Tα Πρωτο-Σλαβικά *tj/dj και το σλαβομακεδονικό διαλεκτικό μωσαϊκό

Μιας και αυτές τις μέρες είχαμε ωραίες συζητήσεις στα σχόλια με τον Billy για την Σλαβομακεδονική, στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω ένα ενδιαφέρον διαλεκτικό «μωσαϊκό» που παρατηρείται στις σλαβομακεδονικές διαλέκτους και αφορά στην «υβριδική» εξέλιξη των πρωτο-σλαβικών συμπλεγμάτων /tj/,/ktĭ/ και /dj/. Πριν περάσω όμως στο κυρίως θέμα θα παρουσιάσω πρώτα μερικά γενικά συμπεράσματα της Διαλεκτολογίας.

Η «βεντάλια του Ρήνου» (Rhenish Fan) ως «εφιάλτης» των Νεογραμματικών

Την ίδια εποχή που οι Νεογραμματικοί έθεταν τις επιστημονικές βάσεις της Γλωσσολογίας διατυπώνοντας το βασικό τους αξίωμα “Ausnahmslosigkeit der Lautgesetze” για το απαραβίαστο των φωνολογικών νόμων, οι διαλεκτολόγοι της «πιάτσας» που ταξίδευαν στα χωριά της υπαίθρου καταγράφοντας τις τοπολαλιές προέβαιναν σε συμπεράσματα που εκ πρώτης όψεως κατέρριπταν το Νεογραμματικό αξίωμα.

Σύμφωνα με τους Νεογραμματικούς, οι γλωσσικές ποικιλίες (γλώσσες ή διάλεκτοι) ήταν σαφώς αφοριζόμενα ομοιογενή φωνολογικά συστήματα. Το ισόγλωσσο, δηλαδή το γραμμικό σύνορο που χωρίζει δύο διαφορετικές φωνολογικές εξελίξεις, έπρεπε να ήταν όπως η γραμμή που χωρίζει το άσπρο από το μαύρο, χωρίς να δείχνει αποχρώσεις του γκρι. Από την άλλη, τα εμπειρικά δεδομένα των διαλεκτολόγων έδειχναν ότι ο κανόνας μάλλον ήταν οι ασαφείς αποχρώσεις του γκρί και η τυχαία ετερογένεια.

neogr-dialgeo

Το πιο γνωστό παράδειγμα αυτής της τυχαίας ετερογένειας είναι η «Βεντάλια του Ρήνου» (Rhenish Fan, Rheinischer Fächer). Οι γερμανικές ποικιλίες που σήμερα σχηματίζουν τις Γερμανικές και Ολλανδικές διαλέκτους, γλωσσολογικά χωρίζονται σε δύο φωνολογικά συστήματα. Νότια υπάρχει το σύστημα της Άνω Γερμανικής (High German, “High” γιατί οι διάλεκτοι μιλούνται στην ορεινή ενδοχώρα) και βόρεια, στις παράλιες περιοχές, υπάρχει το σύστημα της Κάτω Γερμανικής (Low German). Η διαφορά των δύο συστημάτων είναι η Άνω Γερμανική Συμφωνική Αλλαγή. Ανάμεσα στις διαφορές που χαρακτηρίζουν την τελευταία διαδικασία είναι και Άνω Γερμανική τριβοποίηση των πρωτο-γερμανικών άηχων κλειστών. Με άλλα λόγια, η Κάτω Γερμανική διατήρησε αυτούσια τα πρωτο-γερμανικά *{p,t,k}, ενώ η Άνω Γερμανική ακολούθησε την τροπή *{p,t,k} > {pf,ts,kχ} > {f,s,χ}

Για να καταλάβετε το παραπάνω ισόγλωσσο παραθέτω τους παρακάτω πρωτο-γερμανικούς όρους:

*ek ~ ik = «εγώ»

*makōną = «φτιάχνω»

*þurpą (þ=θ) = «χωριό»

*skipą = «πλοίο» (κυριολεκτικά «σκάφος»)

*þat = «αυτό»

Οι Ολλανδικοί απόγονοι των παραπάνω όρων είναι ik, maken, dorp, schip, dat

Οι αντίστοιχοι Γερμανικοί είναι ich, machen, Dorf, Schiff, das

Όποιος ξέρει Αγγλικά, οι αντίστοιχοι αγγλικοί απόγονοι είναι I, make, thorp, ship και that.

Αν τώρα εξετάσουμε το ισόγλωσσο που χωρίζει τα δύο φωνολογικά συστήματα θα δούμε ότι, ενώ στο ανατολικό μέρος το ισόγλωσσο είναι γραμμικό και χωρίζει τις περιοχές αρκετά καλά σε «άσπρο-μαύρο», στο δυτικό μέρος (δηλαδή στην περιοχή του Κάτω Ρήνου) η έννοια του γενικού ισογλώσσου εξαφανίζεται και στην θέση τους βρίσκουμε μια τυχαία ετερογένεια. Το λεξιλόγιο του κάθε χωριού είναι ένα «μωσαϊκό» Άνω και Κάτω Γερμανικών λέξεων. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να σχεδιάσουμε ειδικότερα ισόγλωσσα για την κάθε λέξη (ich/ik, dorp/dorf κλπ). Επειδή αυτά τα επιμέρους ισόγλωσσα δεν συμπίπτουν (όπως στο ανατολικό γενικό ισόγλωσσο), αλλά απλώνονται σαν βεντάλια, η ιδιάζουσα ισογλωσσική κατανομή στην περιοχή του Κάτω Ρήνου ονομάστηκε «Βεντάλια του Ρήνου» (Rhenish Fan).

Σε αυτήν την περιοχή το ένα χωριό λέει maken, αλλά dorf, το άλλο λέει machen, αλλά ik κοκ, χωρίς να είναι δυνατή η χάραξη ενός γενικού γραμμικού ισογλώσσου που να χωρίζει ξεκάθαρα τις Άνω από τις Κάτω Γερμανικές ποικιλίες.

Rhenish-Fan

Οι αιτίες αυτής της ετερογένειας άρχισαν να γίνονται κατανοητές με την ανάπτυξη της Κοινωνιογλωσσολογίας και τις πρωτοποριακές μελέτες του William Labov. Ο τελευταίος έδειξε ότι πίσω από την θεωρητική γλωσσική ομοιογένεια στην πραγματικότητα υπάρχει ένα μωσαϊκό ποικιλιών, οι ομιλητές των οποίων βρίσκονται σε διαρκή κοινωνική αλληλεπίδραση. Πέρα από τις «μηχανιστικές» προβλέψεις των γλωσσολογικών νόμων, η υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης προφοράς από μια γλωσσική ομάδα πολλές φορές καθορίζεται από καθαρά υποκειμενικές και εξωγλωσσολογικές αιτίες.

Κάθε γλωσσική κοινότητα που καταφέρνει να επιβληθεί πολιτικά στις γειτονικές της, κατά κανόνα καταφέρνει να τις επηρεάσει και γλωσσικά. Όταν μια γλωσσική κοινότητα, κατά διαφορετικές περιόδους, έχει εκτεθεί στον πολιτικό έλεγχο διαφόρων κέντρων, τότε το τελικό γλωσσικό της προφίλ είναι ένα μωσαϊκό που δείχνει την συνολική επίδραση όλων αυτών των κέντρων επίδρασης.

Το Σλαβομακεδονικό μωσαϊκό που προέκυψε από τα Πρωτο-Σλαβικά /tj/,/ktĭ/ και /dj/

Τα πρωτο-σλαβικά συμπλέγματα tj (=/t/+ημιφωνικό /y/), ktĭ και dj (/d/+ημιφωνικό /y/) ακολούθησαν διαφορετική εξέλιξη σε κάθε θυγατρική σλαβική γλώσσα.

Στις στοκαβιανές διαλέκτους της Σερβο-Κροατικής (δηλαδή στο κύριο σώμα διαλέκτων της Σερβο-Κροατικής) τα παραπάνω συμπλέγματα εξελίχθηκαν στα προστριβόμενα σύμφωνα:

{tj,ktĭ} > {ć} και {dj} > {đ}

ΠΙΕ *nokwtis > Πρωτο-Σλαβικό *noktĭ > *nojtĭ > *notʲĭ > στοκαβιανό σερβοκροατικό noć

Πρωτο-Σλαβικό *kǫtjakǫtʲa «σπίτι, καλύβα» > στοκαβιανό σερβοκροατικό kuća

Προ-Σλαβικό *owot-iom > Πρωτο-Σλαβικό *ovotʲe = «φρούτο» > στοκαβιανό σερβοκροατικό voće

Πρωτο-Σλαβικό *světja > *světʲa = «καντήλι» > στοκαβιανό σερβοκροατικό sveća/svijeća (εκαβιανή/ιγιακαβιανή προφορά)

Πρωτο-Σλαβικό *gātja «παντελόνια, σώβρακα» > *gatʲe > στοκαβιανό σερβοκροατικό gaće, gaćice

ΠΙΕ *medhyos > πρωτο-σλαβικό medʲu «ανάμεσα» > στοκαβιανό σερβοκροατικό među

Νοτιοσλαβικό gradŭ = «κάστρο, πόλις» > παράγωγο *grad-ianinŭ > *gradjaninŭ > στοκαβιανό σερβοκροατικό građanin = «πολίτης»

Στις στοκαβιανές πάντοτε ποικιλίες της Σερβοκροατικής το σύμπλεγμα /gj/ ακολούθησε την ίδια μοίρα με το /dj/, όπως άλλωστε έγινε και στην αρχαία Ελληνική (τράπεδjα > τράπεζα, ἁρπάγjω > ἁρπάζω, με dz>zd>z) και στην Ιταλική (Georgius > Giorgius > Giorgio, όπως radius > raggio). Έτσι βρίσκουμε τα σερβοκροατικά:

Georgius > Gjorgjo > Đorđe και διάβολος > djavolŭ > đavo(l)

Μίλησα για στοκαβιανές διαλέκτους της Σερβο-Κροατικής επειδή, υπάρχουν και διάλεκτοι που θεωρούνται Σερβοκροατικές για πολιτικούς λόγους, όπως λ.χ. η Καϊκαβιανή Κροατική «διάλεκτος»: οι ομιλητές της αισθάνονται εθνοτικά/εθνικά Κροάτες, αλλά η τοπολαλιά τους είναι γλωσσολογικά πιο κοντά στην Σλοβενική γλώσσα παρά στην Πρότυπο Κροατική που βασίζεται στις στοκαβιανές διαλέκτους.

Στην Καϊκαβιανή «διάλεκτο» βρίσκουμε *tj>č (λ.χ. noč αντί για noć) και *dj> j/dž (λ.χ. meja/mea αντί για međa = «σύνορο»).

Στην Σλοβενική, όπως και στην Καϊκαβιανή βρίσκουμε *tj>č (λ.χ. noč = «νύκτα») και *dj>j (meja).

Ας πάμε τώρα στις σλαβικές διαλέκτους που αναπτύχθηκαν νοτιότερα.

Στις αρχές του δευτέρου μισού του 9ου αιώνα, οι Θεσσαλονικείς αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος κωδικοποίησαν την Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (Old Church Slavonic, OCS) από τις σλαβικές διαλέκτους των περιχώρων της Θεσσαλονίκης. Η κωδικοποίηση έγινε για να μεταφραστεί η Βίβλος σλαβιστί και να παραδοθεί στον ηγεμόνα της Μοραβίας Ράστισλαβ που είχε ζητήσει από τον «βυζαντινό» (Ρωμαίο) αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ να αναλάβει τον εκχριστιανισμό των υπηκόων του. Σύμφωνα με τον σλαβικό Βίο του Κυρίλλου που γράφτηκε γύρω στο 880 μ.Χ. (ίσως στην Βουλγαρία), ο αυτοκράτορας Μιχαήλ επέλεξε τους δύο Θεσσαλονικείς αδελφούς για την αποστολή λέγοντάς τους «επέλεξα εσάς τους δύο γιατί είστε Θεσσαλονικείς και ξέρω ότι όλοι οι Θεσσαλονικείς μιλάτε άπταιστα την σλαβική» (εννοεί τους κατοίκους του Θέματος Θεσσαλονίκης που γνώριζαν την σλαβική είτε ως μητρική είτε ως δεύτερη γλώσσα).

Cyr-Meth

Ο Βόρις-Μιχαήλ (πρώτος χριστιανός ηγεμόνας της Βουλγαρίας), λίγο αργότερα, θα επιλέξει την OCS ως επίσημη γλώσσα της Βουλγαρικής αυτοκρατορίας. Για την μετάφραση των Χριστιανικών κειμένων θα αναθέσει στους -κατά την παράδοση- μαθητές του Κυρίλλου Κλήμη και Ναούμ την ίδρυση δύο φιλολογικών σχολών: την Σχολή της Πρεσλάβας για τα ανατολικά μέρη και την Σχολή της Οχρίδας για τα προσφάτως κατεκτημένα δυτικά μέρη.

Στην OCS και στις σημερινές διαλέκτους της Βουλγαρίας συνέβησαν οι παρακάτω φωνολογικές εξελίξεις:

{tj,ktĭ} > {št} και {dj} > {žd}

Αυτά τα δισυμφωνικά συμπλέγματα προέκυψαν με μετάθεση ως εξής:

*tj > tsʲ > tš > št   και *dj > dzʲ > dž > žd (θυμίζω την παρόμοια αρχαιοελληνική εξέλιξη *dj>dz >zd = «ζ~σδ», τράπεσδα ~ τράπεζα).

Έτσι στην OCS και στην σημερινή Βουλγαρική βρίσκουμε τους παρακάτω όρους:

Πρωτο-Σλαβικό *notʲĭ «νύχτα» > OCS noštĭ και βουλγαρικό nošt

Πρωτο-Σλαβικό *kǫtʲa «σπίτι, καλύβα» > OCS kǫšta και βουλγαρικό šta (το /ǎ/ είναι κοφτό schwa /ə/)

Πρωτο-Σλαβικό *světʲa «καντήλι» > OCS *svěšta και βουλγαρικό svešt

Πρωτο-Σλαβικό *gatʲi «παντελόνια» > βουλγαρικό gašti

Πρωτο-Σλαβικό *medʲu «ανάμεσα» > OCS meždu και βουλγαρικό meždu

Πρωτο-Σλαβικό *gordjaninŭ «πολίτης, καστρινός» > OCS graždaninŭ και βουλγαρικό graždanin

Ως εδώ όλα καλά. Μόλις όμως περάσουμε στην εξέταση της σλαβομακεδονικής εξέλιξης των πρωτο–σλαβικών *tj/dj τότε προκύπτει μια «μακεδονική σαλάτα» που θυμίζει την «Βεντάλια του Ρήνου» που αναφέρθηκε παραπάνω.

Στις σλαβομακεδονικές διαλέκτους της ελληνικής Μακεδονίας ανατολικά του Αξιού και στις δυτικότερες διαλέκτους της περιοχής Οχρίδας-Κορυτσάς τα πρωτοσλαβικά *tj/dj εξελίχθηκαν σε δισυμφωνικά συμπλέγματα όπως στην Βουλγαρική και στην Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (OCS)Με άλλα λόγια, στις επιχωρικές διαλέκτους αυτών των περιοχών βρίσκουμε:

{tj,ktĭ} > {št ή šč} και {dj} > {žd ή ždž}

Οι διάλεκτοι που βρίσκονται ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα είναι ετερογενή «μωσαϊκά» στα οποία τα δισυμφωνικά συμπλέγματα συνυπάρχουν με τα ουρανωμένα υπερωικά  και ǵ. Η εξέλιξη tj>kj μας είναι γνωστή στην Ελληνική από τις διτυπίες όπως φτιάχνω ~ φκιάχνω και φτυάρι ~ φκυάρι. Σε αυτό το μωσαϊκό της ενδιάμεσης ζώνης, τα δισυμφωνικά συμπλέγματα είναι πιο συχνά στο νότο και τα ουρανωμένα υπερωικά είναι ο κανόνας στην περιοχή της Πελαγονίας. Όπως όμως εξηγεί και ο Victor Friedman στις σελίδες που θα παραθέσω παρακάτω, ακόμα και στα βόρεια μέρη όπου σήμερα επικρατούν τα ουρανωμένα υπερωικά, τα παλαιότερα τοπωνύμια δείχνουν δισυμφωνικά συμπλέγματα. Με άλλα λόγια, μέχρι σήμερα δεν μπορούμε να εντοπίσουμε την «κοιτίδα» οπου πρωτοεμφανίστηκαν τα ουρανωμένα υπερωικά.

Friedman-ti-dj

Επειδή η Πρότυπος Σλαβομακεδονική Γλώσσα (ΠΣΜ) κωδικοποιήθηκε από τις διαλέκτους της Πελαγονίας με στόχο την εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής «γλωσσικής απόστασης» από την Πρότυπο Βουλγαρική, τα ουρανωμένα υπερωικά προτιμήθηκαν ως ο κανόνας στην ΠΣΜ.

{tj,ktĭ} > {} και {dj} > {}

Έτσι στην ΠΣΜ βρίσκουμε τους παρακάτω όρους:

Πρωτο-Σλαβικό *notʲĭ «νύχτα» > ΠΣΜ nokʲ

Πρωτο-Σλαβικό  *kǫtʲa «σπίτι, καλύβα» > ΠΣΜ kukʲa (που δείχνει και σερβικό ǫ>u που εμφανίζεται και στο ΠΣΜ guska = «χήνα», έναντι του αναμενόμενου σλαβομακεδονικού ǫ>a/ǎ, όπως λ.χ. dǫ, zǫ > dab, zab)

Πρωτο-Σλαβικό *světʲa «καντήλι» > ΠΣΜ svekʲa

Πρωτο-Σλαβικό *gatʲi «παντελόνια» > ΠΣΜ gakʲi

Πρωτο-Σλαβικό *medʲu «ανάμεσα» > ΠΣΜ megʲu

Πρωτο-Σλαβικό *gordjaninŭ «πολίτης, καστρινός» > ΠΣΜ gragʲanin

Υπάρχουν όμως και μερικές λέξεις στην ΠΣΜ όπου προτιμήθηκε η δισυμφωνική προφορά, όπως λ.χ.:

Πρωτο-Σλαβικό *ovotje «φρούτο» > ΠΣΜ ovošje (št>š, όπως το βουλγαρικό ovóštija),

ενώ ο Friedman, στις σελίδες που παρέθεσα παραπάνω, αναφέρει το παράδειγμα gakʲi = «παντελόνια» με παράγωγο το gašnik (< gaštĭnikŭ) = «ζωνάρι που κράταει τα παντελόνια», το οποίο προϋποθέτει το δισυμφωνικό gašti όπως αυτό της Προτύπου Βουλγαρικής.

Όπως υπάρχουν δύο ποικιλίες δισυμφωνικών τροπών («κανονικά» št/žd και προστριβόμενα šč/ždž) έτσι υπάρχουν και δύο ποικιλίες ουρανωμένων υπερωικών («κανονικά» kʲ/gʲ και προουρανωμένα jkʲ/jgʲ) και το σύνολο αυτών των τεσσάρων ποικιλιών συνιστούν το σλαβομακεδονικό μωσαϊκό που εξετάζει η σημερινή ανάρτηση. Η προουράνωση είναι γνωστή ήδη από τα μεσαιωνικά βουλγαρικά κείμενα, λ.χ. η ΠΙΕ ρίζα *teh2- «κλέβω» που έδωσε το ελληνικό τᾱτ- > τητάομαι = «αποστερούμαι» έδωσε το Πρωτο-Σλαβικό *tātis > *tatĭ = «κλέφτης» που σε κείμενο της μέσης Βουλγαρικής (1200-1500) απαντά ως tajt, κάτι που δείχνει ότι η προουράνωση ήταν ήδη ενεργή πριν χανούν τα yer.

tajta

Παρακάτω θα παραθέσω μερικά παραδείγματα του σλαβομακεδονικού μωσαϊκού από τον διαλεκτικό άτλα του Stoyko Stoykov.

Τα στέρεα δισυμφωνικά άκρα

Όπως ανέφερα και παραπάνω, οι διάλεκτοι ανατολικά του Αξιού και οι δυτικότερες της περιοχής Οχρίδας-Κορυτσάς δείχνουν σταθερά δισυμφωνικά συμπλέγματα.

Για την διάλεκτο της περιοχής Θεσσαλονίκης-Σερρών ο Stoykov γράφει:

С о л у н с к и  г о в о р

5. Съчетания шт, жд < *tj, *dj: къ̀шта, плàштъм, нуштà, в’èжди, миждỳ, сàжди.

Από τα παραδείγματα που δίνει αναγνωρίζω το πρώτο kǎšta = «σπίτι»

Για την διάλεκτο της περιοχής της Δοϊράνης:

ДОЙРАНСКИ ГОВОР

6. Съчетания шч, йџ < *tj, *dj: къ̀шча, лèшча, нòшчуви, плàшче, вèйџа (вежда), мèйџа, сàйџи. Среща се и съгласна к’ < *tj: ки (ще), викàйки, нусèйки.

Κυρίως προστριβόμενα δισυμφωνικά συμπλέγματα (λ.χ. kǎšča = «σπίτι») τα οποία όμως συνυπάρχουν με μερικά ουρανωμένα υπερωικά.

Για την διάλεκτο της περιοχής Οχρίδας-Στρούγκας:

Г р а д с к и  о х р и д с к и  г о в о р

3. Съчетания шч, жџ на мястото на *tj, *dj: гàшчи, лèшча, плèшчи, снòшчи, прежџа, сàжџи, вѝжџат.

С т р у ж к и  г о в о р

4. Съчетания шт, ждшч, жџ): гàшти—гàшчи, сфèшта—сфèшча, вèжòа—вèжџа, сàжди—сàжџи.

Για την Οχρίδα δίνει προστριβόμενα δισυμφωνικά (λ.χ. gašči = «παντελόνια») και για την Στρούγκα μείγμα κανονικών και προστριβόμενων δισυμφωνικών (λ.χ. και gašti και gašči).

Για την διάλεκτο της περιοχής της Κορυτσάς:

КОРЧАНСКИ ГОВОР

4. Съчетания шч, жџ < *tj, *dj: кàшча, машчèйа, плàшча, плèшчи, св’шча, шчèрка; в’жџа, мèжџа, сàжџа, дòжџо и др.

Μόνο προστριβόμενα δισυμφωνικά συμπλέγματα (λ.χ. kašča = «σπίτι» με αναμενόμενο σλαβομακεδονικό ǫ>a έναντι του σερβικού /u/ που υπάρχει στο ΠΣΜ kukʲa).

Το ενδιάμεσο μωσαϊκό

Για την διάλεκτο της περιοχής της Δίβρας:

ДЕБЪРСКИ ГОВОР

3. Застъпници шч, к’, жд, г’ < *tj, *dj: лèшча, мòшчеа, гòрешчо, плèшчи, свèшчалник; гàки, кèрка, нòкеска, плèки, свèк’а, врàк’ат, плàк’а, фàк’а; — говеждò, нỳжда, вèг’а, мèг’а, прèг’а, сàги, ѝзваг’ат, рàг’ат.

Μωσαϊκό προστριβόμενων δισυμφωνικών συμπλεγμάτων και ουρανωμένων υπερωικών (λ.χ. *svetj-sveščalnik, αλλά gakʲi και megʲa = «σύνορο», με παράγωγο του gakʲi το gašnik < gaštĭnikŭ).

gašnik

Για την διάλεκτο της περιοχής του Μοναστηρίου:

БИТОЛСКИ ГОВОР

3. Преобладават застъпници к’, г’ < *tj, *dj: плàк’а, фàк’а, срèк’а, нòкеска, кèрка, ке (ще), лèк’а, свèк’а — вѝг’а (вижда), рàг’а, мèг’у, вèг’а, мèг’а, сàги, прèг’а. В южните райони обаче се срещат шт, шч, шк’ — жд, жџ, жг’: гàшти, лèшта, плèшчи, лèш’ка, свèшка — мèжда, прèжда, мèжџа, прèжџа, вèжг’а.

Ο κανόνας είναι τα ουρανωμένα υπερωικά (λ.χ. *svetj- > svekʲa), αλλά δεν λείπουν και τα δισυμφωνικά συμπλέγματα, έτσι ώστε να απαντά όλη η τριάδα megʲa ~ mežda ~ meždža.

Για την διάλεκτο της περιοχής της Φλώρινας:

ЛЕРИНСКИ ГОВОР

3. И по застъпването на *tj, *dj говорът не е единен. Срещат се съчетания шт, шч, к’, йк’: гàшти, мàштеа, плèшти — гàшчи, лèшча, мàшчеа, плèшчи — кỳк’а, кèрка, кỳйк’а; жд, жџ, ж — вèжда, мèжда, сàжди—вèжџа—вèжа, сàжи.

Μωσαϊκό στο οποίο βρίσκουμε λίγο απ΄όλα: gašti και gašči, kukʲa και kujkʲa.

Για την διάλεκτο της περιοχής της Καστοριάς:

КОСТУРСКИ ГОВОР

2. Преобладават съчетание шч и съгласна ж (по-рядко жџ) на мястото на *tj, *dj: лèшча, свèшча, вèжа, мèжа, вèжџа, мèжџа. В отделни думи се среща съгласна к’, г’: кỳк’а (къща), кèрка, ке (ще), гàки, мѝг’у.

Πάλι μωσαϊκό στο οποίο βρίσκουμε svešča, meža (<mežda), meždža μαζί με kukʲa και gakʲi.

Τέλος, για την διάλεκτο της κεντρικής περιοχής Εδέσσης-Κιλκίς:

КУКУШКО-ВОДЕНСКИ ГОВОР

5. Преобладават застъпници к’, йк’, г’, йг’ < *tj, *dj: нок’ (нощ), кèрка, прифàк’ум, нèйк’ум (не ща), лèйк’а, сфèйк’а, плàйк’аше; вèги, мèг’а, сàг’а, миг’у, мèйг’а, сàйги. Срещат се обаче и случаи с шт, жд: гàшти, лèшта, гувèждо, прèжда.

Μωσαϊκό στο οποίο είναι ιδιαίτερα συχνά τα προυρανωμένα ουρανωμένα υπερωικά (svetj- > sfejkʲa, mejgʲa), χωρίς όμως να λείπουν και οι άλλες τροπές (λ.χ. nokʲ = «νύχτα», gašti = «παντελόνια»).

Όπως καταλάβατε, μπροστά στην «Μακεδονική Σαλάτα» τύφλα νά χει η «Βεντάλια του Ρήνου». 🙂

Advertisements

6 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Σλαβικές γλώσσες

6 responses to “Tα Πρωτο-Σλαβικά *tj/dj και το σλαβομακεδονικό διαλεκτικό μωσαϊκό

  1. Simplizissimus

    Ώστε στην περιοχή Θεσσαλονίκης-Σερρών λένε kǎšta = «σπίτι»; Και ο λόφος Καστά στην Αμφίπολη, που τον έμαθε μόλις πέρισυ όλη η υφήλιος; Αν είναι έτσι, τώρα καταλαβαίνω ένα δυσεξήγητο: γιατί ο πολύς Σαράντος Καργάκος μαδιόταν και φώναζε διαρκώς «ο δυσώνυμος λόφος Καστά» και όταν τον ρωτούσαν γιατί, έσφιγγε τα χείλια και κουνούσε με νόημα το κεφάλι εννοώντας «αφήστε, μη ρωτάτε». Τώρα εξηγείται!

    • Ο «δυσώνυμος» λόφος Καστά εεε;

      Ο Καργάκος είχε και το ανιστόρητο θράσος να δηλώσει πολλάκις ότι είναι πιθανόν να ήταν θαμμένος ο Αλέξανδρος. 🙂

      Παριστάνει και τον ιστορικό τρομάρα του. 🙂

  2. 01001001

    Συγχαρητήρια για το blog και τις πολυ ενδιαφέρουσες θεματικές. Θα μπορούσατε να κάνετε μια ανάρτηση και για τη σλαβομακ. διάλεκτο της Μπομποστίτσας στην Αλβανία? Ο γλωσσολόγος Andre Mazon είχε συγγράψει το “Documents, Contes et Chansons Slaves de l’Albanie du Sud” το 1935, όμως το βιβλίο ειναι στα γαλλικα.

  3. Κουκόηλ'ς

    Μια φωτογραφία από τα “στήθη ” της γυναίκας, ή της Τζένας όπως λένε στην Αλμωπία. Λίγα χιλιόμετρα δυτικά, τη γυναίκα την λένε “Ζένα” οι Φλωρινιώτες και λίγα περισσότερα χιλιόμετρα ανατολικά, τη λένε “Ζενά”. https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/2/2a/Milea.jpg/800px-Milea.jpg

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s