Το επίθημα -οσύνη: περιγραφή και ετυμολογικές υποθέσεις

Το επίθημα -oσύνη είναι ένα από τα διαχρονικότερα και παραγωγικότερα ελληνικά επιθήματα. Απαντά ήδη στον Όμηρο και συνέχισε να χρησιμοποιείται ευρέως στον καθημερινό λόγο σε όλο το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ του Ομήρου και της εποχής μας. Η βασική του παραγωγική λειτουργία είναι ο σχηματισμός θηλυκών αφηρημένων εννοιών (λ.χ. καλοσύνη, δικαιοσύνη, βιασύνη και, με πιο συλλογική σημασία, Ρωμιοσύνη και χριστιανοσύνη).

Κατά κανόνα, οι αφηρημένες έννοιες σε -oσύνη είναι παράγωγα γραμματικών ονομάτων (επίθετα και ουσιαστικά), έτσι ώστε η καλοσύνη είναι η ιδιότητα που κάποιος πρέπει να διαθέτει ώστε να είναι καλός. Σε αυτή την παραγωγή, το επίθημα -οσύνη είναι ισολειτουργικό των επιθημάτων -τητα (ταχύς > ταχύτητα, βαρύς > βαρύτητα, ακέραιος > ακεραιότητα) και -ία (λ.χ. κακός > κακία, άδικος > αδικία, ευτυχής > ευτυχία). Συχνά, οι αντίθετες έννοιες των θηλυκών σε -oσύνη είναι θηλυκά σε -ία λ.χ.:

καλός ≠ κακός > καλοσύνη ≠ κακία

δίκαιος ≠ άδικος > δικαιοσύνη ≠ αδικία

Το καλύτερο νεοελληνικό παράδειγμα που δείχνει τον τρόπο παραγωγής των αφηρημένων θηλυκών εννοιών σε -οσύνη πιστεύω είναι ο παρακάτω διάλογος από την ταινία «Η Κυρά μας η Μαμή» :

[01:12:55]

Ορέστης Μακρής: Σιγά! Σ΄όλα σου άγαρμπη είσαι πανάθεμά σε!

Γεωργία Βασιλειάδου: Εμ όση γαρμποσύνη υπήρχε την πήρες του λόγου σου.

Η απάντηση των αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών σε -oσύνη στην Ιλιάδα

Στην Ιλιάδα, το επίθημα -oσύνη απαντά στους παρακάτω όρους:

[1.72] μαντοσύνη = μαντεία = η ιδιότητα του μάντη

ὃς ᾔδη τά τ᾿ ἐόντα τά τ᾿ ἐσσόμενα πρό τ᾿ ἐόντα,
καὶ νήεσσ᾿ ἡγήσατ᾿ Ἀχαιῶν Ἴλιον εἴσω
ἣν διὰ μαντοσύνην, τήν οἱ πόρε Φοῖϐος Ἀπόλλων·

[4.303] ἱπποσύνη = η τέχνη της ιππηλασίας (= ἵππον ἐλαύνω = άγω/οδηγώ). Αναφέρεται ως πολεμική αρετή μαζί με την ἡνορέη = ανδρεία

Ἱππεῦσιν μὲν πρῶτ᾽ ἐπετέλλετο· τοὺς γὰρ ἀνώγει
σφοὺς ἵππους ἐχέμεν μηδὲ κλονέεσθαι ὁμίλῳ·
μηδέ τις ἱπποσύνῃ τε καὶ ἠνορέηφι πεποιθὼς
οἶος πρόσθ᾽ ἄλλων μεμάτω Τρώεσσι μάχεσθαι,

[7.110] ἀφροσύνη = η ιδιότητα του άφρονος (δηλαδή η έλλειψη φρενός = σκέψεως)

ἀφραίνεις Μενέλαε διοτρεφές, οὐδέ τί σε χρὴ

ταύτης ἀφροσύνης· ἀνὰ δὲ σχέο κηδόμενός περ,

[8.181] μνημοσύνη = η ιδιότητα της ανάμνησης, ενθύμησης και η θεοποιημένη μητέρα των Μουσών Μνημοσύνη

ἀλλ᾽ ὅτε κεν δὴ νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσι γένωμαι,
μνημοσύνη τις ἔπειτα πυρὸς δηΐοιο γενέσθω,

[9.256] φιλοφροσύνη = η ιδιότητα του φιλόφρονος (δηλαδή του φιλικά προσκείμενου)

δώσουσ᾽ αἴ κ᾽ ἐθέλωσι, σὺ δὲ μεγαλήτορα θυμὸν
ἴσχειν ἐν στήθεσσι· φιλοφροσύνη γὰρ ἀμείνων·

[12.460] βρῑθοσύνη = εμβρίθεια, βαρύτης

ῥῆξε δ᾽ ἀπ᾽ ἀμφοτέρους θαιρούς· πέσε δὲ λίθος εἴσω

βριθοσύνῃ, μέγα δ᾽ ἀμφὶ πύλαι μύκον, οὐδ᾽ ἄρ᾽ ὀχῆες

[13.29] γηθοσύνη = χαρά (γηθέω, γηθαλέος). Αργότερα εμφανίζεται και το σιγμόληκτο ουδέτερο γῆθος (εξάχθηκε αναλογικά από τα σύνθετα επίθετα σε -γηθής, λ.χ. ἐριγηθής, πολυγηθής).

πάντοθεν ἐκ κευθμῶν, οὐδ᾽ ἠγνοίησεν ἄνακτα·
γηθοσύνῃ δὲ θάλασσα διίστατο· τοὶ δὲ πέτοντο

[15.412] ὑποθημοσύνη = συμβουλή (ὑποτίθημι με τη σημασία «προτείνω, διδάσκω» στους ορισμούς ΙΙ και ΙΙ.3)

ἀλλ᾽ ὥς τε στάθμη δόρυ νήϊον ἐξιθύνει
τέκτονος ἐν παλάμῃσι δαήμονος, ὅς ῥά τε πάσης
εὖ εἰδῇ σοφίης ὑποθημοσύνῃσιν Ἀθήνης,

[17.697] ἐφημοσύνη = εντολή (παράξενος όρος, συνώνυμος και ομόρριζος του όρου ἐφετμή)

δὴν δέ μιν ἀμφασίη ἐπέων λάβε, τὼ δέ οἱ ὄσσε
δακρυόφι πλῆσθεν, θαλερὴ δέ οἱ ἔσχετο φωνή.
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὧς Μενελάου ἐφημοσύνης ἀμέλησε,

[19.112] δολοφροσύνη = η ιδιότητα του δολόφρονος (δηλαδή αυτού που έχει δόλια φρένα = σκέψη)

ὅς κεν ἐπ᾽ ἤματι τῷδε πέσῃ μετὰ ποσσὶ γυναικὸς
τῶν ἀνδρῶν οἳ σῆς ἐξ αἵματός εἰσι γενέθλης.
ὣς ἔφατο· Ζεὺς δ᾽ οὔ τι δολοφροσύνην ἐνόησεν,

[22.247] κερδοσύνη = πολυμηχανία, ευμηχανία, η ιδιότητα επινόησης και χρήσης τεχνασμάτων (κέρδος = τέχνασμα, ορισμός ΙΙ) για την επίτευξη κάποιου σκοπού (λ.χ. νηκερδής = άσκοπος, ανωφελής).

ὣς φαμένη καὶ κερδοσύνῃ ἡγήσατ᾽ Ἀθήνη·
οἳ δ᾽ ὅτε δὴ σχεδὸν ἦσαν ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ἰόντες,

[23.701] παλαισμοσύνη = η τέχνη του παλαιστή (πάλαισμα ~ η «λαβή»/τέχνασμα που χρησιμοποιεί ο παλαιστής)

Πηλεΐδης δ᾽ αἶψ᾽ ἄλλα κατὰ τρίτα θῆκεν ἄεθλα
δεικνύμενος Δαναοῖσι παλαισμοσύνης ἀλεγεινῆς,

[24.30] μαχλοσύνη ~ λαγνεία, η ιδιότητα του ερωμανούς (οι αρχαίοι θεωρούσαν τον όρο γυναικεία ιδιότητα και εδώ χρησιμοποιείται για να τονίσει την θηλυπρέπεια του Πάριδος, μάχλος = λαγνεία, ατίθασος ερωτικός πόθος)

τὴν δ᾽ ᾔνησ᾽ ἥ οἱ πόρε μαχλοσύνην ἀλεγεινήν.
ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐκ τοῖο δυωδεκάτη γένετ᾽ ἠώς,

[24.772] ἀγανοφροσύνη = ευγένεια, πραότητα (ἀγανός = ευγενικός, πράος)

ἢ ἑκυρή, ἑκυρὸς δὲ πατὴρ ὣς ἤπιος αἰεί,
ἀλλὰ σὺ τὸν ἐπέεσσι παραιφάμενος κατέρυκες
σῇ τ᾽ ἀγανοφροσύνῃ καὶ σοῖς ἀγανοῖς ἐπέεσσι.

Η εξέταση των παραπάνω πρωιμότερων ελληνικών παραδειγμάτων δείχνει ότι το επίθημα δεν είναι -σύνη, αλλά -οσύνη.

μάντ-ις > μαντ-οσύνη

μνήμ-η > μνημ-οσύνη

πάλαισ-μα (-μα < *-mn.) > παλαισμ-οσύνη (με ανώμαλο διαχωρισμό του επιθήματος*-mn. > -μα σε -μ-α, όπως στο *-mon-> -m-on- στα ἐπιστήμων > ἐπιστημ-οσύνη και ἐλεήμων > ἐλεημ-οσύνη)

ΙΕ *gwhren- > φρέν-ς > φρήν και παράγωγα επίθετα σε -φρον-ς > -φρων (που πάλι διαχωρίστηκε ανώμαλα σε φρ-ων) > -φρ-οσύνη)

Αυτή η παρατήρηση για το /ο/ ως μέρος του επιθήματος επιβεβαιώνεται από τα μεταγενέστερα παραδείγματα που δείχνουν εφαρμογή του νόμου του Wackernagel (νόμος συνθετικής εκτάσεως, Regelung der Dehnung in der Zusammensetzung):

Wackernagel's law

στρατοαγός > στρατγός > αττικο-ιωνικό στρατηγός

μεταάϝορ-ος > μετορος > αττικο-ιωνικό μετήορος > μετέωρος (ύστερα από αττικο-ιωνική ποσοτική αντιμετάθεση λᾱός > ληός > λεώς)

ὁμοόνυμος > ὁμώνυμος

(Και από αναλογική κατάχρηση του νόμου: παν-ἄγυρις > πανήγυρις, δυσ-όνυμος > δυσώνυμος κλπ)

Στην περίπτωση του επιθήματος -οσύνη υπάρχουν τα παρακάτω εκτεταμένα παραδείγματα:

ἱεροοσύνη > ἱερωσύνη

ἁγιοοσύνη > ἁγιωσύνη

ἀγαθοοσύνη > ἀγαθωσύνη

μεγάλοοσύνη > μεγαλωσύνη

Τα επίθετα σε -όσυνος

Εκτός από τα θηλυκά αφηρημένα ουσιαστικά, το επίθημα -οσυν- απαντά και σε επίθετα που σχετίζονται με τις αφηρημένες έννοιες.

Στην Ιλιάδα απαντά το επίθετο γηθόσυνος (θυμίζω το θηλυκό αφηρημένο ουσιαστικό γηθοσύνη [13.29] που ανέφερα παραπάνω):

[7.122]

ὣς εἰπὼν παρέπεισεν ἀδελφειοῦ φρένας ἥρως
αἴσιμα παρειπών, ὃ δ᾽ ἐπείθετο· τοῦ μὲν ἔπειτα
γηθόσυνοι θεράποντες ἀπ᾽ ὤμων τεύχε᾽ ἕλοντο·

——

σωστά μιλώντας᾿ κι ως τον άκουσεν εκείνος, τους συντρόφους
αφήνει να του βγάλουν τ᾿ άρματα χαρούμενοι απ᾿ τους ώμους.

[13.82]

Ἕκτορι Πριαμίδῃ ἄμοτον μεμαῶτι μάχεσθαι.
ὣς οἳ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον
χάρμῃ γηθόσυνοι, τήν σφιν θεὸς ἔμβαλε θυμῷ·

——

Τέτοια εμιλούσαν συναλλήλως τους αυτοί, χαρά γιομάτοι
απ᾿ την ορμή, ο θεός που φύσηξε στα στήθια τους γι᾿ απάλε.

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

IE *g’her- (λ.χ. *n.-g’her-ont- > Ἀχέρων) > *g’hr.-yō > χαίρω και *g’hr.-meh2 > χάρμη (=χαρά)

χάρμ-η > χαρμοσύνη ~ χαρμόσυνος (ήδη στον Ηρόδοτο [3.27])

μνήμ-η > μνημοσύνη ~ μνημόσυνος > ουσιαστικοποιημένο επίθετο μνημόσυνον (απαντά πολλάκις στον Ηρόδοτο κια άπαξ στον Θουκυδίδη [5.11])

ἵππος > ἱπποσύνη ~ ἱππόσυνος (απαντά στον Ορέστη του Ευριπίδη [στ. 1392] ως επίθετο της «Δαρδανίας» = Τρωάδας, λ.χ. Δάρδανος, Δαρδανέλλια).

κῆδος > κηδοσύνη ~ κηδόσυνος = κήδειος (Ευριπίδης, Ορέστης, 1017)

ΙΕ *tergw- «φόβος, τρόμος» (λ.χ. λατινικό torvus = «τρομακτικός, άγριος») > τάρβος > ταρβοσύνη ~ ταρβόσυνος (Αισχύλος, Επτά επι Θήβας, λογοπαίγνιο ταρβόσυνος φόβος = περίφοβον τάρβος).

μάντ-ις > μαντοσύνη ~ μαντόσυνος = μαντεῖος/μαντειακός (αυτοί οι τύποι με /ει/ ανάγονται στον αμαρτύρητο τύπο *μαντ-εύς = μάντ-ις, λ.χ. κεραμεύς > κεραμέϝ-ιον > κεραμεῖον ~ μαντεῖον, που έδωσε και το ρήμα μαντεύομαι και το παράγωγο μάντευμα).

IE *dems-potis = κυριολεκτικά «(ν)οικοκύρης» > *δεσπότις > δεσπότης > δεσποσύνη ~ «αφεντιά» (Ηρόδοτος, [7.102]) με το επίθετο δεσπόσυνος = δεσπόσιος να απαντά στον Πίνδαρο και τον Αισχύλο. Πάλι βλέπουμε ένα «άγαρμπο» διαχωρισμό του θέματος του όρου δεσπότης (δεσπ-οσύνη, όπως δεσπ-όνια > δέσποινα) αντί για δεσποτ-οσύνη, δεσπότ-jα > *δέσποσσα.

ΙΕ (ορθότερα GA) *des- «εχθρός, κακός» > *dos-elos («αιχμαλωτισμένος εχθρός») > dohelos > δόελος ~ δοῦλος > δουλοσύνη ~ δουλόσυνος (απαντά στον Ευριπίδη)

σώφρων > σωφροσύνη ~ σωφρόσυνος

φιλόφρων > φιλοφροσύνη ~ φιλοφρόσυνος

εὔφρων > εὐφροσύνη ~ εὐφρόσυνος

Βλέπουμε δηλαδή ότι, ενώ στην Ιλιάδα τα θηλυκά αφηρημένα ουσιαστικά σε -οσύν-η χρησιμοποιούνται αρκετά συχνά, τα αντίστοιχα επίθετα σε -όσυν-ος είναι σπάνια (άπαξ απάντηση γηθόσυνος). Τα ίδια επίθετα όμως χρησιμοποιούνται αρκετά συχνά από τους συγγραφείς του 5ου αιώνα (Πίνδαρος, Αισχύλος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ευριπίδης). Αυτή η κατανομή δείχνει (χωρίς να το αποδεικνύει) ότι τα θηλυκά ουσιαστικά σε -οσύν-η είναι παλαιότερα από τα επίθετα σε -όσυν-ος.

Ετυμολογική διερεύνηση του επιθήματος -οσυν-

Στο βικιλεξικό θα βρείτε την άποψη του Μπαμπινιώτη για καταγωγή από το ΙΕ επίθημα *-t-un-eh2, δηλαδή το επίθημα -ύνη που βρίσκουμε στις λέξεις ὀδύνη, κορύνη κλπ, επαυξημένο με ένα *t και με εφαρμογή της σποραδικής τροπής *tu>tsu>su όπως στο *seh1m-i-t-us > ἥμιτυς > ἥμισυς.

Η ετυμολόγηση του Μπαμπινιώτη εμφανίζει δύο προβλήματα:

  1. Δεν λαμβάνει υπόψη ότι το επίθυμα είναι -οσύνη και όχι -σύνη (μάντ-ις > μαντ-οσύνη, ἀγαθός > ἀγαθοοσύνη > ἀγαθωσύνη)
  2. Αν είχε συμβεί η σποραδική τροπή *tu>tsu>su που επικαλείται τότε θα είχαμε διαλεκτική διτυπία -οτύνη/-οσύνη (λ.χ. ἥμισυς αλλά κρητικό ἡμιτύεκτον = ἡμιέκτεων, σῦκον αλλά βοιωτικό τῦκον κλπ).

Επομένως η υπόθεση του Μπαμπινιώτη δεν φαίνεται να ευσταθεί.

Το επίθημα -οσύνη περιέχει ένα μεσοφωνηεντικό -s- που δεν μπορεί να κατάγεται από ΙΕ *s, επειδή η κανονική ελληνική τροπή σε εκείνη τη θέση είναι *-s- > -h- > Ø (λ.χ. *dhh1s-os > *dhesos > *thehos > θεός, *nebh-es-h2 > nepheha > νέφεα ~ σλαβικό nebesa, *h1su- > *esu- > *ehu- > εὖ ~ σανσκριτικό su- ~ ιρανικό hu-).

Μία υπόθεση είναι να θεωρήσουμε το επίθημα προελληνικό και σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε τίποτε άλλο, γιατί η ινδοευρωπαϊκή (ΙΕ) γλωσσολογία δεν μπορεί να μας βοηθήσει.

Η άλλη υπόθεση είναι να θεωρήσουμε το επίθημα ΙΕ καταγωγής και να δούμε αν μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο μόρφημα κάποιας άλλης ΙΕ γλώσσας.

Σε αυτήν την περίπτωση, το μεσοφωνηεντικό -s- είναι δευτερογενές και κατάγεται αναγκαστικά από τα συμπλέγματα *-t(h)y- και *-tw-.

ΙΕ *bher-ont-ih2 > Πρωτο-Ελληνικό (PG) *pheròntia > phèrontya > phèerontsa > φέρονσα > φέρουσα

IE *mon-t-ih2 > PG *mòntia > mòntya > montsa > Μόνσα > Μοῦσα ~ Μοῖσα ~ Μῶσα

*medhyos > PG *methyos > metsos > μέσσος ~ μέσος

Οι περισσότερες μαρτυρίες για την εξέλιξη *tw>ts>s έρχονται από την αρκτική θέση, αλλά γενικά η εξέλιξη σε αυτή την θέση είναι ίδια με αυτή σε μεσοφωνηεντική θέση (λ.χ. *s>h και σε αρκτική και σε μεσοφωνηεντική, *tyegw- > *tsegw- > σέβας/σέβομαι όπως το *-ty- > -s- στα μεσοφωνηεντικά παραδείγματα που ανέφερα παραπάνω).

*tweis- > *tseih/s- > σείω, σεισμός

*twh2-wos > *tsawos > σάϝος > σάος ~ σῶς (δείτε την τελευταία γραμμή εδώ)

*twer-ih2 > *tseryà > σειρά

teuh2

twawos

tw

Με βάση τα παραπάνω, αν το επίθημα -οσυν- έχει ΙΕ καταγωγή τότε πρέπει να αναχθεί στην προδρομική μορφή:

*-otyun- ή *-otwun-

Επειδή βρίσκω τον δεύτερο τύπο πιο πιθανό, θα ξεκινήσω πρώτα από τον πρώτο.

Ο πρώτος τύπος μπορεί να διαιρεθεί μορφηματικά σε *-ot-i-un- με το /i/ να είναι το γνωστό συζευκτικό του Caland (λ.χ. παιδ-ι-κός, δόκ-ι-μος, κυδ-ι-άνειρα). Εδώ μπορούμε να επικαλεστούμε την διαλεκτική τροπή *on/m>un/m ορισμένων διαλέκτων (αρκαδοκυπριακή, αιολική, μακεδονική) και να πάμε ακόμα ένα βήμα πίσω στο σύνθετο μόρφημα *-ot-i-on-. Σε αυτήν την περίπτωση, τα θηλυκά σε -οσύνη έχουν την ίδια κατάληξη και τόνο με τα θηλυκά του τύπου:

*(s)bhendh-òn-eh2 > σφενδόνη (από την ίδια ΙΕ ρίζα η Θρακική «Τοξεύτρα» Βενδῖς και το αγγλικό bend = λυγίζω)

*gwelh1-òn-eh2 > βελόνη

γοργός > Γοργόνη (η ΙΕ ρίζα είναι *garg’os/grag’os = «τρομαχτικός» και έχει δώσει το σλαβικό επίθετο *grozĭnŭ που αποθανατίσηκε στο όνομα Ιβάν ο Τρομερός ~ Ivan Grozny).

gargos

ἄγχω > ἀγχόνη

και άλλα, όπως Ἑρμιόνη (με καλανδιανό -i- πριν από το τονισμένο /ò/), Ἀλκυόνη, ὀθόνη, περόνη κλπ.

Όπως είπα και παραπάνω, αυτή η υπόθεση δεν μου πολυαρέσει, γιατί πρέπει να επικαλεστούμε μία διαλεκτική ιδιότητα για ένα πανελλήνιο επίθημα. Αλλά από την άλλη, δεν μπορούμε και να την απορρίψουμε (στο κάτω κάτω ο μυκηναϊκός κόσμος μιλούσε την πρόδρομική μορφή της Αρκαδο-Κυπριακής στην οποία η τροπή ο>υ είναι ιδιαίτερα συχνή λ.χ. ἀπό > ἀπύ, ἀνά > ὀν- > ὐν- όπως ὐνέθηκε = ανέθηκε, στόμα > στύμα, ὅμοιος > ὕμοιος κλπ), γιατί υπάρχουν παραδείγματα διαλεκτικών oR>uR που πανελληνιοποιήθηκαν όπως το *h2gor- > ἀγορά ~ ἄγυρις > πανήγυρις.

Βέβαια, όπως είπα, αυτή η υπόθεση δεν μου πολυαρέσει γιατί θα περιμέναμε να βρούμε και μερικά παραδείγματα σε *-σόνη. Αφού λοιπόν υπάρχει μια έστω όχι και τόσο καλή πιθανότητα για το -òn- > -ùn- στο σύνθετο μόρφημα *-ot-i-òn-, πρέπει να βρούμε και μια καλή εξήγηση για το πρώτο μόρφημα *-ot-. Υπάρχει μια τέτοια εξήγηση και θα την περιγράψω παρακάτω στην άλλη υπόθεση *-otwùn- που μου αρέσει περισσότερο.

Η δεύτερη υπόθεση καταγωγής του επιθήματος -οσύνη είναι η αναγωγή στον τύπο *-otwùnā που μπορεί, με τη σειρά του, να αναχθεί στο σύνθετο επίθημα *-ot-wòn-eh2. Προτιμώ αυτήν την περίπτωση, γιατί σε αυτό το επίθημα η τροπή *o>u είναι πανελληνίως κανονική εξαιτίας του νόμου του Cowgill. Σύμφωνα με αυτόν τον νόμο, κάθε πρώιμο ελληνικό (σχεδόν πρωτο-ελληνικό, αλλά ο νόμος συνέβη και στο *r.>or/ro) /o/ που βρίσκεται μεταξύ ένηχου (n,m,r,l,w,s,y) και χειλικού (p,ph,kw,gw,kwh,m,w) συμφώνου υφίσταται την τροπή o>u:

*bholyom > pholyon > phulyon > phullon ~ φύλλον

*nokwts > nukws > nuks ~ νύξ

Σύμφωνα με τον νόμο του Cowgill λοιπόν, η εξέλιξη *-ot-wòn-eh2 > -otwùnā είναι πανελληνίως αναμενόμενη. Το μόνο που μένει είναι να εξηγήσω τα επιμέρους μορφήματα *-ot- και *-won-.

Το επίθημα *-ot- χρησιμοποιείται στην μορφή *-ot-eh2 > -otā για να σχηματίσει θηλυκές αφηρημένες έννοιες στην Σλαβική και την Αλβανική:

Θα περιγράψω από τα σλαβικά παραδείγματα της θηλυκές αφηρημένες έννοιες *orb-ota = «εργασία» και *sorm-ota = «ντροπή»

ΙΕ *h3erbhos = «κατώτερο άτομο» (λ.χ. ὀρφανός, σανσκριτικό árbha = «μικρός, ασήμαντος») > Πρωτο-Σλαβικά *orbŭ = «δούλος, εργάτης» και *orb-ota = «εργασία» (λ.χ. γερμανικό Arbeit) > OCS rabota (το «ρομπότ» είναι η τσεχική λέξη για «υπηρέτης, εργάτης»).

ΙΕ *(p)k’ormos = «πλήγμα» (λ.χ. αγγλικό harm) > Πρωτο-Σλαβικά *sormŭ ~ *sorm-ota = «ντροπή» (= πλήγμα της τιμής/αξιοπρέπειας) > νοτιοσλαβικά sramsramota.

sramota

Με αυτά τα δύο σλαβικά παραδείγματα κατά νου παραθέτω μια σελίδα του Vladimir Orel για την απάντηση του ίδιου επιθήματος *-otā στην Αλβανική. Επειδή στην Αλβανική συνέβη η τροπή *o>a, το εν λόγω επίθημα εξελίχθηκε στο Πρωτο-Αλβανικό *-otā > -atā, το οποίο εν τέλει έγινε -atë.

*h3leig- «ολίγος, μειωμένος» (λ.χ. ελληνικό ὀλίγος, λοιγός = «όλεθρος, συμφορά») > αλβανικό lig = «άρρωστος, κακός» και ligatë = «αρρώστια».

ota

Τα παραπάνω σλαβο-αλβανικά παραδείγματα αφηρημένων θηλυκών εννοιών σε *-oteh2 μας ωθεί να δούμε το μόρφημα *-ot- του εξεταζόμενου *-ot-won-eh2 ως τον φορέα της «αφαιρετικότητας».

Ο καλύτερος υποψήφιος για το άλλο μόρφημα *-won- είναι το επίθημα *-wen- που έχω ήδη περιγράψει στην ανάρτηση για τα ετερόκλιτα ουδέτερα r/n. Θυμίζω πως υπάρχει μία ομάδα επιθημάτων *-wen/r-, *-sen/r-, *men/r- που η μητρική ΠΙΕ γλώσσα χρησιμοποιούσε για τον σχηματισμό ετερόκλιτων ουδετέρων r/n και τα οποία μπορούσαν να θεματοποιηθούν παράγοντας άλλα ονόματα.

*Heh2-mr. > ἧμαρ (με γενική *Heh2-mn.-tos > τοῦ ἥματος) > *Heh2-mer-eh2 > μέρα

*h1ed-wr. > ἔδϝαρ > ἔδαρ ~ εἶδαρ (λόγω αναπληρωματικής έκτασης που συνόδεψε την απώλεια του δίγαμμα)

Παραθέτω και το λατινικό ετερόκλιτο ουδέτερο *-wr>-ur  femur = «μηρός» με αρχαϊκές πλάγιες πτώσεις σε femin– (λ.χ. αρχαϊκός πληθυντικός femina).

Η Ελληνική χρησιμοποίησε τα επιθήματα αυτά (*-wen-,*-sen- και *-men-) για να φτιάξει απαρέμφατα (δηλαδή απορρηματοποιημένα ουσιαστικά), όπως τα παρακάτω:

*deh3- > δίδωμι με απαρέμφατο αορίστου *dh3-wen > δοϝέναι (απαντά σε αυτήν την μορφή σε κυπριακή επιγραφή και ως to-wen-a-i στην Γραμμική Β) > δοῦναι

*bher- > *bher-e/oh2 > φέρω με απαρέμφατο *bher-e-sen > *pherehen > φέρειν

*h1es-men > θεσσαλικό ἔμμεν ~ λεσβικό ἔμμεναι ~ δωρικό ἦμεν, τα βόρεια ανάλογα των νοτίων *h1es-naiεἶναι (αττικο-ιωνικό) ~ ἦναι (αρκαδο-κυπριακό).

infinitives

sen-wen

h1esmen

Επομένως, το υποθετικό επίθημα *-ot-wòn-eh2 που είδαμε ότι κανονικότατα μπορεί να εξελιχθεί πανελληνίως σε -οσύνη περιέχει το IE μόρφημα *-ot- που έχει επίσης χρησιμοποιηθεί από την Σλαβική και την Αλβανική για τον σχηματισμό θηλυκών αφηρημένων ουσιαστικών και το IE επίθημα *-wen/r, το οποίο η Ελληνική (όπως και άλλες ΙΕ γλώσσες) χρησιμοποίησε για να σχηματίσει ετερόκλιτα ουδέτερα ουσιαστικά και ένα είδος απαρεμφάτου. Τέλος, η θεματοποίηση *-won-eh2 θυμίζει το παράδειγμα ἧμαρ > ἡμέρα που αναφέρθηκε παραπάνω.

Advertisements

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

5 responses to “Το επίθημα -οσύνη: περιγραφή και ετυμολογικές υποθέσεις

  1. Kostas

    Τα θυληκά σε -νση από που προέρχονται και γιατί έχουν αυτό το ν πριν το σ? Ανέκαθεν μου έκανε εντύπωση.

    • Καλημέρα Κώστα. Τα θηλυκά σε -νση (λ.χ. ύφανση, μεγέθυνση) είναι η νεοελληνική εκδοχή των αρχαίων σε -νσις (λ.χ. ὕφανσις). Αυτά είναι παράγωγα σε *-tis > -σις των ρημάτων σε -αίνω και -ύνω (ὑφαίνω, μεγεθύνω).

      Αμέσως φαίνεται ότι τα ουσιαστικά αυτά σχηματίστηκαν μετά την δεύτερη αναπληρωματική έκταση (γι΄αυτό δείχνουν το σύμπλεγμα -νσ-).

      Ο παλαιότερος τρόπος παραγωγής τους είναι ο παρακάτω:

      *ten-yō > τείνω με ουσιαστικό *tn.-tis > *tatis > τάσις
      *bhen- > *bhn.-yō > φαίνω με ουσιαστικό *bhn.-tis > φάσις
      *gwem- > gwm.-yō > βαίνω με ουσιαστικό *gwm.-tis > βάσις

      Από ένα σημείο και μετά (αφού είχε τελειώσει η ΑΕ2) άρχισαν να εμφανίζονται οι παραγωγές -αίνω > -άν-σις και -ύνω > -ύν-σις. Έτσι αντί για φαίνω > φάσις άρχισε να εμφναίζεται η ποικιλία φαίνω > φάνσις (λ.χ. αποφαίνω > απόφανσις = απόφασις).

  2. Χρήστος

    Δυο παρατηρήσεις. Το επίθυμα -ot έχει μια λειτουργία στην σλαβική και αλβανική γλώσσα, αλλά στην ελληνική? Νομίζω απαιτείται να τεκμηριωθεί και στην ελληνική μια λειτουργικότητα.
    Και το δεύτερο για το επίθημα won. Το συναντάμαι wen και wn. αλλά στον ο-βαθμό? Δεν πρέπει να αποδειχθεί κι αυτό?

    • Μακάρι να είχα χειροπιαστές αποδείξεις. Εδώ περισσότερο τις ιδέες μου κατέγραψα επειδή δεν βρήκα τίποτα για το επίθημα -οσύνη.

      Εγώ ξεκίνησα από την λειτουργία του επιθήματος -οσύνη που σχηματίζει θηλυκές αφηρημένες έννοιες και απλώς παρατήρησα ότι το *ot- σχηματίζει επίσης θηλυκές αφηρημένες έννοιες σε σλαβική και αλβανική.

      Μακάρι να μπορούσα να το «αποδείξω», δηλαδή να μπορούσα να δείξω ότι το επίθημα *-ot- απαντά και αλλού στην ελληνική με αφηρημένη λειτουργία.

      Το μόνο παράδειγμα που έχω κατά νου είναι στο *gwih3-ot-os = «ζωή» > ελληνικό βίοτος = σλαβικό životŭ.

      Τώρα, για τον ο-βαθμό του *-wen- -*won- σίγουρα καλό θα ήταν να είχαμε ένα παράδειγμα, αλλά από την ΙΕ οπτική περιμένεις ανάλογη συμπεριφορά από τα επιθήματα *wen/r,*sen/r,men/r και στο τελευταίο βρίσκουμε όλες τις δυνατές ποικιλίες:

      *poh2i-men-s > ποιμήν και *seh2g-e-mon-s > ἡγεμών/ἡγεμόνα, *Heh2-mr. > ἦμαρ ~ ἠμέρα (αλλά το πέλωρ > ὁ πέλωρος/πελώριος διατηρεί τον εκτεταμένο ω-βαθμό). Και φυσικά τα ουδέτερα σε -mn. > -μα.

      το πέλωρ > πέλωρ-ος/πελώριος πρέπει να συγκριθεί με το *kwek-mr. > τέκμωρ/τέκμαρ που θεματοποιήθηκε ως τεκμήριον και τεκμορ-εύω δίπλα στο τεκμάρ-jω > τεκμαίρω.

      Άρα η μόνη «ένδειξη» που μπορώ να σκεφτώ για την εναλλαγή wen/won/wn./wer/wor/wr. είναι η αντίστοιχη συμπεριφορά του μαρτυρημένου men/mon/mn./mer/mor/mr.

    • Λοιπόν Χρήστο, νομίζω πως βρήκα ένα παράδειγμα του ο-βαθμού *-won-.

      Την ρίζα *peiH- «παχαίνω» την έχω περιγράψει εδώ.

      Το βασικό παράγωγο είναι το ετερόκλιτο ουδέτερο *piH-wr. «λίπος» που εξελίχθηκε στο ελληνικό πῖαρ.

      *piH-wer-ih2 > Πῖερία και πἰειρα που αντιστοιχεί στο σανσκριτικό θηλυκό pīvarī.

      Υπάρχει όμως και το *piH-won-s που έδωσε το ελληνικό ο/η πίων, το πῖον και το σανσκριτικό αρσενικό pīvan.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s