Τα σλαβικά επιθήματα επιθέτων -(l)iv και -av και η σχέση τους με το λατινικό -ivus

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω δύο ιδιαίτερα παραγωγικά σλαβικά επιθήματα επιθέτων και την πιθανή τους σχέση με το παραγωγικότατο λατινικό επίθημα επιθέτων -īvus. Τα σλαβικά αυτά επιθήματα επιθέτων είναι τα -(l)iv και -av.

Τα λατινικά επίθετα σε -īvus

Στην Λατινική, το επίθημα -īvus σχηματίζει κατά κανόνα συσχετιστικά επίθετα (relational), δηλαδή επίθετα που δηλώνουν την σχέση ενός προσώπου/αντικειμένου με κάποιο άλλο πρόσωπο/αντικείμενο ή κάποια έννοια. Έχει ενδιαφέρον ότι τα ομηρικά εθνικά Ἀχαιός και Ἀργεῖος αποδόθηκαν στην Λατινική ως Achīvus και Argīvus αντίστοιχα. Το δεύτερο από αυτά είναι η πηγή του αγγλικού Argive.

Η εξέλιξη Ἀχαιϝός > Achīvus θυμίζει την εξέλιξη ἐλαίϝα > olīva, όπου ο ετρουσκικός τύπος eleiva μάλλον έδρασε διαμεσολαβητικά. Με άλλα λόγια, ο λόγος που οι Λατίνοι απέδωσαν το Ἀχαιϝός ως Achīvus μάλλον είναι το ότι έμαθαν τον ελληνικό όρο έμμεσα, μέσα από την διαμεσολάβηση του ετρουσκικού *Αcheivos. Το τελευταίο αναμένεται να δώσει κανονικά Achīvus, γιατί στην Λατινική συνέβη η μονοφθογγοποίηση *ei>ī (λ.χ. IE *skreibh- > scrī).

Ας δούμε όμως το επίθημα –īvus στα γνήσια λατινικά επίθετα. Ο βασικός κανόνας είναι πως τα λατινικά επίθετα σε -īvus σχηματίζονται από το ρηματικό επίθετο σε *-tos, δηλαδή είναι κατά κανόνα -t-īvus ή -s-īvus.

Θυμίζω ότι το ΙΕ ρηματικό επίθετο σε *-tos στην Λατινική κατέληξε να έχει την λειτουργία παθητικής μετοχής παρακειμένου.

scrībō > scrīptus = διαχρονικά ανάλογο του ρηματικού επιθέτου γράφω > γραπτός, αλλά με συγχρονική λατινική λειτουργία ανάλογη του γεγραμμένος.

Όταν το θέμα της ρηματικής ρίζας τελείωνε σε οδοντικό (d,t) τότε στην Λατινική συνέβη η παρακάτω περίπτωση οδοντικής ανομοίωσης:

*-d-tos > d-sos > -sus

με το /d/ να χάνεται κανονικά πριν από /s/ (λ.χ. κελτικό *ud-skiom > uisce).

Έτσι, ενώ το ρήμα scrībō έχει ρηματικό επίθετο scrīptus, το ρήμα rādō = «ξυρίζω» έχει ρηματικό επίθετο rāsus.

Όπως είπα παραπάνω, τα επίθετα σε -īvus σχηματίζονται απότο θέμα του ρηματικού επιθέτου:

agō = «πράττω» > ρηματικό επίθετο āctus με επίθετο āctīvus = «ενεργός» (= αυτός που έχει την δυνατότητα να πράξει, η πηγή του αγγλικού active).

expandō = «απλώνομαι, επεκτείνομαι» > ρηματικό επίθετο expansus και επίθετο expansīvus = «επεκτατικός» (> αγγλικό expansive).

Αντίστοιχα, ο λατινογενής αγγλικός όρος expensive = «ακριβός, πολυέξοδος» έχει /s/, γιατί το λατινικό ρήμα ήταν expendō (> αγγλικό expend) και, κατά συνέπεια, το λατινικό ρηματικό επίθετο ήταν expensus και το παράγωγο επίθετό του ήταν expensīvus.

Η παραγωγή των λατινικών επιθέτων σε –īvus από το ρηματικό επίθετο σε *-tos δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, γιατί και εμείς ακολουθούμε την ίδια διαδικασία στην Ελληνική όταν σχηματίζουμε επίθετα όπως:

επιλέγω > επίλεκτος > επιλεκτικός

συλλέγω > συλλογικός (= λατινικό collectīvus), αλλά και συλλεκτικός

τρέφω > τροφικός, αλλά και θρεπτός > θρεπτικός (= που έχει την δυνατότητα να θρέψει)

αρχή > αρχικός ~ αρκτικός

Από το θέμα των λατινικών ρηματικών επιθέτων σε *-tos > -tus προέκυψαν πολλά τεταρτόκλιτα ουσιαστικά (*-t-us > -tus), που στην ονομαστική είναι ολόιδια με το ρηματικό επίθετο, αλλά διαφέρουν ως προς αυτό στις υπόλοιπες πτώσεις.

Είδαμε ότι το ρήμα agō έχει ρηματικό επίθετο āctus (συγχρονικά παθητική μετοχή παρακειμένου, δηλαδή «πεπραγμένος», με γενική āctī), αλλά υπάρχει και το τεταρτόκλιτο ουσιαστικό āctus = «πράξη» (με γενική āctūs).

Μπορείτε να δείτε τις δύο διαφορετικές κλίσεις εδώ.

Αντίστοιχα, η ΙΕ ρίζα *h2eidh- «καίω» (λ.χ. ελληνικό αἶθος) έδωσε το τεταρτόκλιτο ουσιαστικό *h2eidh-tus > aestus = «ζέστη» που απέκτησε και την σημασία «καλοκαίρι» (λ.χ. *gwher- > θερμός και θέρος = «ζέστη, καλοκαίρι»). Αργότερα, ο όρος για το «καλοκαίρι» επαυξήθηκε σε aestās/aestātem (το ΙΕ επίθημα *-tāt- είναι ο πρόγονος του αττικο-ιωνικού -της/-τητα, λ.χ. ἡ ταχύτης/τὴν ταχύτητα ~ vēlōcitās/vēlōcitātem).

Το λατινικό επίθετο με τη σημασία «θέρειος/θερινός, καλοκαιρινός» είναι aestīvus και έχει σχηματιστεί από το τεταρτόκλιτο ουσιαστικό aestus.

Η ΙΕ ρίζα *bher- «φέρω» έχει σχηματίσει και ουσιαστικά με τη σημασία «κλέφτης», όπως το ελληνικό φώρ και το λατινικό fūr. Από το λατινικό fūr = «κλέφτης» προέκυψε το δευτερόκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό fūrtum = «κλοπή» και το επίθετο fūrtīvus = «λαθραίος» (= αυτός που ενεργεί κρυφά όπως ο κλέφτης, «στα κλεφτά» που λέμε και στην Νεοελληνική).

Η ΙΕ ρίζα *dheh1s που έδωσε το ελληνικό *dhh1s-os > θεός και το φρυγικό δεός, στην Λατινική έδωσε όρους με την σημασία «γιορτή προς τιμήν κάποιας θεότητας»: festus και feriae (με τυπικό λατινικό ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού *s>z>r λ.χ. pūs > *pūsulentus > rulentus).

Από το festus σχηματίστηκε το επίθετο festīvus = «γιορτινός» που, με τη σειρά του, έδωσε το επαυξημένο επίθετο festīvālis. Από αυτούς τους λατινικούς όρους κατάγονται η ιταλική festa, η ισπανική fiesta, και τα αγγλικά feast και festival.

Στον χώρο της Γλωσσολογία, το λατινικό επίθημα -īvus χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή των ουσιαστικοποιημένων επιθέτων που κατέληξαν να είναι τα ονόματα των πτώσεων.

datus = δοτός > datīvus = δοτικός > αγγλικό dative case = «δοτική πτώση»

Έτσι έχουμε σήμερα τις ελληνο-αγγλικές αντιστοιχίες στα ονόματα των πτώσεων:

ονομαστική ~ nominative

γενική ~ genitive

δοτική ~ dative

αιτιατική ~ accusative

κλητική ~ vocative

τοπική ~ locative

αφαιρετική ~ ablative

Η μόνη εξαίρεση είναι η οργανική πτώση = instrumental case και αυτό γιατί δεν υπήρχε ως κατηγορία στην Λατινική την εποχή που οι γραμματικοί της αρχαιότητας περιέγραφαν την λατινική γραμματική.

-ivus

Η καταγωγή του λατινικού επιθήματος -īvus

Αν εξετάσουμε το λατινικό επίθημα επιθέτων -īvus ως κληρονομημένη ΙΕ κατηγορία τότε υπάρχουν δύο πιθανές εξηγήσεις για την καταγωγή του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι περιέχει το ΙΕ στατικό επίθημα *-wos, λ.χ. από την ΙΕ ρίζα *k’er- «μεγαλώνω, αναπτύσσομαι» (λ.χ. λατινικό crēscō) > *k’or-wos > κόρος/κοῦρος (και τα αντίστοιχα θηλύκά κόρη/κούρη, οι τύποι με όμικρον είναι αττικοί, ενώ οι τύποι με «ου» είναι Ιωνικοί και έχουν υποστεί την Τρίτη Αναπληρωματική Έκταση) είναι «αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση ανάπτυξης», δηλαδή «ο ανήλικας που ακόμα μεγαλώνει». Θεωρητικά υπάρχουν δύο δυνατές εξηγήσεις για το μακρό /ī/ που συνοδεύει το στατικό επίθημα *-wos.

Η μία εξήγηση του μακρού /ī/ είναι αυτό να προέρχεται από την δίφθογγο *ei που σχηματίστηκε όταν το συζευκτικό -i- του Caland (λ.χ. παιδ-ι-κός, δόκ-ι-μος) προστέθηκε για να συνδέσει το θεματικό φωνήεν e/o με το στατικό επίθημα *-wos.

Δηλαδή *bhōrtom > fūrtum και *bhōrte-i-wos > *fōrteiwos > fūrtīvus γιατί, όπως ανέφερα και στην αρχή της ανάρτησης, στην Λατινική η ΙΕ/πρωτο-Ιταλική δίφθογγος *ei μονοφθογγοποιήθηκε σε /ī/ (αλλά στο ίδιο περιβάλλον το παλαιό λατινικό deiwos εξελίχθηκε σε deus = «θεός»). Η ενδιάμεση δίφθογγος *ei που σχηματίστηκε στο διαμορφηματικό σύνορο είναι ανάλογη της ελληνικής Κάδμος > Καδμεῖος (Καδμεῖος), Φίλιππος > Φιλιππεῖον (Φιλιππεῖον).

Η άλλη εξήγηση του μακρού /ī/ είναι να έχει προκύψει από τον συνδυασμό ενός συζευκτικού -i- του Caland και ενός λαρυγγικού *H (*h1,*h2,*h3) με τροποποιητική λειτουργία. Όπως εξήγησα στην ανάρτηση για την Λαρυγγική Θεωρία, μετά από /i/ και /u/ τα λαρυγγικά χάνονται με αναπληρωματική έκταση, χωρίς να «χρωματίσουν» τα εν λόγω φωνήεντα (δηλαδή *-iH– > –ī– και *-uH- > -ū-, όπως στο παράδειγμα *gwih3wos > λατινικό vīvus ~ σανσκριτικό jīva και το ανώμαλο ελληνικό βίος που θα έπρεπε να ήταν *βῖος με μακρό /ῑ/ και επίθετο αντί για ουσιαστικό).

Δηλαδή σε αυτήν την περίπτωση, το επίθημα σχηματίστηκε ως εξής: *-i-H-wos > *-īwos > –īvus.

Αυτή είναι η ετυμολογία που θα βρείτε στην σελίδα του βικιλεξικού για το λατινικό επίθημα -īvus και προς αυτήν ρέπω και εγώ.

Etymology[edit]

From the Proto-Indo-European *-iHwós, an extended form of *-wós.

Βέβαια πρέπει να πω ότι η λειτουργία του επιθήματος στην Λατινική ως απλό συσχετιστικό επίθετο δεν ενέχει την παραμικρή ένδειξη καταγωγής από ένα επίθημα που περιέχει ένα λαρυγγικό ως τροποποιητή. Αυτή η ένδειξη θα προκύψει ξεκάθαρα παρακάτω, όταν θα εξετάσουμε τα σλαβικά επιθήματα -(l)iv και -av. Το ότι η λειτουργία του επιιθήματος απλουστεύτηκε/γενικεύτηκε στην Λατινική δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Όταν κάποιος εξετάζει το απλό συσχετιστικό επίθετο ἥλιος > ἡλιακός δεν βλέπει καμία από τις λειτουργίες του ΙΕ επιθήματος *-h2-kos που περιέχει το λαρυγγικό *h2 ως συλλογικό τροποποιητή.

Μία από τις εφαρμογές της συλλογικής λειτουργίας του λαρυγγικού *h2 ήταν στον σχηματισμό παρωνυμίων που δηλώνουν ένα χαρακτηριστικό που κάποιος διαθέτει υπέρμετρα ή επιδεικνύει συχνά. Με άλλα λόγια, η συλλογικότητα του *h2 στο επίθημα *-h2-kos δήλωνε ή υπέρμετρο βαθμό ενός χαρακτηριστικού ή συνήθεια (αυξημένη συχνότητα επίδειξης του χαρακτηριστικού).

Καλό θα σας κάνει να διαβάσετε την ανάρτηση που έκανα για το επίθημα *-h2-kos, γιατί τα σλαβικά δεδομένα που θα περιγράψω παρακάτω δείχνουν παρόμοια λειτουργία για το επίθημα *-h2-wos.

Η ΙΕ ρίζα *h1ēgwh- «πίνω» έδωσε τα λατινικά ēbrius και ēbriācus. Στην ύστερη Λατινική οι δύο όροι ήταν πρακτικά συνώνυμοι. Ετυμολογικά όμως ο *h1ēgwh-r-ios > ēbrius είναι ο «μεθυσμένος», δηλαδή αυτός που ήπιε και μέθυσε (χωρίς να μας πληροφορεί για τις συνήθειες του μεθυσμένου ατόμου), ενώ ο *h1ēgwh-r-ie-h2-kos > ēbriācus είναι αυτός που έχει την συνήθεια να μεθάει, δηλαδή ο «μεθύστακας/μέθυσος».

Αντίστοιχα, το παρατσούκλι cadūcus (cadō = «πέφτω» + *-u-h2-kos > -ūkos) δηλώνει αυτόν που έχει την τάση/συνήθεια να πέφτει.

Αυτή η έκφραση συνήθειας/επανάληψης που έχει το λαρυγγικό *h2 όταν δρα ως τροποποιητής φαίνεται περίτρανα στο Ελληνο-Άριο επιρρηματικό επίθημα *-h2-kwid > άκι (αργότερα -άκις).

πολλάκι(ς) = «πολλές φορές, συχνά» (~ σανσκριτικό purū cit με την ίδια σημασία, όπου ū < *-u-h2)

δυάκις = «δὶς, δύο φορές», ἑξάκις = «έξι φορές», εἰκοσάκις = «είκοσι φορές» κλπ.

pollakis

Κλείνω την περιγραφή του λατινικού επιθήματος -īvus λέγοντας πως η μόνη ένδειξη ότι αυτό μπορεί να ανάγεται στο ΙΕ επίθημα *-i-h2-wos που περιέχει το στατικό επίθημα *-wos, το συζευκτικό -i- του Caland και το λαρυγγικό h2 ως τροποποιητή, προκύπτει από την εξέταση των σλαβικών επιθημάτων -(l)iv και -av. Ας περάσουμε σε αυτά.

Το σλαβικό επίθημα επιθέτων -(l)iv

Σε όλες τις θυγατρικές σλαβικές γλώσσες απαντά το επίθημα -(l)iv- που σχηματίζει επίθετα που δηλώνουν ή την υπέρμετρη κατοχή ενός χαρακτηριστικού ή την συχνή επίδειξή του (συνήθεια, τάση = propensity). Η πηγή αυτού του επιθήματος είναι η πρωτο-σλαβική μορφή *-l-īvŭ. Οι ομοιότητες με το λατινικό επίθημα είναι οι ακόλουθες.

Όπως το λατινικό επίθημα συνοδεύεται σχεδόν πάντοτε από ένα t/s που εν τέλει ανάγεται στο ρηματικό επίθετο που στην Λατινική παίζει το ρόλο της παθητικής μετοχής παρακειμένου, έτσι και το σλαβικό επίθημα σχεδόν πάνοτε συνοδεύεται από ένα /l/, το οποίο μπορεί να συσχετιστεί με την λεγόμενη «δεύτερη ενεργή μετοχή αορίστου» σε -lŭ (σήμερα οι σλαβιστές προτιμούν τον όρο “resultative participle” ή L-μετοχή).

resultative

Όπως και το λατινικό επίθημα, έτσι και το σλαβικό περιέχει ένα μακρό /ī/ που έχει προσαρτηθεί στο IE στατικό επίθημα *-wos. Θυμίζω ότι το ΙΕ βραχύ *i εξελίχθηκε στο πρωτο-σλαβικό yer ĭ = ь , το οποίο χάθηκε σε «ασθενή» θέση (λ.χ. σε τελική θέση και πριν από πλήρες φωνήεν) και αναφωνηεντοποιήθηκε (διαφορετικά σε κάθε θυγατρική γλώσσα) σε «ισχυρή» θέση (πριν από άλλο yer). Το /i/ των σημερινών θυγατρικών σλαβικών γλωσσών προέρχεται από το πρωτο-σλαβικό μακρό /ī/ που, όπως και το λατινικό ομόλογό του, κατάγεται είτε από ΙΕ *-iH- είτε από την μονοφθογγοποίηση της IE διφθόγγου *ei.

Παραδείγματα:

*dei- «λάμπω» > IE *di-nis «ημέρα» > πρωτο-σλαβικό dĭnĭ (dьnь) > βουλγαρικό den  ~ σερβοκροατικό dan κλπ.

Στο ελληνικό γνωστό επίθημα -ινος με βραχύ /ι/ (IE *-i-nos, λ.χ. καρκίνος, θερινός κλπ) αντιστοιχεί το πρωτο-σλαβικό επίθημα ĭnŭ (-ьnъ) που εξελίχθηκε κανονικά σε βουλγαρικό –en ~σερβοκροατικό –an.

Αντίθετα, στο ελληνικό επίθημα -ῖνος με μακρό /ῑ/ (λ.χ. γελασῖνος) και στο αντίστοιχο λατινικό (λ.χ. Latīnus = Λατῖνος) που κατάγονται από το θεματοποιημένο επίθημα Hoffmann (*-i-h3nh2-os, *ih3>ī ), αντιστοιχεί το πρωτο-σλαβικό επίθημα īn- που παραμένει in- και σε όλες τις σημερινές σλαβικές γλώσσες (λ.χ. Bugarin, Vlahina, Vojvodina κλπ).

Αντίστοιχα, η ρίζα *gwih3wos που έδωσε το λατινικό vīvus και το σανσκριτικό jīta, έδωσε το πρωτο-σλαβικό *žīvŭ > ži με το /i/ να διατηρείται στο živ των σημερινών θυγατρικών σλαβικών γλωσσών.

Η άλλη πηγή ενός σημερινού σλαβικού /i/, όπως είπα, είναι η μονοφθογγοποίηση της ΙΕ διφθόγγου *ei>ī>i. Το τυπικό παράδειγμα είναι η ρίζα leis- που έδωσε λέξεις με τη σημασία «φύλλο» στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο. Το λιθουανικό laiškas κατάγεται από τον ο-βαθμό *lois-, ενώ το πρωτο-σλαβικό *leis-tos > *līstŭ > listŭ κατάγεται από τον ε-βαθμό της ρίζας και το /i/ που προέκυψε από την μονοφθογγοποίηση διατηρείται στο list = φύλλο των σημερινών σλαβικών γλωσσών.

Από τα παραπάνω, καταλαβαίνουμε γιατί το σημερινό πανσλαβικό επίθημα *-(l)iv, αναγκαστικά προέρχεται από το πρωτο-σλαβικό επίθημα *-(l)īvŭ > -(l)ivŭ, το μακρό /ī/ του οποίου προέρχεται είτε από κάποιο ΙΕ *-iH- είτε από την μονοφθογγοποίηση της διφθόγγου *ei. Με άλλα λόγια, οι πιθανοί πρόγονοι είναι οι ίδιοι με αυτούς που διαγνώσαμε για το λατινικό μακρό  /ī/. Η βασική διαφορά εδώ είναι πως από την σημασία των σλαβικών επιθέτων σε -(l)iv έχουμε κάθε λόγο να υποψιαζόμαστε το ΙΕ επίθημα *-(l)-i-h2-wos με το λαρυγγικό *h2 να δρα ως τροποποιητής που δηλώνει συνήθεια/τάση. Ας δούμε λοιπόν την σημασία αυτών των επιθέτων.

Θα παραθέσω δύο σελίδες από το βιβλίο “The Slavonic Languages” (Routledge, 2η έκδοση, 2002) όπου περιγράφονται παραδείγματα χρήσης του επιθήματος από την Σλαβομακεδονική, την Σερβοκροατική και την Τσεχική. Το κεφάλαιο της Σλαβομακεδονικής έχει γραφτεί από τον Victor Friedman, αυτό της Σερβοκροατικής από τον Wayles Browne και αυτά της Τσεχικής και την Σλοβακικής από τον David Short. Σε αυτές τις σελίδες έχω υπογραμμίσει και τα παραδείγματα του επιθήματος -av που θα περιγράψω στην συνέχεια.

slavic-liv

O Friedman αφού χαρακτηρίζει το επίθημα «πολύ παραγωγικό» (highly productive) στην Σλαβομακεδονική, παραθέτει το παράδειγμα με το «αγκάθι» και το επίθετο «αγκαθωτός».

Το πρωτο-σλαβικό «αγκάθι» έχει την ίδια ρίζα με το γερμανικό «αγκάθι».

Η ίδια ΙΕ ρίζα *tr.n-us έδωσε το πρωτο-γερμανικό *thurnuz (> αγγλικό thorn) και το πρωτο-σλαβικό *tĭrnŭ που εξελίχθηκε στο εκκλησιαστικό Παλαιοσλαβωνικό trĭnŭ που είναι ο πρόγονος του σερβοκροατικού και σλαβομακεδονικού trn και του βουλγαρικού trǎn (αλλά Τǎrnovo = «Τύρναβος» = «Αγκαθότοπος» = σερβόκροατικό Trnovo).

Από το σλαβομακεδονικό trn = «αγκάθι» παράγετια το επίθετο trnliv = «αγκαθωτός» (= που έχει πολλά αγκάθια).

O Short στο κεφάλαιο για την Τσεχική χαρακτηρίζει το επίθημα «απορρηματικό» (deverbal, δηλαδή σχηματίζει επίθετα από το ρήμα) και δίνει σαν παράδειγμα το τσεχικό ρήμα cítit = «αισθάνομαι» και το παράγωγο ρήμα citlivý = «ευαίσθητος, αισθηματικός» (αυτός που διαθέτει πολύ ευαισθησία/αίσθημα).

Τέλος, ο Browne, στο κεφάλαιο για την Σερβο-Κροατική δίνειτο ρήμα plakati = «κλαίω» και το παράγωγο επίθετο plačljiv = «κλαψιάρης» (= αυτός που έχει την συνήθεια να κλαίει πολύ εύκολα).

Δύο άλλα σερβοκροατικά επίθετα που ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία είναι το nelomljiv = «άθραυστος» και το nevidljiv = «αόρατος». Και τα δύο έχουν σχηματισιστεί με την προσθήκη του στερητικού *ne- στις ρηματικές ρίζες lomiti = «σπάω» και videti = «βλέπω».

Το lomiti είναι από την ΙΕ ρίζα *h3lem- «σπάω» που έχει δώσει και το ελληνικό στερητικό νωλεμής = «αδιάκοπος, ακατάπαυστος» (*n.-h3lem- > νωλεμ- ή πολύ πρώιμη συναίρεση του νε-ολεμ- > νωλεμ-, απαντά μόνον στον Όμηρο στην μορφή του επιρρήματος νωλεμέως = «αδιάκοπα, ακατάπαυστα»).

Το nelomljiv = «άθραυστος» περιγράφει το αντικείμενο που δεν πρόκειται να σπάσει όσες φορές κι αν προσπαθήσει κάποιος να το σπάσει.

Δηλαδή βλέπουμε να περιέχεται η έννοια της επανάληψηςόσες φορές»), όπως στο plačljiv = «κλαψιάρης» βλέπουμε την έννοια της συνήθειας (“propensity” = «τάση») ενώ στο σλαβομακεδονικό παράδειγμα του Friedman, το επίθετο trnliv = «αγκαθωτός» δηλώνει αυτόν που έχει «πολλά αγκάθια». Όλες αυτές οι έννοιες έχουμε δει ότι καλύπτονται από την συλλογική λειτουργία του λαρυγγικού *h2 (*-h2-kwid- > πολλάκις, *h1ēgwh-r-ieh2-kos > ēbriācus, *kad-uh2-kos > cadūcus παραπάνω).

Σε αυτά τα παραδείγματα θα προσθέσω μερικά που μου παρέθεσε στα σχόλια ο Billy από την επιχωρική σλαβομακεδονική διάλεκτο της Έδεσσας. Επειδή θα αντιγράψω τα λόγια του που είναι στα ελληνικά εξηγώ σε όσους δεν το γνωρίζουν πως, με την εξαίρεση της Σερβο-Κροατικής και της Ουκρανικής, όλες οι άλλες σλαβικές γλώσσες τείνουν να απηχηροποιούν το τελικό σύμφωνο στην προφορά (λ.χ. Molotov = /Molotof/ = Μολότοφ, Belgrad > Belgrat > Berat/Μπεράτι και ο «Μπαρμπα-Γκάνιος ο Βαλκάνιος» (Bay Ganyo Balkanski) που, όπως όλοι οι Βούλγαροι, γράφει το «ψωμί» χlyab, αλλά το προφέρει /lyap/.

[16:45-17:12] Απευθυνόμενος στον Τσέχο Jireček λέει κάτι που πάνω κάτω είναι: «Εσείς ψωμί δεν τρώτε; Φέρε το ψωμί βρε! Εμείς οι Βουλγαροι δεν μπορούμε χωρίς ψωμί» και τρίβει το ψωμί για να κάνει την σούπα … παπάρα.

Εξαιτίας αυτής της τελικής απηχηροποίησης, το επίθημα -liv προφέρεται /-lif/.

Γράφει λοιπόν ο Billy:

λεξεις σε iv ειναι πολλες.stramliv = ντροπαλος.milosliv = αγαπητος. rabotliv = εργατικος

brzliv=γρηγορος. ο παππους μου μου ελεγε οταν βιαζομουν να παμε στα χωραφια εεε vasil mnogu brzliv si!τι θυμηθηκα τωρα.

ναι strahliv ειναι ο φοβιτσιαρης(το λεμε και εμεις) αλλα γενικα οταν υπαρχει λογος καποιος να φοβαται.bazliv ειναι κατα καποιο τροπο αυτος που φοβαται και την σκια του!

επισης supliv χαρακτηριζουμε καποιον με οχι σταθερο χαρακτηρα που μπορει να σε προδωσει σε κατι (σε φιλια )(σε μπεσα).κανονικα supliv ειναι κατι κουφιο-τρυπιο.οταν μικροι μαζευαμε καρυδια και ηταν σαπια-κουφια τα χαρακτηριζαμε suplivi.μετεφορικα το λεμε και για χαρακτηρες ανθρωπων.

smrdliv=βρωμερος. ωχχ μολις προδωσα το ονομα σου!

mocliv=κατουρλιαρης

Όπως βλέπετε τα περισσότερα επίθετα δηλώνουν συνήθεια:

s(t)ramota = «ντροπή» > stramliv = «ντροπαλός» (η επένθεση sr > str είναι όπως Srebrenica > Στρέμπ(ρ)ενο).

straχ = «τρόμος» > straχliv = «φοβιτσιάρης», όπως και το bazliv που απαντά και στην Τσεχική ως bázlivý.

Αντίστοιχα, στην Σερβοκροατική bojati = «φοβάμαι» > bojažljiv = «φοβιτσιάρης, ντροπαλός».

rabota = «δουλειά, εργασία» > rabotliv = «εργατικός, επιμελής»

smrdeti = «βρομάω» > smrdljiv = «βρομιάρης» (όπως καταλάβατε, η λέξη είναι συγγενής του ελληνικού σμερδαλέος = «απαίσιος, φοβερός, αδύνατον να αντικριστεί» και το λατινικού merda = σκατά).

Νομίζω πως τα παραδείγματα αυτά αρκούν, για να καταλάβουμε την λειτουργία του σλαβικού επιθήματος -l-iv. Ακριβώς επειδή χρησιμοποιείται κυρίως για παρωνύμια που δηλώνουν συνήθεια (άρα επανάληψη) έχουμε κάθε λόγο να συμπεράνουμε ότι πρέπει να ανάγεται στο IE επίθημα *-i-h2-wos, δηλαδή περιέχει το λαρυγγικό *h2 ως τροποποιητή, για να δηλωθεί η συνήθεια (*-h2-kwid > πολλάκις).

Αφού λοιπόν καταλήξαμε στο ΙΕ επίθημα *-i-h2-wos τότε έχουμε κάθε λόγο να υποψιαστούμε το ίδιο επίθημα χωρίς το συνδετικό -i- προσαρτημένο στο θεματικό φωνήεν e/o, δηλαδή: *-e-h2-wos > *-āwos. Τελευταίο είναι ο καλύτερος υποψήφιος πρόγονος του σλαβικού επιθήματος -av που θα εξετάσω στην συνέχεια.

Το σλαβικό επίθημα επιθέτων -av

Αυτό είναι ένα άλλο εξίσου παραγωγικό επίθημα επιθέτων που απαντά σε όλες τις θυγατρικές σλαβικές γλώσσες. Επειδή κατά την Ύστερη Πρωτο-Σλαβική περίοδο (~750-800 μ.Χ.) συνέβη η τροπή  *a>o (λ.χ. ragazŭ = «ξεροκάλαμο έλους» > ραγάζι, αλλά νυν σλαβικό rogoz εξού και το σλαβικό τοπωνύμιο Rogožina = «Καλαμώνας» στην Αλβανία και, αντίστοιχα, τα λατινικά δάνεια acetum > ocĭtŭ και Calendae > kolęde = «κάλαντα ~ Χριστούγεννα», καθώς και το ελληνικό Σατανάς > Sotona) γίνεται αμέσως ευνόητο πως το /a/ του επιθήματος -av ήταν μακρό (*eh2 > ā) στην πρωτο-σλαβική (*-āwos > -avŭ). Δηλαδή ακόμα μια φορά βλέπουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα λαρυγγικό *h2 πριν από το στατικό επίθημα *-wos.

Επειδή στην πρωτοσλαβική συνέβη η τροπή *ō>ā (λ.χ. δρον ~ da, γιγνώσκω ~ znati, δύω ~ dŭva κλπ) υπάρχει και η πιθανότητα πίσω από το μακρό ā να κρύβεται ένα ō (< *-eh3). Αλλά δεν έχω βρει πουθενά για την λειτουργία του λαρυγγικού *h3 ως τροποποιητής όπως συμβαίνει με το λαρυγγικό *h2. Και αφού είδαμε παραπάνω ότι το επίθημα *-i-h2-wos είναι ο καλύτερος υποψήφιος πρόγονος του σλαβικού επιθήματος -(l)iv, νομίζω πως έχουμε κάθε λόγο να υποψιαζόμαστε ως πρόγονο του επιθήματος -av το ΙΕ επίθημα *-e-h2-wos.

Αν ξαναδιαβάσετε τις σελίδες από το “The Slavonic Languages” θα δείτε τα παραδείγματα:

*bhēl-os > *bělŭ = «λευκός, άσπρος» και *bhēl-e-h2-wos > *bělāwos > bělavŭ = «ασπριδερός, υπόλευκος» (Τσεχικό belav).

*kwr.(s)-nos > πρωτο-σλαβικό čĭrnŭ > OCS črŭnŭ = «μαύρος» > σλαβομακεδονικό crn με παράγωγο το crnikav ~ «μαυριδερός»

Από την Βουλγαρική αναφέρω το παράδειγμα zelen = «πράσινος» > zelenikav = «πρασινωπός»

Ο Friedman αναφέρει το παράδειγμα το τουρκικού kör = «τυφλός» που στην Σλαβομακεδονική λέγεται και αυτουσίως kʲor και επαυξημένο ως kʲorav = «τυφλός».

Το επίθημα -av εμφανίζεται σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες λέξεις της ιστορικής Βουλγαρικής (συμπεριλαμβάνω και την Σλαβομακεδονική) λόγω της άγνωστης ετυμολογίας της. Το επίθετο «ωραίος, όμορφος» (Πρότυπο Βουλγαρικό χubav ~ Πρότυπο Σλαβομακεδονικό ubav) δεν απαντά σε καμία άλλη σλαβική γλώσσα και δεν είναι ούτε ελληνικό ούτε λατινικό ούτε τουρκικό. Το μόνο αναγνωρίσιμο μόρφημά του είναι το σλαβικό επίθημα -av.

Η πιθανότερη πηγή είναι το ιρανικό xub = «καλός, ωραίος» και ο πιθανότερος διακομιστής οι τουρκόφωνοι Πρωτο-Βούλγαροι των στεπών. Άλλωστε, ο Ασπαρούχ που οδήγησε τους «Σκύθες» Βούλγαρους από τις Στέπες στον Δούναβη είχε ιρανικό όνομα (το όνομα του σημαίνει «η ψυχή του αλόγου»).

Αν ξαναδούμε την λειτουργία του σλαβικού επιθήματος -av στα χρωματικά επίθετα belav = «ασπριδερός», crnikav = «μαυριδερός» και zelenikav = «πρασινωπός», τότε βλέπουμε πως είναι ολόιδια με την λειτουργία του λιθουανικού *-e-h2-kos > *-ākos > -okas (στην Λιθουανική συνέβησαν οι τροπές o>a και ā>ο) που περιέγραψα στην ανάρτηση για το επίθημα *-h2-kos.

Θυμίζω δύο παραδείγματα για να καταλάβετε την ισολειτουργία:

saldus = «γλυκός» (αρχικά «νόστιμος, αλμυρός», όπως το πρωτο-σλαβικό sοldŭkŭ) > saldokas = «γλυκερός»

juodas = «μαύρος» > juodokas = «μαυριδερός».

okas

Από την σύγκριση των δύο επιθημάτων προκύπτουν τα εξής:

  1. Το σλαβικό επίθημα -av είναι λίγο πολύ ισολειτουργικό με το λιθουανικό -okas
  2. Έχουμε πολύ καλούς λόγους να υποψιαζόμαστε ότι το σλαβικό επίθημα ανάγεται στο ΙΕ επίθημα *-e-h2-wos και γνωρίζουμε ότι το λιθουανικό επίθημα ανάγεται σίγουρα στο ΙΕ επίθημα *-e-h2-kos
  3. Ο βασικός σκελετός *-h2-wos σίγουρα περιέχεται στο σλαβικό επίθημα *-(l)-i-h2-wos > -(l)iv (η συλλογική λειτουργία του λαρυγγικού *h2 για την δήλωση συνήθειας/επανάληψης είναι εμφανέστατη) και είδαμε ότι ο καλύτερος υποψήφιος πρόγονος του λατινικού επιθήματος -īvus είναι το ίδιο ΙΕ επίθημα *-i-h2-wos αν και, στην περίπτωση του λατινικού επιθήματος, η σημασία απλοποιήθηκε/γενικεύτηκε και δεν φαίνεται η τροποποιητική λειτουργία του λαρυγγικού *h2.

Αυτά είχα να πω για τα τρία επιθήματα επιθέτων που περιέγραψα. Τώρα έχουν σειρά τα σχόλια και οι παρατηρήσεις σας.

Advertisements

83 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

83 responses to “Τα σλαβικά επιθήματα επιθέτων -(l)iv και -av και η σχέση τους με το λατινικό -ivus

  1. bill

    ωραια αναρτηση!πρεπει να λυσεις το μυστηριο του (h)ubav!

    • Αν μπορέσω να το λύσω θα το λύσω.

      Πάντως το αρχικό /χ/ είναι πάντοτε ζόρικο στις σλαβικές γλώσσες. Θεωρητικά, η μόνη πηγή ενός πρωτοσλαβικού /χ/ είναι ο κανόνας RUKI, αλλά αυτός δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε αρκτική θέση.

      Ο κανόνας RUKI εξηγεί την εξέλιξη *s>š>χ μετά από R,U,K,I (γι΄αυτό ονομάστηκε “RUKI”).

      Λ.χ. μπορούμε να εξηγήσουμε το /χ/ του «πνεύματος» *dhousos > duχŭ

      Μπορούμε να εξηγήσουμε το /χ/ της «κορυφής» *wr.s-os > wirsos > *wiršos > wirχos > vĭrχŭ > παλαιοσλαβωνικό vrĭχŭ.

      Αλλά όταν έχουμε /χ/ σε αρκτική θέση (στην αρχή της λέξης δηλαδή) σε σλαβικό όρο, αυτό είναι ανεξήγητο, γιατί δεν υπάρχει πριν κάποιο R,U,K,I για να μας κάνει την δουλειά.

      Έτσι εκτός από το χubav επίσης μυστήριο είναι και το σλαβικό ρήμα χoditi = «πηγαίνω, οδεύω». Συνήθως εξηγείται από την ίδια ρίζα *sed- «πάω» με το ελληνικό ὁδός/ὁδεύω, αλλά η τροπή s>χ σε αρκτική θέση είναι ανώμαλη για την Σλαβική.

      Επίσης περίεργο είναι το πρωτο-σλαβικό *χoldŭ = «κρύος» (τωρινό νοτιοσλαβικό (χ)lad, ρωσικό χolod). Είναι πολύ πιθανόν να πρόκειται για δάνειο από το πρωτο-γερμανικό *kaldaz (τον πρόγονο του αγγλικού cold), αλλά στα γερμανικά δάνεια το /k/ διατηρείται αυτούσιο στους σλαβικούς όρους που προκύπτουν.

  2. bill

    η λεξη vrh=κορυφη λες να εχει σχεση με την ελληνικη βραχος?

    • Όχι. Είναι από την ρίζα *wers- «ψηλά» που την έχω περιγράψει στην ανάρτηση του συνδέσμου.

      Οι ελληνικοί απόγονοι της ρίζας είναι ο ουρανός (*worsm.nos) το ἕρμα (wer-mn.), το ρίον (= κορυφή, ακρωτήρι, *wr-iom) και το αρχαίο τοπωνύμιο Βρυάνιον (wrosm.n-iom) σε Θεσπρωτία και Πελαγονία (βρυανίων = μετεωριζόμενος)

  3. bill

    smrdliv στην μεταφραση του google γραφω ωραιο στα ελληνικα και στα τατζικιστανικα μου βγαζει hyb(με σλαβικα γραμματα).τι γλωσσα εχουν εκει?περσικου κλαδου?

  4. bill

    χαιρομαι αν βοηθησα!ισως κουραζω με καποιες αποριες και ερωτησεις καποιες φορες.

    • Δεν κουράζεις καθόλου. Ό,τι ερωτήσεις και απορίες έχεις να τις γράφεις.

      Από την συζήτηση για το bazliv είδες ότι προέκυψε μια πολύ καλή ανάρτηση.

  5. bill

    οκ smardliv!

  6. Simplizissimus

    Ήμουν έτοιμος να το προτείνω, αλλά μου έκλεψε τη δόξα ο Μπιλ 🙂 Οι γλωσσικές συνάφειες των μη ινδοευρωπαιόφωνων λαών της στέπας με τον ιρανικό κόσμο είναι γνωστές. Παράδειγμα: μια ολόκληρη ομοεθνία, οι «Γότθοι» (τα εισαγωγικά επίτηδες βαλμένα) έχουν υποστεί πολιτιστική διείσδυση από τους Σαρμάτες, μέχρι που οι ιστορικοί να μιλούν για εκσαρματισμό (Sarmatization)! Οι Κροάτες (Χαρβάτες) έχουν εθνώνυμο σαρματικό (και ποιος ξέρει τι άλλο). Οι Σαρμάτες, βέβαια, ήταν ιρανόφωνοι (όπως οι προκάτοχοί τους στη στέπα, οι Σκύθες).

    • Καλώς τον Simplizissimus! Έσκισε ο Billy σήμερα με το περσικό χub.

      Να προσθέσω στα «ωσμωτικά» φαινόμενα που ανέφερες ότι το όνομα «Αττίλας» είναι γοτθικής καταγωγής (σημαίνει «πατερούλης», εκ του γοτθικού atta = «πατέρας» και με το υποκοριστικό επίθημα -ila, όπως το Wulfila σημαίνει «λυκάκος, λυκόπουλο») και ο Peter Heather είναι πεπεισμένος ότι η Lingua franca της Ουννικής αυτοκρατορίας του Αττίλα ήταν τα Ανατολικά Γερμανικά (δηλαδή ο κλάδος της Γοτθικής) επειδή ένα σημαντικό μέρος των υπηκόων του ήταν γερμανόφωνοι (Γότθοι, Γεπίδες, Ρούγιοι, Έρουλοι κλπ).

      Αυτό με τους Κροάτες και το ιρανικό εθνωνύμιο ίσως πρόκειται για σύμπτωση. Υπάρχει μια καλή σλαβική ετυμολογία του εθνωνυμίου «Κροάτης» (Hrvat) ως «βουνίσιος» (λ.χ. ρωσικό χrebet = «ορεινή ράχη») και ο Florin Curta πιστεύει ότι ο όρος «Κροάτες», αρχικά δεν δήλωνε εθνοτική ομάδα, αλλά την κοινωνική ομάδατο των ζουπάνων του όρους Velebit που αναγνώρισαν τον Καρλομάγνο ως ηγεμόνα.

    • Simp. δες τι γράφει για τους πρώτους «Κροάτες» ο Florin Curta:

      Λίγο μετά το 800 μ.Χ. εμφανίζεται ένας χαρακτηριστικός «παλαιοκροατικός» αρχαιολογικός ορίζοντας πυο χαρακτηρίζει τις ταφές της αριστοκρατικής ελίτ στα ορεινά γύρω από το Velebit.

      Την ίδια στιγμή οι Φράγκοι εκχριστιανίζουν τους Σλάβους της περιοχής και, λίγο αργότερα, ο Branimir, ηγεμόνας του Κροατικού Δουκάτου σε μια επιγραφή χαρακτηρίζεται «Δούκας Κροατών και Σλάβων».

      Κατά τον Curta στο παραπάνω ζεύγος «Κροάτες» είναι οι προσφάτως εκχριστιανισμένοι ζουπάνοι των ορεινών γύρω από το Velebit και «Σλάβοι» είναι η «πλέμπα» που δεν είχε ακόμα εκχριστιανιστεί.

  7. Simplizissimus

    Προσθέτω ένα σχόλιο στα περί ανατολικογερμανικής ως λίνγκουα φράνκα της επικράτειας του Αττίλα:
    Θεωρώ ότι σε εκείνη της συγκυρία διαδόθηκε στα Βαλκάνια η λέξη Wealha ως προσδιοριστικό του «ρωμανόφωνου».

    • Και εγώ έτσι πιστεύω. Ίσως εκείνη την περίοδο (τέλη 5ου αιώνα), όταν οι Σλάβοι κινούνται από την κοιτίδα τους προς τον Δούναβη, όπου βρήκαν ένα σημαντικό γερμανικό υπόστρωμα στα μέρη από το οποία περνούσαν, να εισήλθαν τα περισσότερα γερμανικά δάνεια στην πρωτο-σλαβική.

      *hlaibaz (λ.χ. αγγλικό loaf) > χlěbŭ

      *kuningaz (αγγλικό king) > kŭnęzĭ

      *helmaz (αγγλικό helmet) > šelmŭ (νοτιοσλαβικό šlěmŭ ύστερα από την μετάθεση των υγρών)

      Και φυσικά το *Walhaz > *volχŭ (νοτιοσλαβικό Vlaχŭ) που ανέφερες.

  8. 01001001

    Καμμιά ιδέα για την ετυμολογία του τοπωνυμίου (h)Omotsko?

  9. bill

    χερετω smardliv!omocko ειναι το λειβαδοτοπι καστοριας στον γραμμο.οσο για ετυμολογια εσυ ξερεις.κατι ισως απο το moc=υγρασια?mocara-mocarika.μερος που βγαζει νερο-υγρασια?

    • Γεια σου Billy!

      Και εγώ προς τα εκεί γυροφέρνω ετυμολογικώς.

      Βρήκα το ρουμανικό omăt = «χιονόπτωση» που το βικιλεξικό το ανάγει στο σλαβικό ometŭ που συνδέεται με το σύνθετο ρήμα *o-mesti = «στάζω, ξεχειλίζω, σαρώνω/παρασύρω».

      • 01001001

        Σας ευχαριστώ και τους δυο, ατυχώς δεν έχω καμμία εικόνα για την ετυμολογία. Στο Γράμμο έχει πολύ χιόνι (και παλιότερα είχε ακόμα περισσότερο) άρα μια τέτοια προέλευση δεν θα μου φαινόταν απίθανη. Ο Λιβαδότοπος γεωγραφικά αποτελεί μια μικρή πεδιάδα πάνω στα βουνά.

        Να καταχραστώ λίγο ακόμα των γνώσεων σας για να ρωτήσω και για τα υπόλοιπα χωριά του Γράμμου? Συγκεκριμένα:
        – Slimnica και Pilkat(i), το τελευταίο νομίζω υπάρχει ως Πελκάτι και στην γειτονικη Ήπειρο ενώ το πρώτο το έχω βρει και αλλού στα Βαλκάνια
        – η κατάληξη -veni σε σλαβικά τοπωνύμια σημαίνει κάτι? Υπαρχει κάποια σημασιολογική διαφοροποίηση στις καταλήξεις -(ο)vo, -(i)ca, -(c)ko, -veni κλπ?

      • To Slimnica πρέπει να είναι παραλλαγή του Slivnica (λ.χ. ravno > ramno, govno > gomno).

        sliv είναι η κοίτη/λεκάνη του ποταμού

        Το -veni είναι -ov-eni και είναι συλλογικό επίθημα (δηλώνει πληθυσμιακή ομάδα όπως φάρα/zadruga) λ.χ. οι Boloχoveni (Voloχ = Vlah/Βλάχος στην ανατολική σλαβική, όπως gorod = grad).

        Για το Πελκάτι/Πιλκάτι αυτή τη στιγμή δεν έχω κάτι να σου πω.

  10. bill

    να υποθεσουμε οτι ο νεστος που λεγεται mesta στα βουλγαρικα σημαινει ποταμι που ξεχειλιζει,παρασυρει,σαρωνει?

    • Ο Νέστος, η Νέδα στην Αρκαδία, η Νεσσωνίς λίμνη στην Θεσσαλία και η λίμνη Ness (Loch Ness) στην Σκωτία όπου υποτίθεται ότι ζούσε το περιβόητο τέρας του Λόχ Νες προέρχονται από την ρίζα *ned- «νερό, ποτάμι», λ.χ. σανσκριτικό nada = ποτάμι.

      Στην περίπτωση του Νέστου συνέβη οδοντική ανομοίωση (*Ned-tos > Nestos) όπως στο σλαβικό απαρέμφατο *h1ed-tei > jēd-ti > jěsti = «τρώω».

      Τώρα δεν ξέρω αν το σλαβικό όνομα Mesta ήταν απλά παραφθορά του τύπου Νέστος ή αν η μορφή Mesta σήμαινε κάτι στα αφτιά των Σλάβων. Πάντως μπορεί να το εξελάμβαναν ως «ορμητικό,παρασυρτικό» (*Met-teh2) από την ίδια ρίζα *met- που συζητάμε για το Ομότσκο.

      • Κουκόηλ'ς

        To Νέστος είναι Θρακικό ή Ελληνικό;

      • Είναι σίγουρα ΙΕ (*Ned-tos). Τώρα δεδομένου ότι βρίσκεται στην Θράκη είναι λογικό να υποθέσουμε ότι είναι Θρακικό, όπως οι περισσότεροι αρχαίοι ποταμοί της Θράκης που γνώριζαν οι Έλληνες (λ.χ. Ἴστρος, Ἀξιός, Οἶσκος κλπ).

        Μιας και στο άλλο σχόλιο ανέφερες την Μάριτσα … δεν είναι μόνο η Μάριτσα με άγνωστη ετυμολογία, αλλά και το αρχαίο της όνομα Ἕβρος (Hebros). Κάτι μου λέει ότι η δασεία που έβαζαν οι Έλληνες προέρχεται από Θρακικό δίγαμμα /w/.

        Δηλαδή Webros > Ϝέβρος > Ἕβρος

        Επίσης γνωρίζουμε ότι το θρακικό *wr οι Έλληνες το απέδιδαν ως βρ (λ.χ. *wr-ih2 > βρία = «πόλις» ῥίον).

        Επομένως, πιστεύω ότι ο Έβρος ίσως να είναι *Wewros και υπάρχουν πολλά ετυμολογικά σενάρια που μπορούν να προταθούν σε αυτήν την μορφή, λ.χ. διπλασιασμός *we-wr-os, «Ευρύς» με προχειλίωση *werw-os > Wewr(w)os (λ.χ. φρυγικό ξένϝος > ξεῦνος) κλπ.

  11. bill

    παντως οι αρχαιοι ελληνες εδιναν θυληκα ονοματα στα ποταμια,η υπηρχαν και εξαιρεσεις?

    • Τα θηλυκά ονόματα ήταν η πολύ σπάνια εξαίρεση στην αρχαία Ελληνική.

      Ένας εμπειρικός κανόνας λέει ότι ότι το σύνηθες γένος των ποταμωνυμίων μιας γλώσσας είναι το γένος της λέξης «ποταμός».

      Στην Ελληνική η λέξη *pot-h2-mos > ποταμός είναι γένους αρσενικού … άρα σχεδόν όλα τα ποταμωνύμια είναι αρσενικά (Αξιός, Αλιάκμων, Πηνειός, Σπερχειός, Αχελώος, Αῷος, Άραχθος, Ίναχος, Ευρώτας κλπ).
      Στην πρωτο-σλαβική η λέξη «ποταμός» *h1roi-keh2 > rěka είναι γένους θηλυκού … άρα, κατά κανόνα, τα σλαβικά ποταμωνύμια είναι θηλυκά.

      Ο Αλιάκμων έγινε η Bistrica (= «Σπερχειά, Γοργή»)
      Ο Νέστος έγινε η Mesta
      O Σᾶβος/Savus έγινε η Sava
      Ο Έβρος έγινε η Μάριτσα (να ένα υδρωνύμιο που πρέπει να βρούμε την ετυμολογία)
      O Δράβος έγινε η Drava
      O Αῷος/Αὖος (=Avos) έγινε η *V-Αvos-a > Vovοsa > Βοβούσα (με προθετικό v- όπως Αυλώνα > Vavlona και το ρωσικό «οκτώ» osmĭ > vósemʹ.

      • Κουκόηλ'ς

        Αν βρείτε τη ετυμολογία της Μάριτσα, πιθανόν να βρείτε αυτόματα και την ετυμολογία της Πραμόριτσα στο Βόϊο.

      • Η «Πραμόριτσα» μάλλον είναι Prya-moritsa = γιακαβικό Prě-morica (λ.χ. Prilěpŭ > Πρίλαπος, Pryaporets).

        H πρόθεση prě (< *per-) είναι συγγενής του ελληνικού περὶ και έχει επιτατικό χαρακτήρα (λ.χ. περιβόητος, περίοχος, περίοπτος), όπως και στην Λατινική tenax > pertinax.

        Λ.χ. σερβικό peći = «μαγειρεύω, ψήνω» > prepeći = «παραψήνω»

        Τώρα για το morica δεν ξέρω. Η «θάλασσα» morje δεν μου φαίνεται καλή επιλογή για το Βόιο.

      • Κουκόηλ'ς

        Συσχέτιση του Μάριτσα με του Μοίτσα δεν υπάρχει; Εσύ δεν έγραφες για τροπή α>ο στα Νοτιοσλάβικα;

      • Όχι μόνο στη νοτιοσλαβική, αλλά σε όλον τον σλαβικό κλάδο. Η τροπή *a>o είναι ύστερη πανσλαβική.

        Το θέμα όμως είναι ότι οι Βούλγαροι δεν λένε τον Έβρο *Moritsa, αλλά και αυτοί λένε Maritsa.

        Τώρα για την Μάριτσα έχω μια πρόχειρη ιδέα που ίσως είναι παρατραβηγμένη.

        Αν οι Θράκες έλεγαν τον Έβρο *Wèwros > *Wèbra τότε το τονισμένο è αναμένεται να διφθογγοποιηθεί σε è>je>ja επειδή ακολουθεί συμφωνικό σύμπλεγμα (λ.χ. piatră, iarbă).

        Άρα οι Δακο-Θράκες που βρίσκονται σε διαδικασία εκλατινισμού κατά την ύστερη αρχαιότητα αναμένεται να προέφεραν τον Έβρο ως *Vjabra.

        Γνωρίζουμε όμως ότι η Αλβανική (ως εκπρόσωπος της Δακο-Θρακικής) απλοποίησε το σύμπλεγμα br>wr>r (λ.χ. fabrica > farkë, Februarius > *Fë(w)ror- (επιβιώνει στο Ρουμανικό Făurar) > fror και, επομένως, το *Vjabra αναμένεται να γίνει **Vjara.

        Αν στο **Vjara συμβεί χειλική σύγχυση *Vjara > Mjara, όπως στο Voskopolje > Μοσχόπολις τότε φτάνουμε κοντά στο θέμα Mar- της Μάριτσας.

        Είναι λίγο παρατραβηγμένο, αλλά το γράφω επειδή μου πέρασε από το μυαλό.

      • Κουκόηλ'ς

        Σμερδαλέε με μπέρδεψες. Πότε έγινε η τροπή *o>a και πότε η τροπή a>o; Γιατί από ότι θυμάμαι είναι ότι η Σαλονίκη έγινε Σόλουν, το Κάταρο – Κότορ και τα Σάλονα Σόλιν, και όχι το αντίστροφο.

      • Δικό μου λάθος κατά την γραφή. Ήθελα να γράψω *a>o και έγραψα *o>a. Καλά που μου το επισήμανες, για να το διορθώσω.

        Επαναλαμβάνω για να μην υπάρχουν μπερδέματα.

        Η τροπή *a>o ξεκίνησε κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα όταν ακόμα οι Σλάβοι ήταν ακόμα σχετικά συγκεντρωμένοι και η διαδικασία λεξιλογικής διάχυσης (εξάπλωση της τροπής σε όλο το λεξιλόγιο) ολοκληρώθηκε γύρω στο 750-800 μ.Χ. όταν είχε ολοκληρωθεί η σλαβική διασπορά.

        Γι΄αυτό οι νότιοι Σλάβοι πρόλαβαν να κάνουν την τροπή *a>o στα προσλαβικά βαλκανικά τοπωνύμια που παρέλαβαν (Solun, Kostur, Timok, Solin, Olt, Αῷος = Αὖος > (V)Ovus-a > Βοβούσα, Αδριανούπολη > Odrin, A(p)samus > Osam/Osum κλπ).

      • Το διόρθωσα και στην παλαιότερη ανάρτηση.

  12. bill

    θηλυκα(φτου)λαθος

  13. bill

    καλα ολο λαθη κανω.αρσενικα ονοματα εδιναν οι αρχαιοι.

  14. bill

    ναι ετσι ειναι ειδικα bistrica υπαρχουν πολλα ποταμια.και σημαινει αυτο που λες γρηγορο,τρεχουμενο νερο.νομιζω οι ρωσοι bistro λενε το γρηγορο.λες να ειναι συμπτωση?εγω το αντιλαμβανομαι σαν τρεχουμενο καθαρο νερο.

    • Έτσι είναι όπως τα λες. Η πρωτοσλαβική μορφή ήταν bystrŭ = «γρήγορος». Επειδή το τρεχούμενο νερό είναι και καθαρό απέκτησε και την δευτερεύουσα σημασία «διαυγής» και, στον άνθρωπο, «έξυπνος» (< εύστροφος).

      Το ελληνικό ανάλογο του Bistrica είναι σπέρχω = τρέχω, βιάζομαι > (το) *σπέρχος = «ταχύτητα, βιασύνη» > Σπερχειός.

      Αν θέλουμε και θηλυκό γένος ωκύς = ταχύς > Ωκυρρόη

    • Και μιας και ανέφερες σε προηγούμενο σχόλιο τη ρίζα moč- = «υγρασία», ο Ευρώτας είναι ο Močvaran

  15. bill

    ολο γριφους βαζεις! οπως το μαριτσα!δυσκολο,κατι ειχα ακουσει στην τηλεοραση για χαιδευτικο του μαρια.

    • ολο γριφους βαζεις! οπως το μαριτσα!

      Διορθώνω τον Ευρώτα από το σερβικό Močvaran στο βουλγαρικό Močurliv που τελειώνει και σε -liv 🙂 🙂 🙂

  16. bill

    χοχο!ναι mocurliv!υπαρχει βουνο στην βοιωτια που λεγεται μοτσαρα(mocara?).οι ντοπιοι το λενε και ζαγαρα(zagora?)

    • Και υπάρχουν 14 «Μοτσ(β)άρες» ως μικροτοπωνύμια στην ΝΔ Πελοπόννησο,σύμφωνα με την μελέτη των Γεωργακά-MacDonald.

      Γράφει ο Λιθοξόου:

      Αντλώντας παραδείγματα από το τοπωνυμικό υλικό της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου [Georgacas – McDonald 1968, σ. 114, 116, 126, 128, 163, 200, 238], βλέπουμε ότι οι κάτοικοι δέκα χωριών της περιοχής ονομάζουν “Οβορό”, δέκα αντίστοιχες τοποθεσίες, κατανοώντας και την, άγνωστη για τους περισσότερους Ρωμιούς, σημασία της λέξης, που είναι ο στάβλος, η στάνη, το μαντρί.

      Όμως το τοπωνύμιο “Ποτόκι”, που συναντάται σαν όνομα ρεμάτων, σε εννέα χωριά της ίδιας περιοχής, είναι τόσο για τους ντόπιους, όσο και για όλους τους Ρωμιούς μια άγνωστη λέξη.

      Στη μία περίπτωση, το τοπωνύμιο “Οβορός”, είναι η λέξη “Obor” των νότιων σλαβικών γλωσσών, που σημαίνει το στάβλο, στην άλλη δε, το τοπωνύμιο “Ποτόκι” είναι η λέξη “Potok”, κοινή σε όλες τις σλαβικές γλώσσες, που σημαίνει το ρέμα, το χείμαρρο.

      Μελετώντας το τοπωνυμικό αυτής της περιοχής, θα δούμε ότι χρησιμοποιούνται και άλλες σλαβικές λέξεις ως τοπωνύμια, όπως η “Γλίνα / Glina” (8 φορές) για τα αργιλώδη εδάφη, ο “Βιρός / Vir” (10 φορές) για τα βαθιά μέρη του ποταμού, η “Κορίτα / Korito” (24 φορές) για τις ποτίστρες των ζώων, η “Μουτσ(ι)άρα / Močur ή Močvara” (14 φορές) για τα στάσιμα ύδατα, η “Γρανίτσα / Granica” (15 φορές) για το όριο, το σύνορο.

      Ετοιμάσου για μεγάλη παραγγελία 🙂 : 9 Ποτόκια (potok), 14 Μοτσ(β)άρες (močvara), 8 Γλίνες (glina), 10 Βιροί (vir), 25 Κορίτες (korito) και 15 Γρανίτσες (granica που το πήραν οι γερμαναράδες από τους σλάβους και το έκαναν Grenzen) …

      Στις 3 πίτσες η μία δώρο 🙂

  17. bill

    κορυφη του ελικωνα ειναι

  18. bill

    ναι σωστα τα λες!.παλια επαιρνα καθε σαββατο την ελευθεροτυπια για ενα περιοδικο φυσης που ειχε το γεωτροπιο.θυμαμαι επι μηνες γινοταν μαχη στο περιοδικο απο αναγνωστες για να εξηγησουν το ονομα ενος χωριου.την βυτινα αρκαδιας.διναν κατι απιθανες εκδοχες και με μεγαλο φανατισμο,οποιος εγραφε οτι δεν ειναι ελληνικο τον ετρωγαν.εγω δεν πηρα μερος στον πολεμο αυτο.αλλα ξερω οτι vit εδω λεμε κατι το γυριστο,στραβο,στριφογυριστο.τελοςπαντων το ειχα ξεχασει ωσπου σε καποιες περιπλανησεις στη βουλγαρικη ροδοπη επεσα πανω σε χωριο vitina κοντα στα ελληνικα συνορα.ξερεις κατι για την λεξη?φυσικα απαντας οποτε θελεις.περασε η ωρα.

    • Κοίτα, κατά πάσα πιθανότητα είναι σλαβικό γιατί απαντά πολλάκις στις σλαβικές χώρες.

      Το -ina είναι το συλλογικό επίθημα Hoffmann *-ih3nh2-eh2 λ.χ. Bukovina = «το μέρος με τις οξυές», Vlahina (planina) = «το βουνό των Βλάχων», Rogožina = «το μέρος με τα ραγάζια» (όπως στα ελληνικά λέμε Καλαμώνας, Ελαιώνας κλπ).

      Τώρα μένει να βρούμε τι σημαίνει vit.

      To /i/ αναγκαστικά θα είναι ή *ei ή *ū>y ή *iH. Άρα πρέπει να ψάξουμε τις ΙΕ ρίζες *weit-, wuHt- και wiHt-, αλλά υπάρχει και η περίπτωση της ρίζας *uHt- γιατί το αρκτικό *y στην σλαβική αποκτά προθηματικό *v- λ.χ. η *udr-eh2 > *ūdrā > *ydra > vydra > vidra = «βίδρα» (αρχαία ἔνυδρις, αγγλικό οtter).

      Θα ξάψω αυτά και θα δω τι από αυτά απαντά στην σλαβική και ταιριάζει μετην φυσιογνωμία των περιοχών που ονομάζονται Vitina.

  19. bill

    vitkam=τυλιγω

    • Λοιπόν το βρήκα. *weit- «ιτιά, λυγαριά» > ρωσικό vitina = «(ελαστικό/λυγερό) κλαδί», αγγλικό withe/withy = είδος εύκαμπτης ιτιάς (willow). Έπεσες μέσα στην ΙΕ ρίζα πάντως. Είναι παράγωγο της ρίζας *wei- «στρέφω, γυρίζω».

      Ελληνικά wit-us>ἴτυς και *weit-ew-eh2 > ϝῑτέϝᾱ > ἰτέα … λατινικό vītex = λυγαριά.

      Άρα η Vitina πρέπει να να είναι «το μέρος με τις ιτιές/λυγαριές».

  20. bill

    δεν φανταζομουν οτι ειναι τοσο παλια λεξη.μπραβο!πιθανων με το ειδος αυτο τυλιγαν-εκαναν καλαθια και κοφινια.

  21. bill

    η λεξη λυσσα (αρρωστια) ειναι πιθανο να ειναι απο την σλαβικη-ρωσικη lisa=αλεπου?.εμεις την λεμε λισιτσα.επειδη η λυσσα μεταδιδεται στους σκυλους απο την αλεπου.

    • Η λύσσα είναι *wl.k-ih2 > λύκjα > λύσσα, δηλαδή «η μανία του λύκου». Στον Όμηρο είναι αρετή του πολεμιστή. Η τροπή kj>σσ είναι τυπική στην ελληνική λ.χ. φύλακ-ς > φύλαξ, με ρήμα φυλάκ-jω > φυλάσσω.

      Η σλαβική αλεπού lisica δεν έχει ξεκάθαρη ετυμολογία, αλλά μπορεί να σημαίνει «αυτή με την φουντωτή ουρά» και να σχετίζεται με το list = «φύλλο». Η ρίζα *leis- που κρύβεται από πίσω στην Αλβανική έδωσε το *lois-eh2 > *laiša > lesh = «μαλλί, γούνα, δέρας» (λ.χ. η καλέσα η προβατίνα είναι ka-lesh = «φουντωτή, με πυκνό μαλλί».

  22. bill

    μαλλον οχι!

  23. bill

    ok ευχαριστω καταλαβα.το ειπα επειδη στα ρωσικα ειναι lisa,και ειπα βρε λες?αυτο με το φουντωτο list καλο ακουγεται.

    • Ο σλαβικός όρος που σχετίζεται σε σημασιολογικό περιεχόμενο με την ελληνική λύσσα είναι ο volko(d)lak = «βρυκόλακας», κυριολεκτικά αυτός που φοράει το λυκοτόμαρο, όπως ο Τρώας Δόλων φόρεσε την λυκέη = λυκοτόμαρο για να κατασκοπεύσει τους Αχαιούς, αλλά για κακή του τύχη έπεσε πάνω στον εγγονό του Αυτόλυκου (= ο λύκος αυτοπροσώπως) Οδυσσέα και «δεν περνούσαν στην πουτάνα πουτανίες» :).

      Από την συγκριτική ΙΕ μυθολογία μπορούμε να αναδομήσουμε την πεποίθηση των ΠΙΕων ότι οι νεαροί πολεμιστές ήταν λυκόπουλα και ότι ο λύκος θεωρούνταν «πονηρό» και αγελαίο ζώο που μπορούσε να επικρατήσει του ισχυρότερου «δόλῳ, οὔ τι κράτεΐ γε, στεινωπῷ ἐν ὁδῷ». Οι νεαροί πολεμιστές ως «λυκόπουλα» μάθαιναν πως με την ομαδικότητα και την δολιότητα μπορούσαν να επιτύχουν τον σκοπό τους έναντι ισχυρότερου εχθρού.

      Στην αρχαία Ρώμη οι Velites ήταν οι νεοσύλλεκτοι και πιο φτωχοί από τους βετεράνους Λεγεωνάριους. Αντί για την lorica segmentata φορούσαν λυκοτόμαρα.

      They rarely wore armour as they were the youngest and poorest soldiers in the legion and could not afford much equipment. They did carry small wooden shields for protection though, and wore a headdress made from wolf skin to allow officers to differentiate between them and other heavier legionaries.

      Η παράδοση λυκανθρωπίας στην αρχαία Αρκαδία, επίσης ήταν τελετουργικό που ανάγεται στην ΙΕ παράδοση. Οι έφηβοι που γινόταν άνδρες για κάποια περίοδο πήγαιναν στο δάσος/βουνό και υποτίθεται ότι μεταμορφώνονταν σε λύκους.

      Αυτός που διακατεχόταν από «λύσσα» στην ώρα την μάχης ήταν λυκό-ϝοργος (Λυκούργος), δηλαδή είχε την οργή (= ένστικτο) του λύκου, δηλαδή το λύκειον μένος.

  24. bill

    ωραια πραματα μαθαινουμε!παλια οι γεροντοτεροι(ειδικα στα χωρια) ολο ιστοριες με βρυκολακες και vampir ελεγαν.και τα πιστευαν.

    • Η προγιαγιά μου η Λισάβω (Ελισάβετ) είχε πάει για καφέ στην άλλη προγιαγιά μου την Δάφνω (πριν συμπεθεριάσουν τα σόγια, αλλά ήταν γειτόνισσες) και λέει η Λισάβω: «Δάφνου έχ΄ καλκατζαραίοι. Τς είδιν ι Φίλππας κι ι Φίλππας ψέματα δε λέει!».

      Οι «καλικατζαραίοι» που είδε ο μπαρμπα-Φίλιππας όταν βγήκε για να κατουρήσει μισοκοιμισμένος το προηγούμενο βράδυ ήταν γύφτοι οργανοπαίχτες (οι καλύτεροι ζουρνατζήδες) που γυρνούσαν αργά το βράδυ τύφλα μεθυσμένοι από γλέντι στα σπίτια τους παίζοντας μουσική και τραγουδώντας. 🙂 🙂

  25. bill

    χα χα ναι ετσι βγαιναν γινοτανε τοτε,οσο για εδω σου λεω υπηρχαν διηγησεις λες και ηταν απο ταινια δρακουλα.

    • Λοιπόν η συζήτηση για την λύσσα και τον volkodlak > βρυκόλακα μου έδωσαν την ιδέα της ανάρτησης που τωρα γράφω.

  26. bill

    βγαιναν οι ιστοριες τοτε

  27. bill

    οσο για το omocko του φιλου μηπως ειναι συνθετη λεξη o-mocko.το ο το λεμε για να τονισουμε πιο πολυ κατι(σαν υπερθετικος?)ας πουμε η λεξη graden σημαινει φραγμενος ενω ο-graden σημαινει περι-φραγμενος.

  28. bill

    ισως υπερυγρο μερος?

    • Δεν αποκλείεται. Και εγώ το σκέφτηκα. «το μέρος που στάζει από παντού».

      Ξέρεις, αυτή είναι η ετυμολογία του αρχαίου όρους Ἄμυρον δυτικά της Κορυτσάς (το σημερινό Tomor).

      O Ησύχιος ορίζει το ἄμῡρος ως «κάθυγρος» (το υπέρυγρος που είπες εσύ).

      ἄμυροι τόποι· οἱ κάθυγροι, καὶ ἄγαν ῥέοντες, ἀπὸ τοῦ μυρεῖν
      (Sophocl. fr. 512 P.)

      Η ετυμολογία είναι από το ρήμα μύρω = ρέω στο οποίο προστέθηκε το αθροιστικό *sm.-> (h)a- (λ.χ. πᾶς > ἅπας), δηλαδή ἄ-μῡρος = «αυτός που στάζει από παντού».

      Οι πρώτοι Σλάβοι έποικοι άκουγαν «Τὸ Άμυρον (όρος)» > Τ΄Άμυρον και το υιοθέτησαν ως *Tamuro > Tomŭrŭ > Tomor, με σλαβομακεδονική τροπή του πρώτου (ισχυρού) yer ŭ>o, λ.χ. *supnos > sŭnŭ > son.

      • 0101001

        Νομίζω βρήκα την ετυμολογία του Homot[sko] μέσα από το “Etymological Dictionary of the Slavic Inherited Lexicon” στο οποίο έγινε αναφορά σε άλλο post: Σύμφωνα με τη σελ. 204 το πρώτο συνθετικό σημαίνει ‘horse’s collar, hames, yoke’ το οποίο είναι ένα εξάρτημα του συστήματος των χαλιναριών των αλόγων. Ως όρος υπάρχει σε πλήθος άλλων σλαβικών γλωσσών, κάποιοι γλωσσολόγοι το θεωρούν γερμανικό δάνειο ενώ κάποιοι άλλοι Μογγολικό (khomut).

        Επειδή το Λιβαδοτόπι (Όμοτσκο) αποτελεί την τελευταία μικρή “πεδιάδα” (όπως λέει και το όνομά του) πριν μπει κανείς στα βουνά του Γράμμου, και γνωρίζω πως παλιότερα ήτανε μέρος βοσκής και αλόγων, νομίζω πως είναι πιθανό να προέρχεται από εκεί η παλιά ονομασία.

      • Ωραία. Το σλαβικό ετυμολογικό λεξικό είναι πολύ ωραίο βοήθημα.

        Το πρωτοσλαβικό *χomǫtŭ = «ζυγός» (yoke) όντως εξηγεί κανονικότατα το Χομότσκο/Ομότσκο!

  29. bill

    πως λεγεται σημερα το βουνο?γιατι γραφω tomor και μου βγαινει κατι απο την μυθολογια των αλβανων(θεος).

    • Tomorr είναι το αλβανικό όνομα. Είναι ο ορεινός όγκος που βρίσκεται στα ανατολικά του Μπερατιού (< Belgrat = «Βελέγραδα» στον Καντακουζηνό, η αρχαία Αντιπάτρεια). Όσο για την μυθολογία, αυτά μάλλον είναι σλαβικά κατάλοιπα που πέρασαν στην Aλβανική παράδοση. O "Baba Tomorr" είναι σαν την Baba Yaga των Ρώσων και την Gorska Majka των Βουλγάρων (προσωποποιημένα πνεύματα των βουνών και των δασών).

      Η Baba Yaga έγινε διάσημη στην ταινία “John Wick” του Keanu Reeves, γιατί το παρατσούκλι που του είχε δώσει η ρωσική μαφία ήταν “Baba Υaga” που αποδόθηκε αμερικανιστί ως “Boogey-man” («Μπαμπούλας»).

      Το Τόμορ ήταν η βάση του «Ιβάτζη», του βούλγαρου ζουπάνου που συνέχισε να πολεμάει τον «Βουλγαροκτόνο» όταν όλοι οι άλλοι είχαν παραδοθεί. Γι΄αυτό στάλθηκε ο Δαφνομήλης για να τον τυφλώσει μπαμπέσικα σε έναν κήπο που είχε ο Ιβάτζης σ΄ενα μέρος που ο Σκυλίτσης ονομάζει «Προνίστα». Αργότερα, ο απόγονος του Μιχαήλ Ιβάτζης ήταν σύμβουλος του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Παφλαγόνος όσο ο τελευταίος ζούσε στην Θεσσαλονίκη (τότε βγήκε του επίθετο Συμβασιλεύουσα της πόλεως), όπου και αποστάτησε πηγαίνοντας με το μέρος του Πέτρου Δελεάνου που είχε εξεγείρει «ἄπαν τὸ Βουλγαρικὸν γένος».

      Ο Σκυλίτσης γράφει ότι το κάστρο του Ιβάτζη ήταν στον «Βροχωτό», μέρος δύσβατο. Πιστεύω ότι από πίσω κρύβεται ο όρος Vrhot = «η Κορυφή».

      Σου δίνω μια εικόνα του βουνού από τον Αυστριακό χάρτη του 1904.

      Είναι το όρος Τόμορ που στην ανατολική του πλαγιά έχει πολλά ρυάκια που τροφοδοτούν τον ποταμό Τομορίτσα που χύνεται βόρεια στον Διάβολι (Devol), που με τη σειρά του περικυκλώνει το Τόμορ στην βόρεια και βορειοδυτική μεριά του.

  30. bill

    ωραια!τωρα το βλεπω.θα το δω και στο earth.

  31. bill

    ωραια ευχαριστω!

  32. Χρήστος

    Πολύ χρήσιμη ανάρτηση αυτή (σε σχέση με τα ονόματα των χωριών που ψάχνω) και επίσης και τα σχόλια πολύ χρήσιμα. Βοήθησε με σε κάτι τώρα που είναι γελοία εύκολο αλλά εγώ δεν το έχω βρει μέχρι τώρα. Δεν το έλεγε στο κεφάλαιο για την σλαβική.

    Στα αρσενικά, στο ελληνικό -ος αντιστοιχεί το λατινικό -us και το σλαβικό -ŭ. Πως προκύπτει? Ποιός είναι ο νόμος για την τροπή ο>ŭ και πως χάθηκε το s. Στην ανάρτηση σου για τα σλαβικά γράφεις μόνο ότι το ŭ προέρχεται από το ο.

    Το δεύτερο για το επίθημα -iko που μετά την 3η ουρανικοποίηση γίνεται
    ĭci ή ĭce. Πως προκύπτουν τα ι,ε από το ο? Δεν αναφέρει ο Fortson κανέναν σχετικό νόμο.

    • Καλημέρα Χρήστο.

      Το επίθημα *-os στην πρωτο-σλαβική έχασε το /s/ εξαιτίας του Nόμου των Aνοιχτών Συλλαβών (ΝΑΣ, οι συλλαβές δεν μπορούν να τελειώνουν σε σύμφωνο, λ.χ. *sup-nos > ὕπνος, αλλά σλαβικό *sunos > *sŭnŭ.

      Τώρα γιατί μόνο αυτό το /ο/ τράπηκε σε yer (όπως είναι φυσιολογικό για το /u/) αυτό δεν το ξέρω. Ίσως το αρσενικό *-o σε κάποια φάση να εξελίχθηκε σε *-u.

      Όσον αφορά την τροπή -iko > -ice η τροπή του /o/ σε /e/ μετά από ουρανωμένα (j,š,ž) και προστριβοποιημένα (č,c,ć) σύμφωνα είναι κανονική.

      Λ.χ. τα ουδέτερα σε *-iom (όπως το ενυδρίον/ aquarium) εξελίχθηκαν σε *-iom > -jo > je λ.χ. *polh2-iom > *polyo> polje = «κάμπος» και *ovot-iom > *ovotje = «φρούτο».

      • Χρήστος

        Σμερδ το βρήκα !! Γιατί το -ο- της ονομαστικής αρσενικών γίνεται -Ъ- (u). Το εξηγεί στο Slavonic languages. Γιατί η ονομαστική των αρσενικών των θεματικών σε -ο- επηρεάστηκαν και αντικαταστάθηκαν κατ’ αναλογία από τα θεματικά σε -u-. Τα ουδέτερα δεν επηρεάστηκαν και παρέμειναν -ο-

    • Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

      @ Χρήστος
      “σε σχέση με τα ονόματα των χωριών που ψάχνω”

      Στην Αιτωλοακαρνανία (αν θυμάμαι καλά εκεί δεν ψάχνεις σλαβικά ονόματα ? ) δεν φαίνεται να είχατε πολλά σε σχέση με άλλες περιοχές της Ελλάδας.

      Π.χ. στην Ήπειρο, την Δυτική Μακεδονία και την μεσσηνιακή Μάνη γινόταν χαμός.

      Μάλλον τα περισσότερα τα μετέφεραν Αρβανιτόβλαχοι από την Βόρεια Ήπειρο-Νότια Αλβανία.

      Κατά μια θεωρία (του Καραγιαννόπουλου νομίζω) η Αιτωλοακαρνανία χρησιμοποιήθηκε από τους Σλάβους (ως άλλοι Δωριείς ) για το περασμά τους στην Πελ/σο.

      • Εκτός από τον εποικισμό των αδιαφοροποίητων Σλάβων στα μέρη της Άρτας συνέβη και ένας μεταγενέστερος Βουλγαρικός εποικισμός που περιγράφει ο Σκυλίτσης. Ο Μιχαήλ (αδελφός του Τσάρου της Βουλγαρίας Πέτρου) ξεκίνησε μια επανάσταση κατά του αδελφού του στην οποία κατάφερε να ξεσηκώσει πολύ κόσμο. Όταν πέθανε ο Μιχαήλ, ο ακέφαλος πια αποστατικός αυτός στρατός λεηλάτησε όλες τις ρωμαϊκές χώρες μέρη από το θέμα Μακεδονίας (Αδριανούπολη) μέχρι την δυτική Στερεά και τελικά «σαββάτισε» (σταμάτησε, σάββατο = ημέρα αργίας) στην Νικόπολη την οποία κατέκτησε και την κράτησε για κάποιο διάστημα αντιστεκόμενος στους Βυζαντινούς, μέχρι που αποφάσισαν σε κάποια φάση να γίνουν Ρωμαίοι υπήκοοι.

        Γράφει ο Σκυλίτσης:

        καὶ Μιχαὴλ δέ, ὁ τοῦ Πέτρου ἕτερος ἀδελφός, τὴν Βουλγαρικὴν ἱμειρόμενος κατασχεῖν ἐξουσίαν, φρούριον καταλαβὼν ἐρυμνὸν ἀνέσειε τὰ Βουλγάρων, καὶ πολλοὶ προσερρύησαν αὐτῷ. μετὰ μικρὸν δὲ τούτου ἀποθανόντος δεδιότες οἱ προσρυέντες τὴν τοῦ Πέτρου ἀγανάκτησιν ἐπῆλθον ταῖς Ῥωμαϊκαῖς χώραις διὰ Μακεδονίας καὶ Στρυμόνος καὶ Ἑλλάδος, καταλαβόντες τὴν Νικόπολιν, πάντα τὰ ἐν ποσὶ ληϊσάμενοι καὶ τέλος ἐν αὐτῇ σαββατίσαντες. οἵτινες ὕστερον διαφόρως καταπολεμηθέντες ὑποχείριοι Ῥωμαίων ἐγένοντο.

      • Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

        Ναι, το θυμάμαι που το είχα διαβάσει σε ανάρτησή σου. Αλλά ίσως να μην ήταν πολλοί, γιατί μου προκαλεί εντύπωση πως στην Ήπειρο που έχουμε τόσα πολλά σλαβικά τοπωνύμια δεν απέμειναν μέχρι τα νεότερα χρόνια Σλαβόφωνοι/Βουλγαρόφωνοι σε αντίθεση με την ελλαδική ΒΔ Μακεδονία.
        Γι’αυτό ίσως και τα περισσότερα σλαβικά τοπωνύμια στην Ήπειρο τα πήγαν εκεί Αρβανιτόβλαχοι. Ή ισως να συμβαίνει αυτό που λένε πολλοί Νεοέλληνες ιστορικοί (π.χ. γιος Βακαλόπουλος) ότι οι Βουλγαρόφωνοι της Μακεδονίας ενισχύθηκαν με νέους εποικισμούς κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Εκτός, τι να πω, να είχε τόσο καλό σύστημα αφομοίωσης το “δεσποτάτο” της Ηπείρου ? 🙂

        (Άσχετο. Μου είχε κάνει εντύπωση πως όταν η Αυστρία κατέλαβε την Βοσνία, Βόσνιοι μεταφέρθηκαν στην Μακεδονία και ξέσπασαν κατά των ντόπιων χριστιανών ! Τελικά με τους Βαλκανικούς και το ’22 μάλλον κατέληξαν στην Τουρκία.)

      • Καλά στα μέρη που έμειναν εκτός από την Βουλγαρική αυτοκρατορία, η σλαβοφωνία σταδιακά χάθηκε.

        Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δέχεσαι εκ των προτέρων ότι οι σλάβοι «πρέπει να ήτανε λίγοι» και γι΄αυτό «αναγκαστικά» το σλαβικά τοπωνύμια τα φέρανε αργότερα αρβανιτόβλαχοι.

        Στον Ταΰγετο συμφωνούμε ότι τα σλαβικά τοπωνύμια τα έφεραν οι Εζερίτες και οι Μηλιγγοί. Έτσι; Και αυτοί σε κάποια φάση μετά την άλωση δεν έπαψαν κάποια στιγμή να μιλάνε σλαβικά; Φυσικά μέχρι την οριστική εξαφάνιση της σλαβοφωνίας στον Ταΰγετο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για πολλούς αιώνες οι κάτοικοι ήταν σίγουρα δίγλωσσοι και είχαν μάθει να μιλάνε και ελληνικά).

        Ο Florin Curta πιστεύει ότι ήδη στα χρόνια του Αγίου Νίκωνος οι περισσότεροι Μηλιγγοί και Εζερίτες ήταν ήδη δίγλωσσοι αν και το επιχείρημα που χρησιμοποιεί (η μη αναφορά διερμηνέων σε κανένα κείμενο) ίσως δεν είναι πολύ καλό.

        Ο μόνος επίσκοπος από την δυτική Στερεά που πήγε στην δεύτερη Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας του 787 ήταν αυτός της Νικοπόλεως. Η ερώτηση είναι γιατί μια Σικελία έστειλε 9 επισκόπους, μια Κρήτη έστειλε 11 και όλος ο χερσαίος Ελλαδικός χώρος μαζί έστειλε μόνο 3 επισκόπους (όλοι από παραθαλάσσιες περιοχές: Μονεμβασιά, Επίδαυρος, Νικόπολις), οι 2 από το υποτυπώδες θέμα Ελλάδος και ο μοναδικός έξω από το μικρό θέμα Ελλάδος (Μονεμβασιά-Αθήνα-Χαλκίδα) είναι αυτός της Νικοπόλεως (που ο Treadgold πρέπει να έχιει κάνει λάθος στον χάρτη και να τον έχει βάλει στην Ναύπακτο που έγινε αργότερα η πρωτεύουσα του θέματος Νικοπόλεως).

        Προφανώς κάτι συμβαίνει στον ελλαδικό χώρο και «λείπουν» επίσκοποι (θα περιμέναμε καμιά 15αριά μόνο από τον χερσαίο ελλαδικό χώρο από τον Όλυμπο και κάτω και παρουσιάστηκαν 3), ενώ τα αγχίχερσα νησιά (Επτάνησα, Εύβοια, νησιά Αργοσαρωνικού,κλπ) στέλνουν συνολικά 8 επισκόπους (3 μόνο από την Εύβοια).

      • Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

        Για την Ήπειρο από ότι βλέπω άλλοι χάρτες την θέλουν εντός της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας κατά την μέγιστη επέκτασή της και άλλοι όχι. Δεν ξέρω αν και πόσο χρονικό διάστημα έμεινε κάτω από βουλγαρική κυριαρχία.





        (Εκτός αν εννοείς το θέμα Βουλγαρίας.)

        Αλλά αναρωτιέμαι κάτι άλλο. Ποια είναι η τελευταία αναφορά σε συμπαγείς Σλάβους/Βούλγαρους στην Ήπειρο ? Π.χ. στον Ταύγετο είναι νομίζω αυτή του Χαλκοκονδύλη. Αν η τελευταία αναφορά για την Ήπειρο (εξαιρούνται Σέρβοι και Μπογκόης 🙂 ) είναι πολύ παλιά, τότε αυτό ίσως σημαίνει ότι η αφομοιωσή τους έγινε σχετικά γρήγορα και συνεπώς πληθυσμιακά οι Σλάβοι της Ηπείρου μάλλον δεν ήταν πολλοί .

        Βέβαια όλα αυτά που λέω είναι υποθέσεις γι’αυτό με βλέπεις να χρησιμοποιώ πολλά “ίσως” και “αν” και “μάλλον”.

        Για την Οικ. Σύνοδο έχουμε ξανασυζητήσει οπότε αντιγράφω μερικά από τα επιχειρήματά μου για το τι μπορεί να συμβαίνει, αν δεν συμβαίνει το πολύ πειστικότατο που λες.

        -Η σύνθεση των επισκοπικών θρόνων στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο είχε αλλοιωθεί από τους προηγούμενους εικονομάχους αυτοκράτορες. Έτσι εικονομάχοι επίσκοποι δεν ήθελαν να πάνε σε μια εικονόφιλη σύνοδο. Όσοι εικονομάχοι παρουσιάστηκαν ( Βασίλειος Αγκύρας, Θεόδωρος Μύρων, Θεοδόσιος Αμορίου, Γρηγόριος Νεοκαισαρείας , Υπάτιος Νικαίας, Γρηγόριος Πισσινούντος, Λέων Ρόδου, Λέων Καρπάθου, Γεώργιος Πισιδίας, Νικόλαος Ιεραπόλεως Φρυγίας, Λέων Ικονίου ) ήταν υπόδικοι που μετανόησαν. Συνεπώς στον ελλαδικό χώρο δεν είχε ίσως προλάβει να γίνει αντικατάσταση των εικονομάχων επισκόπων με εικονόφιλους ή γενικά να υπήρχε εκκλησιαστική αναρχία.

        – Η Κρήτη ήταν καταφύγιο για τους εικονόφιλους. π.χ. Στον Ανδρέα Κρήτης κατέφυγαν πολλοί εικονόφιλοι από την Παλαιστίνη.

        – Ο φόβος για τους εικονομάχους στρατιώτες που είχαν διαλύσει την σύνοδο στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κων/πολη το 786 απέτρεψε πολλούς εικονόφιλους να πάνε/ξαναπάνε. Ξέρω εγώ αν είχε πάει ένας επίσκοπος από την Κεντρική Ελλάδα το 786 ίσως να μην ήθελε/μπορούσε να ξαναπάει το 787, ειδικά αν φοβόταν τα ίδια.

        -Στην σύνοδο συμμετείχαν 350 περίπου επίσκοποι, κληρικοί, αρχιμανδρίτες, ηγούμενοι και μοναχοί, χωρίς όμως δικαίωμα ψήφου. Συνεπώς δεν καίγονταν τόσο να συμμετάσχουν, ειδικά μάλιστα όσοι είχαν να κάνουν μεγαλύτερο χερσαίο ταξίδι.

        – Το πλήθος των επισκόπων δεν είναι ανάλογο με την έκταση της επισκοπής. Απ’αυτό που λες : Σικελία > Κρήτη, 9< 11. Συνεπώς σε Μονεμβασιά, Νικόπολη, Ναύπακτο, Θεσ/νικη, Επίδαυρο ίσως να αντιστοιχούσαν ευρύτερες περιοχές ή να εκπροσωπούσαν και άλλες επισκοπές. Ακόμη αυτοί που ήταν στα δυτικά μέρη είχαν μεγαλύτερο ταξίδι και το απέφυγαν.

      • Ακόμη αυτοί που ήταν στα δυτικά μέρη είχαν μεγαλύτερο ταξίδι και το απέφυγαν.
        —-

        Και οι 15 από Σικελία και Νότια Ιταλία που ταξίδεψαν;

        Αυτοί έκαναν το μακρότερο ταξίδι και μετά από αυτούς ο Δυρραχιώτης, ο Νικοπολίτης και οι 3 Επτανήσιοι.

        Δεν ξέρω και εγώ δεν έχω κατασταλάξει σε κάποια απάντηση για το θέμα της ελλαδικής μη εκπροσώπησης του 787.

      • Χρήστος

        Γεια σου Ρωμηέ,
        η γυναίκα μου είναι “απέκεισα”. τα δικά της χωριά ψάχνω. 🙂
        Τον έχω δει αυτόν τον χάρτη που δείχνει χαμηλή πυκνότητα στην Αιτωλοακαρνανία. Όμως πήρα τον κατάλογο των χωριών του νομού του 1836 και με την πρώτη ματιά τα περισσότερα φαίνονται (πάνω από 60%) ότι είναι σλαβικά. Ο Vasmer μόνο αναφέρει 98 και ο κατάλογος συνολικά έχει 200-250. Ξεκίνησα από τα σλαβικά επειδή είναι τα περισσότερα αλλά έχει και αλβανικά και λίγα βλάχικα και ελάχιστα τούρκικα (πχ μαχαλάς. αλλά ίσως μόνο η λέξη να είναι τούρκικη).

      • Καλα ο μαχαλάς υπήρχε σε κάθε χωριό που ήταν χωρισμένο σε γειτονιές (κάτω μαχαλάς, πάνω μαχαλάς κλπ). Ήταν τόσο κοινή τουρκική λέξη (που πέρασε ως δάνειο σε όλες τις άλλες γλώσσες) ώστε δεν μπορεί να ληφθεί ως δείκτης τουρκοφωνίας.

        Είναι σαν να λάβεις την λέξη «στάνη» ως ενδεικτικό σλαβικής εγκατάστασης. Η λέξη στάνη μπορεί να είναι σλαβική, αλλά οι περισσότερες τοπωνυμικές «Στάνες» σίγουρα δεν έχουν πάρει το όνομά τους από σλαβόφωνους.

        Ο Vasmer λ.χ. θεωρεί το τοπωνύμιο «Παλαιόστανον» ως σλαβικό. Αυτό φυσικά πρέπει να εξαιρεθεί από τα σλαβικά τοπωνύμια του Vasmer, γιατί είναι ελληνικότατο.

        Αν ένας σλάβος ήθελε να πει «παλαιά στάνη» θα έλεγε Star(i) Stan, Starostan (star, stan) ή κάτι τέτοιο (λ.χ. Staro Selo = «Παλαιό Χωριό, Παλιοχώρι» Stara Sela = «τα Παλιά Χωριά») … δεν θα έλεγε «Παλαιόστανον/Παλ(α)ιοστάνη».

        Επομένως, τοπωνύμια του Vasmer όπως το «Παλαιόστανον» φυσικά δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη ως σλαβικά.

        Ο κανόνας της γλωσσολογίας είναι πάντοτε ο ίδιος. Τα λειτουργικά/κλιτικά μορφήματα είναι οι καλύτεροι δείκτες.

        Ενώ όπως είπα το τοπωνύμιο Παλαιόστανον σίγουρα δεν δόθηκε από σλαβόφωνο, το λίγο παρακάτω (#74 Ποδολοβίτσα) είναι «καραμπινάτη οσφυοκαμψία» (που έλεγε και ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο Εκμέκ Παγωτό 🙂 ) σλαβοφωνίας: po-dol-ov-ica = «κοντά (po-) στον κάμπο/κοιλάδα (dol)» και το σλαβικό μόρφημα -ov- να συνδέει το σύνθετο θέμα με το υποκοριστικό επίθημα -ica (λ.χ. orah > orah-ov-ica = «Αράχωβα»).

        Εδώ μπορείς να είσαι σίγουρος ότι το τοπωνύμιο αυτό έχει δοθεί από σλαβόφωνο άνθρωπο (Podolje, Podoleni, Podolsk).

      • Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

        Είναι δύσκολο να εξακριβώσουμε τι ακριβώς έγινε.
        Π.χ. στη Σύνοδο του 681 συμμετείχαν οι επίσκοποι Στόβων, Άργους, Αθηνών και Λακεδαίμονος. Το 691 συμμετείχε ο επίσκοπος Εδέσσης. Ήταν καλύτερη δηλαδή η θέση τους από έναν Ελλαδίτη ή Μακεδόνα επίσκοπο του 787 ?

        Επίσης γιατί δεν συμμετείχαν το 787 οι των Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης ? Η θέση τους και η κατάσταση στην περιοχή τους ήταν χειρότερη από αυτή της Νικόπολης ?

        Ακόμη τι στο καλό είχε κάνει εκείνος ο Σταυράκιος το 784 αν 3 χρόνια μετά η κατάσταση στον ελλαδικό χώρο ήταν απαγορευτική για τους επισκόπους ώστε να μεταβούν στην Νίκαια ?

      • Ακόμη τι στο καλό είχε κάνει εκείνος ο Σταυράκιος το 784 αν 3 χρόνια μετά η κατάσταση στον ελλαδικό χώρο ήταν απαγορευτική για τους επισκόπους ώστε να μεταβούν στην Νίκαια ?

        Αυτό το αναρωτήθηκα και εγώ 🙂 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s