2e-i > *-ai. H Ελληνική ειδικότερα εισήγαγε και τους προσωπικούς δείκτες της αθεματικής κλίσης (*m= «εγώ», *s=«εσύ») και έτσι προέκυψαν τα γνωστά μας *-m-ai > -μαι, *-s-ai > -σαι. Η κατάληξη του τρίτου προσώπου είχε ήδη το /t/ στο *-to-r και αυτό εξελίχθηκε πρώτα σε *-to-i > -τοι (που απαντά στην Γραμμική Β και διατηρήθηκε στην Αρκαδο-Κυπριακή διάλεκτο, λ.χ. e-u-ke-to = εὔχετοι = εὔχεται), το οποίο αργότερα τράπηκε σε -ται λόγω αναλογικής επίδρασης από τα -μαι, -σαι.

Επομένως, αν δεχτούμε αυτά που γράφει ο Fortson στην σλδ 383 για την Αρμενική και στην σλδ 455 για την Αλβανική, τότε η Αρμενική (berim = φέρομαι) και η Αλβανική (λ.χ. lidh = «δένω» > lidhem = «δένομαι») είναι οι μόνες άλλες γλώσσες που συμμερίζονται με την Ελληνική και τα τρία βήματα που οδήγησαν από το αρχικό *-h2e-r στο *-m-h2e-i > *-mai. Ο Γερμανικός και ο Ινδο-Ιρανικός κλάδος έχουν το*-ai χωρίς το /m/ και η Τοχαρική πρόσθεσε το /m/ διατηρώντας όμως το /r/.

middle

Στην ίδια πάντοτε σελίδα σλδ 383 της 2ης έκδοσης), ο Fortson δέχεται την πρόταση του Cowgill ότι το αρμενικό «όχι» έχει την ίδια καταγωγή με το ελληνικό «όχι» (*ne h2oyu kwid > [ne] oukwi > οὐκ ~ oč), αλλά ο James Clackson δεν δέχεται αυτήν την πρόταση.

Ως μέλος του Ελληνο-Αρίου κλάδου, η Αρμενική διαθέτει την παρελθοντική αύξηση *e-. Ο Αρμενικός Αόριστος κατάγεται, ως επί το πλείστον, από τον ΙΕ παρατατικό (λ.χ. *e-bher-et > eber = «έφερε»), ενώ υπάρχει και ένας αόριστος παρόμοιος με τον μηδενόβαθμο ελληνικό «Αόριστο Β», λ.χ. *leikw- > λείπω > *e-likw-et > OArm elik’ ~ λιπε. Τέλος, υπάρχει και ένας αόριστος που σχηματίζεται με το ΙΕ *-sk’– > OArm –c’– (gorcem = «ποιώ» > gorcec’i = «εποίησε») που θυμίζει τον ομηρικό αόριστο φύγεσκον = ἔφυγον (~ παρατατικός φεύγεσκον ~ ἔφευγον).

[Οδύσσεια, 17.316]

αἶψά κε θηήσαιο ἰδὼν ταχυτῆτα καὶ ἀλκήν.
οὐ μὲν γάρ τι φύγεσκε βαθείης βένθεσιν ὕλης
κνώδαλον, ὅττι δίοιτο: καὶ ἴχνεσι γὰρ περιῄδη:

Οι στίχοι αναφέρονται στον γέρικο σκύλο του Οδυσσέα Άργο, που όταν ήταν νέος ήταν τόσο γρήγορος, ώστε κανένα «κνώδαλον» (αγρίμι, ο όρος επιβίωσε στο νεοελληνικό «βρε κνώδαλο» = «βρε χαϊβάνι») του δάσους δεν του ξέφευγε στο κυνήγι.

[Ιλιάδα, 17.461-3]

ἵπποις ἀΐσσων ὥς τ᾽ αἰγυπιὸς μετὰ χῆνας·
ῥέα μὲν γὰρ φεύγεσκεν ὑπ᾽ ἐκ Τρώων ὀρυμαγδοῦ,
ῥεῖα δ᾽ ἐπαΐξασκε πολὺν καθ᾽ ὅμιλον ὀπάζων.

——

χιμώντας πάνω τους με τ᾿ άλογα, καθώς αϊτός σε χήνες.
Εύκολα ξέφευγε απ᾿ το σάλαγο των Τρωών μακριά τρεχάτος,
κι εύκολα εχίμιζε, τα ασκέρι τους το πλήθιο κυνηγώντας.

(Μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Armenian-aorist

Η Αρμενική διαθέτει μόνο παθητική Μετοχή η οποία σχηματίζεται με την προσθήκη του επιθήματος -eal στο θέμα του αορίστου. Αυτό το επίθημα προέρχεται από το σπάνιο μετοχικό ΙΕ επίθημα *-los που απαντά και στον Σλαβικό κλάδο (λ.χ. το Εκκλησιαστικό Παλαιοσλαβωνικό bi = «βαρεμένος, χτυπημένος, που έχει χτυπηθεί»). Στην παλαιότερη ΠΙΕ το επίθημα *-los ήταν πλήρως ισολειτουργικό με το επίθημα *-tos των ρηματικών επιθέτων. Όπως η Λατινική χρησιμοποίησε το *-tos για τον σχηματισμό των παθητικών μετοχών παρακειμένου (λ.χ. scriptus = γεγραμμένος ~ γραπτός), έτσι ο Σλαβικός κλάδος και η Αρμενική χρησιμοποιήσαν το επίθημα *-los. Όπως έχω εξηγήσει σε παλαιότερη ανάρτηση, η ισολειτουργικότητα των επιθημάτων *-tos ~ *-los φαίνεται και στο ζεύγος επιθετικών επιθημάτων: λατινικό *-tih2wos > –tīvus ~ σλαβικό *-lih2wos > –livŭ.

armenian-participle

H Αρμενική διαθέτει δύο ειδών «εκεί»: υπάρχει το «εδώ» = «στο μέρος του ομιλητή», το «εκεί» του δευτέρου προσώπου = «στο μέρος εκείνου στον οποίο μιλάει ο ομιλητής» και το «εκεί» του τρίτου προσώπου = «στο μέρος κάποιου τρίτου στον οποίο δεν μιλάει ο ομιλητής».

Αυτή η τριάδα «εδώ», «εκεί2», «εκεί3» έχει δημιουργήσει μια πλειάδα αντωνυμικών τριάδων που μπορούν να δράσουν και σαν επιθηματικά οριστικά άρθρα (όπως στην Αλβανική, στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική και στην Βουλγαρική/Σλαβομακεδονική). Στην Σλαβομακεδονική, ειδικότερα, υπάρχει η τριάδα άρθρων {v,t,n} που είναι πλήρως ισολειτουργική με την αρμενική τριάδα {s,d,n}. Οι Βουλγαρικές διάλεκτοι έχουν κρατήσει μόνο τα άρθρα /t/ της τριάδας (αν κάποτε διέθεταν την πλήρη τριάδα), με την εξαίρεση της σιώπικης διαλέκτου του Tran και των διαλέκτων της Ροδόπης που διατήρησαν την τριάδα όπως η Σλαβομακεδονική. Στην διάλεκτο του Tran υπάρχει η ίδια ακριβώς τριάδα {v,t,n} με αυτήν της Σλαβομακεδονικής. Αντίθετα, στις διαλέκτους της Ροδόπης, η τριάδα έχει την μορφή {s,t,n}.

triple-art

Ο Ουκρανός γλωσσολόγος Iaroslav Iashchuk έχει εντελώς δοκιμαστικά καταθέσει την υπόθεση ότι η τριάδα επθηματικών άρθρων της Σλαβομακεδονικής και των λίγων βουλγαρικών διαλέκτων που την διαθέτουν είναι γλωσσολογική επίδραση των Παυλικιανών και των άλλων Αρμενίων που οι Βυζαντινοί κατά καιρούς μετέφεραν σε μεγάλους αριθμούς στην Βαλκανική. Ίσως όμως να πρόκειται για υποστρωματικό παλαιοβαλκανικό φαινόμενο μιας παλαιοβαλκανικής γλώσσας (Θρακική ?, Παιονική ?) που ήρθε σε επαφή με τον πρόδρομο της Αρμενικής κατά την «Βαλκανική Μεταβατική Διαστάθμευση» του τελευταίου, πριν την οριστική μετανάστευση των ομιλητών του στην Μικρά Ασία.

Παραγωγή και Σύνθεση Λέξεων

Η Κλασική Αρμενική διέθετε υψηλή παραγωγική και συνθετική ικανότητα, όπως συνήθως συμβαίνει με τις περισσότερες ΙΕ γλώσσες και, ειδικότερα, με αυτές του Ελληνο-Αρίου κλάδου. Επειδή η παράγραφος του Fortson είναι μικρή, πρόσθεσα την περιγραφή του James Clackson γι΄αυτό το θέμα από το βιβλίο “The Ancient Languages of Asia Minor”.

armenian-derivation

Θα ξεκινήσω από αυτό που αρκετοί ήδη γνωρίζετε. O συχνότερος τύπος Αρμενικών επωνύμων είναι τα πατρωνυμικά επώνυμα σε -ean ~ -ian , όπως λ.χ. η δυναστεία των Μαμικονιάν, η Χριστίνα Αλεξανιάν και ο Ken Davitian που παίζει τον Ξέρξη στην παρωδία “Meet the Spartans”  των “300”, όπου ξεγελάει τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες και τον κάνει να προσκυνήσει λέγοντάς του ότι του είχαν λυθεί τα κορδόνια από το σανδάλι του  🙂

Ο Fortson ανάγει αυτό το πατρωνυμικό επίθημα στο ΙΕ *-iyo-[no-] (λ.χ. Αίας ο Τελαμόνιος), αλλά πιστεύω ότι είναι ορθότερη η άποψη της Birgit Olsen η οποία, στο βιβλίο της για τα Βιβλικά Αρμενικά Ουσιαστικά, συνδέει το αρμενικό επίθημα -ean με το επίθημα Hoffmann *-(i)h3onh2- > *-(i)ōn/-īn-.

Olsen-ean

Πάμε παρακάτω.

Η παραγωγή λέξεων στην Αρμενική γίνεται σχεδόν πάντοτε με την προσθήκη επιθημάτων. Υπάρχουν όμως και μερικά παραδείγματα παραγωγής με την προσθήκη προθημάτων, όπως τα παρακάτω:

Στην λατινική πρόθεση dē- ~ «απο-» αντιστοιχεί η αρμενική *ti- του επιθέτου *ti-kar > tkar = «αδύναμος» (~ λατινικό -bilis).

Στο ελληνικό σύν-τροφος και το ύστερο λατινικό com-pāniō (< γερμ. *ga-hlaiba) αντίστοιχεί το αρμενικό ənd-ker > ənker.

Αλλά, όπως είπα, η παραγωγή λέξεων σχεδόν πάντα γίνεται με την προσθήκη επιθημάτων.

loys = «φως», *-bhoros > -awor (= -φόρος) > loysawor = «φωτεινός» (ετυμολογικά φώσ-φορος ~ lūci-fer). To /a/ του -awor είναι ένα επενθετικό φωνήεν που προστίθεται στα συμφωνόαρκτα δεύτερα συνθετικά και ο Clackson το ονομάζει “liaison vowel”, λ.χ. για την επιτατική έννοια «πολύ μεγάλος, τρισμέγιστος» χρησιμοποιείται το διπλασιασμένο mecamec (< mec = «μέγας»).

Το επίθημα -arar αντιστοιχεί στο ελληνικό -ποιός και ετυμολογικά συνδέεται με το διπλασιασμένο ελληνικό ἀραρίσκω = «συναρμολογώ», λ.χ. ο αρμενικός αόριστος arari = «εποίησα» ~ *ἄρω > ἤραρον ~ ἄγω > ἤγαγον. Αυτοί οι «ανώμαλοι» για τα ΙΕ δεδομένα διπλασιασμένοι αόριστοι είναι αποκλειστικές καινοτομίες του Ελληνο-Αρίου κλάδου (λ.χ. Σανσκριτικό *pet-> pat– «πέφτω, πίπτω» > *e-pe-pt-omapaptam = «έπεσα» και ο Ελληνοάριος αόριστος *wekw- > *e-we-wkw-om > ἔειπον ~ avocam).

reduplicated-aorist

arar

Αλλά ας γυρίσουμε στο αρμενικό επίθημα -arar = «-ποιός»:

χałał = «ειρήνη» > χałałarar = «ειρηνικός» (ετυμολογικά «ειρηνοποιός»)

Το άλλο ενδιαφέρον επίθημα της Αρμενικής είναι το επίθημα Hoffmann επαυξημένο με /t/, ακριβώς όπως το Λατινικό ομόλογό του *-t-ih3onh2 >tiōn/-tiōnem από το οποίο προέρχεται το αγγλικό -tion (λ.χ. λατ. colligō > collēctus > collēctiō > αγγλ. collection).

Στην Αρμενική το επίθημα Hoffmann πήρε την μορφή *-t-ih3onh2 > *-t-iōn > *-t’iūn > *-t’iun > -u-t’iwn

Παράδειγμα:

k’ahanay = «ιερεύς» > k’ahanayut’iwn = «ιεροσύνη» (στον Fortson «k’ahanayowt’iwn»).

Το επίθημα παρουσιάζει πάντα και ένα /u/ πριν από το /t/ και αναρωτιέμαι αν αυτό το /ut/ προέρχεται από το /ot/ των nomina abstracta που υποψιάζομαι για το ελληνικό επίθημα -οσύνη.

Ο Clackson παραθέτει ως παραδείγματα παραγωγής και τα ακόλουθα:

gorc = «έργο, δουλειά»

gorcawor = «εργάτης»

gorcaworutiwn = «εργασία» (ως αφηρημένη έννοια)

gorci = «εργαλείο, όργανο»

gorciakan = «οργανικός»

Όσον αφορά στις σύνθετες λέξεις, έχει ενδιαφέρον το αρμενικό επίθετο «πλούσιος» mecatun που κυριολεκτικά σημαίνει «μεγαλόσπιτος» (mec,tun, «αυτός που έχει μεγάλο σπίτι» ~ μέγαρον).

Ο αρμενικός «ψαράς» είναι «ιχθυοκυνηγός» (jukn ~ ἰχθύς, orsam = κυνηγώ > jknors = «ψαράς», ακούγεται σαν κοφτό Jack Norris 🙂 )

Εδώ τελειώνω και την δεύτερη ανάρτηση της σειράς για την Αρμενική Γλώσσα. Πιστεύω ότι όποιος ενδιαφέρεται για την Αρμενική θα βρει εδώ αρκετό υλικό, για να δομήσει τα στοιχειώδη θεμέλια της «αρμενογνωσίας» του.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s