Η Αρμενική Γλώσσα #1: Γενικά

Η Αρμενική Γλώσσα είναι μία από τις πιο αινιγματικές ινδοευρωπαϊκές (ΙΕ) γλώσσες. Είναι αινιγματική τόσο εξαιτίας των περίεργων φωνολογικών εξελίξεών της όσο και εξαιτίας του αινίγματος της απώτερης καταγωγής των ομιλητών της. Η παλαιότερη μορφή της Γλώσσας ονομάζεται Κλασική Αρμενική και είναι η τυποποιημένη γλώσσα στην οποία μεταφράστηκε η Βίβλος και συγγράφηκε η πρώιμη Κλασική Αρμενική Γραμματεία κατά το πρώτο μισό του 5ου μ.Χ. αιώνα. Η γλωσσικό ύφος του ιστορικού Γιεζνίκ θεωρείται το καλύτερο δείγμα της Κλασικής Αρμενικής. Το Αρμενικό αλφάβητο επινοήθηκε χρησιμοποιώντας σαν βάση το Ελληνικό από τον Άγιο Μεσρώπ Μαστότς. Η Μέση Αρμενική του βασιλείου της Αρμενικής Κιλικίας (τέλη 11ου μ.Χ. αι. – 1375 μ.Χ.) είναι ένας ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ της Κλασικής Αρμενικής και της νεώτερης Δυτικής Αρμενικής. Η Νεώτερη Αρμενική χωρίζεται σε δύο συναφείς γλώσσες: Η Ανατολική Αρμενική αποτελείται από το διαλεκτικό σώμα που μιλιόταν στις περιοχές της σημερινής Δημοκρατίας της Αρμενίας και από αυτήν προέκυψε η Επίσημη Αρμενική του κράτους. Η Δυτική Αρμενική αποτελείται από το σώμα διαλέκτων που παραδοσιακά μιλιόταν στις δυτικότερες του σημερινού Αρμενικού κράτους περιοχές και ήταν η γλώσσα της σημαντικής και σημαίνουσας Αρμενικής παροικίας της Κωνσταντινουπόλεως. Επειδή τα θύματα της Τουρκικής Γενοκτονίας κατά των Αρμενίων ήταν κατά κανόνα ομιλητές της Δυτικής Αρμενικής, η Δυτική Αρμενική κατέληξε να είναι η Γλώσσα της ξεριζωμένης Αρμενικής Διασποράς.

Armenian-dialects

Παρακάτω παραθέτω τις εισαγωγικές σελίδες από το κεφάλαιο του Benjamin Fortson για την Αρμενική Γλώσσα, το οποίο επέλεξα ως σκελετό για την ανάρτηση. Οι σελίδες αυτές είναι από την πρώτη έκδοση (2004) του βιβλίου που έχω σε pdf. Επειδή όμως εγώ χρησιμοποιώ την δεύτερη (2010) αναθεωρημένη έκδοση, θα αναφέρω όσο μπορώ τα επιπρόσθετα στοιχεία της αναθεωρημένης έκδοσης.

Armenian1

Armenian2

Η καταγωγή των Αρμενίων και η θέση της Αρμενικής στην ΙΕ οικογένεια

Οι Αρμένιοι πρωτοεμφανίζονται στην ιστορία κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα. Έκτοτε, οι ορεινές περιοχές γύρω από την λίμνη Βαν αποτελούν τον μητροπολιτικό τους χώρο. Το ενδωνύμιο των Αρμενίων (Hay = Αρμένιος, Haykʿ = Αρμένιοι) προέκυψε από την περιοχή Ḫayaša στην οποία κατέληξαν να ζουν. Το τοπωνύμιο Ḫayaša απαντά ήδη στις Χεττιτικές επιγραφές (16ος-14ος π.Χ. αι.) και μία ενδιαφέρουσα πρόταση θεωρεί τον όρο ανατολιακό παράγωγο της ΙΕ ρίζας *h2èyos = «μέταλλο, χαλκός». Η πρόταση είναι ενδιαφέρουσα επειδή οι αρχαίοι Έλληνες στην ίδια περιοχή τοποθετούσαν τους ημιμυθικούς Χάλυβες τους οποίους και πίστωναν με την ανακάλυψη της Σιδηρουργίας. Το όνομα «Αρμενία» πρωτοεμφανίζεται στις επιγραφές της Αχαιμενιδικής Περσίας (η Arminiya- αναφέρεται ως μια από τις υποτελείς στον Μεγάλο Δαρείο περιοχές).

Σχεδόν ομόφωνα οι ιστορικοί και οι ινδοευρωπαϊστές γλωσσολόγοι πιστεύουν πως οι Αρμένιοι έφτασαν ως επήλυδες στην Ḫayaša κάποια στιγμή μετά την κατάρρευση της Χεττιτικής Αυτοκρατορίας (~1180 π.Χ.). Το μόνο σενάριο στο οποίο οι Αρμένιοι θεωρούνται αυτόχθονες στην περιοχή τους είναι η Αρμενική Υπόθεση των Gamkrelidze & Ivanov, σύμφωνα με την οποία η ΙΕ κοιτίδα ήταν στην Αρμενία και, κατά συνέπεια, οι Αρμένιοι είναι οι μόνοι ΙΕοι που δεν μετακινήθηκαν. Αυτή η Αρμενική Υπόθεση όμως δεν κατάφερε να πείσει την πλειοψηφία των ΙΕστών η οποία, όπως έχω εξηγήσει σε παλαιότερη σειρά αναρτήσεων, τάσσεται υπέρ της Στεπικής Θεωρίας που θεωρεί ως ΙΕ κοιτίδα τις Ποντο-Κασπικές Στέπες (ΠΚΣ) της περιόδου ~4500-2500 π.Χ.

Άλλωστε, καθ΄όλη σχεδόν την 2η π.Χ. χιλιετία στα μέρη γύρω από την λίμνη Βάν κατοικούν οι Ουραρτιάνοι, ένας μη ΙΕ λαός που μιλούσε μια γλώσσα συγγενική με αυτή των Χουρριτών, οι οποίοι άφησαν το όνομά τους στο γνωστό βιβλικό όρος Αραράτ (το αρχικό /α/ προέκυψε από Εβραϊκή παραφθορά του θέματος urart-).

Ο Fortson αναφέρει την γνώμη του Ηροδότου ο οποίος θεωρούσε τους Αρμένιους ως «αποίκους των Φρυγών» και πιστεύει πως αν και σφαλερή, ωστόσο περιέχει έναν κόκκο αλήθειας: οι Αρμένιοι και οι Φρύγες έφτασαν στην Μικρά Ασία κατά το ίδιο μεταναστευτικό φαινόμενο.

[Ηρόδοτος, 7.73] Φρύγες δὲ ἀγχοτάτω τῆς Παφλαγονικῆς σκευὴν εἶχον, ὀλίγον παραλλάσσοντες. οἱ δὲ Φρύγες, ὡς Μακεδόνες λέγουσι, ἐκαλέοντο Βρίγες χρόνον ὅσον Εὐρωπήιοι ἐόντες σύνοικοι ἦσαν Μακεδόσι, μεταβάντες δὲ ἐς τὴν Ἀσίην ἅμα τῇ χώρῃ καὶ τὸ οὔνομα μετέβαλον ἐς Φρύγας. Ἀρμένιοι δὲ κατά περ Φρύγες ἐσεσάχατο, ἐόντες Φρυγῶν ἄποικοι. τούτων συναμφοτέρων ἦρχε Ἀρτόχμης Δαρείου ἔχων θυγατέρα.

Με άλλα λόγια, οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αρμενίων, σε πρώτη φάση, εισήλθαν στα Ανατολικά Βαλκάνια κάποια στιγμή μεταξύ 2500-2000 π.Χ. και μάλλον μαζί (ή, για την ακρίβεια, ελαφρώς αργότερα) με τους γλωσσικούς προγόνους των Ελλήνων και των Φρυγών και, μετά από μια σχεδόν χιλιάχρονη παραμονή στην Ανατολική Βαλκανική, στην συνέχεια μετανάστευσαν στην Μικρά Ασία μετά την κατάρρευση της Χεττιτικής Αυτοκρατορίας (~1180 π.Χ.).

Αν οι Αρμένιοι ήταν το πρώτο κύμα βαλκανικών μεταναστών στην Μικρά Ασία, τότε δεν αποκλείεται να ωθήθηκαν προς τα ανατολικά από τα επόμενα κύματα βαλκανικών μεταναστών (Φρύγες και Θράκες της ΒΔ Μικράς Ασίας).

Αυτό το σενάριο της «Βαλκανικής Μεταβατικής Διαστάθμευσης» των Αρμενιών είναι ιδιαίτερα προσφιλές στους ΙΕστές και είναι αυτό που προτιμάει -έστω και με λακωνικότατη αναφορά- ο David Anthony στο βιβλίο του για την Στεπική Θεωρία.

Anthony-Armenian

Ωστόσο, ο ML West, όπως έχω αναφέρει σε παλαιότερη ανάρτηση, προτιμάει το εναλλακτικό «διακαυκασικό» σενάριο, σύμφωνα με το οποίο, οι Αρμένιοι έφτασαν στα μέρη τους διαπερνώντας τον Καύκασο κατά τις Κιμμερικές εισβολές που ξεκίνησαν στα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα και κατέλυσαν τα βασίλεια της Φρυγίας και της Λυδίας.

Άμεσα συνδεδεμένη με την διαδρομή που ακολούθησαν οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αρμενίων για να φτάσουν στην ιστορική τους περιοχή είναι η ακριβής θέση της Αρμενικής στην ΙΕ οικογένεια.

Το πρώτο πράγμα που θα παρατηρήσει όποιος ξεκινήσει να μελετά την Αρμενική είναι ο υπέρμετρος αριθμός Ιρανικών δανείων. Ο Fortson εκτιμά των αριθμό των ιρανικών δανείων στην Αρμενική ως πολλαπλάσιο αυτού των Γαλλο-Νορμανδικών δανείων στην Αγγλική! Ο αρμενιστής Charles de Lamberterie εκτιμά τα ιρανικά δάνεια γύρω στο 40% του βασικού λεξιλογίου. Τα περισσότερα από αυτά εισήλθαν από την Παρθική γλώσσα που ήταν η επίσημη γλώσσα της Αρμενικής Δυναστείας των Αρσακιδών.

Αυτός ο υπέρμετρος αριθμός ιρανικών δανείων «ξεγέλασε» τις δύο πρώτες γενιές ΙΕστών στο να θεωρήσουν την Αρμενική ως Ιρανική γλώσσα. Η κατάσταση διορθώθηκε το 1877 από τον τότε νεαρό Ιρανιστή γλωσσολόγο Johann Heinrich Hübschmann, ο οποίος παρατήρησε ότι συχνά η Αρμενική έχει δύο όρους για την κάθε έννοια, έναν  «ιρανοειδή» και έναν τελείως διαφορετικό (λ.χ. για το χέρι υπάρχει το ιρανικό *g’hos-tos > dasta > dast και το γνήσιο αρμενικό *g’hes-r.> jeṙn). O Hübschmann λοιπόν «ξεβοτάνισε» (“weeded out στις σελίδες του Fortson που παρέθεσα) τους «ιρανοειδείς» όρους, γιατί ορθά τους υποψιάστηκε ως ιρανικά δάνεια και εξέτασε το εναπομείναν (residual) λεξιλόγιο. Η εξέταση αυτή ανέδειξε ένα φωνολογικό σύστημα που ήταν εντελώς διαφορετικό από αυτό των Ιρανικών γλωσσών. Εκτός από το διαφορετικό φωνολογικό σύστημα, ο Hübschmann παρατήρησε ότι η Αρμενική διέθετε διαφορετική λειτουργική/κλιτική μορφολογία από αυτήν των ιρανικών γλωσσών. Έτσι συνέγραψε μία διατριβή σταθμό στην οποία ισχυρίστηκε ότι η Αρμενική δεν ανήκε στον Ιρανικό κλάδο των ΙΕ γλωσσών, αλλά ήταν μια εντελώς ανεξάρτητη ΙΕ γλώσσα.

Ενώ σήμερα ξέρουμε πολύ καλά ότι ο Hübschmann είχε δίκαιο και ήταν ο πρώτος που συνειδητοποίησε το σφάλμα των προηγούμενων ΙΕστών, η θεωρία του στην αρχική δέχτηκε ισχυρή κριτική από κάποιες αυθεντίες της εποχής και χρειάστηκε να περάσουν κάποια χρόνια για να γίνει αποδεκτή.

Σήμερα ξέρουμε ότι η Αρμενική είναι μια ΙΕ γλώσσα τύπου satem που ανήκει στον Ελληνο-Άριο κλάδο της ΙΕ οικογένειας μαζί με τις Ινδο-Ιρανικές, την Ελληνική και την Φρυγική, όπως δείχνουν καινοτομίες όπως η παρελθοντική αύξηση *e- (λ.χ. ο Ελληνο-Άριος παρατατικός που εξελίχθηκε σε αρμενικό αόριστο *e-bher-et > eber = φερε), το αρνητικό μόριο *mē > mi = μη κλπ.

Ορισμένες ιδιαιτερότητες που η Αρμενική συμμερίζεται  με την Ελληνική και την Φρυγική, αλλά όχι με την Ινδο-Ιρανική, όπως λ.χ. η φωνηεντοποίηση των λαρυγγικών σε αρκτική θέση (*h2nēr > *anir > ayr ~ νήρ, *h3nr. > anurǰ ~ ναρ/νειρον), υπήρξαν η αφορμή για την διατύπωση θεωριών για ειδικότερη κοινή καταγωγή Αρμενικής, Ελληνικής και Φρυγικής εντός του Ελληνο-Άριου κλάδου.

Ο Γάλλος ΙΕστής Charles de Lamberterie εξειδικεύεται στην Αρμενική και μιλάει στην παρακάτω διάλεξη για την Αρμενική Γλώσσα (αρχίζει να μιλάει στο [14:22] και τα αγγλικά του δεν είναι και τα καλύτερα):

Ο de Lamberterie υποστηρίζει την ύπαρξη της «Βαλκανικής περιοχής» (aire Βalcanique, Balcanic Area) της ΙΕ οικογένειας σαν Sprachbund στο οποίο συμμετείχαν η Αρμενική, η Ελληνική, η Φρυγική και η Αλβανική. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον de Lamberterie, οι ΙΕ αυτές γλώσσες ανέπτυξαν μια σειρά αποκλειστικών κοινών νεωτερισμών μέσα από την συμβίωση τους στην Βαλκανική χερσόνησο κατά την περίοδο 2500-1500 π.Χ. Ο καθένας από αυτούς τους νεωτερισμούς δεν έχει μεγάλο ειδικό βάρος ως δείκτης φυλογενετικής συγγένειας, αλλά ο de Lamberterie έχει μαζέψει μια ενδιαφέρουσα λίστα «με πολλά μικρά βαρίδια». Θα παραθέσω μερικά παραδείγματα.

Η ΙΕ ρίζα *gwher- «θερμαίνω» μόνον στις γλώσσες της υποθετικής «Βαλκανικής Περιοχής» του de Lamberterie σχηματίζει το ανώμαλο ε-βαθμο επίθετο *gwher-mos = «θερμός», όταν τα IE επίθετα σε *-mos είναι, κατά κανόνα, μηδενόβαθμα (λ.χ. ἐτεϝός > ἔτυμος) ή ο-βαθμα.

Ενώ το λατινικό επίθετο της ρίζας είναι το ο-βαθμο *gwhor-mos > formus και το Κοινό Ινδο-Ιρανικό ομόλογό του είναι το επίσης ο-βαθμο *gwhor-mos (λ.χ. σανσκριτικό gharma και όχι jarm-, περσικό garm) στις γλώσσες του υποθετικού «Βαλκανικού» κλάδου βρίσκουμε τα ε-βαθμα:

Ελληνική: *gwher-mos> θερμός

Αρμενική: *gwher-mos > ǰerm

Φρυγική: τοπωνύμια σε *gwher-m- > Γερμ- (λ.χ. Γέρμη)

Δακο-Θρακική: τοπωνύμια σε *gwher-m- > Γερμ- (λ.χ. Γερμισάρα ~ Ζερμισάρα, Γερμάν(ν)η)

Αλβανική: *gwher-mos > dzwèrma > *džjerma > zjarm

gwhermos

Επαναλαμβάνω όμως ότι το καθένα από τα ισόγλωσσα που παρουσιάζει ο de Lamberterie δεν έχει μεγάλο ειδικό βάρος ως δείκτης φυλογενετικής συγγένειας και, γι΄αυτό και ο de Lamberterie μιλάει για τις ΙΕ γλώσσες της «Βαλκανικής Περιοχής» και όχι για «Βαλκανικό κλάδο» της ΙΕ οικογένειας.

Όσον αφορά στην φυλογενετική συγγένια μεταξύ Αρμενικής και Ελληνικής, ο James Clackson σε μια μελέτη του είχε σαν στόχο την όσο γίνεται λεπτομερέστερη εξακρίβωση του βαθμού συγγένειας μεταξύ της Ελληνικής και της Αρμενικής. Ο Clackson συνέκρινε τις δύο γλώσσες με κάθε παραδοσιακή μέθοδο σύγκρισης που λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια συγγένειας «μεγάλου ειδικού βάρους».  Η μελέτη του αυτή οδήγησε στο ενδιαφέρον βιβλίο “The Linguistic Relationship between Armenian and Greek” και το τελικό συμπέρασμα του Clackson ήταν πως, όσον αφορά στα αξιόπιστα κριτήρια γλωσσικής συγγένειας, η Αρμενική δείχνει πάνω κάτω τον ίδιο βαθμό συγγένειας με την Ελληνική που δείχνει και η Σανσκριτική. Με άλλα λόγια, πέρα από την κοινή Ελληνο-Άρια καταγωγή, η Αρμενική δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερο βαθμό συγγένειας με την Ελληνική.

Συμπέρασμα:

This work examines the evidence for a special relationship between Greek and Armenian within the Indo-European family. It contains studies of the methods used to assess interrelationships within language families; the comparative reconstruction of Proto-Indo-European; the interpretation of Greek and Armenian texts; and the developments of the Greek and Armenian languages.The first chapter of the work outlines the existing methods employed for assessing the relationships between languages in the same genetic family, and sets forward the principles on which such investigations should proceed. The following chapters examine specific agreements between Greek and Armenian, and assess their significance for the relationship between the two languages, concluding with a large-scale comparison of lexical agreements between the two languages and other Indo-European languages.

The linguistic material and arguments presented support the conclusion that there is no “special” relationship between the two languages.

Η άποψη του Fortson είναι ότι ίσως ο Clackson με αυτήν την εργασία να έχει λύσει το ζήτημα οριστικά (“if not resolution”).

Fortson-Clackson

Φυσικά οι άποψεις του Clackson και του de Lamberterie δεν αλληλοαναιρούνται . Ο Clackson μπορεί να έχει κάλλιστα δίκαιο όταν ισχυρίζεται ότι φυλογενετικά η Αρμενική και η Ελληνική (μήπως Κοινή Ελληνο-Φρυγική;) είναι απλά Ελληνο-Άριες ξαδέλφες, χωρίς περαιτέρω συγγένεια, αλλά αυτό δεν αποκλείει την περίπτωση Βαλκανικής συμβίωσης (Sprachbund) των δύο «ξαδέλφων», κατά την οποία αναπτύχθηκαν τα κοινά «πλείστα αβαρή ψίχουλα» που συνέλεξε ο de Lamberterie. Άλλωστε, στο Sprachbund που προτείνει ο de Lamberterie συμμετέχει και η Αλβανική που δεν ανήκει φυλογενετικά στον Ελληνο-Άριο κλάδο. Θυμίζω την υβριδική συμπεριφορά του Γερμανικού κλάδου που μπέρδεψε το πρόγραμμα φυλογενετικής ταξινόμησης του Ringe. Η εξήγηση του Ringe ήταν πως όσον αφορά στους ισχυρούς δείκτες συγγένειας, ο Γερμανικός κλάδος συγγενεύει περισσότερο με τον Βαλτο-Σλαβικό, αλλά επειδή «περπάτησε» πάνω σε προ-Ιταλο-Κελτικό έδαφος κατά την δυτική του εξάπλωση, απέκτησε μεγάλο αριθμό αποκλειστικών λεξιλογικών αντιστοιχιών με τον Ιταλο-Κελτικό κλάδο και αυτή η υβριδικότητα «τίλταρε» το πρόγραμμα, το οποίο δεν μπορούσε ν΄αποφασίσει πως να ταξινομήσει τον Γερμανικό κλάδο.

Germanic-Ringe

Μετά από αυτά τα γενικά, στην επόμενη ανάρτηση θα παρουσιαστεί το κυρίως γλωσσολογικό μέρος.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s