Η λυκανθρωπία των ΙΕ μαχητών

Η συγκριτική ΙΕ μυθολογία μας επιτρέπει να ανασυνθέσουμε ορισμένες Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκές (ΠΙΕ) πεποιθήσεις για την ταυτότητα του μαχητή. Βασική ανάμεσα σε αυτές τις πεποιθήσεις είναι η ταύτιση μαχητών και λύκων.

Οι ιδιότητες του λύκου

Μία από τις πιο βασικές λέξεις του ΠΙΕ λεξιλογίου ήταν ο *wl.kw-os = «λύκος». Είναι από τις λίγες λέξεις που πρακτικά απαντούν σε όλες τις θυγατρικές ΙΕ γλώσσες.

Η ελληνική εξέλιξη ήταν: *wl.kw-os > *wlokwos > *wlukwos > *lukos > λύκος

Το συλλαβικό ένηχο */l./ έδωσε /o/ αντί για το αναμενόμενο /a/ επειδή βρισκόταν ανάμεσα σε δύο χειλικούς φθόγγους (*w,*kw), όπως το *mr.-tos = «θνητός» έγινε *mrotos > mbrotos > βροτός εξαιτίας της γειτνίασης με το χειλικό /m/.

Στην συνέχεια, ο νόμος του Cowgill ευθύνεται για την τροπή o>u και ο «νόμος του Βουκόλου» (δηλαδή η άμεση γειτνίαση του χειλοϋπερωικού με το /u/, όπως στο *gwoukwolos > βουκόλος και όχι –πόλος) ευθύνεται για την ανομοιωτική απλοποίηση kw>k.

Πολλοί ΙΕστές πιστεύουν ότι η λέξη *wl.kw-os αρχικά ήταν επίθετο που σήμαινε «επικίνδυνος». Με άλλα λόγια, ο λύκος για τους ΙΕ ήταν το «κατεξοχήν επικίνδυνο αγρίμι». Η αρχική αυτή σημασία επιβίωσε σε κελτικά επίθετα με τη σημασία «κακός». Επίσης, στον Ανατολιακό κλάδο (ο πρώτος κλάδος που αποσχίστηκε από τον ΠΙΕ κορμό και ο πρώτος ΙΕ κλάδος που ήρθε σε στενή επαφή με το λιοντάρι όταν κατέβηκε στην νότια Βαλκανική και την Μικρά Ασία), ο όρος *wl.kw-os χρησιμοποιήθηκε για το «λιοντάρι» (το νέο κατεξοχήν επικίνδυνο αγρίμι που συνάντησαν στην νότια βαλκανική και την Μικρά Ασία).

wlkwos

Τα χαρακτηριστικά του λύκου που παρατηρούσαν οι ΠΙΕ ήταν το ότι ήταν «αγελαίος» (δεν επιτίθεται μόνος αλλά κατά αγέλες), νηλεής και λαφύστιος ὠμηστής (λαφύσσω = «κατασπαράσσω, καταβροχθίζω» και ὠμο-εδ-τής = «αυτός που έδει ωμό κρέας»). Αυτά τα χαρακτηριστικά τον έκαναν δεινό (*dwei-nos, *dwei- > δείδω = φοβάμαι), δηλαδή φοβερό.

Επειδή τα παραπάνω ήταν λίγο πολύ τα βασικά προπαιτούμενα των μαχητών, η ταύτιση μεταξύ μαχητών και λύκων που προέκυψε ήταν κάτι το αναμενόμενο.

Αυτά που ξέρουμε για την ΠΙΕ κοινωνία είναι ότι οι έφηβοι ενός οικισμιού ή μιας μικρής ομάδας οικισμών, ως μέρος της τελετουργικής τους ενηλικίωσης, σχημάτιζαν συμμορίες (war-bands, ο David Anthony τις παρομοιάζει με τις συμμορίες των νεαρών στα γκέτο) που υποτίθεται ότι δρούσαν σαν αγέλες λύκων. Τα νεαρά αυτά «λυκόπουλα» συνήθως έκαναν επιδρομές σε γειτονικά μέρη για να κλέψουν ζώα. Μέσα από αυτό το είδος συμμοριτοπολέμου αποκτούσαν το βάπτισμα του πυρός και αργότερα μπορούσαν να εισέλθουν στις ομάδες των πιο έμπειρων πολεμιστών.

Το αναδομημένο ΙΕ όνομα αυτής της συμμορίας νεαρών πολεμιστών είναι *koryos. Ο όρος αυτός έχει δώσει την πανελλήνια λέξη *kory-on-os > κοίρανος ~ στρατηγός, διοικητής και το διαλεκτικό Θεσσαλο-Μακεδονικό όνομα *koryo-agos > Κόρρᾱγος ~ Στρατηγός (μαζί με το μακεδονικό Κορράτᾱς = Μαχάτᾱς και τα θεσσαλικά Μενέκορρος = Μενέλαος/Μενέστρατος και Νικόρρας = απλολογικός τύπος του ονόματος Νικο-κόρρᾱς = Νικόλαος/Νικόστρατος.

Έχω κάνει μια παλαιότερη ανάρτηση για τα ελληνικά ονόματα που ανάγονται στην ρίζα *koryos = «συμμορία νεαρών μαχητών».

Στην αρχαία Λακωνία, η συμμορία νεαρών μαχητών ονομαζόταν βοῦα (= «αγέλη βόων») και ο αρχηγός κάθε βοάς ονομαζόταν «βο(υ)ᾱγός».

korios Anthony

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του λύκου στην αρχαιοελληνική παράδοση ήταν η δολιότητά του. Ο Οδυσσέας είχε κληρονομήσει την πολυμηχανία του από τον παππού του Αυτόλυκο (= «ο λύκος αυτοπροσώπως»), «ὃς ἀνθρώπους ἐκέκαστο
κλεπτοσύνῃ θ᾽ ὅρκῳ τε: θεὸς δέ οἱ αὐτὸς ἔδωκεν Ἑρμείας» = «ο οποίος ξεπερνούσε όλους τους ανθρώπους σε κλεπτοσύνη και επιορκία, ικανότητες που του κληροδότησε ο [πατέρας του] θεός Ερμής» (Οδύσσεια, 19.394-7). Ο Ερμής ως «κυνάγχης» (= τσομπανοσκυλοπνίχτης) και «κριοφόρος» (κριών φώρ = κλέφτης) ήταν, μεταξύ άλλων, και ο θεός των ζωοκλεπτών. Στην ιστορία που περιγράφεται στον Ομηρικό Ύμνο για τον Ερμή, ο νεογέννητος θεός αμέσως πήγε και έκλεψε τα κοπάδια του Αδμήτου που τα φυλούσε ο Απόλλωνας.

Στην Ιλιάδα, ο άνθρωπος που σκότωσε «μπαμπέσικα» σε καρτέριδόλῳ, οὔ τι κράτεΐ γε, στεινωπῷ ἐν ὁδῷ») τον κορυνήτη (ροπαλοφόρο) Αρηίθοο, «που με την σιδερένια του κορύνη κατερρήγνυε τις αντίπαλες φάλαγγες στη μάχη», ονομάζεται Λυκόοργος (Λυκό-ϝοργος > Λυκοῦργος, μάλλον «αυτός που έχει λυκίσιο ένστικτο», οργή = «ένστικτο»):

[Ιλιάδα, 7.132-46]

αἲ γὰρ Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον
ἡβῷμ᾽ ὡς ὅτ᾽ ἐπ᾽ ὠκυρόῳ Κελάδοντι μάχοντο
ἀγρόμενοι Πύλιοί τε καὶ Ἀρκάδες ἐγχεσίμωροι
Φειᾶς πὰρ τείχεσσιν Ἰαρδάνου ἀμφὶ ῥέεθρα.
τοῖσι δ᾽ Ἐρευθαλίων πρόμος ἵστατο ἰσόθεος φὼς
τεύχε᾽ ἔχων ὤμοισιν Ἀρηϊθόοιο ἄνακτος
δίου Ἀρηϊθόου, τὸν ἐπίκλησιν κορυνήτην
ἄνδρες κίκλησκον καλλίζωνοί τε γυναῖκες
οὕνεκ᾽ ἄρ᾽ οὐ τόξοισι μαχέσκετο δουρί τε μακρῷ,
ἀλλὰ σιδηρείῃ κορύνῃ ῥήγνυσκε φάλαγγας.
τὸν Λυκόοργος ἔπεφνε δόλῳ, οὔ τι κράτεΐ γε,
στεινωπῷ ἐν ὁδῷ ὅθ᾽ ἄρ᾽ οὐ κορύνη οἱ ὄλεθρον
χραῖσμε σιδηρείη: πρὶν γὰρ Λυκόοργος ὑποφθὰς
δουρὶ μέσον περόνησεν, ὃ δ᾽ ὕπτιος οὔδει ἐρείσθη:
τεύχεα δ᾽ ἐξενάριξε, τά οἱ πόρε χάλκεος Ἄρης.

Αλλά, όπως έγραψα παραπάνω, η βασική «λυκίσια» ιδιότητα των ΙΕ μαχητών ήταν η νηλεής φονικότητά στην μάχη. Στην Ιλιάδα, ο όρος «λύσσα» (= (*wl.kw-ih2 > λύκ-jα > λύσσα), ως «λύκειο μένος» και «λύκεια μανία», χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ψυχική κατάσταση των τρανών πολεμιστών, όπως ο Αχιλλέας και ο Έκτορας, όταν αρχίζουν να σφάζουν «νωλεμέως» (ακατάπαυστα) τον έναν αντίπαλο μετά τον άλλο. Όσοι περάσατε από τα φλιμπεράδικα την δεκαετία του 90, η ομηρική κατάσταση μαχητικής «λύσσας» ήταν σαν το “he’s on fire!” στο NBA JAM. 🙂

Παρακάτω, στο [00:50] μετά από τρία συνεχόμενα καλάθια, ο Patrick Ewing γίνεται “on fire”, δηλαδή η μπάλα φλέγεται και δεν χάνει κανένα σουτ απ΄όπου κι αν βαρέσει.

Στα παρακάτω χωρία της Ιλιάδας η νεοελληνική απόδοση είναι αυτή των Κακριδή-Καζαντζάκη.

[Ιλιάδα, 9.239]

σχήσεσθ᾽, ἀλλ᾽ ἐν νηυσὶ μελαίνῃσιν πεσέεσθαι.
Ζεὺς δέ σφι Κρονίδης ἐνδέξια σήματα φαίνων
ἀστράπτει· Ἕκτωρ δὲ μέγα σθένεϊ βλεμεαίνων
μαίνεται ἐκπάγλως πίσυνος Διί, οὐδέ τι τίει
ἀνέρας οὐδὲ θεούς· κρατερὴ δέ ἑ λύσσα δέδυκεν.

—-

Κι ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, αστράφτοντας, καλότυχα σημάδια
τους δείχνει. Ξεπαρμένος ο Έχτορας μες στην τρανήν ορμή του
μανιάζει, κι έβαλε τα θάρρη του στο Δία, και μήτε ανθρώπους
μήτε θεούς ψηφάει· τι αλάγιαστη τον έχει πιάσει λύσσα.

[Ιλιάδα, 9.305]

νῦν γάρ χ᾽ Ἕκτορ᾽ ἕλοις, ἐπεὶ ἂν μάλα τοι σχεδὸν ἔλθοι

λύσσαν ἔχων ὀλοήν, ἐπεὶ οὔ τινά φησιν ὁμοῖον
οἷ ἔμεναι Δαναῶν οὓς ἐνθάδε νῆες ἔνεικαν.

——

τι τώρα εσύ μπορείς τον Έχτορα να θανατώσεις, σύντας
έρθει κοντά σου μες στη λύσσα του, τι λέει δε βρίσκεται όμοιος
μ᾿ αυτόν μες στους Αργίτες που άραξαν εδώ με τα καράβια.»

[Ιλιάδα, 21.542] Αχιλλέας

οἳ δ᾽ ἰθὺς πόλιος καὶ τείχεος ὑψηλοῖο
δίψῃ καρχαλέοι κεκονιμένοι ἐκ πεδίοιο
φεῦγον· ὃ δὲ σφεδανὸν ἔφεπ᾽ ἔγχεϊ, λύσσα δέ οἱ κῆρ
αἰὲν ἔχε κρατερή, μενέαινε δὲ κῦδος ἀρέσθαι.

προς το καστρί και το αψηλόχτιστο τειχί γραμμή ετραβούσαν᾿
μ᾿ αυτός με το κοντάρι εχύνουνταν ξοπίσω τους, καί λύσσα
μες στην καρδιά τρανή τον έπνιγε, και λαχταρούσε δόξα.

Μερικές φορές ολόκληρα τα στρατεύματα Αχαιών και Τρώων παρομοιάζονται με αγέλες λύκων που χυμάνε η μία στην άλλη:

[Ιλιάδα, 4.471]

Ὣς τὸν μὲν λίπε θυμός, ἐπ᾽ αὐτῷ δ᾽ ἔργον ἐτύχθη
ἀργαλέον Τρώων καὶ Ἀχαιῶν· οἳ δὲ λύκοι ὣς
ἀλλήλοις ἐπόρουσαν, ἀνὴρ δ᾽ ἄνδρ᾽ ἐδνοπάλιζεν.

——

Έτσι η ζωή του εκόπη, κι άναψε στους Τρώες και στους Αργίτες
τότε τρανό κακό από πάνω του, τι κι απ᾿ τα δυο τα μέρη
χιμούσαν σαν τους λύκους κι έριχναν ο ένας τον άλλο κάτω.

[Ιλιάδα, 11.72]

ὣς Τρῶες καὶ Ἀχαιοὶ ἐπ᾽ ἀλλήλοισι θορόντες
δῄουν, οὐδ᾽ ἕτεροι μνώοντ᾽ ὀλοοῖο φόβοιο.
ἴσας δ᾽ ὑσμίνη κεφαλὰς ἔχεν, οἳ δὲ λύκοι ὣς
 θῦνον· Ἔρις δ᾽ ἄρ᾽ ἔχαιρε πολύστονος εἰσορόωσα·

——

παρόμοια Τρώες κι Αργίτες χίμιξαν κι ο ένας τον άλλο έσφαζαν,
και την πικρή στο νου κανένας τους δεν έβαζε φευγάλα.
Κι ήταν ο πόλεμος ισόβαρος, κι εκείνοι ως λύκοι ορμούσαν.
Κι η Αμάχη εχαίρουνταν θωρώντας τους η πικροφαρμακούσα

[Ιλιάδα, 16.156]

Μυρμιδόνας δ᾽ ἄρ᾽ ἐποιχόμενος θώρηξεν Ἀχιλλεὺς
πάντας ἀνὰ κλισίας σὺν τεύχεσιν· οἳ δὲ λύκοι ὣς
ὠμοφάγοι, τοῖσίν τε περὶ φρεσὶν ἄσπετος ἀλκή,
οἵ τ᾽ ἔλαφον κεραὸν μέγαν οὔρεσι δῃώσαντες
δάπτουσιν· πᾶσιν δὲ παρήϊον αἵματι φοινόν·

——

Κι ωστόσο στα καλύβια τρέχοντας τους Μυρμιδόνες όλους
αρμάτωνε ο Αχιλλέας· και φρένιαζαν αυτοί, σα σαρκοφάγοι
λύκοι, που δύναμη ακατάλυτη τους σπρώχνει, κι ως σπαράζουν
τρανή αλαφίνα διπλοκέρατη μες στα βουνά, την τρώνε
αρπαχτικά᾿ κι ως τα μουσούδια τους βάφηκαν μ᾿ αίμα άκρατο.

Η τελευταία παρομοίωση των Μυρμιδόνων με ωμοφάγους λύκους που κατασπαράσσουν το ελάφι βάφοντας τις μουσούδες τους με «φοινόν» (= φόνιον) αίμα, πιστεύω πως είναι η ζωντανότερη περιγραφή της «νηλεούς φονικότητας» του λύκου που ανέφερα.

Στους Επτά επί Θήβας του Αισχύλου, ο Χορός καλεί τον «Λύκ(ε)ιο ἄνακτα» Απόλλωνα να γίνει Λύκειος έναντι του «δαΐου» (= αντίπαλου) στρατεύματος. Οι στίχοι είναι ένα λογοπαίγνιο ανάμεσα στο επίθετο Λύκιος (από την Λυκία) του Απόλλωνα και του επιθέτου «λύκειος» = «λυκίσιος».

[Στίχοι 145-6]

καὶ σύ, Λύκει᾽ ἄναξ, Λύκειος γενοῦ
στρατῷ δαΐῳ στόνων ἀντίτας.

Πιστεύω ότι με αυτές τις αρχαίες παρομοιαστικές χρήσεις του λύκου να σας έδωσα να καταλάβετε πως εννοούνταν η ταύτιση μαχητή και λύκου. τώρα μπορούμε να πάμε στα δεδομένα από τις άλλες θυγατρικές ΙΕ γλώσσες.

Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά

Αντίθετα με την παραπάνω παροιμία, οι ΠΙΕ πίστευαν ότι «τα ράσα κάνουν τον παπά» ή, καλύτερα, ότι κάποιος μπορούσε να αποκτήσει τις ιδιότητες του λύκου φορώντας ένα λυκοτόμαρο.

Θ΄αρχίσω από την Ιλιάδα. Η Ραψωδία 10 ονομάζεται «Δολώνεια», γιατί σε αυτήν οι Τρώες στέλνουν τον Δόλωνα (= αυτός που έχει δολιότητα) να πάει κρυφά στο αχαϊκό στρατόπεδο και να κατασκοπεύσει. Την ίδια στιγμή, οι Αχαιοί αποφασίζουν να στείλουν τον Διομήδη να κάνει το ίδιο στο στρατόπεδο των Τρώων. Όταν ζητήται από τον Διομήδη να διαλέξει σύντροφο για την αποστολή, ο Τυδείδης επιλέγει τον Οδυσσέα, δηλαδή τον εγγονό του Αυτόλυκου), γιατί τον θεωρεί τον ικανότερο γι΄αυτήν την «δόλια» αποστολή. Όπως ο Διομήδης επέλεξε τον Αυτολυκίδη Οδυσσέα ως σύντροφο, έτσι και ο Δόλωνας φόρεσε την λυκέη = «λυκοτόμαρο», ώστε ν΄αποκτήσει την δολιότητα του λύκου που χρειαζόταν γι΄αυτήν την αποστολή. Όπως ο Δόλωνας φόρεσε «λυκέη» έτσι και ο Μηριόνης έδωσε στον Οδυσσέα να φορέσει μια «κυνέη» με δόντια αγριογούρουνου που κάποτε είχε κλέψει ο παππούς του Αυτόλυκος από τον Ορμενίδη Αμύντορα και την χάρισε ως «ξεινήιον» δώρο στον Αμφιδάμαντα από τα Κύθηρα που, με τη σειρά του, το χάρισε στον πατέρα του Μηριόνη.

Ο Διομήδης επιλέγει τον Οδυσσέα, γιατί μαζί μ΄αυτόν μπορεί μέχρι και από το αἰθομένον πῦρ να επιστρέψει σώος:

[Ιλιάδα, 10.225-271]

ὅππως κέρδος ἔῃ· μοῦνος δ᾽ εἴ πέρ τε νοήσῃ
ἀλλά τέ οἱ βράσσων τε νόος, λεπτὴ δέ τε μῆτις.
ὣς ἔφαθ᾽, οἳ δ᾽ ἔθελον Διομήδεϊ πολλοὶ ἕπεσθαι.
ἠθελέτην Αἴαντε δύω θεράποντες Ἄρηος,
ἤθελε Μηριόνης, μάλα δ᾽ ἤθελε Νέστορος υἱός,

ἤθελε δ᾽ Ἀτρεΐδης δουρικλειτὸς Μενέλαος,
ἤθελε δ᾽ ὁ τλήμων Ὀδυσεὺς καταδῦναι ὅμιλον
Τρώων· αἰεὶ γάρ οἱ ἐνὶ φρεσὶ θυμὸς ἐτόλμα.
τοῖσι δὲ καὶ μετέειπεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων·
Τυδεΐδη Διόμηδες ἐμῷ κεχαρισμένε θυμῷ

τὸν μὲν δὴ ἕταρόν γ᾽ αἱρήσεαι ὅν κ᾽ ἐθέλῃσθα,
φαινομένων τὸν ἄριστον, ἐπεὶ μεμάασί γε πολλοί.

[…]

ὣς ἔφατ᾽, ἔδεισεν δὲ περὶ ξανθῷ Μενελάῳ.
τοῖς δ᾽ αὖτις μετέειπε βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης·
εἰ μὲν δὴ ἕταρόν γε κελεύετέ μ᾽ αὐτὸν ἑλέσθαι,
πῶς ἂν ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆος ἐγὼ θείοιο λαθοίμην,
οὗ πέρι μὲν πρόφρων κραδίη καὶ θυμὸς ἀγήνωρ

ἐν πάντεσσι πόνοισι, φιλεῖ δέ ἑ Παλλὰς Ἀθήνη.
τούτου γ᾽ ἑσπομένοιο καὶ ἐκ πυρὸς αἰθομένοιο
ἄμφω νοστήσαιμεν, ἐπεὶ περίοιδε νοῆσαι.

[…]

Μηριόνης δ᾽ Ὀδυσῆϊ δίδου βιὸν ἠδὲ φαρέτρην
καὶ ξίφος, ἀμφὶ δέ οἱ κυνέην κεφαλῆφιν ἔθηκε
ῥινοῦ ποιητήν· πολέσιν δ᾽ ἔντοσθεν ἱμᾶσιν
ἐντέτατο στερεῶς· ἔκτοσθε δὲ λευκοὶ ὀδόντες
ἀργιόδοντος ὑὸς θαμέες ἔχον ἔνθα καὶ ἔνθα

εὖ καὶ ἐπισταμένως· μέσσῃ δ᾽ ἐνὶ πῖλος ἀρήρει.
τήν ῥά ποτ᾽ ἐξ Ἐλεῶνος Ἀμύντορος Ὀρμενίδαο
ἐξέλετ᾽ Αὐτόλυκος πυκινὸν δόμον ἀντιτορήσας,
Σκάνδειαν δ᾽ ἄρα δῶκε Κυθηρίῳ Ἀμφιδάμαντι·
Ἀμφιδάμας δὲ Μόλῳ δῶκε ξεινήϊον εἶναι,

Ο Οδυσσέας και ο Διομήδης συναντήθηκαν με τον Δόλωνα και τον συνέλαβαν. Αφού τον ανέκριναν και πήραν τις πληροφορίες που ήθελαν, τον σκότωσαν παίρνοντας, συν τοις άλλοις, την κυνέη που φορούσε στην κεφαλή και την λυκέη που φορούσε στο σώμα για την αποστολή:

[Ιλιάδα, 10.459]

ἁψάμενος λίσσεσθαι, ὃ δ᾽ αὐχένα μέσσον ἔλασσε
φασγάνῳ ἀΐξας, ἀπὸ δ᾽ ἄμφω κέρσε τένοντε·
φθεγγομένου δ᾽ ἄρα τοῦ γε κάρη κονίῃσιν ἐμίχθη.
τοῦ δ᾽ ἀπὸ μὲν κτιδέην κυνέην κεφαλῆφιν ἕλοντο
καὶ λυκέην καὶ τόξα παλίντονα καὶ δόρυ μακρόν.

Ας δούμε τώρα τις παραδόσεις των άλλων θυγατρικών ΙΕ γλωσσών για μαχητές ντυμένους με λυκοτόμαρα.

Οι Velites (ενικός veles) ήταν οι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες της ρωμαϊκής λεγεώνας. Αντίθετα με τους βετεράνους λεγεωνάριους, οι Velites δεν φορούσαν την Lorica Segmentata, αλλά φορούσαν λυκοτόμαρα και στην μάχη είχαν τον ρόλο ακροβολιστών που, όταν χρειαζόταν, έκαναν πλάγιες (= «δόλιες») επιθέσεις στον αντίπαλο την ώρα που οι βετεράνοι είχαν ήδη εμπλακεί σε κατά μέτωπον επίθεση.

Velites

Οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τα Lupercalia (lupus = «λύκος») στην σπηλιά Lupercal, όπου υποτίθεται ότι η περιβόητη λύκαινα είχε βυζάξει τον Ρέμο και τον Ρωμύλο.

Lupa

Η λυκανθρωπική παράδοση των Σλάβων φαίνεται από τoν πρωτο-σλαβικό όρο *vĭlkŭ-dlakŭ = «λυκοτόμαρο» (vĭlkŭ = «λύκος», dlakŭ = «τομάρι, τρίχωμα», λ.χ. σερβοκροατικό dlakav = «δασύτριχος»). Ο όρος είναι ο πρόγονος του νεοελληνικού όρου Βρυκόλακας (λ.χ. βουλγαρικό Vǎrkolak, σερβο-κροατικό Vukodlak), μόνο που στην Ελληνική δεν σημαίνει πια τον «Λυκάνθρωπο», αλλά το βαμπίρ.

Για τις άλλες ΙΕ γλώσσες θα παραθέσω την σελίδα 450 από το βιβλίο «Ινδοευρωπαϊκή Ποίση και Μυθολογία» του ML West.

west-wolf

Δεν θα σχολιάσω τα πράγματα που γράφει ο West, τα οποία έχω ήδη αναφέρει. Οι μυθικοί Σκανδιναβοί πολεμιστές Bersekrs διακατέχονταν από την ίδια μαχητική «λύσσα» (λύκειον μένος, λύκεια μανία) που είχαν και οι τρανοί Ομηρικοί πολεμιστές. Ένα από τα επίθετά τους ήταν Úlfhéðnar = «λυκοτομαρένδυτοι» (ulf < *wulfaz = «λύκος»). Οι Παλαιοί Ιρλανδοί απέδιδαν στους μαχητές τους τον χαρακτηρισμό luchtonn ο οποίος, όπως και το Σανσκριτικό όνομα Vr.kājina ενός μυθικού μαχητή, σημαίνει «λυκοτόμαρο» (wolfskin).

Ulfhednar

Advertisements

4 Comments

Filed under Ινδοευρωπαϊκά θέματα

4 responses to “Η λυκανθρωπία των ΙΕ μαχητών

  1. bill

    εμπνευστης των απανταχου πολεμιστων(και οχι μονο)ο λυκος λοιπον!!

  2. Simplizissimus

    Την ιερή λύσσα που κατέχει τον πολεμιστή στην κορύφωση της μάχης μπορούμε να την ονομάσουμε και αμόκ (running amock ή amuck). Οι Μπερσέρκοι βέβαια ετυμολογούνται από το bear, την αρκούδα. Και για το λογοπαίγνιο Λύκιος – λύκειος (κοίτα σύμπτωση!) το έχουν συζητήσει εδώ.

    (Τη lorica segmentata τη χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι από τα τέλη του 1ου π.Χ. αιώνα και μετά, όταν πια δεν υπήρχαν velites στο ρωμαϊκό στρατό. Οι velites ανήκουν σε παλαιότερη οργάνωση της λεγεώνας, οπότε, αν θέλαμε να μιλήσουμε για θωράκιση, θα λέγαμε ότι φορούσαν lorica hamata. 🙂

    • Πάντοτε κατατοπιστικότατες οι παρατηρήσεις σου.

      Για τους Berserkrs ο West φαίνεται να προτιμάει την εναλλακτική ετυμολόγηση του Kim McCone όπου αντί για την αρκούδα (bear) ετυμολογεί το πρώτο μόρφημα από το αντίστοιχο σκανδιναβικό του αγγλικού bare = «γυμνός». Με άλλα λόγια, για τον McCone οι Berserkrs είναι «αυτοί που πολεμούν γυμνοί» (χωρίς προστατευτική πανοπλία).

      Γράφει ο West στην σελίδα 449 (δλδ μια σελίδα πριν από αυτήν που παρέθεσα):

      The war-band, especially in the Celtic and Germanic areas, sometimes had a wild and frenzied charecter. The Nordic berserkir were systematic practitioners of battle fury, of “going berserk” (berserksgangr). The word ber-serkr is traditionally explained as meaning “bear-shirted” (αρκουδοτομαρένδυτοι), but Kim McCome has argued on philogogical and other grounds for “bare-shirted”, with reference to the fervid warrior’s practice of fighting without armour, either lightly clad or naked (McCone,1987). Tacitus writes that the Germans mostly fight “nudi aut sagulo leues” (Germ. 6.1).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s