Το βιβλίο 13 της Αλεξιάδας: Η συνθήκη της Διαβόλεως #2

Έκλεισα την προηγούμνη ανάρτηση με τον Αλέξιο να φτάνει στην Διάβολιν και την Κομνηνή να μας εξηγεί την σοφή επιλογή του να αντιμετωπίσει τον Βοημούνδο «δόλῳ, οὔ τι κράτεΐ γε, στεινωπῷ ἐν ὁδῷ». Ο Αλέξιος κατέστρωσε ένα σχέδιο που θα κλόνιζε την εμπιστοσύνη του Βοημούνδου στους κόμητές του.

Ο αυτοκράτορας κάλεσε ορισμένους «Λατίνους» που υπηρετούσαν στον στρατό του (τον Ναπολιτάνο Μαρίνο Μαϊστρομίλιο και τους Φράγγους Ρογήρη (Roger) και Πέτρο Αλίφα, ο τελευταίος είναι ο γεννάρχης της οικογένειας Πετραλίφα) και ζήτησε πρώτα την συμβουλή τους για τον τρόπο κατανίκησης του Βοημούνδου και μετά ζήτησε να μάθει ποιοι ήταν οι Κόμητες που ο τελευταίος θεωρούσε ως τους πιο έμπιστους. Όταν του είπαν τα ονόματα, ο Αλέξιος είπε πως έπρεπε να βρουν κάποιο τρόπο, ώστε να τους κερδίσουν με το μέρος τους και να σπείρουν διχόνοια στο Κελτικό στράτευμα. Στη συνέχεια ζήτησε από τους τρεις άνδρες να του στείλουν ο καθένας τον πιο έμπιστο και εχέμυθο υπηρέτη του.

[13.4.4] Μεταπεμψάμενος οὖν τὸν ἐκ Νεαπόλεως Μαρῖνον τὸν σεβαστόν (τῶν Μαϊστρομιλίων οὗτος ὑπῆρχε τὸ γένος· κἂν μὴ πάνυ τὸν πρὸς αὐτὸν ὅρκον ἀνόθευτον τότε ἐτήρει, ἀπατηλοῖς ἐξα πατηθεὶς λόγοις καὶ ὑποσχέσεσιν, ἀλλ’ ὅσῳ γε τὰ πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον ἀποκαλύψαι αὐτῷ τὸ ἀπόρρητον τεθάρρηκεν), ἅμα δὲ καὶ τὸν Ῥογέρην (τῶν ἐπιφανῶν δὲ οὗτος Φράγγων) καὶ τὸν Πέτρον Ἀλίφαν, ἄνδρα κατὰ πόλεμον περιβόητον καὶ τὴν ὡς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα πίστιν ἀκράδαντον δι’ ὅλου τηρήσαντα. Τούτους μετακαλεσάμενος, βουλὴν ἐζήτει ὅπως τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον εὖ διαθέμενος καταγωνιεῖται αὐτόν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν εὐνουστέρων τῷ Βαϊμούντῳ καὶ ὁπόσους ἐκεῖνος ἰσοψύχους ἔχει διηρώτα. Καὶ περὶ τούτων μαθὼν ἐξ αὐτῶν, δεῖν ἔλεγεν ὑποποιήσασθαι τούτους διὰ παντοίας μηχανῆς· «Καὶ εἰ τοῦτο γένοιτο, δι’ ἐκείνων καὶ τὸ κοινὸν τοῦ κελτικοῦ στρατεύματος διαρραγήσεται εἰς διψυχίαν ἐμπεσόν.» Ἀνακοινοῦται τοῦτο τοῖς ἤδη ῥηθεῖσι, καὶ ἐξ ἑκάστου τούτων ἕνα αἰτεῖται τῶν εὐνουστέρων θεραπόντων καὶ ἐχεμυθεῖν ἐπισταμένων. Οἱ δὲ ἑτοίμως τοὺς κρείττονας τῶν ὑπηκόων αὐτῷ ἔφησαν δοῦναι.

Ο Αλέξιος στην συνέχεια έγραψε γράμματα που έδιναν την εντύπωση στον αναγνώστη ότι ήταν απαντήσεις σε προηγούμενα γράμματα που δέχτηκε από τους έμπιστους κόμητες του Βοημούνδου, συμπεριλαμβανομένου και του αδελφού του «Γίδου» (Guido).

[13.4.5] Καὶ ἐπειδὴ παρῆσαν οἱ ἄνθρωποι, δραματουργεῖ τι τοιοῦτον. Γράμματα συνθέμενος ὥσπερ ἀμοιβαῖα πρός τινας τῶν ἀμφὶ τὸν Βαϊμοῦντον οἰκειοτάτους, ὡς δῆθεν ἐκείνων γεγραφότων πρὸς τοῦτον καὶ οἰκειότητά τινα μνηστευομένων καὶ τὰ ἀπόρρητα τῆς τοῦ τυράννου γνώμης ἐξαγορευόντων, πέμπει πρὸς αὐτοὺς ὥσπερ εὐχαριστηρίους λόγους συντάξας καὶ ἀποδεξάμενος τάχα τὴν τῶν ἀνδρῶν εὔνοιαν. Ἦσαν δὲ οὗτοι ὅ τε Γίδος, ὁ τοῦ Βαϊμούντου αὐτάδελφος, καί τις τῶν ἐνδοξοτάτων ἀνδρῶν, Κοπρισίανος καλούμενος, καὶ πρὸς τούτοις ὁ Ῥικάρδος, καὶ τέταρτος ὁ Πριγκιπάτος, ἀνὴρ γενναῖος καὶ τὰ πρῶτα φέρων ἐν τῇ στρατιᾷ τοῦ Βαϊμούντου, καὶ ἕτεροι πλείους τούτων. Πρὸς οὓς τὰ ἐπίπλαστα γράμματα ἐξεπέμπετο. Ἐκεῖθεν μὲν γὰρ οὐδὲν ἐδέδεκτο τοιοῦτον ὁ βασιλεύς, οὔτε παρὰ Ῥικάρδου οὔτε παρ’ ἄλλου τινὸς τοιούτου, εὔνοιαν καὶ πίστιν ὑπαγορεῦον γραμμάτιον· αὐτὸς δὲ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὰ τοιαῦτα τῶν γραμμάτων ἐπλάττετο.

Για να μην πολυλογώ, σκοπός του Αλεξίου ήταν να πιαστούν οι έμπιστοι υπηρέτες από τον Βοημούνδο με τα γράμματα (δήθεν αποκρίσεις) του Αλεξίου στα χέρια, ώστε να κλονιστεί η εμπιστοσύνη του Βοημούνδου γι΄αυτούς που θεωρούσε οικειότατους. Ο Αλέξιος είχε υπολογίσει ότι, λόγω της «βαρβαρικής φύσης» του, ο Βοημούνδος θα κακομεταχειριζόταν (κακώσας δὲ) αυτούς τους ένδοξους και γενναίους άνδρες και ότι αυτοί με τη σειρά τους, μην έχοντας άλλη επιλογή, θα  αυτομολούσαν στον στρατό του Αλεξίου (Ἀλεξίου … πρὸς αὐτὸν στασιάσαντες), χωρίς να είχαν εξαρχής αυτήν την επιλογή κατά νου (ὅπερ εἰς νοῦν οὐκ ἦλθεν αὐτοῖς). Ο Αλέξιος ως στρατηγός ήξερε ότι το αντίπαλο στράτευμα θα περέμενε ισχυρό όσο θα ήταν «ξυγκροτούμενον», αλλά όταν «στασιάζον δὲ καὶ εἰς πολλὰ μεριζόμενον» τότε «ἀδρανέστερον γίνεται καὶ οὕτω τοῖς πολεμοῦσιν εὐχείρωτον». Αυτός λοιπόν ο «υποβρύχιος δόλος» ήταν η αιτία συγγραφής αυτών των γραμμάτων.

[13.4.6] Εἶχε δὲ νοῦν τοιοῦτον τὸ δραματούργημα, ὡς εἴπερ εἰς ἀκοὰς εἰσέλθοι Βαϊμούντου ἡ τῶν ἀνδρῶν τοιούτων προδοσία καὶ ὡς ἐκεῖνοι ἐκεῖθεν ἀπο κοπέντες τῇ γνώμῃ τῷ μέρει τῷ βασιλικῷ προσεχώρησαν, αὐτὸς μὲν εὐθὺς ταραχθήσεται καὶ πρὸς τὴν βαρβαρικὴν φύσιν ἐπανελεύσεται, κακώσας δὲ τοὺς ἄνδρας ἀπορραγῆναι τούτου καταναγκάσειε, καί, ὅπερ εἰς νοῦν οὐκ ἦλθεν αὐτοῖς, ἐκ τῆς κατασκευῆς Ἀλεξίου ποιήσειαν πρὸς αὐτὸν στασιάσαντες. Ἤιδει γάρ, οἶμαι, ὁ στρατηγὸς ὡς τὸ ἀντίπαλον ἅπαν φῦλον ξυγκροτούμενον μὲν καὶ ἀλληλουχούμενον ἔρρωται, στασιάζον δὲ καὶ εἰς πολλὰ μεριζόμενον ἀδρανέστερον γίνεται καὶ οὕτω τοῖς πολεμοῦσιν εὐχείρωτον. Ὅπερ καὶ βαθέως ἐπραγματεύετο καὶ τὸν δόλον ὑποβρύχιον εἶχε τὰ γράμματα.

Αφού έδωσε τα γράμματα στους έμπιστους δούλους των τριών «Λατίνων» με τους οποίους είχε την συνδιάσκεψη, στην συνέχεια έστειλε έναν δικό του έμπιστο άνδρα να «πιαστεί» πρώτος από τον Βοημούνδο (δήθεν ως αυτόμολος Ρωμαίος) και να πληροφορήσει τον τελευταίο ότι ήταν καθοδόν κοντά στην Πέτρουλα αγγελιοφόροι του Αλεξίου με γράμματα προς τους «προδότες». Ο Βοημούνδος συνέλαβε τους αγγελιοφόρους, διάβασε τα γράμματα και «ἰλίγγου τε πλήρης γεγονώς, μικροῦ κατέπιπτε πιστὰ λογισάμενος εἶναι». Ζήτησε να τεθούν υπό στενή παρακολούθηση οι «κονόσταυλοι» και ο αδελφός του Γίδος και ο ίδιος έμεινε «ἀπρόιτος» (ακίνητος, πρόειμι = προχωρώ, όπως πρόσειμι = προσέρχομαι > ἀπρόσιτος) έξι ημέρες μέσα στην σκηνή του «γνωσιμαχώντας» (προσπαθώντας να καταλάβει αν η «προδοσία» τους ήταν αληθής ή ψευδής και πως να χειριστεί το θέμα). Τελικά, σύμφωνα με την Κομνηνή, ο Βοημούνδος κατάλαβε «τὸν κρυπτόμενον νοῦν τῶν γραμμάτων» (δηλαδή τον δόλοτου Αλεξίου), ανέκτησε το θάρρος του και την εμπιστοσύνη του προς τους «προδότες».

[13.4.7] Μεταχειρίζεται δὲ τὸ πρᾶγμα οὑτωσί πως ὁ Ἀλέξιος. Πέμπει μὲν γὰρ τὰ πεπλασμένα γράμματα πρὸς ἐκείνους παραγγείλας ἐπιδοῦναι ἑκάστῳ ἕκαστον. Εἶχε δὲ τὰ πεμπόμενα βιβλία ἐκεῖνα οὐ μόνον εὐχαριστίαν, ἀλλὰ καὶ δόσεις κατεπηγγέλλετο καὶ βασιλικὰς δωρεὰς καὶ ὑποσχέσεις ὑπερφυεῖς· ἐφεῖλκε δὲ τούτους καὶ εἰς τὸ μετέπειτα εἶναί τε εὔνους καὶ φαίνεσθαι, καὶ μηδὲν ἀποκρύπτειν τῶν ἀπορρήτων. Κατόπιν δὲ τῶν πιστοτάτων αὐτῷ ἄνθρωπον ἀποστέλλει ἀνεπιφωράτως τούτοις παρέπεσθαι, καὶ ἐπειδὰν πλησιάσαντας ἴδοι, παρελάσαντα προφθῆναι τούτων τὴν ἔφοδον καὶ καταλαβόντα τὸν Βαϊμοῦν τον τόν τε αὐτόμολον ὑποκριθῆναι καὶ εἰπεῖν, ὡς αὐτῷ προσχωρήσειε μισήσας τὴν μετὰ τοῦ βασιλέως διατριβήν, φιλίαν δὲ πρὸς τὸν τύραννον προσποιούμενον καὶ ὡς δή τινα εὔνοιαν, κατειπεῖν ἀριδήλως τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων ἐφ’ οὓς τὰ γράμματα, ὡς ἄρα ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, ὀνομαστὶ τούτους καταριθμήσας, ἐξομοσάμενοι τὴν πρὸς ἐκεῖνον πίστιν, βασιλεῖ φίλοι καὶ εὖνοι γεγόνασι καὶ τὰ ἐκείνου φρονοῦσι, καὶ ὁρᾶν δεῖ μή τι κατ’ αὐτοῦ δεινὸν μελετή σειαν ἐξ ὑπογύου καὶ πάλαι προεσκεμμένον.

[13.4.8] Ἀλλὰ δεῖ καὶ τοῦτο πεπραγματεῦσθαι, ἵνα μή τι δεινὸν τοῖς γραμματοκομισταῖς τούτοις ὁ Βαϊμοῦντος ἐργάσηται. Ἐμέλησε γὰρ καὶ τοῦτο τῷ βασιλεῖ, ὅπως τοὺς μὲν καθέ τους τούτους ἄνδρας ἀβλαβεῖς διατηρήσειε, τὰ δὲ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον πράγματα συνταράξειε. Καὶ οὐκ εἶπε μὲν ταῦτα καὶ συμβεβούλευκεν, οὐ γέγονε δέ, ἀλλὰ προσελθὼν καὶ δι’ ὅρκου λαβὼν τὸ ἀφρόντιστον τῶν γραμματοκομιστῶν ὁ εἰρημένος ἀνὴρ ἀπαγγέλλει πάντα κατὰ τὰς ὑποθημοσύνας τοῦ αὐτοκράτορος. Ἐρωτηθεὶς δὲ ὅπη τούτους στοχάζεται ἐφθακέναι, τὴν Πέτρουλαν αὐτοὺς ἔλεγε διελθεῖν.

[13.4.9] Καὶ ἀποστείλας κατέσχε τοὺς γραμματοκομιστάς, καὶ τὰ γράμματα ἀναπτύξας, ἰλίγγου τε πλήρης γεγονώς, μικροῦ κατέπιπτε πιστὰ λογισάμενος εἶναι. Ἐκείνους μὲν οὖν παραφυλάττεσθαι ᾠκονόμησεν, αὐτὸς δὲ ἀπρόιτος ταῖς σκηναῖς ἐν ἓξ ἡμέραις ἦν, γνωσιμαχῶν τὸ τί ἂν χρὴ ποιῆσαι, πολλοὺς παρ’ ἑαυτῷ ἀνελίττων λογισμούς, εἰ χρὴ παραστῆναι τοὺς κονοσταύλους καὶ πρὸς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Γίδον ἐξειπεῖν τὴν κατ’ αὐτοῦ δοθεῖσαν πρόληψιν, καὶ εἰ μετὰ τὸν ἔλεγχον παραστῆναι χρὴ ἢ ἄτερ ἐλέγχου, πρὸς τούτοις δὲ καὶ τὸ τίνας ἀντ’ αὐτῶν κονοσταύλους ποιήσειε. Γενναίους δὲ ὄντας τοὺς τοιούτους κἀντεῦθεν πολλὴν τὴν βλάβην ἐσομένην παρασταλέντων ὑπονοῶν, κατὰ τὸ ἐγχωροῦν τὰ κατ’ αὐτοὺς οἰκονομήσας, οἶμαι δὲ καὶ τὸν κρυπτόμενον νοῦν τῶν γραμμάτων ὑποτοπάσας, μετεληλυθὼς εὐφυῶς τούτους καὶ θαρσήσας ἐπὶ ταὐτοῦ μεμενηκέναι τούτους ξυνεχώρησεν.

Μετά από το τέχνασμα με τα γράμματα, η Κομνηνή περιγράφει το αμυντικό σχέδιο του Αλεξίου. Υπήρχαν δύο ρωμαϊκά θέατρα επιχειρήσεων. Το ένα ήταν η υπεράσπιση της αμυντικής γραμμής που ένωνε την Πέτρουλα και την «Δεύρη» (Δίβρα/Debar) περνώντας ενδιάμεσα από «τις περὶ τού Αρβάνου κλεισούρες» και σκοπό είχε τον αποκλεισμό με ξυλοκλασίες των κλεισούρων και των ατραπών, ώστε να αποτρέψει στους Κελτούς την πρόσβαση στην Πελαγονία (απ΄όπου μπορούσαν και ν΄ανεφοδιαστούν, αλλά και να κινηθούν κατά των αφύλακτων βαλκανικών περιοχών της αυτοκρατορίας). Το άλλο θέατρο επιχειρήσεων ήταν στην σημερινή ΝΔ Αλβανία και το σχέδιο ήταν η ανάκτηση και φύλαξη των τριών λιμένων ανεφοδιασμού των Κελτών στον κόλπο της Αυλώνας (Αυλώνα, Κάνινα και «Ιεριχώ» = Ωρικός) και των γειτονικών τους κάστρων και η διακοπή της χερσαίας οδού ανεφοδιασμού Αυλώνος-Δυρραχίου.

[13.5.1] Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ, ἐπεὶ προφθάσας ἀξιόμαχον δύναμιν ἐν πάσαις ταῖς κλεισούραις κατέθετο μετ’ ἐκκρίτων ἡγεμόνων, πᾶσάν γε ἀτραπὸν διὰ τῶν καλουμένων ξυλοκλασιῶν αὖθις τοῖς Κελτοῖς ἀπετάφρευσεν. Εἶχε μὲν γὰρ εὐθὺς ὁ Αὐλών, ἡ Ἱεριχὼ καὶ τὰ Κάνινα ἀνύστακτον φύλακα Μιχαὴλ τὸν Κεκαυμένον, ἡ δὲ Πέτρουλα Ἀλέξανδρον τὸν Καβάσιλαν μετὰ συμμίκτων πεζῶν στρατιωτῶν, ἄνδρα ἐκθυμότατον καὶ πολλοὺς τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν Τούρκων κατατροπωσάμενον· τὴν Δεύρην δὲ Λέων ὁ Νικερίτης μετὰ ἀποχρώσης ἐφρούρει δυνάμεως· τῷ δέ γε Εὐσταθίῳ τῷ Καμύτζῃ τὰς περὶ τὸ Ἄρβανον ἀνατεθείκει κλεισούρας.

  • Ο Μιχαήλ Κεκαυμένος στάλθηκε ανύστακτος φύλακας των κάστρων της Αυλώνας, των Κανίνων και της «Ιεριχώ».
  • Ο Αλέξανδρος Καβάσιλας στάλθηκε με σύμμικτους πεζούς στατιώτες να καταλάβει και να φρουρήσει το κάστρο της Πέτρουλας.
  • Ο Λέων Νικερίτης στάλθηκε επικεφαλής μιας δυνάμεως στην «Δεύρη» με σκοπό να φρουρήσει την κομβική αυτή θέση.
  • Ο Ευστάθιος Καμύτζης στάλθηκε να φυλάξει τις κλεισούρες γύρω από το Άρβανον.

Την στρατηγική σημασία της Πέτρουλας την εξήγησα στην προηγούμενη ανάρτηση, όταν εξήγησα γιατί φρόντισε να την καταλάβει αμέσως ο Βοημούνδος. Η Πέτρουλα ελέγχει τον δρόμο που ενώνει τα Τίρανα με το Ελμπασάν ή, με άλλα λόγια, ελέγχει την ροή της Εγνατίας από το Δυρράχιο προς το Ελμπασάν.

Η «Δεύρη» (Δίβρα) είναι ένα ακόμα πιο κομβικό σημείο που ελέγχει, από την μια, την ροή κατά μήκος της ανατολικής όχθης του Μέλανος Δρίνου και, από την άλλη, ελέγχει το στόμιο του φαραγγιού του ποταμού Radika από το οποίο περνάει ο δρόμος Δίβρας-Γκόστιβαρ που, ανατολικά της λίμνης του Μαυρόβου, διχάζεται σε μία νότια οδό που πηγαίνει προς το Κίτσεβο και από εκεί στην Πελαγονία, και σε μία βόρεια οδό που πηγαίνει προς το Τέτοβο και από εκεί στα Σκόπια. Όλο αυτό το οδικό σύστημα ελέγχεται ερμητικά στο στόμιο του φαραγγιού που φυλάει η Δίβρα.

Dibra

Για να καταλάβουμε ποιες είναι «οι περί το Άρβανον κλεισούρες» πρέπει φυσικά να καταλάβουμε τι εννοεί ως Άρβανον η Κομνηνή. Αυτό θα γίνει κατανοητό λίγο παρακάτω, όταν η Κομνηνή θα μας περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο οι Κελτοί περικύκλωσαν τον Ευστάθιο Καμύτζη.

Η αντίδραση του Βοημούνδου ήταν να στείλει τον αδελφό του «Γίδο» (Guido), τον κόμη Σαρακηνό και τον Κοντοπαγάνο κατά του Καβάσιλα που είδαμε ότι είχε καταλάβει την Πέτρουλα. Προφανώς η επίθεση κατά της Πέτρουλας απέτυχε, γιατί η Κομνηνή μετά γράφει πως το Κελτικό στράτευμα του «Γίδου» επιτέθηκε στον Καμύτζη. Υπήρχαν ορισμένοι εγχώριοι «έποικοι» (οι βυζαντινοί συγγραφείς χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο με την σημασία «κάτοικοι») των πολιχνίων γύρω από το Άρβανον που είχαν πάρει το μέρος των Κελτών. Αυτοί οι «Δευριώτες» οδηγοί (όπως τους ονομάζει παρακάτω) έδειξαν στον «Γίδο» τις λανθάνουσες ατραπούς (μυστικά περάσματα) και τον δρόμο για την «Δεύρη». Έτσι ο «Γίδος» χώρισε τον στρατό του σε δύο μέρη: το ένα μέρος επιτέθηκε στον Καμύτζη «κατὰ πρόσωπον», ενώ το άλλο, υπό την ηγεσία του Σαρακηνού και του Κοντοπαγάνου, επιτέθηκε στον Καμύτζη «ἐξ ὀπισθίων» παρακάμπτωντας τις κλεισούρες του Αρβάνου καθοδηγούμενο από τους Δευριώτες οδηγούς.

[13.5.2α] Ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος ἐκ πρώτης, ὅ φασιν, ἀφετηρίας κατὰ τοῦ Καβασίλα τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Γίδον καὶ κόμητά τινα Σαρακηνὸν καλούμενον καὶ τὸν Κοντοπαγάνον ἐξέπεμψεν. Ἐπεὶ δέ τινα τῶν ὁμορούντων τῷ Ἀρβάνῳ πολίχνια προέφθασαν τῷ Βαϊμούντῳ προσχωρῆσαι, οἱ τούτων ἔποικοι, τὰς τοῦ Ἀρβάνου ἀτραποὺς ἀκριβῶς ἐπιστάμενοι, προσελθόντες πᾶσαν, ὡς εἶχε, τῆς Δεύρης τὴν θέσιν ἐξηγήσαντο καὶ τὰς λανθανούσας ἀτραποὺς ὑπέδειξαν. Τηνι καῦτα ὁ Γίδος διχῆ διελὼν τὸ στράτευμα αὐτὸς μὲν τὴν κατὰ πρόσωπον μετὰ τοῦ Καμύτζη μάχην ἀνεδέξατο, τὸν δέ γε Κοντοπαγάνον καὶ τὸν Σαρακηνὸν καλούμενον κόμητα παρὰ τῶν Δευριωτῶν ὁδηγουμένους ἐξ ὀπισθίων τῷ Καμύτζῃ ἐπεισπεσεῖν ἐπέταξε.

Πλέον έχουμε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, για να προσδιορίσουμε το Άρβανον και τις «περί το Άρβανον κλεισούρες» που φυλούσε ο Ευστάθιος Καμύτζης. Ο Κελτικός στρατός πρώτα επιτέθηκε στον Καβάσιλα που φρουρούσε την Πέτρουλα, προφανώς ερχόμενος από τα Τίρανα. Μόλις απέτυχε να εκπορθήσει την Πέτρουλα, ο Κελτικός στρατός κινήθηκε ανατολικά πάνω από τον άνω «Χαρζάνη» και βρέθηκε στα μέρη που φυλούσε ο Καμύτζης. Ο «Γίδος» (Guido) με ένα μέρος του στρατεύματος επιτέθηκε στον Καμύτζη «κατὰ πρόσωπον», ενώ το άλλο μέρος καθοδηγούμενο από τους «Δευριώτες» οδηγούς που κατοικούσαν στα πολίχνια γύρω από το Άρβανον (τῶν ὁμορούντων τῷ Ἀρβάνω πολίχνια … οἱ τούτων ἔποικοι) παρέκαμψαν το Άρβανον απο τον δρόμο που πήγαινε προς την Δεύρη (τῆς Δεύρης τὴν θέσιν ἐξηγήσαντο) και επιτέθηκαν στον Καμύτζη «ἐξ ὀπισθίων». Το σώμα που επιτέθηκε «ἐξ οπισθίων» από την μεριά της Δεύρης, σίγουρα χρησιμοποίησε τον δρόμο Τιράνων-Bulqizë-Δίβρας που περνάει από τo στενό της «Άσπρης Πέτρας» (Guri i Bardhë) που ενώνει τα Τίρανα με την άνω κοιλάδα του Μάτη. Μεταξύ της πόλης Bulqizë και της όχθης του Μαύρου Δρίνου (πίσω από τον οποίο βρίσκεται η Δίβρα) ξεκινάει ένας δρόμος που βγάζει νότια στο Librazhd, δηλαδή στην Εγνατία οδό.

Guido

Η Κομνηνή λοιπόν, ως «Ἄρβανον» εδώ εννοεί τον ορεινό όγκο που βρίσκεται εντός του τριγώνου που ορίζουν η Πέτρουλα, η Bulqizë και η Στρούγκα.

Έναν αιώνα μετά την συγγραφή της Αλεξιάδας, ο Γεώργιος Ακροπολίτης έκανε την ίδια διαδρομή με το κελτικό μέρος που επιτέθηκε στον Καμύτζη «ἐξ όπισθίων». Για να πάει από το Δυρράχιο στην Δίβρα, ο Ακροπολίτης πέρασε από την Χουναβία (περιοχή μεταξύ του Δυρραχίου, των Τιράνων και των Κροών/Kruja), το στενό της «Κακής Πέτρας» (αναμφίβολα η «Άσπρη Πέτρα»/Guri i Bardhë) και την κοιλάδα του Μάτη. Η μόνη διαφορά είναι πως στα χρόνια του Ακροπολίτη, ο όρος «Ἄλβανον» (= Ἄρβανον) είχε ευρύτερη σημασία, γιατί μιλάει για «τὸ ἐν τῷ Ἀλβάνῳ φρούριον τὰς Κρόας», δηλαδή θεωρεί την Kruja μέρος του Αλβάνου/Αρβάνου. Από την Δίβρα, ο Ακροπολίτης έφτασε στον Πρίλαπο της Πελαγονίας μέσω Κίτσεβο («Κύτζαβις»), από την οδό που εξήγησα παραπάνω.

Η Ruth Macrides έχει συγγράψει μία πολύ ωραία αγγλική έκδοση της ιστορίας του Ακροπολίτη, την οποία προίκισε με αναλυτικότατες σημειώσεις. Ο Ακροπολίτης (κεφ. 67) περιγράφει την διαδρομή Δυρράχιο-Δίβρα ως εξής:

Ἐξορμήσας γοῦν τοῦ Δυρραχίου καὶ διελθὼν τὰ τῆς Χουναβίας καὶ τὸ ὄρος ὑπερβὰς ὃ δὴ Κακὴν Πέτραν κατονομάζουσιν, εἰς τὰ περὶ τὴν Μάτην ἀπῄειν κἀντεῦθεν περὶ τὴν Δέβρην ἀφῖγμαι. πᾶσι δὲ τοῖς καθὁδὸν ξυντυχών, τοῖς ἀμφὶ τὰ ἄστη καὶ τοῖς ἀμφὶ τὰ τοπικὰ στρατόπεδα καὶ τοῖς τὰ δημόσια διενεργουμένοις πράγματα, διὰ τῆς Κυτζάβεως παριὼν ἐπὶ τὸν Πρίλαπον ἐγενόμην.

Η Macrides (ή ελληνιστί Μακρίδου) έχει τις εξής σημειώσεις στο κεφάλαιο #67 του Ακροπολίτη (το παραπάνω κείμενο):

Ruth1

Ruth2

Έβαλα ένα ερωτηματικό στην σημείωση #7 της Macrides όπου παραθέτει την άποψη του Ζακυθηνού που πίστευε ότι η κλεισούρα «Πέτρα» της Κομνηνής (θα την δούμε παρακάτω) και η «Κακή Πέτρα» του Ακροπολίτη είναι το ίδιο μέρος. Θα εξηγήσω παρακάτω πως αυτή η προτεινόμενη ταύτιση σίγουρα δεν ευσταθεί.

Ας γυρίσουμε λοιπόν στην διήγηση της Κομνηνής. Τα δύο μέρη του Κελτικού στρατεύματος κατάφεραν να περικυκλώσουν («κατὰ πρόσωπον» και «ἐξ όπισθίων») τον Ευστάθιο Καμύτζη. Κατά συνέπεια, η θέση του τελευταίου έγινε πολύ δύσκολη και έχασε πολλούς Ρωμαίους, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Καράς και ο ξακουστός Τούρκος Σκαλιάριος που είχε αυτομολήσει στον Αλέξιο και είχε βαπτιστεί Χριστιανός. Ο Καμίτζης και οι επιβιώσαντες στρατιώτες του αναγκάστηκαν να τραπούν σε υποχώρηση.

[13.5.2β] Τούτου γοῦν συνδόξαντος ἀμφοῖν, ἐπεὶ ὁ μὲν Γίδος κατὰ πρόσωπον ἐμάχετο, οἱ δέ γε λοιποὶ κόμητες, τῇ παρεμβολῇ τοῦ Καμύτζη ἐπεισπεσόντες ἀπὸ τῶν μεταφρένων, δεινὸν τὸν φόνον κατ’ αὐτοῦ ἀπειργάσαντο, ὡς οὐκ ἐνῆν αὐτῷ πρὸς πάντας μάχεσθαι, τραπέντας τοὺς ὑφ’ ἑαυτὸν θεασάμενος συνείπετο τούτοις καὶ αὐτός. Καὶ πίπτουσι μὲν τηνικαῦτα τῶν Ῥωμαίων πολλοί, καὶ αὐτὸς ὁ Καρᾶς νηπιόθεν τοῖς γνησίοις παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος προσληφθεὶς καὶ καταλεγείς, καὶ ὁ Σκαλιάριος Τοῦρκος τῶν ὀνομαστῶν πάλαι κατὰ τὴν ἕω ἡγεμόνων γεγονώς, αὐτομολήσας τῷ βασιλεῖ καὶ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τετυχηκώς.

Στην συνέχεια η Κομνηνή πάει την διήγηση στο άλλο θέατρο επιχειρήσεων αλλά, όπως θα δούμε παρακάτω, η υποχώρηση του Καμύτζη έθεσε αυτομάτως σε δύσκολη θέση και τον Καβάσιλα στην Πέτρουλα, γιατί τώρα οι Κελτοί μπορούσαν να τον πολιορκήσουν και από τις δύο μεριές (και «κατὰ πρόσωπον» από τα Τίρανα και «ἐξ οπισθίων» ερχόμενοι από το Ελμπασάν). Όπως είπα όμως, εδώ η Κομνηνή μας πάει στον Αλυάτη που φρουρούσε την «Γλαβινίτζα» (Ballsh) και, για κάποιο άγνωστο λόγο («Θεὸς ἂν εἰδείη» ~ «ένας Θεός ξέρει»), αποφάσισε να προωθηθεί στην ελώδη πεδιάδα, όπου του επιτέθηκαν κατάφρακτοι Κελτοί, ξανά χωρισμένοι σε δύο μέρη (διχῆ διαιρεθέντες), ένα που επιτέθηκε «κατὰ πρόσωπον» και ένα «ἐξ όπισθίων».Τελικά ο Αλυάτης, αγνοώντας την έφοδο των «ἐξ οπισθίων», σκοτώθηκε από τους τελευταίους και, μαζί μ΄αυτόν, πέθαναν και ουκ ολίγοι από τους στρατιώτες του.

[13.5.3] Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸν Καμύτζην· ὁ δέ γε Ἀλυάτης μετὰ καὶ ἑτέρων λογάδων τὴν Γλαβινίτζαν φυλάττων πρὸς τὴν πεδιάδα κατῆλθεν· εἴτε πρὸς πόλεμον εἴτε καὶ κατασκοπήσων τινὰ τόπου θέσιν, Θεὸς ἂν εἰδείη. Τυχαίως δ’ οὖν συναντῶσι τούτῳ παρα χρῆμα κατάφρακτοι Κελτοί, ἄνδρες γενναῖοι καὶ τηνικαῦτα διχῆ διαιρεθέντες οἱ μέν (πεντήκοντα δὲ τὸν ἀριθμὸν ἦσαν) κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ σφοδρᾷ τῇ ῥύμῃ ἵενται ὅλους χαλάσαντες χαλινούς, οἱ δέ γε λοιποὶ ἐξ ὀπισθίων ἀψοφητὶ τούτῳ παρείποντο· ἦν γὰρ ἑλώδης ὁ τόπος. Ὁ δὲ Ἀλυάτης, τῆς τῶν ὄπισθεν μὴ αἰσθόμενος ἐλεύσεως, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἔμπροσθεν ὅλῃ γνώμῃ ἀγωνιζόμενος καὶ χειρί, λέληθεν ἑαυτὸν εἰς κίνδυνον συνελάσας. Ἐπεισπεσόντες γὰρ τούτῳ οἱ ἐξ ὀπισθίων ἐρχόμενοι καρτερῶς κατ’ αὐτοῦ ἐμάχοντο. Συναντήσας δὲ τούτῳ κόμης τις Κοντοπαγάνος καλούμενος βάλλει τοῦτον διὰ τοῦ δόρατος· καὶ παραχρῆμα ἄπνους κατὰ γῆς ἔκειτο. Πίπτουσι δὲ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ οὐκ ὀλίγοι.

Όταν ο Αλέξιος έμαθε τα νέα κάλεσε τον «περὶ τὰς στρατιωτικὰς ἐγχειρήσεις ἱκανώτατον» Καντακουζηνό, που τον είχε φέρει από την Λαοδίκεια. Ο Καντακουζηνός ανέλαβε επικεφαλής αξιόμαχου στρατού, επειδή η σύρραξη με τον Βοημούνδο δεν μπορούσε άλλο να αναβληθεί. Ο Αλέξιος συνόδεψε τον Καντακουζηνό από την Διάβολιν μέχρι «τὴν κλεισούραν τὴν ἐγχωρίως οὕτω καλουμένην Πέτραν», ενθαρρύνοντας και συμβουλεύοντας και «πρὸς μάχην ὀτρύνοντας» τον τελευταίο. Στην Πέτρα ο Αλέξιος διέταξε τον Καντακουζηνό να πάει στην «Γλαβινίτζα» και ο ίδιος επέστρεψε στην Διάβολιν. Ο Καντακουζηνός καθοδόν για την Γλαβινίτσα, βρέθηκε στο φρούριο «Μύλος» (που στην προηγούμενη ανάρτηση έδειξα ότι το είχε καταλάβει ο Βοημούνδος) και έδωσε αμέσως διαταγή για πολιορκία, την οποία ξεκίνησαν αμέσως οι Ρωμαίοι, που κατάφεραν γρήγορα ν΄ανεβούν στις επάλξεις των τειχών του φρουρίου.

[13.5.4] Ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ τὸν Καντακουζηνὸν μετεπέμψατο, ἄνδρα τοῦτον γινώσκων περὶ τὰς στρατιωτικὰς ἐγχειρήσεις ἱκανώτατον. Ἔφθασε γάρ, ὡς ἔφην, καταλαβεῖν τὸν αὐτοκράτορα εἰς τόπον μετακληθεὶς ἀπὸ Λαοδικείας. Ἐπεὶ δ’ ἀναβολὴν τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον οὐκ εἶχεν, ἀξιόμαχον στρατὸν μετ’ αὐτοῦ συνεκπέμπει καὶ τῆς παρεμβολῆς ἔξεισι προεκπέμπων οἷον καὶ πρὸς μάχας ὀτρύνων αὐτόν. Ἐφθακὼς δὲ τὴν κλεισούραν τὴν ἐγχωρίως οὕτω καλουμένην Πέτραν καὶ αὐτοῦ που ἐγκαρτερήσας, πολλοῖς τε λογισμοῖς καὶ στρατηγικοῖς ἐπιχειρήμασιν ἐφοδιάσας αὐτὸν καὶ τὰ λῴονα ὑποθέμενος πρὸς Γλαβινίτζαν χρησταῖς ἐλπίσι θαρσύνας ἐκπέμπει, ἐκεῖνος δὲ πρὸς Διάβολιν ἐπανέστρεψεν. Ὁ δὲ Καντακουζηνὸς προσπελάσας ἐν τῷ ἀπέρχεσθαι πολιχνίῳ τινί, τῷ τοῦ Μύλου καλουμένῳ, παραχρῆμα παντοίας κατασκευάσας ἑλεπόλεις ἐπολιόρκει τὸ πολίχνιον. Καὶ οἱ Ῥωμαῖοι ἀναισχύντως τοῖς τείχεσι προσεπέλαζον καὶ οἱ μὲν πῦρ ἐνιέντες τὰς πύλας ἐνεπίμπρων, οἱ δὲ καὶ διὰ τοῦ τείχους εἰς τὰς ἐπάλξεις θᾶττον ἀνῄεσαν.

Εδώ βλέπουμε «τὴν κλεισούραν τὴν ἐγχωρίως οὕτω καλουμένην Πέτραν» που, όπως είπα παραπάνω στις σημειώσεις της Ruth Macrides, ο Ζακυθηνός ταύτισε με την «Κακή Πέτρα» του Ακροπολίτη (που είδαμε πως ένωνε την Χουναβία με την κοιλάδα του Μάτη). Η Πέτρα του Καντακουζηνού βρίσκεται μεταξύ Διαβόλεως (κοιλάδας της Κορυτσάς) και του φρουρίου του Μύλου που η Κομνηνή έχει περιγράψει ως «καὶ τὸ λεγόμενον Μύλου πόλισμα ὑπερκείμενον ποταμοῦ Διαβόλεως» (βόρεια από τον ποταμό Διάβολιν/Devol). Είναι ξεκάθαρο ότι η ταύτιση του Ζακυθηνού δεν είναι δυνατόν να ισχύει. Η «κλεισούρα Πέτρα», μέχρι την οποία ο Αλέξιος συνόδεψε τον Καντακουζηνό (ξεκινώντας από το φρούριο της Διαβόλεως στον κάμπο της Κορυτσάς, όπου εν τέλει επέστρεψε ο Αλέξιος), βρισκόταν κάπου κατά μήκος του ποταμού Διαβόλεως και δεν έχει καμία σχέση με το ορεινό στενό της «Κακής Πέτρας» (Guri i Bardhë) που ενώνει την Χουναβία με την κοιλάδα του Μάτη, από το οποίο πέρασε ο Ακροπολίτης για να πάει στην Δίβρα.

Petra

Καθώς οι Ρωμαίοι του Καντακουζηνού πολιορκούσαν τον Μύλο και ήταν έτοιμοι να τον πάρουν, ένα στράτευμα Κελτών που είχε στρατοπεδεύσει στην πέρα μεριά του ποταμού «Βούση» (Βοβούσα = Αώος, αλλά μπορεί η Κομνηνή να εννοεί κάποιον άλλον ποταμό βορειότερα, γιατί συχνά μπερδεύει το ονόματα των ποταμών) έτρεξε προς αρωγή των πολιορκημένων. Μόλις τους είδαν οι σκοποί του Καντακουζηνού, «βάρβαροι δὲ ἦσαν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν» (που ήταν βάρβαροι, όπως έχω ήδη εξηγήσει), αντί να πουν διακριτικά στον Καντακουζηνό για την έλευση των Κελτών, άρχισαν να τρέχουν «ἀσυντάκτως» και να φωνάζουν το γεγονός, με αποτέλεσμα να σπείρουν τον πανικό στα ρωμαϊκά στρατεύματα. Πανικοβλημένοι οι Ρωμαίοι στρατιώτες, εγκατέλειψαν την πολιορκία του Μύλου εκεί που σχεδόν τον είχαν εκπορθήσει (κἂν ἐν χερσὶ τοῦτο κατέχοντες ἦσαν ἤδη) και ο καθένας έτρεξε προς το άλογό του, για να φύγει.

[13.5.5] Αἰσθόμενοι δ’ οἱ πέραθεν τοῦ ποταμοῦ, τοῦ οὑτωσὶ καλουμένου Βούση, αὐλιζόμενοι Κελτοὶ ὡς πρὸς τὸ τοῦ Μύλου καστέλλιον ἔθεον. Οὓς θεασάμενοι οἱ τοῦ Καντακουζηνοῦ σκοποί (βάρβαροι δὲ ἦσαν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν) ἐπανατρέχουσιν ἀσυντάκτως πρὸς αὐτὸν καὶ οὐ μυστηριωδῶς περὶ τῶν φανέντων κατήγγελλον, ἀλλὰ πόρρω που φωνοῦντες τὴν τούτων ἔφοδον ἔλεγον. Ἀκούσαντες δὲ οἱ στρατιῶται τὴν τῶν Κελτῶν ἔφοδον, κἂν τῶν τειχῶν ὑπερέβησαν, κἂν τὰς πύλας ἐνέπρησαν, κἂν ἐν χερσὶ τοῦτο κατέχοντες ἦσαν ἤδη, ἀλλ’ ἐκδειματωθέντες ἕκαστος πρὸς τὸν ἴδιον ἀπέτρεχεν ἵππον· ἔμφοβοι δὲ ὄντες καὶ συγχυθέντες τὸν νοῦν θάτερος θατέρου ἵππου ἐπέβαινε.

Εδώ λοιπόν η Κομνηνή χαρακτηρίζει ως «βάρβαρους» τους σκοπούς του Ρωμαϊκού στρατεύματος και μάλιστα γράφει «ήταν βάρβαροι, όπως έχω ήδη εξηγήσει», ενώ δεν έχει προαναφερθεί ποτέ σε αυτούς τους βάρβαρους σκοπούς. Βέβαια παρακάτω, όταν περιγράφει το στράτευμα του Καντακουζηνού αυτό περιέχει «Σκύθες» ιπποτοξότες, Τούρκους και Αλανούς (οι τελευταίοι έχουν αρχηγό τον Αλανό εξουσιοκράτορα Ρωσμίκη).

Ο Καντακουζηνός προσπάθησε να επαναφέρει σε τάξη το πανικοβλημένο στράτευμά του, αλλά δεν άκουγε κανένας. Τότε τους είπε πως αν είναι να υποχωρήσουν πρέπει πρώτα να κάψουν τον πολιορκητικό εξοπλισμό (ἑλεπόλεις) τους, ώστε να μην πέσει στα χέρια των Κελτών. Το στράτευμα συμφώνησε και μαζί με τον πολιορκητικό εξοπλισμο έκαψε και τις βάρκες («πλοία») στον ποταμό «Βούση», ώστε να δυσκολέψει την διαπεραίωση των Κελτών. Στην συνέχεια, ο Καντακουζηνός απέσυρε το στράτευμά του σε μια κοντινή πεδιάδα που στα «δεξιά» είχε τον ποταμό «Χαρζάνη» και στα αριστερά ένα έλος. Οι Κελτοί έφτασαν στον ποταμό (Βούση) είδαν τις βάρκες τους καμένες και γύρισαν πίσω απογοητευμένοι.

[13.5.6] Πολλὰ γοῦν ὁ Καντακουζηνὸς ἀγωνισάμενος καὶ πολλὰς ἱππασίας κατὰ τῶν ἐκδειματωθέντων ποιήσας· «Ἀνέρες ἔστε, φωνῶν κατὰ τὸν ποιητήν, μνήσθητε θούριδος ἀλκῆς», ὡς οὐκ ἔπειθεν, εὐφυῶς τούτους τῆς πτοίας ἀνήνεγκε φάμε νος ὡς· «Οὐ χρὴ τὰς ἑλεπόλεις καταλιπεῖν τοῖς ἐχθροῖς καθ’ ἡμῶν ὄργανα, ἀλλὰ πῦρ εἰς αὐτὰς ἐμβαλεῖν κᾆθ’ οὕτως εὐσυντάκτως ὑποχωρεῖν». Παραχρῆμα γοῦν μάλα προθύμως ἐπλήρουν οἱ στρατιῶται τὸ προσταττόμενον, καὶ οὐ τὰς ἑλεπόλεις μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ κατὰ τὸν ποταμὸν Βούσην ἱστάμενα πλοῖα ἐνέπρησαν, ὡς μὴ ῥᾳδίως οἱ Κελτοὶ διαπερᾶν ἔνθεν ἔχοιεν. Αὐτὸς δὲ ἀναποδίσας μικρὸν καὶ πεδιάδι τινὶ ἐντυχών, δεξιόθεν μὲν τὸν καλούμενον Χαρζάνην ποταμὸν ἐχούσῃ, ἐξ εὐωνύμου δὲ ἑλώδη τινὰ τόπον καὶ βαλτώδη, καὶ συγχρησάμενος τούτοις ὡς ὀχυρώμασιν αὐτοῦ που τὸν χάρακα ἐπήξατο. Οἱ δὲ ῥηθέντες Κελτοὶ παρὰ τῷ χείλει τοῦ ποταμοῦ γενόμενοι, τῶν πλοίων ἤδη προεμπρησθέντων, ἀστοχήσαντες τῶν ἐλπίδων κεχηνότες ὑπέστρεφον.

Στο παραπάνω χωρίο, η Κομνηνή μας έδωσε μια σημαντική πληροφορία για την τοποθεσία του Μύλου αλλά, δυστυχώς, η πληροφορία της είναι αναξιόπιστη και προϊόν συγχύσεως. Σύμφωνα με τα λεγάμενά της, το καστέλλιον/πόλισμα Μύλος ήταν αρκετά κοντά στον «Βούση» (Αώο), γιατί οι στρατιώτες έκαψαν τα «πλοία» των Κελτών στον «Βούση» την ίδια στιγμή που έκαψαν και τις «ἑλεπόλεις» με τις οποίες πολιορκούσαν τον Μύλο. Αλλά παρακάτω η Κομνηνή γράφει πως ο Καντακουζηνός «ἀναποδίσας μικρὸν» (υποχωρώντας για μικρή απόσταση) έφτασε σε μια πεδιάδα που είχε στα «δεξιά» της («δεξιόθεν» = από τα ανατολικά) τον ποταμό «Χαρζάνη» (Erzen) και «ἐξ εὐωνύμου» («από τα αριστερά» = από τα δυτικά) έναν ελώδη και βαλτώδη τόπο.

 Εδώ η Κομνηνή έχει σίγουρα μπερδέψει τον ποταμό «Χαρζάνη» με κάποιον άλλο (τον Σέμαν ή τον Σκαμπίνο/Shkumbin νοτιότερα) και είναι πολύ πιθανόν να έχει μπερδέψει και τον «Βούση», όπου είχαν τα «πλοία» οι Κελτοί. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η μετακίνηση από τον Αώο/«Βούση» στον «Χαρζάνη» δεν είναι «μικρός ἀναποδισμός», γιατί η απόσταση των δύο ποταμών είναι αρκετά μεγάλη (δείτε τον τελευταίο χάρτη που έχω παραθέσει) και γιατί η κίνηση προς τον Χαρζάνη είναι κίνηση κατά του Βοημούνδου (που βρισκόταν ανατολικά του Δυρραχίου) και όχι «ἀναποδισμός».

Επομένως, η σύγχυση της Κομνηνής μας εμποδίζει να εντοπίσουμε γεωγραφικά το πόλισμα Μύλος. από την μια μας λέει ότι «καὶ τὸ λεγόμενον Μύλου πόλισμα ὑπερκείμενον ποταμοῦ Διαβόλεως» (ότι ο Μύλος βρισκόταν βορειότερα από τον Διαβολιν) και από την άλλη μας λέει ότι ήταν αρκετά κοντά στον «Βούση» (= Αώο), ώστε να είναι δυνατό το ταυτόχρονο κάψιμο των ελεπόλεων και των Κελτικών «πλοίων» σ΄αυτόν. Σαν να μην έφτανε το παραπάνω μπέρδευμα, η Κομνηνή μετά γράφει πως με έναν «μικρόν αναποδισμόν», ο Καντακουζηνός έφτασε στον ποταμό Χαρζάνη.

Το συμπέρασμα είναι πως σε αυτό το χωρίο η Κομνηνή έχει μπερδέψει τα μπούτια της. 🙂

Η πιθανότερη τελική θέση του Καντακουζηνού είναι κάπου στην πεδιάδα της Μουζακιάς, γύρω από τον ποταμό Σέμαν.

Όταν οι απογοητευμένοι Κελτοί επέστρεψαν στον αδελφό του Βοημούνδου «Γίδο» (Guido) και του είπαν τι συνέβη, τότε εκείνος διάλεξε θαρραλέους άνδρες και κινήθηκε προς την «Ιεριχώ» (Ωρικός) και τα Κάνινα. Στο μέσον της διαδρομής βρήκε τον Μιχαήλ Κεκαυμένο να φυλάει τα στενά που έπρεπε να περάσουν. Οι Κελτοί κατάφεραν να αναγκάσουν τις δυνάμεις του Κεκαυμένου σε υποχώρηση αλλά, περιέργως, αντί να συνεχίσουν για Αυλώνα, ενθαρρυμένοι από την νίκη τους, αποφάσισαν να επανατρέξουν κατά του Καντακουζηνού. Για να εξηγήσει η Κομνηνή την νίκη των Κελτών στα τέμπη που φυλούσε ο Κεκαυμένος μας αμολάει το απόφθεγμα «ο Κελτός άνδρας είναι ακάθεκτος στις στενωπούς, αλλά ἐν πεδιάσι λίαν εὐάλωτος». Φυσικά αυτό το απόφθεγμα δεν έχει καμία βάση, γιατί στην πεδιάδα το Κελτικό ιππικό μπορεί να επιχειρήσει την «ανύποιστη» (= ανεπίσχετη) πρώτη του έφοδο. Απλώς η Κομνηνή έπρεπε να βρει μια δικαιολογία για τον Κεκαυμένο.

[13.5.7] Ὁ δὲ τοῦ Βαϊμούντου ἀδελφὸς Γίδος, τὰ ξυμβάντα πυθόμενος παρ’ αὐτῶν, ἄλλην ἐτράπετο καὶ στρατιώτας γενναίους τῶν ὑπ’ αὐτὸν διελόμενος πρὸς Ἱεριχὼ καὶ τὰ Κάνινα ἐξέπεμψε. Καταλαβόντες οὖν τὰ ὑπὸ τοῦ Κεκαυμένου Μιχαὴλ τηρούμενα τέμπη (ἐκεῖνον γὰρ φύλακα τούτων ἐπέστησεν ὁ αὐτοκράτωρ) καὶ συμμάχῳ τῷ τόπῳ χρησάμενοι καὶ θαρρήσαντες τρέπουσι ξυμβαλόντες κατὰ κράτος. Ἀνὴρ γὰρ Κελτός, ἐπὰν <ἐν> στενωπῷ τοῖς ἐχθροῖς ἐντύχοι, ἀκάθεκτος γίνεται, ὥσπερ ἐν πεδιάσι λίαν εὐάλωτος.

[13.6.1α] Θαρσήσαντες οὖν ὡς πρὸς τὸν Καντακουζηνὸν αὖθις ἐπανατρέχουσιν.

Όταν οι Κελτοί είδαν ότι το μέρος στο οποίο είχε στρατοπεδεύσει ο Καντακουζηνός δεν ήταν ευνοϊκό δεν επιτέθηκαν αμέσως. Έτσι ο Καντακουζηνός, κατά την διάρκεια της νύκτας, βρήκε την ευκαιρία να διαπεραιωθεί στην άλλη μεριά του ποταμού (που είχε στα δεξιά του). Όταν ξημέρωσε ο Καντακουζηνός είχε ήδη το στράτευμά του ετοιμόμαχο. Αυτός βρισκόταν στο κέντρο της παράταξης, στο αριστερό μέρος ήταν οι Τούρκοι και στο δεξιό ο εξουσιοκράτωρ Αλανός Ρωσμίκης με τους ομόχθονές μαχιμότατους Αλανούς του. Ο Καντακουζηνός στην συνέχεια έστειλε τους Σκύθες (έφιπποι τοξότες), για να κάνουν στους Κελτούς το κλασικό τους «σκυθικό» τέχνασμα (ακροβολισμός, ψευδής υποχώρηση και δεύτερη επίθεση). Οι Κελτοί όμως δεν «τσίμπησαν» (δηλαδή δεν τους κυνήγησαν ατάκτως κατά την ψευδή τους υποχώρηση) και έφτασαν εύτακτοι ενώπιον του ρωμαϊκού στρατεύματος. Σε αυτό το σημείο, γράφει η Κομνηνή, οι Σκύθες υποχώρησαν, γιατί δεν μπορούσαν πλέον να τοξοβολήσουν τώρα που τ΄αντίπαλα στρατεύματα είχαν σμίξει. Τελικά οι Κελτοί απέκρουσαν την επίθεση των Τούρκων αλλά, στην συνέχεια, τους έτρεψε σε φυγή ο Καντακουζηνός και ο ρωμαϊκός στρατός τους κυνήγησε μέχρι τον Μύλο, αιχμαλωτίζοντας πάρα πολλούς κόμητες. Στην συνέχεια ο Καντακουζηνός έστειλε τους πιο ξακουστούς αιχμαλώτους στον Αλέξιο και ζήτησε από τους άνδρες του να καρφώσουν τα κεφάλια των νεκρών Κελτών στις αιχμές των δοράτων τους, για να εντυπωσιαστεί περισσότερο ο Αλέξιος.

[13.6.1β] Ἐπεὶ δὲ τὸν τόπον, οὗπερ ἔφθασεν ὁ Καντακουζηνός, ὡς εἴπομεν, τὸν χάρακα πήξασθαι, μὴ προσβοηθοῦντα τούτοις ἐγνώκεσαν, δειλιάσαντες ἀνεβάλοντο τὴν μάχην. Ὁ δέ, αὐτῶν αἰσθόμενος τῆς ἐφόδου, δι’ ὅλης νυκτὸς ξυμπάσῃ στρατιᾷ τὴν τοῦ ποταμοῦ περαίαν κατέλαβεν. Ἡλίου δὲ τοῦ ὁρίζοντος μήπω ὑπερκύψαντος, αὐτός τε θωρακισάμενος καὶ ἅπαν ὁπλίσας τὸ στράτευμα, τὴν μέσην τῆς παρατάξεως εἶχε χώραν προμετώπιος, οἱ δὲ Τοῦρκοι ἐξ εὐωνύμου· ὁ δέ γε Ἀλανὸς Ῥωσμίκης τὸ δεξιὸν διεῖπε κέρας μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ὁμοχθόνων. Τοὺς δὲ Σκύθας προεξέπεμψε κατὰ τῶν Κελτῶν, ἐντειλάμενος δι’ ἀκροβολισμοῦ ἐπισπᾶσθαι τούτους καὶ βάλλειν μὲν συχνῶς, ὑπεκφεύγειν δὲ αὖθις καὶ παλιμπορεύτους γίνεσθαι. Καὶ οἱ μὲν προθύμως ἀπῄεσαν, ἤνυσαν δὲ οὐδαμῶς, ἐπείπερ οἱ Κελτοὶ συνησπικότες οὐδ’ ὅλως τὴν παράταξιν ἔλυον, ἀλλὰ βραδεῖ ποδὶ συντεταγμένως λίαν ᾔεσαν. Ὡς δὲ κατὰ τὰ προσήκοντα μέτρα τῆς μάχης ἄμφω τὰ στρατεύματα ἐληλύθεσαν, οἱ μὲν Σκύθαι οὐκέτι βάλλειν ὀϊστοὺς ἠδύναντο σφοδρᾷ τῇ ῥύμῃ τῶν Κελτῶν κατ’ αὐτῶν ἐξιππασαμένων, ἀλλ’ ἐδίδουν εὐθὺς τοῖς Κελτοῖς τὰ μετάφρενα. Τούτοις ἐπαμύνειν οἱ Τοῦρκοι προθυμηθέντες προσέβαλον· καὶ οὐδὲ τούτων λόγον ὅλως ποιησάμενοι οἱ Κελτοὶ ἐκθυμότερον ἐμάχοντο.

[13.6.2] Ὁ δὲ Καντακουζηνὸς ἡττωμένους ἀπάρτι τούτους ὁρῶν, τὸν ἐξουσιοκράτορα Ῥωσμίκην τὸ δεξιὸν ἐπέχοντα κέρας μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτόν (Ἀλανοὶ δὲ ἦσαν ἄνδρες μαχιμώτατοι) τὴν μετὰ τῶν Κελτῶν μάχην ἐπέτρεψεν. Ἀλλὰ καὶ οὗτος προσβαλὼν ὀπισθόπους ἐφαίνετο, καίπερ ὡς λέων δεινῶς κατ’ αὐτῶν βρυχώμενος. Ὡς δὲ καὶ τοῦτον ἡττώμενον ὁ Καντακουζηνὸς ἐθεάσατο, ἐπιρρώσας ἑαυτὸν ὥσπερ ἐξ ὁρμητηρίου τινός, κατὰ μέτωπον τῆς τῶν Κελτῶν παρατάξεως ἵεται, καὶ εἰς μέρη πολλὰ διαλύσας τὸ στράτευμα, τρέπει τοὺς Κελτοὺς κατὰ κράτος διώξας ἄχρι πολιχνίου τοῦ καλουμένου Μύλου, πολλοὺς μὲν τῆς δευτέρας τύχης καὶ τῶν μειζόνων ἀνελών, τινὰς δὲ καὶ τῶν ἐπιφανῶν κομήτων ζωγρήσας, τόν τε Οὖβον …. ἀδελφὸν Ῥιτζάρδον καλούμενον καὶ τὸν Κοντοπαγάνον, νικητὴς ὑπέστρεψεν. Ἀκριβεστέραν τοίνυν τὴν νίκην τῷ βασιλεῖ παραστῆσαι βουλόμενος, πολλῶν Κελτῶν κεφαλὰς τοῖς δόρασι περιπείρας καὶ τοὺς μείζονας τῶν κατασχεθέντων, Οὖβον καὶ τὸν Κοντοπαγάνον καλούμενον, παρα χρῆμα ἐξέπεμψεν.

Όπως είπα παραπάνω, η Κομνηνή «μπέρδεψε τα μπούτια της» με τα ονόματα των ποταμών. Στο επόμενο χωρίο λοιπόν παίρνει μια αμυντική θέση και ζητάει από τον αναγνώστη επιείκεια γιατί γράφει αργά το βράδυ με το λυχνάρι και ελαφρώς νυσταγμένη και ζαλισμένη από τα πολλά βαρβαρικά ονόματα που χρειάστηκε να καταγράψει. Με άλλα λόγια, ποιος ξέρει τι «πατσάρια» μας έχει διηγηθεί ή πρόκειται να μας διηγηθεί 🙂

[13.6.3] Ἐνταῦθα δὲ γενομένη καὶ πρὸς λύχνων ἁφὰς τὸν κάλαμον ἐπισύρουσα, μικρὸν πρὸς τὴν γραφὴν ἐπινυστάζουσα ἐπαισθάνομαι τοῦ λόγου ἀπορρέοντος. Ὅπου γὰρ βαρβαρικῶν ὀνομάτων ἐξ ἀνάγκης ἀπαιτεῖται χρῆσις καὶ ἀλλεπαλλήλων ὑποθέσεων διήγησις, τὸ σῶμα τῆς ἱστορίας καὶ τὸ συνεχὲς τῆς γραφῆς κατ’ ἄρθρα ἔοικε διακόπτεσθαι· καὶ οὐ νέμεσις τοῖς γε εὔνως ἐντυγχάνουσι τῇ γραφῇ.

Η αντίδραση του Βοημούνδου ήταν να στείλει ένα «ἱκανὸν στράτευμα» για να λεηλατήσει τις πόλεις γύρω από τον Αυλώνα, την «Ἰεριχώ» και τα Κάνινα, αλλά επειδή «οὔτε νήδυμος ὕπνος ἔσχε τὸν ἄνδρα κατὰ τὸν ποιητήν», ο Καντακουζηνός δεν έμεινε άπρακτος, αλλά έστειλε τον Βεροΐτη (από την Βέροια ή από την Βερόη; ). Ο Βεροΐτης κατανίκησε τους Κελτούς και, επιστρέφοντας, πυρπόλησε τα πλοία του Βοημούνδου.

[13.6.4] Ὡς δὲ ὁ μαχιμώτατος Βαϊμοῦντος ἐν στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτὸν ἑώρα, ἔκ τε θαλάσσης ἔκ τ’ ἠπείρου βαλλόμενος, ὡς καὶ τῶν χρειωδῶν αὐτῷ ἐπιλειπόντων ἤδη πάντοθεν ἐξαπορούμενος, ἱκανὸν ἀποδιελὼν στράτευμα πρὸς τὰς κατὰ τὸν Αὐλῶνα καὶ τὴν Ἱεριχὼ καὶ τὰ Κάνινα διακειμένας πόλεις πέπομφεν ἁπάσας λῄσασθαι. Ἀλλ’ οὐδ’ ὁ Καντακουζηνὸς ἠμέλει, οὔτε νήδυμος ὕπνος ἔσχε τὸν ἄνδρα κατὰ τὸν ποιητήν, ἀλλὰ γοργῶς τὸν Βεροΐτην μετὰ ἀξιομάχου στρατιᾶς ἀντίπαλον τοῖς Κελτοῖς ἐξέπεμψεν. Ἡττᾷ μὲν οὖν αὐτοὺς καταλαβὼν παραυτίκα καὶ οἷόν τι πόρισμα τὰς τοῦ Βαϊμούντου ναῦς ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαι πυρπολήσας διεληλύθει.

Ο Βοημούνδος μόλις έμαθε για την ήττα αποθρασύνθηκε ακόμα περισσότερο και έστειλε νέο σώμα 6.000 ανδρών κατά του Καντακουζηνού και του ρωμαϊκού στρατεύματος που διοικούσε. Αλλά ο Καντακουζηνός είχε σκοπούς που παρακολουθούσαν συνεχώς τα κελτικά πλήθη και πρόλαβε να ετοιμαστεί για την μάχη. Οι Κελτοί σταμάτησαν για να ξεκουραστούν στην όχθη του ποταμού «Βούση» (πάλι φαίνεται μπέρδεψε τον Αώο με κάποιον βορειότερό του ποταμό) και, λίγο πριν νυχτώσει, ο Καντακουζηνός τους επιτέθηκε αιφνίδια «αιχμαλωτίζοντας πολλούς και σκοτώνοντας περισσότερους», ενώ οι υπόλοιποι πνίγηκαν παρασυρμένοι από τις δίνες του ποταμού, δηλαδή «έπεσαν στον λιοντάρι προσπαθώντας να άποφύγουν τον λύκο».

[13.6.5] Ὡς ᾔσθητο δὲ ὁ τυραννικώτατος Βαϊμοῦντος τῆς τῶν πεμφθέντων ἥττης, ὥσπερ μηδένα τοῦ στρατεύματος ἀπολωλεκὼς κατέπιπτεν οὐδαμῶς· μᾶλλον μὲν οὖν καὶ θαρραλεώτερος ἐφαίνετο, καὶ ἀποδιελόμενος αὖθις πεζοὺς καὶ ἱππεῖς πρὸς μάχας ἐκθυμοτάτους, εἰς χιλιάδας ἓξ ποσουμένους, κατὰ τοῦ Καντακουζηνοῦ ἐξαπέστειλεν, οἰόμενος αὐτοβοεὶ αἱρήσειν σὺν τῷ ῥωμαϊκῷ στρατεύματι καὶ αὐτὸν τὸν Καντακουζηνόν. Ἀλλ’ ἐκεῖνος σκοποὺς ἀεὶ τοὺς ἐφεδρεύοντας τὰ κελτικὰ πλήθη ἔχων, μεμαθηκὼς τὴν αὐτῶν ἐπέλευσιν, νυκτὸς τὴν στρατιωτικὴν ὡπλίζετο πανοπλίαν καὶ ὥπλιζε τοὺς στρατιώτας σφαδάζων ἐπεισπεσεῖν αὐτοὺς κατὰ τὸ περίορθρον. Ὡς δ’ οἱ Κελτοὶ κεκοπιακότες παρὰ τῷ χείλει Βούση τοῦ ποταμοῦ ῥᾳστώνης μικρᾶς ἕνεκα κατεκλίθησαν, αὐτοῦ που καταλαμβάνει τούτους μειδιώσης ἀπάρτι τῆς ἡμέρας καί, παραχρῆμα ἐπιθέμενος πολλοὺς μὲν ζωγρίαν ἄγει, πλείονας δὲ κτείνει. Οἱ δέ γε λοιποί, ταῖς δίναις τοῦ ποταμοῦ παρασυρέντες, ἀπεπνίγησαν καὶ φεύγοντες λύκον περιέτυχον λέοντι.

Ο Καντακουζηνός έστειλε τους αιχμαλωτισμένους κόμητες στον Αλέξιο και επέστρεψε στον «Τίμορο» που ήταν ένας ελώδης και δύσβατος τόπος. Εδώ η Κομνηνή εννοεί το όρος Τόμορ, όπως και ο Ιωάννης Καντακουζηνός αργότερα θα περιγράψει το ίδιο όρος ως «Τίμορος». Είναι όντως δύσβατος τόπος, αλλά για να τον πει «ελώδη» η Κομνηνή, μάλλον δεν ήξερε ότι ήταν βουνό. Ο Καντακουζηνός έμεινε μια εβδομάδα εκεί έχοντας στείλει σκοπούς να παρατηρούν τις κινήσεις του Βοημούνδου. Όταν φάνηκαν Κελτοί που έφτιαχναν σχεδίες για να διαβούν έναν ποταμό και να εκπορθήσουν ένα πολίχνιο, οι άνδρες του Καντακουζηνού τους επιτέθηκαν και κατάφεραν να τους αιχμαλωτίσουν. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και ο πανύψηλος («δέκα πόδια ψηλός») ξάδελφος του Βοημούνδου τον οποίο φρουρούσε ένα «πυγμαῖον Σκυθίδιον» (υποκοριστικός τύπος Σκύθης > Σκυθίδιος, για να δείξει ότι ήταν πολύ κοντός, «τὸν μέγαν ἐκεῖνον γίγαντα καὶ τῷ ὄντι πελώριον ὑπὸ πυγμαίου κατασχεθέντα Σκυθιδίου»), που το κεφάλι του έφτανε ως τον γλουτό του πελώριου Κελτού. Ο Καντακουζηνός έστειλε το αστείο αυτό ζεύγος πυγμαίου φρουρού και γίγαντα αιχμαλώτου πακέτο στον Αλέξιο και γέλασαν όλοι οι παραβρισκόμενοι.

[13.6.6] Τοὺς μὲν οὖν κόμητας ἅπαντας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἐξέπεμψε κᾆθ’ οὕτως ἀνέρχεται πρὸς τὸν Τίμορον· τόπος δὲ οὗτος ἑλώδης καὶ δύσβατος. Κεῖθι γοῦν ἑβδόμην ἡμέραν ἐγκαρτερήσας, μετρητοῦς σκοποὺς ἐν διαφόροις ἐξέπεμπε τόποις περιαθρεῖν τὰ περὶ τὸν Βαϊμοῦντον καὶ γλῶτταν αὐτῷ ἐκεῖθεν κομίσαι, ὡς τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον πυθόμενον ἀκριβέστερον ἐγνωκέναι. Ἐντυγχάνουσι δὲ τυχαίως οἱ πεμφθέντες Κελτοῖς ἑκατὸν σχεδίας εὐτρεπίζουσι, δι’ ὧν τὸν ποταμὸν διανηξάμενοι τὸ πρὸς τὴν περαίαν διακείμενον πολίχνιον αἱρήσειν ἠβούλοντο. Τούτοις ἀθρόον ἐπεισπεσόντες ζωγροῦσι μικροῦ ἅπαντας, καὶ αὐτὸν τὸν τοῦ Βαϊμούντου ἐξάδελφον εἰς δέκατον πόδα ἀνέλκοντα τὸ μέγεθος, εὐρὺν δὲ καθάπερ τινὰ ἄλλον Ἡρακλῆν. Καὶ ἦν ἰδεῖν καινόν τι, τὸν μέγαν ἐκεῖνον γίγαντα καὶ τῷ ὄντι πελώριον ὑπὸ πυγμαίου κατασχεθέντα Σκυθιδίου. Παρε κελεύσατο δὲ ὁ Καντακουζηνός, τοὺς κατασχεθέντας ἀποστέλλων, τὸν πυγμαῖον Σκύθην δέσμιον τὸν πελώριον ἐκεῖνον εἰσάξαι τῷ αὐτοκράτορι ἀστεϊζόμενος τάχα πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. Ὡς δὲ φθάσαντας τούτους ὁ βασιλεὺς μεμαθήκει, ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ προκαθίσας θρόνου ἐκέλευσεν εἰσάγεσθαι τοὺς δεσμώτας· εἴσεισι δὲ καὶ ὁ Σκύθης μηδ’ ἄχρι γλουτοῦ φθάνων τοῦ γιγαντιαίου ἐκείνου Κελτοῦ δέσμιον τοῦτον ἐπαγόμενος. Εὐθὺς οὖν γέλως πάντων ὦρτο πολύς. Καὶ τοὺς μὲν λοιποὺς κόμητας φρουρὰ διεδέξατο …

Σε αυτό το σημείο η Κομνηνή μας μεταφέρει στο άλλο θέατρο επιχειρήσεων, αυτό της Πέτρουλα και των περί το Άρβανον κλεισουρών. Θυμίζω ότι η θέση του Αλέξανδρου Καβάσιλα στην Πέτρουλα είχε γίνει πολύ δύσκολη, όταν ο περικυκλωμένος Καμύτζης υποχώρησε και οι Κελτοί απέκτησαν πρόσβαση στο τμήμα Ελμπασάν-Librazhd, γιατί πλέον η Πέτρουλα μπορούσε να πολιορκηθεί και από τις δύο πλευρές. Η Κομνηνή λοιπόν μας λέει ότι ο Αλέξιος δεν πρόλαβε να γελάσει πολύ με το αστείο ζεύγος, γιατί έφτασε αγγελία που μήνυε ότι τα ρωμαϊκά τάγματα του Καμύτζη και του Καβάσιλα είχαν υποστεί «αμύθητον φόνον». Αφού έκλαψε για τους νεκρούς άνδρες, ο αυτοκράτορας διέταξε τον «ἀρηΐ φίλιον» Κωνσταντίνο Γαβρά να πάει ως επικεφαλής μιας δυνάμεως στην Πέτρουλα με σκοπό να εξιχνιάσει πως κατάφεραν οι Κελτοί να κάνουν τόσο φόνο στα τέμπη και να «αποταφρεύσει» (αποφράξει) την δίοδο άλλων Κελτών. Ο Γαβράς αρνήθηκε την αποστολή, γιατί θεώρησε την αποστολή «μη αντάξια» των ικανοτήτων του και ο Αλέξιος τότε ανέθεσε την αποστολή στον αδριανουπολίτη αρειμάνιο άνδρα Μαριανό Μαυροκατακαλών, τον οποίο θα συνόδευε και ο Νικηφόρος Βρυέννιος («καὶ τᾠμῷ καίσαρι», η Κομνηνή χαρακτηρίζει τον σύζυγό της Νικηφόρο Βρυέννιο «ο καίσαράς μου»). Ωστόσο και ο Μαυροκατακαλών είχε τους ενδοιασμούς του για την αποστολή και κλείστηκε στην σκηνή του για να σκεφτεί.

[13.7.1] Οὔπω μικρὸν ἐπιμειδιάσαντος τοῦ αὐτοκράτορος ἐπὶ τῷ τοῦ Καντακουζηνοῦ κατορθώματι, ἑτέρα τις ἀπόφημος κατέλαβεν ἀγγελία, φόνον ἀμύθητον τῶν μετὰ τοῦ Καμύτζη καὶ τοῦ Καβασίλα ῥωμαϊκῶν ταγμάτων μηνύουσα. Κατέπιπτε μὲν οὖν οὐδαμῶς ὁ αὐτοκράτωρ, καίτοι σφόδρα δηχθεὶς τὴν καρδίαν καὶ ἀνιώμενος ἐπιστενάζων τε τοῖς πεσοῦσιν, ἔστιν οὗ καὶ δακρύων τὰ καθ’ ἕκαστον. Ἀλλὰ Κωνσταντῖνον τὸν Γαβρᾶν, ἄνδρα ἀρηΐ φιλον καὶ πῦρ κατὰ τῶν ἐναντίων πνέοντα, μεταπεμψάμενος εἰς τὴν οὕτω καλουμένην Πέτρουλαν ἀπέστειλε κατασκεψόμενον, ὅθεν οἱ Κελτοὶ εἰς τὰ τέμπη ἐμπεσόντες τὸν τοσοῦτον φόνον εἰργάσαντο, καὶ ἀποταφρεῦσαι τοῦ λοιποῦ τούτοις τὴν δίοδον. Δυσχεραίνοντος δὲ τοῦ Γαβρᾶ καὶ πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν οἷον ἀποκναίοντος (οἰηματίας γὰρ ὁ ἀνὴρ καὶ μεγάλοις ἐγχειρεῖν ἐφιέμενος πράγμασι) Μαριανὸν τὸν Μαυροκατακαλὼν παραχρῆμα, τὸν ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸν τοὐμοῦ καίσαρος, ἄνδρα ἀρειμάνιον καὶ διὰ πολλῶν ἀνδραγαθημάτων τοῦτο παραστησάμενον φιλούμενόν τε λίαν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος μετὰ χιλίων γενναιοτάτων ἀνδρῶν ἐκπέμπει. Οἷς καὶ πολλοὺς τῶν τοῖς πορφυρογεννήτοις καὶ τᾠμῷ καίσαρι ἐξυπηρετουμένων σφαδάζοντας πρὸς μάχην συγκαταλέξας ἐξέπεμψεν. Ἐδεδίει μέντοι πρὸς τοῦτο καὶ οὗτος, ἀλλ’ ὅμως σκοπήσων εἰς τὴν ἰδίαν ἀπῄει σκηνήν.

Τότε έφτασε στον Αλέξιο ένα γράμμα απο τον Λαντούλφο, στο οποίο ο Ιταλός θαλασσόλυκος κατηγόρησε τους Κοντοστέφανους (τον θαλασσοκράτορα Ισαάκ και τον αδελφό του Στέφανο) και τον Κωνσταντίνο Ευφορβηνό για «χαβαλέ» (παρατούσαν την θέση τους και έβγαιναν στην στεριά όποτε τους έκανε κέφι) και μη αποτελεσματική φύλαξη του πορθμού της Λογγιβαρδίας, κάτι που επέτρεπε στα κελτικά πλοία ανεφοδιασμού να διασχίζουν την Αδριατική και να αναφοδιάζουν τους Κελτούς στο Ιλλυρικόν. Στην συνέχεια η Κομνηνή εξηγεί το πρόβλημα που δημιουργούσαν οι άνεμοι μην επιτρέποντας στα κελτικά πλοία να φτάσουν απευθείας στο ύψος του Δυρραχίου, αλλά σπρώχνοντάς τα προς τα κάτω στην Αυλώνα. Εκεί, οι ανεφοδιαστές εκτός από τις ενισχύσεις που μετέφεραν είχαν στήσει και πολλές πανηγύρεις από τις οποίες ανεφοδιάζονταν οι Κελτοί.

[13.7.2] Περὶ μέσας δὲ φυλακὰς τῆς νυκτὸς γράμματα τοῦ Λαντούλφου κατέλαβε ξυνόντος τῷ τότε μετὰ Ἰσαακίου τοῦ Κοντοστεφάνου θαλασσοκράτορος τυγχάνοντος, κατατρέχοντα αὐτῶν τε τῶν Κοντοστεφάνων τοῦ τε Ἰσαακίου καὶ τοῦ αὐταδέλφου αὐτοῦ Στεφάνου καὶ τοῦ Εὐφορβηνοῦ ὡς καταρρᾳθυμούντων τοῦ πορθμοῦ Λογγιβαρδίας καὶ ἐξερχομένων ἐνίοτε περὶ τὴν ἤπειρον χάριν ῥᾳστώνης, προσκειμένου τοῖς γράμμασιν ὅτι· «Κἂν σύ, βασιλεῦ, τὰς προνομὰς καὶ ἐκδρομὰς τῶν Κελτῶν ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ κωλύων ἦσθα, ἀλλὰ τούτων ἀναπεπτωκότων καὶ ἐπινυσταζόντων ἔτι περὶ τὴν φυλακὴν τοῦ πορθμοῦ Λογγιβαρδίας, σχολὴν ἐξ ἀνάγκης οἱ πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον διαπλῳζόμενοι καὶ τὰ πρὸς χρείαν κομίζοντες ἔχουσιν. Οἱ γὰρ ἀπὸ Λογγιβαρδίας πρὸ μικροῦ πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον τὸν ἀπόπλουν ποιησάμενοι, τὸν ἐπιπνέοντα τούτοις εὔθε τον ἐπιτηρήσαντες ἄνεμον (καὶ γὰρ νότοι μὲν εὐρεῖς εὔθετοι τοῖς ἀπὸ Λογγιβαρδίας πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν δια πλέουσίν εἰσιν, οἱ δέ γε βορεῖς ἀνάπαλιν), πτερώσαντες τὰς ναῦς τοῖς λαίφεσι τὸν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν ἀπόπλουν τότε ἐθάρρησαν. Σφοδρῶς δὲ ὁ νότος ἐπιπνέων προσορμίσαι μὲν εἰς τὸ Δυρράχιον οὐδαμῶς παρεχώρει, παραπλεῦσαι δὲ τὴν ᾐόνα Δυρραχίου καὶ τὸν Αὐλῶνα καταλαβεῖν ἠνάγκασε. Κεῖθι δὲ τὰς μυριοφόρους ὁλκάδας προσορμίσαντες δυνάμεις τε πολλὰς ἐξ ἱππέων καὶ πεζῶν συνεπαγόμενοι καὶ τὰ ζωαρκῆ ἅπαντα τῷ Βαϊμούντῳ προσαγηόχασι. Κἀντεῦθεν πανηγύρεις πολλὰς συνεστήσαντο, ὡς ἀφθονώτερον ἐκεῖθεν οἱ Κελτοὶ τὰ πρὸς διοίκησιν ἐμπορεύωνται».

Ο Αλέξιος προσπάθησε να νουθετήσει τον Κοντοστέφανο, εξηγώντας του ποια σημεία να φυλάει και πως να εκμεταλλεύεται τους ανέμους, ο νουθετημένος Κοντοστέφανος είχε κάποιες επιτυχίες, αλλά ο ερμητικός έλεγχος του πορθμού της Λογγιβαρδίας (τα στενά του Ότραντο δηλαδή) επιτεύχθηκε μόνον όταν ο Μαριανός Μαυροκατακαλών διορίστηκε δουξ του στόλου. Με αυτόν τον τρόπο, ο τελευταίος απέφυγε την αποστολή στην Πέτρουλα, την οποία ανέλαβε κάποιος άλλος που η Κομνηνή δεν προσδιορίζει.

[13.7.5] Οὔπω ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ βασιλεύς, ἀλλὰ πρὸς τὰ παρὰ τοῦ Λαντούλφου γραφέντα καὶ αὐτοῦ δουκὸς Δυρραχίου ἐγκείμενον ἔχων τὸν νοῦν, ἑτέρου λογισμοῦ γεγονώς, παραχρῆμα τὸν ἤδη ῥηθέντα Μαριανὸν τὸν Μαυροκατακαλὼν μεταπεμψάμενος ἐκεῖθεν δοῦκα τοῦ στόλου προχειρίζεται, τὰ δὲ τῆς Πετρούλας ἑτέρῳ ἀνατίθησιν. Οὗτος οὖν ἀπελθὼν καὶ κατά τινα συντυχίαν εὐθὺς ἐντυχὼν ταῖς ἀπὸ Λογγιβαρδίας πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον διαπλῳζομέναις λῃστρικαῖς καὶ φορτηγοῖς ναυσὶ κατέσχεν ἁπάσας πλήρεις παντοίων ἐδωδίμων. Καὶ τοῦ λοιποῦ ἄγρυπνος φύλαξ τοῦ ἀναμεταξὺ Λογγιβαρδίας καὶ Ἰλλυρικοῦ πορθμοῦ τυγχάνων οὐ συνεχώρει τὸ παράπαν τοῖς Κελτοῖς τὸν πρὸς τὸ Δυρράχιον ἀπόπλουν.

Στην συνέχεια η Κομνηνή πρέπει να παρουσιάσει τον Αλέξιο να κάνει κάτι στην Διάβολιν. Έτσι μας λέει ότι ο πατέρας της με την παρουσία του «ἀπῆγχε» αυτούς που ήθελαν να πάνε με τον Βοημούνδο και έδινε συμβουλές προς τους στρατιώτες για το πως ν΄αντιμετωπίσουν τους Κελτούς. Συμβούλεψε λ.χ. τους τοξότες να μην σημαδεύουν τους Κελτούς, αλλά τα άλογά τους, γιατί τα βέλη δεν μπορούσαν να διαπεράσουν τον «σιδηροῦν χιτώνα» («ζάβα» ή «φολιδωτός θώραξ») των Κελτών. Αντίθετα, τα βέλη θα έπιαναν τόπο στα άλογα, γιατί «Κελτὸς γὰρ ἀνὴρ ἔποχος μὲν ἀκατάσχετος καὶ κἂν τεῖχος διατετρήνειε Βαβυλώνιον, ἀποβεβηκὼς δὲ τοῦ ἵππου ἄθυρμα τοῖς ἐθέλουσι γίνεται» (ἔποχος = ἔφιππος, ἐποχέομαι = μεταφέρομαι πάνω σε κάποιο όχημα, ἄθυρμα = «παιχνιδάκι», ἀθύρω = παίζω).

[13.8.1] Ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ, περὶ τοὺς πρόποδας τῶν κλεισουρῶν καὶ κατὰ τὴν Διάβολιν αὐλιζόμενος, ἀπῆγχε μὲν τοὺς προσχωρῆσαι τῷ Βαϊμούντῳ ὠδίνοντας, ὡσεὶ νιφετοὺς δὲ πρὸς τοὺς τὰς κλεισούρας τηροῦντας ἐξέπεμπεν, ἑκάστῳ ὑποτιθέμενος ὁπόσους εἰς τὴν πεδιάδα Δυρραχίου ἐξαποστέλλειν κατὰ τοῦ Βαϊμούντου καὶ ὁποῖον τὸ τοῦ πολέμου σχῆμα διατυποῦν τοὺς κατερχομένους χρὴ ἐν τῷ μάχεσθαι, τὰ πλεῖστά τε προτρέχειν τοῖς ἵπποις καὶ αὖθις ἀνθυπονοστεῖν καὶ οὕτω πάλιν καὶ πάλιν ποιοῦντας διὰ τῆς τοξείας μάχεσθαι, τοὺς δὲ τὰ δόρατα φέροντας ὄπισθεν αὐτῶν βραδεῖ ποδὶ στείχειν, ἵν’ εἴ που γένηται τοῖς τοξόταις πλέον τοῦ δέοντος πρὸς τὰ ὄπισθεν παρασυρῆναι, δέχωνται τούτους, ἅμα δὲ καὶ τὸν εἰς χεῖρας τού των ἴσως ἐλθόντα Κελτὸν πλήττοιεν. Ἐπεχορήγει δὲ δαψιλῆ τούτοις τὰ βέλη παρακελευόμενος μὴ φείδεσθαι τούτων ὅλως, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἵππων μᾶλλον ἢ τῶν Κελτῶν ἐπιτοξάζεσθαι, τοῦτο μὲν εἰδὼς ὅτι ὅσον ἐπὶ τοῖς θώραξι καὶ τοῖς σιδηροῖς χιτῶσι δύστρωτοι ἦσαν ἢ καὶ παντάπασιν ἄτρωτοι. Βάλλειν οὖν εἰς μάτην καὶ πάντη ἀνόητον ᾤετο.

[13.8.2] Ὅπλον γὰρ κελτικὸν χιτών ἐστι σιδηροῦς κρίκος ἐπὶ κρίκῳ περιπεπλεγμένος καὶ τὸ σιδήριον ἀγαθοῦ σιδήρου, ὥστε καὶ βέλος ἀπώσασθαι ἱκανὸν καὶ τὸν χρῶτα φυλάξαι τοῦ στρατιώτου. Προσθήκη δὲ τῆς φυλακῆς καὶ ἀσπὶς οὐ περιφερής, ἀλλὰ θυρεὸς ἀπὸ πλατυτάτου ἀρξάμενος καὶ εἰς ὀξὺ καταλήγων, καὶ τἄνδον ἠρέμα ὑποκοιλαινόμενος, λεῖος δὲ καὶ στίλβων κατὰ τὴν ἔξωθεν ἐπιφάνειαν καὶ ἐπ’ ὀμφαλῷ χαλκοχύτῳ μαρμαίρων. Βέλος τοίνυν, κἂν σκυθικὸν εἴη, κἂν περσικόν, κἂν ἀπὸ βραχιόνων ἀπορριφείη γιγαντικῶν, ἐκεῖθεν ἀποκρουσθὲν παλινδρομήσειε πρὸς τὸν πέμψαντα.

[13.8.3] Διὰ ταῦτα τοίνυν ἔμπειρος ὢν οἶμαι ὁ βασιλεὺς τῶν κελτικῶν ὅπλων καὶ τῶν ἡμετέρων τοξευμάτων, ἀφεμένους τῶν ἀνδρῶν τοῖς ἵπποις μᾶλλον ἐπιθέσθαι παρεκελεύετο καὶ καταπτεροῦν αὐτοὺς τοῖς τοξεύμασι παρῄνει, ἅμα δὲ καὶ ἵνα τῶν ἵππων ἀποβεβηκότες εὐχείρωτοι γένοιντο. Κελτὸς γὰρ ἀνὴρ ἔποχος μὲν ἀκατάσχετος καὶ κἂν τεῖχος διατετρήνειε Βαβυλώνιον, ἀποβεβηκὼς δὲ τοῦ ἵππου ἄθυρμα τοῖς ἐθέλουσι γίνεται.

Στην συνέχεια η Κομνηνή επαναλαμβάνει την στρατηγική απόφαση του Αλεξίου για αποφυγή της αποφασιστικής σύρραξης με τον Βοημούνδο. Ο Αλέξιος ήθελε πάρα πολύ να πολεμήσει τον Βοημούνδο, αλλά πρυτάνευσε η λογική και τον αντιμετώπισε «ως θεατής», επειδή φοβόταν και τους «διεστραμμένους» συνωμότες που τον είχαν πλαισιώσει. Έτσι επέλεξε να αποκλείσει χερσαίως και διαποντίως τον Βοημούνδο στο Δυρράχιο και ο «στενοχωρούμενος» εισβολέας, μετά από καιρό, ζήτησε συνθηκολόγηση, την οποία ο Αλέξιος αποδέχτηκε κάνοντας την ανάγκη φιλότιμο, επειδή εκείνη την στιγμή είχε και «ἐγκόλπιους» (φίδια στον κόρφο = κόλπο του) και «ὀθνείους» εχθρούς και δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει και τους δύο ταυτόχρονα.

[13.8.4] Γινώσκων γὰρ τὸ διάστροφον τῶν συνεφεπομένων αὐτῷ οὐκ ἤθελε τὰς κλεισούρας ὑπερβῆναι, καίτοι πολλὰ σφαδάζων δημοσίαν τὴν τοῦ Βαϊμούντου μάχην αὐτὸς ἀναδέξασθαι, καθά γε καὶ πάλαι πολλάκις ἡμῖν δεδιήγητο. Ἦν γὰρ πρὸς τὰς μάχας παντὸς ξίφους τομώτερος, ἄτρεστος τὴν γνώμην καὶ παντάπασιν ἀκατάπληκτος· ἀλλὰ τὰ συμπεσόντα οἱ ἀπεῖργε τοῦ ἐγχειρήματος δεινῶς αὐτοῦ τὴν ψυχὴν ἐκπιέζοντα.

[13.8.5] Στενοχωρούμενος οὖν ὁ Βαϊμοῦντος ἀπό τε ἠπείρου καὶ θαλάσσης (καὶ γὰρ ὁ μὲν αὐτοκράτωρ οἷον θεατὴς τῶν κατὰ τὴν πεδιάδα τοῦ Ἰλλυρικοῦ πραττομένων καθῆστο, κἂν ὅλῃ ψυχῇ καὶ γνώμῃ καὶ συμπαρῆν τοῖς μαχομένοις καὶ τῶν αὐτῶν ἐκείνοις ἱδρώτων καὶ πόνων μετεῖχεν, εἰ μή που καὶ πλείω τις φαίη, ἐρεθίζων πρὸς μάχας καὶ πολέμους τοὺς κατὰ τὰς ἀκρολοφίας τῶν κλεισουρῶν κατατεθέντας ἡγεμόνας καὶ ὑποτιθέμενος, ὅπως χρὴ προσβάλλειν τοῖς Κελτοῖς· ὁ δέ γε Μαριανός, τοῦ ἀναμεταξὺ Λογγιβαρδίας καὶ Ἰλλυρικοῦ πορθμοῦ τὰς κελεύθους ἐπιτηρῶν, ἀπεῖργε παντάπασι τοὺς ἐκεῖθεν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπερῶντας, οὐ τριάρμενον οὐδὲ μυριοφόρον ὁλκάδα οὐδὲ μυοπάρωνα δίκωπον τὸ παράπαν ξυγχωρῶν πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον διαπερᾶν) καὶ αὐτῶν γοῦν τῶν διὰ θαλάττης κομιζομένων τροφίμων ἐκλιπόντων αὐτῷ καὶ τῶν διὰ ξηρᾶς ἐπιτιθεμένων, σὺν ἐμπειρίᾳ πολλῇ τὸν πόλεμον ἑώρα προβαίνοντα (ὁπηνίκα γὰρ τοῦ χάρακος χορ ταγωγίας χάριν ἐξῄει τις ἢ καί τινων συγκομιδῶν ἄλλων ἢ καὶ τοὺς ἵππους εἰς ποτὸν ἐξήλαυνον, ἐπετίθεντο τούτοις οἱ Ῥωμαῖοι καὶ τοὺς πλείονας ἀνῄρουν, ὡς κατὰ μικρὸν τὸ αὐτοῦ δαπανᾶσθαι στράτευμα) ἀποστείλας πρὸς τὸν δοῦκα Δυρραχίου Ἀλέξιον τὰ περὶ εἰρήνης ἐπερωτᾷ.

[13.8.6] Ἐπεὶ δὲ καὶ εἷς τις εὐγενὴς τῶν τοῦ Βαϊμούντου κομήτων, Γελίελμος ὁ Κλαρέλης, ἑώρα τὸ ἅπαν στράτευμα τῶν Κελτῶν ὑπό τε λιμοῦ καὶ νόσου (δεινὴ γάρ τις τούτοις ἐπέσκηψεν ἄνωθεν) διαφθειρόμενον, τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν πραγματευόμενος μεθ’ ἵππων πεντήκοντα αὐτομολεῖ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. Ὁ δὲ βασιλεὺς τὸν τοιοῦτον ἀποδεξάμενος πυθόμενός τε τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον, καὶ τήν τε ὑπὸ λιμοῦ τοῦ στρατεύματος πτῶσιν βεβαιωθεὶς καὶ ὡς ἐν στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτοὺς ἐληλάκει, αὐτὸν μὲν τῷ τοῦ νωβελλισίμου τηνι καῦτα τιμᾷ ἀξιώματι πολλαῖς δωρεαῖς καὶ χάρισιν ἀμειψάμενος. Μεμαθηκὼς δὲ διὰ τῶν τοῦ Ἀλεξίου γραμμάτων ὅτι ὁ Βαϊμοῦντος τὰ περὶ εἰρήνης πρὸς αὐτὸν διαπρεσβεύεται, κατανοῶν δὲ καὶ τοὺς ἀμφ’ αὐτὸν ἀεί τι κακὸν κατ’ αὐτοῦ διανοουμένους καὶ ὅσαι ὧραι ἐπανισταμένους ὁρῶν καὶ βαλλόμενος μᾶλλον ὑπὸ τῶν ἐγκολπίων ἢ τῶν ὀθνείων ἐχθρῶν, ἐπεὶ ἐδόκει αὐτῷ μὴ ἐπὶ πλέον πρὸς ἑκατέρους ἀμφοτέραις χερσὶ μάχεσθαι, τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν ποιησάμενος, ὥς πού τις ἔφη, βέλτιον ἔγνωκεν εἶναι τὴν μετὰ τῶν Κελτῶν εἰρήνην ἀσπάσασθαι καὶ μὴ τὰς τοῦ Βαϊμούντου ἀπώσασθαι αἰτήσεις, ἐπτοεῖτο δὲ ἐπὶ τὰ προσωτέρω χωρῆσαι δι’ ἣν ἄνωθεν ὁ λόγος ἐνέφηνεν αἰτίαν.

Στην επόμενη ανάρτηση θα περιγράψω το τελευταίο μέρος του βιβλίου 13, δηλαδή την περιβόητη Συνθήκη της Διαβόλεως.

Advertisements

8 Comments

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

8 responses to “Το βιβλίο 13 της Αλεξιάδας: Η συνθήκη της Διαβόλεως #2

  1. Βαταλος

    Συγχαίρω τον Σάθαν του 21ου Αιώνος, κ. Σμερδαλέον, διά την σειράν αυτήν τον εξαιρέτων άρθρων του περί «Αλεξιάδος» και Άννης Κομνηνής. Αλλά διατί ο κ. Σμερδαλέος ΟΥΔΕΠΟΤΕ έχει ασχοληθή με το κυριώτερον γεγονός της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού,
    1) …τουτέστιν με την εκχώρησιν ανεκτιμήτου αξίας εμπορικών προνομίων προς τους Ενετούς και τους Γενουάτας, χωρίς το παραμικρόν αντάλλαγμα; Προφανώς, ο κρετίνος πατήρ της Άννης Κομνηνής ετήρει την εντολήν του Ραββίνου Χριστού (Λουκά 6, 34-35) ότι πρέπει να δανείζωμεν εις τους συνανθρώπους μας, χωρίς να αναμένωμεν να εισπράξωμεν το κεφάλαιον: «Λουκ. 6,34 και εάν δανείζητε παρ ών ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γάρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα.
    Λουκ. 6,35 πλήν αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών
    πολύς»
    Αλλά η σιωπή του κ. Σμερδαλέου διά το πελώριον τούτο θέμα, μοί φαίνηται άκρως ύποπτος

    2) Εξίσου ύποπτος μοί φαίνηται και η άκρα του τάφου σιωπή που επιδεικνύει ο λαμπρός νέος κ. Σμερδαλέος διά την (άκρως χριστιανικήν!) απόφασιν του Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%92%CE%84_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82 (περί τω 1285 ως αποκαλύπτει ο Κ. Σάθας) ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΝ ΝΑΥΤΙΚΟΝ, με το χριστιανικώτατον επιχείρημα ότι «ΜΑΣ ΦΥΛΑΕΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ» και δεν χρειάζεται να εξοδεύωμε χρήματα, τα οποία δυνάμεθα να τα μοιράζωμεν εις τους πτωχούς!..

    Πρόκειται περί κολοσσιαίου θέματος που αποσιωπούν οι βρωμεροί Ρωμιοί καθηγητάδες μας επί δύο αιώνας εις τα ρωμέικα σχολεία. Με βαθυτάτην λύπην παρατηρώ ότι το αποσιωπά και ο καλύτερος νέος Βυζαντινολόγος μας, κ. Σμερδαλέος. Διατί, άραγε; Γνωρίζω τον νέον και αποκλείω να εξυπηρετή σκοπιμότητας. Απλώς, τον έχουν αποβλακώσει και αυτόν αι χριστιανικαί παρλαπίπαι που εδιδάχθη εις τα ρωμέϊκα κατηχητικά εις τα οποία εσύχναζε κατά την νεότητά του, με αποτέλεσμα να ασχολήται με την λεπτομέρειαν και ουχί με την ουσίαν

    Μετά πάσης τιμής
    Β.

    • Γειά σου «Ἄττα γηραιέ» Βάταλε!

      Έχω συζητήσει τα προνόμια που έδωσε ο Αλέξιος Κομνηνός στους Βενετούς σε παλαιότερη ανάρτηση. Μην ξεχνάς ότι το γεγονός περιγράφεται στον πρώτο νορμανδο-βυζαντινό πόλεμο, όταν ο εισβολέας ήταν ο πατέρας του Βοημούνδου Ρομπέρτος.

      Στην πρώτη ανάρτηση της σειράς έχω γράψει:

      Τα αρνητικά στοιχεία που συνήθως του προσάπτουν οι βυζαντινολόγοι είναι το ότι δεν κατάφερε να ανακτήσει την Μικρά Ασία από τους Τούρκους (αν και η κατηγορία του Lemerle για παραμέληση της Μικράς Ασίας πιστεύω πως είναι υπερβολική) και το ότι παρέδωσε το θαλάσσιο εμπόριο της αυτοκρατορίας στους Βενετούς προκειμένου να εξασφαλίσει την συμμαχία τους εναντίον των Νορμανδών της Νοτίου Ιταλίας. Υπάρχει φυσικά και η εκκεντρική άποψη του μέντορα της Αρβελέρ Paul Lemerle που ήδη ανέφερα, ο οποίος αναγνώρισε στον Αλέξιο Κομνηνό τη βασική αιτία της παρακμής του Βυζαντίου.

  2. Βαταλος

    Ευχαριστώ θερμώς τον κ. Σμερδαλέον διά την διαφωτιστικήν απάντησιν. Επιτρέψατέ μοι να προσφέρω εις τους αναγνώστας του παρόντος Ιστολογίου μίαν σειράν βιβλίων του κορυφαίου Αμερικανού Βυζαντινολόγου Walter Kaegi https://en.wikipedia.org/wiki/Walter_Kaegi , όν μνημονεύει ο εξαίρετος κ. Σμερδαλέος εις την 1ην συνέχειαν της «Αλεξιάδος» και αλλαχού, διά το πώς οι Ρωμιοί κρετίνοι επέτρεψαν την Ισλαμικήν κατάκτησιν. Προφανώς επίστευον ότι το ήθελεν ο Γιαχβέ διά τας αμαρτίας των
    http://en.bookfi.org/s/?q=Walter+Kaegi&t=0

    Μετά πάσης τιμής
    Β.

    • Βάταλε, βλέπω ότι και εσύ ακολουθείς τις εντολές του «ραββίνου Χριστού»:

      «Λουκ. 6,34 και εάν δανείζητε παρ ών ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γάρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα.
      Λουκ. 6,35 πλήν αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς»

      🙂

      Να προσθέσω στην λίστα των βιβλίων που παρέθεσες ότι η βιογραφία του Ηρακλείου του Kaegi (Heraclius Emperor of Byzantium) είναι η καλύτερη που κυκλοφορεί στην πιάτσα.

  3. Βαταλος

    Ειλικρινώς το ηγνόουν αυτό με την βιογραφίαν του Ηρακλείτου και εχάρην χαράν μεγάλην. Θα την μελετήσω επισταμένως και χρεωστώ χάριτας εις τον κ. Σμερδαλέον που μού ήνοιξε τους οφθαλμούς.

    Δεν δύναμαι, ωστόσον, να αντισταθώ εις τον πειρασμόν και να μή παραθέσω ενταύθα το οπισθόφυλλον της σημερινής (19-8-2015) «Εστίας»
    http://www.naftemporiki.gr/frontpages/19/08/2015/imerisies-politikes/estia/back/full
    όπου αποθεώνεται ο καταστροφεύς του Βυζαντίου Αλέξιος Κομνηνός και ζητείται Ηγέτης εις τα δικά του πρότυπα. Τοιούτου μεγέθους κρετινισμός δέρει τους Ρωμιούς, αγαπητέ κ. Σμερδαλέε…

    Μετά πάσης τιμής
    Β.

    • όπου αποθεώνεται ο καταστροφεύς του Βυζαντίου Αλέξιος Κομνηνός
      —-

      Εδώ τώρα ανοίγεις ένα ωραίο θέμα συζήτησης. Συμφωνείς με τον μέντορα της Αρβελέρ Paul Lemerle ότι ο Αλέξιος μετέτρεψε την -κατ΄αυτόν- παροδική κρίση του 11ου αιώνα σε μόνιμη;

  4. Βαταλος

    Συμφωνώ απολύτως, και περίμενα να το αναφέρετε σαφώς εις την σειράν των αναρτήσεών σας περί «Αλεξιάδος», μπάς και ξυπνήσουν ωρισμένοι Ρωμιοί κρετίνοι, που δημοσιεύουν τας παρλαπίπας των εις την γεροντοκόρην “Εστίαν”

    http://en.bookfi.org/s/?q=Paul+Lemerle&e=1&t=0

    • Εγώ πάλι παρόλο που ανέφερα την άποψη του Lemerle στην πρώτη μου ανάρτηση για το ιστορικό πλαίσιο της περιόδου πυο περιγράφεται στην Αλεξιάδα πρέπει να πω ότι διαφωνώ με αυτήν την άποψη. Κατά την γνώμη μου αν δεν υπήρχε ο Αλέξιος το 1204 θα είχε σίγουρα συμβεί κάποια στιγμή μεταξύ 1081 και 1108.

      Θυμίζω ότι οι ίδιοι οι Κομνηνοί κατά το πραξικόπημά τους μπήκαν στην Κωνσταντινούπολη εξαγοράζοντας τους «Νεμίτσους» (Γερμανούς) μισθοφόρους που φρουρούσαν ένα μέρος των τειχών.

      Νομίζω πως αν ο Ρομπέρτος (ή ο Βοημούνδος αργότερα) έφτανε στην Κωνσταντινούπολη σε αυτήν την κατάσταση όπου η πόλη φρουρείται από εξαγοράσιμους «ξενικούς» (μισθοφόρους) τότε θα την είχαν καταλάβει χωρίς πρόβλημα.

      Επίσης δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον Lemerle ότι ο Αλέξιος παραμέλησε την Μικρά Ασία. Όταν ανέβηκε στον θρόνο δεν υπήρχε Βυζαντινή Μικρά Ασία, αλλά μόνο παράκτιες κτήσεις στο ΒΔ τμήμα της. Ο Αλέξιος αντιμετώπισε τον Τζαχά της Σμύρνης και οργάνωσε την Πρώτη Σταυροφορία, ώστε να χρησιμοποιήσει την «ορμή» των σταυροφόρων, για να ανακτήσει τα μέρη της δυτικής Μικράς Ασίας από τα οποία αυτοί πέρασαν.

      Έκανε και μια αποτυχημένη προσπάθεια να ανακτήσει την ανατολική Μικρά Ασία, αλλά εκεί απέτυχε παταγωδώς, γι΄αυτό και η Κομνηνή παρουσίασε εκείνη την εκστρατεία σαν «ηλίθια κίνηση του Νορμανδικού φοσάτου, για να κατακτήσουν το Χορασάν».

      Επομένως, η κατηγορία ότι ο Αλέξιος «παραμέλησε» τα της Μικράς Ασίας σίγουρα δεν ευσταθεί.

      Πριν την Α΄ Σταυροφορία ο Αλέξιος είχε καταφέρει να φέρει τα σύνορα μέχρι την Σμύρνη και μετά το πέρασμα των Σταυροφόρων τα σύνορα έφτασαν στην Κιλικία.

      Από εκεί και μετά, η κίνησή του να δώσει εμπορικά προνόμια στους Βενετούς (το σφάλμα που του αποδίδεται συνήθως), πρέπει να ιδωθεί μαζί με την κατάσταση που παρέλαβε. Μην ξεχνάς ότι την διάλυση του στόλου την ξεκίνησαν οι προκάτοχοι του Αλεξίου, επειδή δεν είχαν τα απαραίτητα χρήματα για την συντήρησή του.

      Under Constantine IX (1042–1055), both the army and navy were reduced as military service was increasingly commuted in favour of cash payments, resulting in an increased dependency upon foreign mercenaries.[108][109] The large thematic fleets declined and were replaced by small squadrons subject to the local military commanders, geared more towards the suppression of piracy than towards confronting a major maritime foe.[110]

      By the last quarter of the 11th century, the Byzantine navy was a shadow of its former self, having declined through neglect, the incompetence of its officers, and lack of funds.[111] Kekaumenos, writing in ca. 1078, laments that “on the pretext of reasonable patrols, [the Byzantine ships] are doing nothing else but ferrying wheat, barley, pulse, cheese, wine, meat, olive oil, a great deal of money, and anything else” from the islands and coasts of the Aegean, while they “flee [the enemy] before they have even caught sight of them, and thus become an embarrassment to the Romans”.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s