Το βιβλίο 13 της Αλεξιάδας: Η συνθήκη της Διαβόλεως #1

Η Κομνηνή τελειώνει το βιβλίο 12 της Αλεξιάδας με τον Βοημούνδο να ξεκινά την πολιορκία του Δυρραχίου στις 13 Οκτωβρίου 1107 και με τα νέα να φτάνουν στον Αλέξιο στην Κωνσταντινούπολη.

Περίληψη Βιβλίου 13

Το βιβλίο 13 περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο Αλέξιος αντιμετώπισε επιτυχώς την εισβολή του Βοημούνδου, αναγκάζοντας τον τελευταίο να υπογράψει την Συνθήκη της Διαβόλεως (Σεπτέμβριος 1108), όπου ο Βοημούνδος ορκίστηκε ότι όσο ζούσε δεν θα οργάνωνε καμμία επίθεση κατά του Αλεξίου και του γιου και διαδόχου του Ιωάννη και ότι θα κυβερνούσε την χώρα της Αντιόχειας ως «λίζιος» και «ὑποχείριος» (υποτελής) των θεοστεφών βασιλέων της Ρωμαϊκής Ηγεμονίας. Ο όρος «λίζιος ἄνθρωπος» (homo ligius) είναι δανεισμένος από την δυτική ορολογία της εποχής (λ.χ. liege, liegeman) και δηλώνει τον φεουδάρχη που αναλαμβάνει την «ιδιοκτησία» και διοίκηση ένός τόπου ως ύπαρχος ενός πιο υψηλόβαθμου ηγεμόνα (κατά κανόνα βασιλέα). Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε ότι στο Πατριαρχείο της Αντιοχείας θα διοριζόταν Ορθόδοξος Πατριάρχης.

Diavolis-treaty

Ο Αλέξιος αποχώρησε από την Κωνσταντινούπολη για την Θεσσαλονίκη, με σκοπό ν΄αντιμετωπίσει την εισβολή του Βοημούνδου. Αφού πέρασε τον Νέστο («Μέστος»), η Κομνηνή διηγείται την συνωμοσία των «Αρωνίων» που σκόπευαν να στείλουν τον «Σκύθη» δούλο Δημήτριο να δολοφονήσει τον Αλέξιο. Εδώ η Κομνηνή γράφει πως, ενώ γνώριζε πολύ καλά ποιοι ήταν οι δράστες (και γράφει ότι τους γνώριζε προσωπικά και ο Αλέξιος), προτίμησε να μην τους αναφέρει όλους (Εἰ δὲ καὶ ἕτεροι τῶν στασιαζόντων συνίστορες τοῦ τοιούτου δράματος ἦσαν, λέγειν οὐ βούλομαι). Ακόμα και το επίθετο «Αρώνιοι» που μας παραθέτει είναι η βουλγαρική εκδοχή του ελληνικού «Ααρώνιοι». Οι «Ααρώνιοι» ήταν οι απόγονοι του τελευταίου Βούλγαρου τσάρου Ιβάν Βλάντισλαβ (ο πατέρας του οποίου ήταν ο αδελφός του Σαμουήλ Ααρών, εξού και το επίθετο «Ααρώνιοι»). Με άλλα λόγια, οι συνωμότες ανήκαν στην οικογένεια της πεθεράς του Αλεξίου (και γιαγιάς της Άννας Κομνηνής) Μαρίας. Αυτό σίγουρα εξηγεί, γιατί η Κομνηνή προτίμησε να μην τους ονομάσει όλους και να περιγράψει μόνον τον «νόθο» (όχι «βέρο» Ααρόνιο) αρχισυνωμότη Ααρών Ααρώνιο, αλλά ίσως εξηγεί και το γιατί ο Αλέξιος δεν επέτρεψε στην γυναίκα του Ειρήνη Δούκαινα να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, όπως αυτή επιθυμούσε, αλλά την ήθελε δίπλα του (σε περίπτωση που θα έπρεπε να διαπραγματευτεί με την οικογένεια της μητέρας της).

Aaronios

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ένα πιθανό κίνητρο των συνωμοτών ίσως ήταν η εκμετάλλευση του χάους που θα δημιουργούσε η δολοφονία του Αλεξίου σε συνδυασμό με την εισβολή του Βοημούνδου, με σκοπό την αυτονόμηση της Βουλγαρίας (ίσως να είχε προηγηθεί και συμφωνία με τον Βοημούνδο). Φυσικά αυτό είναι απλά μια υπόθεση.

Όποια κι αν ήταν τα κίνητρα των συνωμοτών, ο Αλέξιος -ως συνήθως- έμαθε εγκαίρως τα σχέδιά τους και κατάφερε να εξουδετερώσει την συνωμοσία. Φτάνοντας στην Θεσσαλονίκη, ζήτησε να συγκεντρωθούν τα στρατεύματα από τα δυτικά μέρη που είχε στρατολογήσει και ξεκινήσει την εκπαίδευσή τους στην «Σθλανίτζα», κατά την προηγούμενη επίσκεψή του στην Θεσσαλονίκη. Η Κομνηνή γράφει γι΄αυτά τα νεόλεκτα και πλέον καλοεκγυμνασμένα στρατεύματα:

Ἐκ διαφόρου μὲν γένους ἦσαν συνηθροισμένοι, ἐξ ἁπάσης δὲ τῆς ῥωμαϊκῆς στρατιᾶς στρατιά τις ἦσαν ἔκκριτος ὑπὸ στρατηγῷ τῷ βασιλεῖ ταττόμενοι· τῷ αὐτῷ γὰρ καὶ βασιλεῖ καὶ στρατηγῷ καὶ διδασκάλῳ ἐχρῶντο.

Δηλαδή αν και ήταν «ἐκ διαφόρου γένους» (εδώ η Κομνηνή δυστυχώς δεν μας περιγράφει από ποια «διάφορα γένη» ήταν συναθροισμένα αυτά τα στρατεύματα), το πρόγραμμα εκγυμνάσεως του Αλεξίου τους είχε μετατρέψει στο πιο «έκκριτο» (= επίλεκτο) σώμα ολόκληρου του ρωμαϊκού στρατού, γι΄αυτό και αναγνώριζαν τον αυτοκράτορα ως στρατηγό και διδάσκαλό τους.

Στην συνέχεια η Κομνηνή μας περιγράφει εκτενώς την πολιορκία του Δυρραχίου με σκοπό να αναδείξει την «ῥωμαϊκή ἀνδρεία» των αμυντόρων. Τα στρατεύματα του Βοημούνδου επιχείρησαν να γκρεμίσουν τα τείχη με την χρήση πολιορκητικών κριών, επιχείρησαν να υποσκάψουν τα τείχη και επιχείρησαν να ανέβουν σε αυτά με τη χρήση ψηλών ξύλινων πύργων. Όλα τα σχέδιά τους απέτυχαν και τις περισσότερες φορές οι πολιορκητές κατέληγαν καμμένοι από το «ἔνυγρον πῦρ» που τους έριχναν οι αμύντορες.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Αλέξιος αντιμετώπισε τον Βοημούνδο αυτή την φορά έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον «πρωτάρη» Αλέξιο του πρώτου Νορμανδο-Βυζαντινού πολέμου που, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τους Νορμανδούς σε κανονικές μάχες, υπέστη τέσσερεις διαδοχικές ήττες, εξαιτίας της «ανύποιστης» πρώτης εφόδου των Νορμανδών Ιπποτών.

Αυτή την φορά, η συμπεριφορά του ώριμου πλέον Αλεξίου ήταν «γνησίως “Βυζαντινή”», ακολουθώντας την βασική «βυζαντινή» στρατηγική αρχή της «Οικονομίας» που περιέγραψε τόσο ωραία ο Edward Luttwak. Θυμίζω μερικά συμπεράσματα του Luttwak που τα έχω παραθέσει σε παλαιότερη ανάρτηση.

Αλλού εξηγεί γιατί ο Ναπολέων ηττήθηκε από τις νίκες του. Κέρδιζε και προχωρούσε, κέρδιζε και προχωρούσε μέχρι που βρέθηκε με έναν εξαντλημένο στρατό χωρίς τροφή και με προβληματικό ανεφοδιασμό στην Ρωσία, όπου και ηττήθηκε.

Ο Luttwak ορίζει την Διπλωματία λέγοντας πως «ο καλύτερος τρόπος για να χρησιμοποιήσεις την [στρατιωτική] σου δύναμη είναι να μην την χρησιμοποιήσεις», δηλαδή να διατηρείς την δύναμη, ώστε οι άλλοι να σε φοβούνται και να μην σε προκαλούν, αλλά και να θέλουν να είναι σύμμαχοί σου, αλλά να μην την χαραμίζεις σε εκστρατείες.

Μετά, καθώς η έρευνά του προχωρούσε, άρχισε να συνειδητοποιεί γιατί επιβίωσε 800 χρόνια το Βυζάντιο: η αιτία της μακροβιότητας των Βυζαντινών ήταν η κατοχή μιας βαθύρριζης στρατηγικής κουλτούρας που τους πρόσφερε επιλογές σωστών κινήσεων κάθε φορά που βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, όταν αντιμετώπιζαν την ατέρμονη διαδοχή εχθρών που παρουσιάζονταν στα σύνορά τους.

Κάποια στιγμή η συζήτηση πάει στα βυζαντινά «Τακτικά» και «Στρατηγικά» κείμενα, όπου επαναλαμβάνεται η Βυζαντινή αρχή της μη εξαντλητικής εξόντωσης του εχθρού, αλλά η οικονομικότερη καταστρατήγησή του. Αντίθετα με τους αρχαίους Ρωμαίους και τους Αμερικάνους σήμερα, οι Βυζαντινοί έβλεπαν την μάχη μέσα από την αρχή «ελαχιστοποίησε την» και «κάνε το ελάχιστα απαραίτητο».

Ο Αλέξιος, προτίμησε ν΄αντιμετωπίσει τον Βοημούνδο «δόλῳ, οὔ τι κράτεΐ γε, στεινωπῷ ἐν ὁδῷ» (Ιλιάδα, 7.142-3): Απέφυγε οποιαδήποτε αποφασιστική σύρραξη με τον Βοημούνδο, οχύρωσε τις κλεισούρες, οργάνωσε ένα σχέδιο εσκεμμένης αιχμαλώτισης αγγελιόφορων, με σκοπό να πέσουν στα χέρια του Βοημούνδου ψευδείς πληροφορίες αυτομόλησης με σκοπό να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του τελευταίου στους ίδιους τους αξιωματικούς του και διέκοψε την γραμμή ανεφοδιασμού του «Κελτικού» στρατεύματος από την Λογγιβαρδία (Νότια Ιταλία). Εξαιτίας των βορείων ανέμων,τα πλοία που απέπλεαν από τα λιμάνια της Λογγιβαρδίας δεν μπορούσαν να φτάσουν απευθείας στο Δυρράχιο, αλλά έφταναν νοτιότερα στον Αυλώνα. Από εκεί, ο ανεφοδιασμός του Βοημούνδου στο Δυρράχιο γινόταν χερσαίως. Ο Αλέξιος διέταξε τον ρωμαϊκό στόλο να διακόψει την διαπεραίωση των κελτικών πλοίων ανεφοδιασμού, έστειλε άνδρες να ανακαταλάβουν τον Αυλώνα και τα τριγύρω λιμάνια και έστειλε τον Καντακουζηνό κοντά στην περιοχή της Απολλωνίας, για να διακόψει τον χερσαίο ανεφοδιασμό Αυλώνος-Δυρραχίου και να αναχαιτίσει τις δυνάμεις που στάλθηκαν από τον Βοημούνδο, για να ανακαταλάβουν τα λιμάνια.

Αφού ο Αλέξιος έκανε όλα τα παραπάνω, στην συνέχεια «σαν θεατής» περίμενε στο στρατόπεδό που είχε στήσει στην Διάβολι του θέματος της Βουλγαρίας (Devol, όνομα φρουρίου στο ΒΑ τμήμα του κάμπου της Κορυτσάς απ΄όπου πηγάζει ο ομώνυμος ποταμός). Το ελληνικό όνομα Δεάβολις/Διάβολις αποδίδει την «γιακαβική» βουλγαρική προφορά της εποχής (OCS Děvolŭ > Dyavolŭ). Ως «θεατής» λοιπόν, ο Αλέξιος περίμενε η πείνα, η δυσεντερία και η απογοήτευση να κάνουν την δουλειά τους, ωθώντας τον Βοημούνδο στην συνθηκολόγηση. Η Κομνηνή το θέτει πολύ ωραία λέγοντας:

[13.8.5] Στενοχωρούμενος οὖν ὁ Βαϊμοῦντος ἀπό τε ἠπείρου καὶ θαλάσσης (καὶ γὰρ ὁ μὲν αὐτοκράτωρ οἷον θεατὴς τῶν κατὰ τὴν πεδιάδα τοῦ Ἰλλυρικοῦ πραττομένων καθῆστο, κἂν ὅλῃ ψυχῇ καὶ γνώμῃ καὶ συμπαρῆν τοῖς μαχομένοις καὶ τῶν αὐτῶν ἐκείνοις ἱδρώτων καὶ πόνων μετεῖχεν, εἰ μή που καὶ πλείω τις φαίη, ἐρεθίζων πρὸς μάχας καὶ πολέμους τοὺς κατὰ τὰς ἀκρολοφίας τῶν κλεισουρῶν κατατεθέντας ἡγεμόνας καὶ ὑποτιθέμενος, ὅπως χρὴ προσβάλλειν τοῖς Κελτοῖς· ὁ δέ γε Μαριανός, τοῦ ἀναμεταξὺ Λογγιβαρδίας καὶ Ἰλλυρικοῦ πορθμοῦ τὰς κελεύθους ἐπιτηρῶν, ἀπεῖργε παντάπασι τοὺς ἐκεῖθεν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπερῶντας, οὐ τριάρμενον οὐδὲ μυριοφόρον ὁλκάδα οὐδὲ μυοπάρωνα δίκωπον τὸ παράπαν ξυγχωρῶν πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον διαπερᾶν) καὶ αὐτῶν γοῦν τῶν διὰ θαλάττης κομιζομένων τροφίμων ἐκλιπόντων αὐτῷ καὶ τῶν διὰ ξηρᾶς ἐπιτιθεμένων, σὺν ἐμπειρίᾳ πολλῇ τὸν πόλεμον ἑώρα προβαίνοντα (ὁπηνίκα γὰρ τοῦ χάρακος χορταγωγίας χάριν ἐξῄει τις ἢ καί τινων συγκομιδῶν ἄλλων ἢ καὶ τοὺς ἵππους εἰς ποτὸν ἐξήλαυνον, ἐπετίθεντο τούτοις οἱ Ῥωμαῖοι καὶ τοὺς πλείονας ἀνῄρουν, ὡς κατὰ μικρὸν τὸ αὐτοῦ δαπανᾶσθαι στράτευμα) ἀποστείλας πρὸς τὸν δοῦκα Δυρραχίου Ἀλέξιον τὰ περὶ εἰρήνης ἐπερωτᾷ.

Δηλαδή αντί να επιλέξει την άκρως παρακινδυνευμένη «αποφασιστική σύρραξη» στο πεδίο της μάχης με τον Βοημούνδο, ο Αλέξιος φρόντισε να καταστήσει τον τελευταίο «στενοχωρούμενον ἀπό τε ἠπείρου καὶ θαλάσσης» και, «οἶον θεατής», ο αυτοκράτορας περίμενε «ὡς κατὰ μικρὸν τὸ αὐτοῦ δαπανᾶσθαι στράτευμα» (την αργή και σταδιακή φθορά του αντίπαλου στρατεύματος) που ώθησε εν τέλει τον Βοημούνδο στην συνθηκολόγηση. Για αυτό το λόγο, η πολιορκία του Δυρραχίου ξεκίνησε στις 13 Οκτωβρίου του 1107 και η Συνθήκη της Διαβόλεως υπεγράφη σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1108.

Πριν από την περιβόητη Συνθήκη, η πολίχνη της Διαβόλεως/Δεαβόλεως ήταν γνωστή ως η πρώτη επισκοπική έδρα του Αγίου Κλήμεντος σε εκείνα τα μέρη (Κουτμιτσεβίτσα ~ η ευρύτερη περιοχή γύρω από τις λίμνες [Οχρίδα, Πρέσπες, Καστοριά]). Το 885/6 μ.Χ. ο Κλήμης, επιστρέφοντας από τις περιπέτειες που προέκυψαν από την συμμετοχή του στην Αποστολή του Κυρίλλου και Μεθοδίου στην Μοραβία, έγινε αποδεκτός στην Βουλγαρική πρωτεύουσα Πλίσκα από τον πρώτο χριστιανό Βούλγαρο ηγεμόνα Βόρις-Μιχαήλ, ο οποίος ανέθεσε σε αυτόν και στον Άγιο Ναούμ την ίδρυση δύο σχολών για την μετάφραση των Χριστιανικών κειμένων από την Ελληνική στην Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (που επιλέχθηκε ως η επίσημη γλώσσα της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας), ώστε να μην διαφύγει από τον λόγο του θεού «μηδὲ τὸν ἠλιθιώτατον ἐν Βουλγάροις», κατά τα λόγια του Αρχιεπισκόπου Θεοφύλακτου που συνέγραψε την Βιογραφία του Αγίου Κλήμεντος. Οι δύο άνδρες ίδρυσαν την Σχολή της Πρεσλάβας και την Σχολή της Οχρίδος. Όταν ολοκληρώθηκε η οργάνωση των σχολών, ο Κλήμης διορίστηκε επίσκοπος Διαβόλεως όπου, σύμφωνα πάντα με τον Βίο, είχε 3500 μαθητές σε 7 χρόνια. Εκεί παρέμεινε μέχρι το 893, όταν διορίστηκε επίσκοπος Βελίκης (ένα απροσδιόριστο μέρος που μάλλον βρισκόταν στην ανατολική Μακεδονία του Βαρδάρη).

Ο Βόρις-Μιχαήλ τίμησε τον Κλήμη με τρία πολυτελή σπίτια στην Διάβολι και «τόπους αναψυχής» (~ εξοχικές οικίες) στην Οχρίδα και στην Γλαβινίτσα. Επειδή στην διήγηση της Κομνηνής θα δούμε τον Αλέξιο να στέλνει τον Καντακουζηνό να ενισχύσει τον Αλυάτη στην υπεράσπιση της  «Γλαβινίτζας», καλό είναι να πω μερικά λόγια και γι΄αυτήν. Η Glavěnica (= «Διοικητικό/Εκκλησιαστικό Κέντρο (περιοχής)», glava = «κεφαλή» και glaven = «κύριος, πρωταρχικός») ήταν το παλαιό όνομα του σημερινού Ballsh και έλαβε το δεύτερο όνομά της από τον Balša II, μέλος της αριστοκρατικής οικογένειας Ballsha/Balšić (διαβάστε στο κεφάλαιο Origin της βικιπαίδειας όλες τις προταθείσες θεωρίες για την σερβαλβανοβλαχική καταγωγή της Μαυροβουνιακής αυτής οικογένειας), που την έλαβε ως προίκα. Στα ελληνικά κείμενα, η πόλη απαντά κυρίως ως «Γλαβινίτζα», αν και μερικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν και τον όρο calque «Κεφαληνία/Κεφαλλονία» (glava = κεφαλή, λ.χ. Hard Disk > Σκληρός Δίσκος, Skyscraper > Ουρανοξύστης) που δεν πρέπει να συγχυστεί με το ομώνυμο νησί του Ιονίου. Η «Γλαβινίτζα» είναι γνωστή από την ελληνική επιγραφή που εξυμνεί τον εκχριστιανισμό του Άρχοντος Βουλγαρίας Βόρις-Μιχαήλ (θυμίζω πως μέχρι την υιοθέτηση της Εκκλησιαστικής Παλαιοσλαβωνικής, η Ελληνική ήταν η επίσημη γλώσσα του Βουλγαρικού Χαγανάτου που εξελισσόταν σταδιακά σε αυτοκρατορία). Η Κομνηνή αναφέρει στις μάχες με τους Κουμάνους και μία άλλη «Γλαβινίτζα» στο Παρίστριον που δεν πρέπει να συγχυστεί με την δυτική του θέματος Βουλγαρίας.

Αυτή του θέματος Παριστρίου αναφέρεται στο Βιβλίο 6:

[6.4.4] Ὁ δὲ Τραυλὸς τούτοις μὴ ἀρκούμενος σπονδὰς μετὰ τῶν τὸ Παρίστριον νεμομένων Σκυθῶν ἐποιεῖτο τοὺς περὶ τὴν Γλαβινίτζαν καὶ Δρίστραν ἡγεμόνας καὶ τὰ ταύταις παρακείμενα ὑποποιούμενος, μνηστευσάμενος ἅμα ἑαυτῷ καὶ τῶν λογάδων Σκυθῶν ἑνὸς θυγατέρα

Αυτή του θέματος Βουλγαρίας στην σημερινή Αλβανία αναφέρεται στα Βιβλίο 3 (ο πατέρας του Βοημούνδου Ρομπέρτος έμεινε μια εβδομάδα στην «Γλαβινίτζα» μετά το ναυάγιο από κλύδωνα στο ακρωτήριο Γλώσσα, ώστε να ανακτήσουν οι διασωθέντες άνδρες του τις δυνάμεις τους) και στο Βιβλίο 13 που περιγράφω εδώ:

[3.12.7] Ἔνθεν τοι καὶ τοῦ προκειμένου σκοποῦ τῶν γεγονότων οὐδὲν ἀπεῖρξεν αὐτόν, ἀλλὰ μετὰ τῶν σωθέντων (ἦσαν γάρ τινες οἱ Θεοῦ ἀμάχῳ δυνάμει τοῦ κινδύνου ῥυσθέντες) ἑβδόμην ἡμέραν εἰς τὴν Γλαβινίτζαν ἐγκαρτερήσας, ἐφ’ ᾧ αὑτὸν ἀνακτήσασθαι, διαναπαῦσαι δὲ καὶ τοὺς ἐκ τοῦ κλύδωνος τῆς θαλάττης διασωθέντας

[13.5.3] Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸν Καμύτζην· ὁ δέ γε Ἀλυάτης μετὰ καὶ ἑτέρων λογάδων τὴν Γλαβινίτζαν φυλάττων πρὸς τὴν πεδιάδα κατῆλθεν·

[13.5.4] Ταῦτα μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ τὸν Καντακουζηνὸν μετεπέμψατο, […] πολλοῖς τε λογισμοῖς καὶ στρατηγικοῖς ἐπιχειρήμασιν ἐφοδιάσας αὐτὸν καὶ τὰ λῴονα ὑποθέμενος πρὸς Γλαβινίτζαν χρησταῖς ἐλπίσι θαρσύνας ἐκπέμπει, ἐκεῖνος δὲ πρὸς Διάβολιν ἐπανέστρεψεν.

Τα όρια των Θεμάτων στην εποχή που μελετάμε είναι τα παρακάτω (Θέμα Βουλγαρίας #6, Θέμα Παριστρίου #14, Θέμα Μακεδονίας #13, Θέμα Δυρραχίου #5, Θέμα Νικοπόλεως #7):

Themes 1025 AD small

Αυτά που έγραψε ο Αρχιεπίσκοπος Θεοφύλακτος στον Βίο του Αγίου Κλήμεντος για την Διάβολι στην Κουτμιτσεβίτσα, καθώς και για την Γλαβινίτσα μπορείτε να τα βρείτε στην παρακάτω αγγλική μετάφραση του Βίου, όπου πρόσθεσα για την τελευταία και τον όρο calque «Κεφαληνία» που χρησιμοποιούν συγγραφείς όπως ο Αρχιεπίσκοπος Δημήτριος Χωματηνός.

Klemes

Τα γεγονότα από την αποχώρηση του Αλεξίου από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την άφιξη του στην Διάβολιν

Ο Αλέξιος δεν μπορούσε ν΄αποχωρήσει από το «Βυζάντιον» (= Κωνσταντινούπολη) πριν λάβει ως θείο κατευόδιο το «σύνηθες θαύμα» της Θεομήτορος των Βλαχερνών. Αφού καθηστέρησε μερικές ημέρες περιμένοντας στην «ἐρυθροβαφή και βασιλικήν» σκηνή του στο Έξω Γεράνιον, το «θαύμα» τελικά συνέβη και ο Αλέξιος αποχώρησε για την Θεσσαλονίκη με την ευχή της Παναγίας. Στους Χοιροβάκχους η Κομνηνή παρουσιάζει τον «γραμματέα» του και έπαρχο Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Ταρωνίτη (θυμίζω πως οι Ταρωνίτες ήταν Αρμενικής καταγωγής από την πόλη Ταρών) «ἀνήρ ἐκ τῶν εὐγενῶν» και «τῶν ῥωμαϊκῶν νόμων ἐπιστήμων». Μόλις πέρασαν τον «Μέστο» (Νέστο), η Αύγουστη (αυτοκράτειρα) εξέφρασε την επιθυμία να επιστρέψει στο παλάτι («βασίλεια»), αλλά ο Αλέξιος δεν της το επέτρεψε. Τελικά, μόλις πέρασαν τον ποταμό Έβρο, κατασκήνωσαν στον Ψυλλό (εδώ η Κομνηνή πρέπει να μπέρδεψε τον Νέστο με τον Έβρο και τον Έβρο με τον Νέστο).

[13.1.1] Ἐξεπλάγημεν οὖν ἅπας τότε τὸ τῆς ψυχῆς τοῦ αὐτοκράτορος ἀνάστημα. Ὁ δέ, κἂν καταφρονητικῶς πρὸς τὴν ἀγγελίαν ἐκείνην διὰ τοὺς τηνικαῦτα παρόντας τῷ φαινομένῳ ἐδόκει διατεθείς, ἀλλ’ ἐντὸς πολλὰ περὶ τούτου ἐκυμαίνετο τὸν λογισμόν. Καὶ δὴ δεῖν ἐλογίσατο αὖθις τοῦ Βυζαντίου ἐξεληλυθέναι· μηδὲ τὰ κατ’ οἶκον αὐτοῦ καλῶς πρὸς αὐτὸν ἔχοντα πάλιν διαγνούς, ὅμως τὰ κατὰ τὰ ἀνάκτορα καὶ τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων εὖ διαθέμενος, καὶ φύλακας ἐπιστήσας τόν τε μέγαν δρουγγάριον τοῦ στόλου καὶ ἐκτομίαν Εὐστάθιον τὸν Κυμινειανὸν καὶ Νικηφόρον τὸν τοῦ Δεκανοῦ καλούμενον, οὕτως ἐκεῖνος ἔξεισι τοῦ Βυζαντίου μετ’ ὀλίγων καὶ τῶν καθ’ αἷμα τούτῳ προσηκόν των πρώτην ἄγοντος μηνὸς Νοεμβρίου ἐπινεμήσεως πρώτης, κατὰ τὸ ἔξω Γεράνιον τὴν ἐρυθροβαφῆ καὶ βασιλικὴν καταλαβὼν σκηνήν.

[13.1.2] Ἐδεδίει δὲ ὅτι ἐξερχομένῳ τὸ σύνηθες θαῦμα ἡ Θεομήτωρ ἐν Βλαχέρναις οὐκ ἐπεδείξατο. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τέσσαρσιν αὐτοῦ που ἐμβραδύνας ἡμέραις, ἡλίου δύνοντος σὺν αὐτῇ δεσποίνῃ παλίντροπον τὴν πορείαν ποιησάμενος, εἴσεισιν εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Θεομήτορος τέμενος μετ’ ὀλίγων λεληθότως, καὶ τὴν συνήθη τελέσας ὑμνῳδίαν καὶ ἐκτενεστέρας τὰς δεήσεις ποιησάμενος, τηνικαῦτα τελεσθέντος τοῦ συνήθους θαύματος, οὕτως μετὰ χρηστῶν ἔξεισιν ἐκεῖθεν τῶν ἐλπίδων.

[13.1.3] Τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν τῆς πρὸς Θεσσαλονίκην ἥψατο· καταλαβὼν δὲ τοὺς Χοιροβάκχους ἔπαρχον Ἰωάννην τὸν Ταρωνίτην προὐβάλετο. Ἀνὴρ δὲ οὗτος τῶν εὐγενῶν, νηπιόθεν πρὸς αὐτοῦ προσληφθεὶς καὶ ὑπογραμματεύσας αὐτῷ ἐπὶ πολύ, φρονήματος μὲν ὢν δραστικωτάτου καὶ νόμων ῥωμαϊκῶν ἐπιστήμων καὶ τὰ βασιλέως προστάγματα μεγαληγορῶν, ὁπηνίκα προστάττοιτο βασιλικῆς μεγαλοφροσύνης ἐπάξια, ἐλευθέραν ἔχων τὴν γλῶτταν καὶ οὐκ ἐπὶ ψόγῳ ἀναισχυντίας στομούμενος, ἀλλ’ ὁποῖον ὁ Σταγειρίτης τὸν διαλεκτικὸν εἶναι παρακε λεύεται.

[13.1.4] Ἐκεῖθεν δὲ ὑποχωρῶν συνεχῆ τὰ γράμματα πρός τε τὸν δοῦκα τοῦ στόλου Ἰσαάκιον καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, τὸν Δούκαν φημὶ Ἐξαζηνὸν καὶ τὸν Ὑαλέαν, ἐγρηγορέναι τούτους διὰ παντὸς καὶ ἀπείργειν τοὺς ἀπὸ Λογγιβαρδίας πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον διαπλῳζομένους ἐξέπεμπεν. Ἐπὰν δὲ τὸν Μέστον κατειλήφει, ἡ μὲν Αὔγουστα πρὸς τὰ βασίλεια ἐπαναστρέψαι ἠβούλετο, ὁ δὲ αὐτοκράτωρ προσωτέρω ταύτην βαδίζειν παρεβιάζετο. Καὶ δὴ περάσαντες ἄμφω τὸν Εὖρον καλούμενον ποταμὸν κατὰ τὸν Ψύλλον τὰς σκηνὰς ἐπήξαντο.

Η συνωμοσία των Αρωνίων

Στην συνέχεια η Κομνηνή διηγείται την συνωμοσία που οργάνωσε «κάποιος από το γένος των Αρωνίων», που όμως ήταν «νόθος» (δηλαδή όχι «βέρος» Ααρώνιος όπως η γιαγιά της) που παρακάτω τον ονομάζει Ααρών (δηλαδή Ααρών Ααρώνιος). Όπως εξήγησα παραπάνω, οι Ααρώνιοι ήταν οι απόγονοι του τελευταίου Βούλγαρου τσάρου Ιβάν Βλάντισλαβ (πατέρας του οποίου ήταν ο αδελφός του Σαμουήλ Ααρών), δηλαδή η οικογένεια της πεθεράς του Αλεξίου. Αυτός ο Ααρών είχε αναθέσει στον Σκύθη δούλο του Δημήτριο την δολοφονία του Αλεξίου και συνέγραψε πολλά «φάμουσα» (< λατινικό famosus, ορισμός II), δηλαδή γραπτά μηνύματα άλλοτε λοιδορητικά και άλλοτε απειλητικά που το αυτοκρατορικό ζεύγος έβρισκε στην βασιλική σκηνή τα οποία, συν τοις άλλοις, συμβούλευαν στον Αλέξιο να στείλει την Αύγουστη πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Τελικά, για να μην πολυλογώ, ο Αλέξιος πληροφορήθηκε για την επικείμενη απόπειρα κατά της ζωής του από έναν άλλο δούλο («οικέτης») του Ααρών που πιάστηκε από τον «εκτομία» (ευνούχος) Κωνσταντίνο (πατρώος θεράπων του Αλεξίου) και ομολόγησε. Ο Αλέξιος έστειλε υπό περιορισμό την μητέρα του Ααρών στους Χοιροβάκχους, τον αδελφό του Ααρών Θεόδωρο στην Αγχίαλο, ενώ το κείμενο είναι διεφθαρμένο στον τόπο περιορισμού του ίδιου του Ααρών. Το ενδιαφέρον σ΄αυτή την συνωμοσία είναι ότι η Κομνηνή γνώριζε και άλλους συνωμότες που προτίμησε να μην τους ονομάσει (Εἰ δὲ καὶ ἕτεροι τῶν στασιαζόντων συνίστορες τοῦ τοιούτου δράματος ἦσαν, λέγειν οὐ βούλομαι·)

[13.1.5] Ὁ δὲ ἄλλον φόνον πεφευγὼς ἑτέρῳ μικροῦ περιπέπτωκεν ἄν, εἰ μή τις θεία χεὶρ τοὺς μιαιφόνους ἐκείνους ἀπεῖρξε τοῦ δράματος. Ἀνὴρ γάρ τις ἐς Ἀρωνίους ἐκείνους ἀπὸ μέρους ἀνέλκων τὸ γένος, κἂν ἐκ νόθων κατήγετο, πρὸς φόνον τὸ στασιάζον τοῦ αὐτοκράτορος μέρος παρέθηγε· κεκοινώνηκε δὲ τοῦ ἀπορρήτου καὶ πρὸς τὸν ἴδιον ἀδελφὸν Θεόδωρον. Εἰ δὲ καὶ ἕτεροι τῶν στασιαζόντων συνίστορες τοῦ τοιούτου δράματος ἦσαν, λέγειν οὐ βούλομαι· ὅμως δὲ Σκύθην ἀργυρώνητον τὴν κλῆσιν Δημήτριον αὐτουργὸν τοῦ φόνου παρεσκευάσαντο (καὶ αὐτὸς δὴ ὁ τούτου δεσπότης Ἀαρών) πέρας τοῦ σκοπου μένου τὴν τῆς βασιλίδος ὑποχώρησιν θέμενοι, ὡς ἐντεῦθεν εὐκαιρίας ὁ Σκύθης δραξάμενος κατὰ τῶν τοῦ βασιλέως λαγόνων ὠθήσῃ τὸ ξίφος ἢ ἐν στενῷ περιτυχὼν ἢ καὶ ὑπνώττοντι λαθών.

[13.1.6] Καὶ ὁ Δημήτριος φόνιον πνέων τὸ σιδήριον ἔθηγε καὶ τὴν μιαιφόνον δεξιὰν ηὐτρέπιστο. Ἀλλά τι καινὸν κἀνταῦθα ἡ Δίκη δραματουργεῖ. Καὶ γὰρ ἐπεὶ οὐ ταχὺ τοῦ βασιλέως ἡ βασιλὶς ἐχωρίζετο, ἀλλὰ συνείπετό οἱ ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τοῦ αὐτοκράτορος αὐτὴν ὑποσύροντος, οἱ μιαιφόνοι ἐκεῖνοι τὸν ἀνύστακτον τοῦ αὐτοκράτορος φύλακα, τὴν βασιλίδα φημί, ἔτι ἐμβραδύνουσαν ὁρῶντες, ἐκκακήσαντες φάμουσά τινα γράφοντες κατὰ τὴν τοῦ βασιλέως ἔρριπτον σκηνήν (οἱ δὲ ταῦτα ῥίπτοντες ἔκδηλοι τέως οὐκ ἦσαν· δηλοῖ δὲ ἡ λέξις τὰ φάμουσα λοιδορήματά τινα ἔγγραφα) τῷ αὐτοκράτορι τὴν πρόσωπορείαν ξυμβουλεύοντα, τῇ δέ γε Αὐγούστῃ τὴν πρὸς τὸ Βυζάντιον. Ἅπερ καὶ ὁ νόμος τιμωρίαις βαρυτάταις κολάζει, αὐτὰ μὲν ἀναλίσκων πυρί, τοὺς δὲ ταῦτα τολμῶντας ποιναῖς καθυποβάλλων παλαμναιοτάταις. Ἀστοχοῦντες γὰρ τοῦ σκοποῦ εἰς τὴν τῶν φαμούσων φλυαρίαν κατέπιπτον.

[13.1.7] Μετὰ γὰρ τὸ ἀριστῆσαι τὸν αὐτοκράτορα τῶν πολλῶν ὑποχωρησάντων, μόνου δὲ τῷ τότε τυχόντος τοῦ τε Ῥωμανοῦ τοῦ ἐκ Μανιχαίων καὶ Βασιλείου ἐκτομίου τοῦ Ψύλλου καὶ Θεοδώρου τοῦ ἀδελφοῦ Ἀαρών, εὑρέθη αὖθις φάμουσον ὑπερριμμένον τῇ τοῦ βασιλέως κλίνῃ πολλὴν τὴν κατὰ τῆς βασιλίδος περιέχον καταδρομήν, ὅτου χάριν συνέπεται τῷ βασιλεῖ καὶ μὴ τάχιον πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπαναστρέφοι. Τοῦτο γὰρ ἦν αὐτοῖς τὸ σκοπούμενον, ἄδειαν πᾶσαν ἐσχηκέναι. Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ γνοὺς τὸν ῥίψαντα καὶ θυμοῦ πλησθεὶς ἔφη· «Τοῦτο ἐγὼ ἢ σύ», πρὸς τὴν βασιλίδα ἀπονεύσας, «ἤ τις τῶν παρόντων ἔρριψε». Κάτωθεν δὲ οὕτως ἐπε γέγραπτο· «Ταῦτα ὁ μοναχὸς ἐγὼ γράφω· ὃν σύ, βασιλεῦ, τὸ παρὸν οὐ γινώσκεις, ὄψει δέ με ἐν ὀνείροις».

[13.1.8] Κωνσταντῖνος δέ τις ἐκτομίας ἐπὶ τραπέζης πατρῷος τοῦ βασιλέως θεράπων, τῇ δὲ βασιλίδι τηνικαῦτα ὑπηρετῶν, περὶ τρίτην φυλακὴν τῆς νυκτὸς ἔξω τῆς σκηνῆς ἱστάμε νος καὶ τὴν συνήθη τελῶν ὑμνῳδίαν, ἀκούει τινὸς βοῶντος· «Εἰ ἐγὼ οὐ προσελθὼν ἀπαγγείλω τὰ παρ’ ὑμῶν βεβουλευμένα ἅπαντα καὶ αὐτὰ δὴ τὰ παρ’ ὑμῶν ῥιπτόμενα φάμουσα φαυλίσω, μηδείς με μετ’ ἀνθρώπων λογιζέσθω». Ὁ δ’ εὐθὺς τὸν ἴδιον οἰκέτην ἐπέταξε τὸν φωνοῦντα ἄνθρωπον ἀναζητῆσαι. Καὶ ὃς ἀπελθὼν καὶ τὸν τοῦ Ἀαρὼν οἰκέτην γνωρίσας Στρατήγιον αὐτὸν συμπαραλαβὼν ἄγει πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς τραπέζης. Καὶ παραχρῆμα προσελθὼν ἀπαγγέλλει ὅσαπερ σύνοιδεν. Οὗτος δὲ συμπαραλαβὼν αὐτὸν ἀπῆλθε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα.

[13.1.9] Ὕπνωττον δὲ τηνικαῦτα οἱ βασιλεῖς. Ἐντυχὼν δὲ Βασιλείῳ τῷ ἐκτομίᾳ κατηνάγκαζεν ἀπαγγεῖλαι τὰ περὶ τοῦ Στρατηγίου τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Ἀαρὼν ῥηθέντα. Ὁ δ’ εὐθὺς εἰσελθὼν καὶ αὐτὸν εἰσάγει τὸν Στρατήγιον. Ὃς ἐπειδὴ καθάπαξ εἰς ἐρωτήσεις ἐλήλυθεν, ἅπαν τὸ δρᾶμα τῶν φλυάρων φαμούσων, τὸν τοῦ φόνου δραματουργὸν καὶ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν εἰς σφαγὴν τοῦ βασιλέως παρεσκευασμένον σαφῶς ἀνεκάλυψεν. «Ὁ γὰρ ἐμός, φησί, δεσπότης Ἀαρὼν μεθ’ ἑτέρων, οὓς οὐδὲ ἡ σὴ βασιλεία παντάπασιν ἠγνόησε, κατὰ τῆς σῆς, βασιλεῦ, ζωῆς μελετήσαντες καθῆκάν σοι φονέα Δημήτριον, τὸν ἐμαυτοῦ σύνδουλον, ἄνδρα Σκύθην μὲν τὸ γένος, φονικώτατον δὲ τὴν γνώμην, τοὺς βραχίονας καρτερόν, πρὸς πᾶν ὁτιοῦν τολμηρότατον καὶ τὴν ψυχὴν θηριώδη καὶ ὠμότατον. Τούτῳ ξίφος ἐγχειρίσαντες ἄμφηκες παρήγγειλαν παραγ γελίαν ταύτην ἀπάνθρωπον, ὡς ὁμόσε προσελθόντα μετὰ θράσους ἀκατασχέτου ἐμβάψαι τοῖς βασιλικοῖς σπλάγχνοις τὸ ξίφος.»

[13.1.10] Ὁ δὲ βασιλεύς (καὶ γὰρ οὐκ ἦν εὔκολος τοῖς τοιούτοις πιστεύειν)· «Μὴ διά τινά, φησιν, ἀπέχθειαν πρὸς τοὺς σοὺς δεσπότας καὶ πρὸς τὸν σεαυτοῦ ὁμόδουλον τὴν κατηγορίαν ταύτην συμπλέκῃς, ἀλλὰ τἀληθῆ πάντα καὶ ὅσα σύνοιδας ἐξορχοῦ. Εἰ δὲ καὶ ἁλοίης ψευδόμενος, οὐκ εἰς καλὸν τὰ τῆς κατηγορίας σοι ἀπαντήσεται.» Ἐκεῖνος δὲ ἐνιστάμενος ἀληθῆ λέγειν παραδίδοται πρὸς τὸν ἐκτομίαν Βασίλειον ἵνα τέως τοὺς φλυάρους χάρτας ἐπιδοίη πρὸς αὐτόν. Ὁ δὲ παραλαβὼν τοῦτον καὶ ἀπελθὼν εἰσάγει εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ Ἀαρών, πάντων κοιμωμένων, καὶ ἀναλαβόμενος ἐκεῖθεν πήραν τινὰ στρατιωτικὴν μεστὴν τοι ούτων γραμμάτων δίδωσι τῷ Βασιλείῳ. Αὐγαζούσης δὲ ἤδη τῆς ἡμέρας, θεασάμενος τὰ τοιαῦτα γράμματα ὁ βασιλεὺς καὶ διαγνοὺς τὸν κατ’ αὐτοῦ μελετώμενον φόνον, τὴν μὲν μητέρα τοῦ Ἀαρὼν προσέταξε τοῖς τὰ τῶν κοινῶν διοικοῦσιν ἐν τῇ πόλει περιορισθῆναι εἰς Χοιροβάκχους, τὸν δὲ Ἀαρὼν …, τὸν δὲ Θεόδωρον τὸν αὐτάδελφον αὐτοῦ εἰς Ἀγχίαλον. Ταῦτα τὸν βασιλέα τῆς πρόσω φερούσης ἐπὶ πέντε ἡμέραις ἀπεῖρξεν.

Το σώμα των νεολέκτων από τα δυτικά μέρη

Τελικά ο Αλέξιος έφτασε στην Θεσσαλονίκη και των υποδέχτηκαν με στρατιωτική επίδειξη τα τάγματα. Ανάμεσα στα τάγματα αυτά ήταν και οι νεόλεκτοι που είχε στρατολογήσει στην προηγούμενη επίσκεψή του στην περιοχή δίνοντας οδηγίες για την εκπαίδευσή τους στην «Σθλανίτζα» (Σλάνιτσα). Όπως είπα και παραπάνω η Κομνηνή περιγράφει αυτούς τους 300 ευμήκεις νεανίες ως «ἐκ διαφόρου γένους συνηθροισμένους», που το πρόγραμμα εκγύμνασης του Αλεξίου τους είχε μετατρέψει στο πιο έκκριτο σώμα του Ρωμαϊκού στρατού. Δυστυχώς η Κομνηνή δεν μας πληροφορεί από πια γένη προέρχονταν αυτοί οι «υπηνήτες» (= ἀρτίχνοοι = που μόλις είχαν βγάλει το πρώτο τους «χνούδι» [< χνόος ~ χνοῦς] αντί για «βαρβάτο» γένι), γιατί θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε με ποιο εθνωνύμιο θα ξεχώριζε τους ελληνόφωνους από τους υπόλοιπους πολιτικούς Ρωμαίους (θυμίζω πως στα 12 προηγούμενα βιβλία η Κομνηνή δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ την εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα). Ο Αλέξιος έστειλε τους «δεξιωτέρους» (= ικανότερους) διοικητές στα «τέμπη» (= κλεισούρες) από τα οποία σκόπευε να διέλθει το βαρβαρικό στράτευμα και διαχείμασε στην Θεσσαλονίκη.

[13.2.1] Ἐν δὲ τῷ πρὸς Θεσσαλονίκην ἀπέρχεσθαι, ἐπεὶ ἁπανταχόθεν συνηλαύνετο ἐς ταὐτὸν τὰ τάγματα, δεῖν ἐλογίσατο σύνταξιν ποιῆσαι εἰς πολέμου σχῆμα διατετυπωμένην. Καὶ αὐτίκα κατὰ λόχους αἱ φάλαγγες ἵσταντο καὶ οἱ λοχαγοὶ προὐβέβληντο καὶ τῶν οὐραγῶν ἡ τάξις ἐφείπετο καὶ οἱ τὸ μέσον τῆς φάλαγγος ἀναπληροῦντες εἱστή κεσαν ἅπαντες τοῖς ὅπλοις μαρμαίροντες (καὶ ἦν φοβερὸν θέαμα ἐκεῖνο τὸ σύνταγμα) καὶ καθάπερ τι τεῖχος πόλεως ἀλλήλοις συνηρμοσμένοι. Εἶπες ἂν χαλκοῦς ἀνδριάντας ὁρᾶν καὶ αὐτοχύτους τινὰς στρατιώτας ἐπὶ τοῦ πεδίου σύμπαντας ἀτρεμεῖν, μόνων τῶν δοράτων κραδαινομένων καὶ ὥσπερ ἐπιθυμούντων χρωτὸς ἅψασθαι. Ταύτην τὴν σύνταξιν ὁ βασιλεὺς ποιησάμενος καὶ κινήσας αὐτήν, καὶ ὑποτυπωσάμενος πῶς μὲν ἐπὶ δόρυ, πῶς δὲ ἐπ’ ἀσπίδα κινοῖντο, τὴν νέηλυν στρατιὰν ἐκ τῆς συντάξεως πάσης ἀπολεξάμενος καὶ οὓς μᾶλλον αὐτὸς ἀνεθρέψατο καὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐξεπαίδευσεν, ἀρχηγοὺς στρατευμάτων κατέστησεν. Ἦσαν δ’ οὗτοι ξύμπαντες τριακόσιοι, πάντες νέοι καὶ εὐμήκεις, σφριγῶντες τὸ σῶμα καὶ ἕκαστος τούτων ἀρτίχνους τὸ γένειον, πάντες δὲ καὶ τόξον ἐντεῖναι δεξιώτατοι καὶ ἀφεῖναι δόρυ στερρότατοι. Ἐκ διαφόρου μὲν γένους ἦσαν συνηθροισμένοι, ἐξ ἁπάσης δὲ τῆς ῥωμαϊκῆς στρατιᾶς στρατιά τις ἦσαν ἔκκριτος ὑπὸ στρατηγῷ τῷ βασιλεῖ ταττόμενοι· τῷ αὐτῷ γὰρ καὶ βασιλεῖ καὶ στρατηγῷ καὶ διδασκάλῳ ἐχρῶντο. Τούτων οὖν ἀπολεξάμενος αὖθις τοὺς δεξιωτέρους καὶ ξυνταγματάρχας χειροτονήσας ἐπὶ τὰ τέμπη πέμπει, δι’ ὧν ἔμελλε τὸ βαρβαρικὸν στράτευμα διελθεῖν. Ἐκεῖνος δὲ ἐν Θεσσαλονίκῃ τὴν παραχειμασίαν ἐποιεῖτο.

Ο Βοημούνδος πολιορκεί το Δυρράχιο

Στην συνέχεια η Κομνηνή μας περιγράφει εκτενώς την πολιορκία του Δυρραχίου. Αφού περικύκλωσε το Δυρράχιο, ο Βοημούνδος πέρασε όλο τον χειμώνα παρατηρώντας το Δυρράχιο και επινοώντας τρόπους για να κάνει το Δυρράχιο αλώσιμο και, μόλις χαμογέλασε η άνοιξη («ἔαρος δὲ διαγελῶντος»), έκανε τα επινοήματα του πράξη. Η Κομνηνή περιγράφει ως πρώτη πράξη του Βοημούνδου, αυτό που οι περισσότεροι δυτικοί σήμερα ονομάζουν «τέχνασμα του Conquistador Cortès», δηλαδή το κάψιμο των πλοίων, για να διαγράψουν από το μυαλό τους οι στρατιώτες την υποχώρηση ως επιλογή και, κατά συνέπεια, να πολεμήσουν πιο αλκίφρονες και πιο αποφασισμένοι. Το ίδιο τέχνασμα η Κομνηνή απέδωσε και στον πατέρα του Βοημούνδου Ρομπέρτο πριν την Μάχη του Δυρραχίου (1081), μόνο που ο δεύτερος έκαψε τις αποσκευές και «τρύπησε» τις ολκάδες του, για να βυθιστούν στο πέλαγος, ώστε οι άνδρες του να πολεμήσουν πιο θαρραλέα γνωρίζοντας ότι το δίλημμα πλεόν ήταν «νίκη ή θάνατος».

Ο Ρομπέρτος «τρυπάει» τα πλοία του:

[4.5.7] Λοιπόν φησι πρὸς αὐτούς «ἀκούσατε τῆς ἐμῆς βουλῆς, κόμητες καὶ τὸ λοιπὸν τοῦ στρατοῦ. Ἐπεὶ τὰς σφῶν πατρίδας καταλελοιπότες ἐνταυθοῖ παρεγενόμεθα, καὶ ἡ προκειμένη μάχη πρὸς ἀνδρικώτερον βασιλέα ἐστὶ καὶ ἄρτι μὲν τοὺς τῆς βασιλείας οἴακας ἀναδεξάμενον, πολλοὺς δὲ πολέμους ἐπὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ βεβασιλευκότων νενικηκότα καὶ μεγίστους ἀποστάτας δορυαλώτους αὐτοῖς προσενηνοχότα, ὁλοψύχως χρὴ τῆς μάχης ἀνθέξεσθαι. Καὶ εἰ τὴν νικῶσαν ἡμῖν ἐπιψηφιεῖται Θεός, οὐκέτι χρημάτων ἐν χρείᾳ ἐσόμεθα. Χρὴ τοιγαροῦν τὰς μὲν σκευὰς ἁπάσας ἐμπρῆσαι, τὰς δὲ ὁλκάδας διατρήσαντας κατὰ τοῦ πελάγους ἀφεῖναι καὶ οὕτω τὴν μετ’ αὐτοῦ ἀναδέξασθαι μάχην ὡς τηνικαῦτα γεννηθέντας καὶ τεθνηξομένους». Ἐπὶ τούτοις κατένευσαν ἅπαντες.

Βλέπουμε, με άλλα λόγια, ότι το λεγόμενο «τέχνασμα του Κορτέζ» είναι πολύ παλαιότερο από τον Ισπανό Conquistador. Το ίδιο τέχνασμα του εμπρησμού των πλοίων αποδίδεται και σε έναν άλλο Νορμανδό, τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή, όταν διέσχισε την Μάγχη το 1066, για να κατακτήσει την Αγγλία. Κατά πάσα πιθανότητα, πρόκειται για επινοημένο κοινό τόπο, αλλά έχει ενδιαφέρον ότι οι τρεις πρώτοι εκτελεστές του τεχνάσματος ήταν Νορμανδοί.

Cortes

Ας γυρίσουμε όμως στην πολιορκία του Δυρραχίου από τον Βοημούνδο.

[13.2.2] Ἐπεὶ δέ, καθάπερ ἔφημεν, ὁ τύραννος Βαϊμοῦντος μετὰ βαρυτάτου στόλου διεπεραιώσατο ἐκεῖθεν ἐνθάδε πρὸς τὰ ἡμέτερα, καὶ τὸ φραγγικὸν ἅπαν στράτευμα κατὰ τῶν ἡμετέρων πεδιάδων ἐξέχεε, συνταξάμενος ἐκεῖθεν ἔρχεται κατὰ τῆς Ἐπιδάμνου, εἰ μὲν δύναιτο, καὶ αὐτοβοεὶ αἱρήσων αὐτήν, εἰ δ’ οὐ, ἀλλὰ τειχομάχοις μηχανήμασι καὶ πετροβόλοις ὀργάνοις τὴν ὅλην πόλιν παραστησόμενος. Ὁ μὲν οὖν σκοπὸς αὐτῷ οὗτος· ηὐλίσατο δὲ ἀντικρὺ τῆς πύλης τῆς κατὰ τὰς ἀνατολὰς ἀνεῳγυίας, ἧς ὕπερθεν ἱππότης ἐστὶ χαλκοῦς, καὶ κατασκοπήσας τοῦ πολιορκεῖν ἤρξατο. Χειμῶνα μὲν οὖν ὅλον ἐπινοούμενος καὶ πανταχόθεν ἐπιβλέπων, οὗπερ ἁλώσιμόν ἐστι τὸ Δυρράχιον, ἔαρος δὲ διαγελῶντος, ἐπειδή περ καθάπαξ παραυτίκα διαπεράσας πυρὶ παραδέδωκε τάς τε φορταγωγοὺς αὐτοῦ νῆας καὶ τὰς ἱππαγωγοὺς καὶ ὡς οὕτως εἰπεῖν στρατιώτιδας, τοῦτο μὲν καὶ στρατηγικόν τι μηχανώμενος ἵνα μὴ ὁρῷεν πρὸς θάλατταν τὸ στράτευμα τούτου, τοῦτο δ’ ὅτι καὶ καταναγκάζοντος αὐτὸν τοῦ ῥωμαϊκοῦ στόλου, ὅλος πρὸς πολιορκίαν ἀπέβλεψε.

Μία από τις βασικές ενέργειες του Βοημούνδου ήταν η κατάληψη των φρουρίων της Πέτρουλας και του Μύλου. Η Πέτρουλα (σημερινή Petrelë με το κάστρο της) ελέγχει το στρατηγικότατο σημείο όπου ο δρόμος Τιράνων-Ελμπασάν διασχίζει τον ποταμό Erzen («Χαρζάνης» στην Κομνηνή, αρχαίος Αρδάξανος). Με άλλα λόγια, όποιος ήλέγχε την Πέτρουλα ήλεγχε και την ροή της τότε Εγνατίας προς το Δυρράχιο. Η θέση του Μύλου δεν έχει προσδιοριστεί (ήταν κάπου στον κύκλο του παρακάτω χάρτη), αλλά η Κομνηνή γράφει πως ήταν «πόλισμα ὑπερκείμενον τοῦ ποταμοῦ Διαβόλεως», δηλαδή κάπου βόρεια από την «στροφή» του ποταμού Devol. Στο σημείο εκείνο υπάρχει μια βασική οδική αρτηρία που ενώνει με το Ελμπασάν τις οδούς που αναβαίνουν από την Κορυτσά και το Μπεράτι.

Mylos

Η Κομνηνή περιγράφει ακροβολισμούς και τοξοβολισμούς μεταξύ του βάρβαρου φραγγικού στρατεύματος και του ρωμαϊκού στρατεύματος που υπεράσπιζε το Δυρράχιο. Ο Βοημούνδος δεν μπόρεσε να κάμψει την ρωμαϊκή ανδρεία των αμυντόρων και άρχισε να έχει προβλήματα «ἀποτροφής», γιατί είχαν τελειώσει τα τρόφιμα που συνέλεξε από τις πέριξ του Δυρραχίου περιοχές και ο ρωμαϊκός στρατός και στόλος τον είχαν αποκόψει και χερσαίως και διαποντίως. Στην πείνα («λιμός») προστέθηκε και «κοιλιακή διάθεσις» λόγω «ἀπροσφόρου σιτήσεως».

[13.2.3] Κύκλῳ περιχεάμενος τὸ βαρβαρικὸν στράτευμα τὰ πρῶτα καὶ ἐν ἀκροβολισμοῖς ὤν (ἐπετοξάζοντο δὲ τούτοις καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος ποτὲ μὲν καὶ πυργόθεν ἀπὸ τοῦ Δυρραχίου, ποτὲ δὲ καὶ πόρρωθεν), ἀποστέλλων τινὰς ἀποσπάδας τοῦ φραγγικοῦ στρατεύματος, ἐπολέμει τε καὶ ἐπολεμεῖτο. Τήν τε γὰρ Πέτρουλαν ἐχειρώσατο καὶ τὸ λεγόμενον Μύλου πόλισμα ὑπερκείμενον ποταμοῦ Διαβόλεως, καὶ ἄλλα τὰ τοιαῦτα πέριξ τῆς πόλεως Δυρραχίου τυγχάνοντα πάντα πολέμου νόμῳ κατεκληρώσατο. Ταῦτα μὲν οὖν ἐποίει πολεμικῇ δεξιᾷ· ἠρχιτεκτόνει δὲ ἐν τοσούτῳ καιρῷ τὰ πολεμικὰ μηχανήματα, χελώνας κατασκευάζων πυργοφόρους καὶ κριοφόρους καί τινας ὀρυκτρίδας καὶ ἄλλας χωστρίδας, ὅλον χειμῶνα καὶ θέρος ἐργαζόμενος καὶ καταπλήττων καὶ ἀπειλῇ καὶ τοῖς πράγμασι καταπλῆγας ὄντας ἀνθρώπους.

[13.2.4] Ἀλλ’ οὔτι γε καὶ ῥωμαϊκὴν ἀνδρείαν ἠδύνατο καταπαλαίειν· δυστυχῶς δὲ αὐτῷ ἀπηντήκει καὶ τὰ πρὸς ἀποτροφήν. Ὅσα μὲν γὰρ προϋφηρπάκει ἀπὸ τῶν πέριξ τοῦ Δυρραχίου, τούτῳ ἀνήλωτο, τὰ δ’ ἀφ’ ὧν ἤλπικε κομισθῆναί οἱ προκατασχόντες τὰ τέμπη καὶ τὰς ἐξόδους καὶ αὐτὴν δὴ τὴν θάλατταν οἱ τοῦ ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος ἀπεκώλυον. Κἀντεῦθεν λιμὸς ἀθρόως ἐπιφοιτήσας τούς τε ἵππους καὶ τοὺς ἀνθρώπους ὁμοῦ διέφθειρε, μὴ ἐχόντων μήτε τῶν ἵππων χιλὴν μήτε τῶν ἀνθρώπων τροφήν. Προσεπετέθη δὲ τῷ βαρβαρικῷ τούτῳ στρατεύματι καὶ κοιλιακή τις διάθεσις τὸ μὲν δοκεῖν ἀπό τινος ἀπροσφόρου σιτήσεως, φημὶ δὴ τῆς κέγχρου· τὸ δ’ ἀληθὲς μήνιμα Θεοῦ κατὰ τοσούτου ἀναριθμήτου στρατεύματος καὶ ἀνυποίστου κατασκῆψαν ἐπαλλήλους θανάτους εἰργάσατο.

Στην συνέχεια περιγράφει τρεις εκπορθητικές απόπειρες του Βοημούνδου (πολιορκητικός κριός για το σπάσιμο των τειχών, σκάψιμο κατωρύγματος και πανύψηλος πύργος, για να ανεβούν από αυτόν οι Κελτοί στην κορυφή των τειχών). Μπορείτε να τις διαβάσετε στο κείμενο της Βικιθήκης. Όλες αποκρούστηκαν από τους αμύντορες που έκαιγαν τους πολιορκητές με το «ἔνυγρον πῦρ».

[13.3.5] Ἀλλ’ οὐκ ἠμέλησαν οἱ ἐντός, ἀλλὰ κατὰ διάστημα τὴν γῆν ἀνορύξαντες καὶ τάφρον ἀξιόλογον ποιησάμενοι κατὰ τὸ διατεῖνον τῆς τάφρου ἐκάθηντο προσέχοντες, ὅπου δῆτα τὸ πολιορκοῦν μέρος τὴν ἐκεῖθεν ἐνθάδε διάτρησιν μέλλει ποιήσασθαι. Καὶ εὐθὺς κατά τινα τόπον ἐφευρηκότες αὐτοὺς κρούοντάς τε καὶ ἀνασκάπτον τας καὶ τὰς ῥίζας τοῦ τείχους ὀρύττοντας, ᾔσθοντό τε αὐτοὺς καὶ μᾶλλον τὴν ἀπ’ ἐκείνων ὀπὴν ἀνερρωγότες καταντικρὺ καὶ θεασάμενοι τὸ πλῆθος ἀπὸ τῆς ἐντὸς γινομένης τρυμαλιᾶς, πυρὶ τὰ τούτων πρόσωπα κατῃθάλωσαν.

[13.3.6] Τοῦτο δὲ τὸ πῦρ ἀπὸ τοιούτων μηχανημάτων αὐτοῖς διεσκεύαστο. Ἀπὸ τῆς πεύκης καὶ ἄλλων τινῶν τοιούτων δένδρων ἀειθαλῶν συνάγεται δάκρυον εὔκαυστον. Τοῦτο μετὰ θείου τριβόμενον ἐμβάλλεταί τε εἰς αὐλίσκους καλάμων καὶ ἐμφυσᾶται παρὰ τοῦ παίζοντος λάβρῳ καὶ συνεχεῖ πνεύματι, κᾆθ’ οὕτως ὁμιλεῖ τῷ πρὸς ἄκραν πυρὶ καὶ ἐξάπτεται καὶ ὥσπερ πρηστὴρ ἐμπίπτει ταῖς ἀντιπρόσωπον ὄψεσι. Τούτῳ τῷ πυρὶ κεχρημένοι οἱ τἄνδον τοῦ Δυρραχίου κατέχοντες, ἐπείπερ ἀντιπρόσωποι ἦσαν τοῖς πολεμίοις, τάς τε γενειάδας αὐτῶν κατέφλεξαν καὶ τὰ πρόσωπα. Καὶ ἦν ἰδεῖν τούτους καθάπερ σμῆνος μελισσῶν ὑπὸ καπνοῦ διωκόμενον ἐξαγομένους ἀτάκτως, ὅθεν εὐτάκτως εἰσῄεσαν.

[13.3.12] Ἐνταῦθα δὴ ἀναγαγόντες οἱ ἀμφὶ τὸν Ἀλέξιον στρατιῶται τὸ ἔνυγρον πῦρ περὶ τὰ ἀκρόστεγα τοῦ ἀνεπιφράκτου ξυλοπύργου ἔμελλον ἐξακοντίζειν πρὸς τὸν ἀντίθετον μόσυνα. Ἀλλ’ ἐδόκει καὶ ἡ βουλὴ καὶ τὸ πρᾶγμα οὐ πρὸς πανωλεθρίαν τοῦ μηχανήματος· ἀκροθιγῶς γὰρ ἔμελλε τὸ πῦρ τὸ ἐντεῦθεν ἐκεῖσε πεμπόμενον τοῦ μόσυνος ἅπτεσθαι. Ἀλλὰ τί μηχανῶνται; Πληροῦσι τὸν μεταξὺ τόπον τοῦ τε ξυλίνου καὶ τοῦ τῆς πόλεως πύργου εὐκαταπρήστου παντοίας ὕλης καὶ ἐλαίου πολλοῦ κατὰ ποταμοὺς κενουμένου· τούτοις ἐπενήνεκτο πῦρ, δαλοὶ καὶ φλόγες, ὃ κατὰ μικρὸν ὑποτυφόμενον κᾆθ’ οὕτως βραχείας ἀναπνοῆς ἐπιδραξάμενον, ἔπειτα εἰς περιφανῆ φλόγα διαρθὲν, συνεπιλαμβανομένων καὶ τῶν ἀπὸ τοῦ πυρὸς τοῦ ὑγροῦ πρηστήρων, ἅπαν ἀνῆψε τὸ φρικτὸν ἐκεῖνο καὶ πολυυλότατον μηχάνημα ἐμποιοῦν ἦχον καὶ φοβερὰν θέαν ταῖς ὄψεσιν. Αἴσθησις δὲ τοῦ πολλοῦ πυρὸς ἦν κυκλόθεν μέχρι καὶ σταδίων τρισκαίδεκα. Θόρυβος δὲ καὶ ταραχὴ τοῖς ἔνδον βαρβάροις πολλὴ καὶ ἀμήχανος, τῶν μὲν ἐναπειλημμένων τῷ πυρὶ καὶ ἀποτεφρουμένων, τῶν δὲ ἀπὸ μετεώρου ῥιπτούντων ἑαυτοὺς πρὸς τὴν γῆν· βοὴ δὲ πολλὴ καὶ ἀμήχανος ταραχὴ ἀντηχούντων καὶ τῶν ἐκτός.

Η άφιξη του Αλεξίου στην Διάβολιν και η στρατηγική της αποφυγής αποφασιστικής μάχης

Η Κομνηνή μας πληροφορεί ότι ο Αλέξιος, αφού επέτρεψε τελικά στην αυτοκράτειρα να επιστρέψει από την Θεσσαλονίκη στην Κωνσταντινούπολη, έφτασε στην Διάβολιν μέσω Πελαγονίας. Αυτό σημαίνει ότι ο στρατός του ακολούθησε την Εγνατία από την Θεσσαλονίκη μέχρι την Φλώρινα και έφτασε στον κάμπο της Κορυτσάς (στο ΒΔ μέρος του οποίου βρισκόταν η πολίχνη της Διαβόλεως) μέσα από το πέρασμα του Πισοδερίου που ακολουθεί την νότια όχθη της Μικρής Πρέσπας, περνώντας από την Ρούλια (το χωριό του καπετάν Κώττα). Με μπλε βέλος δείχνω το χωριό Zvezda (= «Αστέρι») που ο William Martin Leake ταύτισε με την πολίχνη της Διαβόλεως.

Pisoderi-Rulja

Παρακάτω η Κομνηνή εξηγεί την [σοφή και άκρως “βυζαντινή”] στρατηγική επιλογή του Αλεξίου να αποφύγει την [παρακινδυνευμένη] αποφασιστική σύρραξη με τον Βοημούνδο, την οποία κατά βάθος επιθυμούσε, και να επιλέξει την ««δόλῳ, οὔ τι κράτεΐ γε» καταμηχάνευση του αντιπάλου του, καταστρώνοντας ένα σχέδιο που είχε σκοπό να σπείρει την διχόνοια στο αντίπαλο στρατόπεδο.

[13.4.1] Τοσαῦτα μὲν οὖν περὶ τοῦ ὑπερνεφοῦς μόσυνος καὶ τῆς παρὰ τῶν βαρβάρων τειχομαχίας· ἀλλ’ ἐπὶ τὸν βασιλέα καὶ αὖθις τὸν λόγον ἐπανακτέον. Ἔαρος τοίνυν ἐφισταμένου ἡ μὲν Αὔγουστα ἐκ τῆς Θεσσαλονίκης ὡς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπανέστρεφεν, ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τῆς πρόσω πορείας εἴχετο καὶ τὴν Διάβολιν διὰ τῆς Πελαγονίας καταλαμβάνει ἔνθεν περὶ τοὺς πρόποδας τῶν ἤδη ῥηθέντων δυσβάτων ἀτραπῶν οὖσαν. Καὶ καινήν τινα στρατηγίαν κατὰ τῶν βαρβάρων μεμελετηκὼς δεῖν ἐλογίσατο τοῦ μὲν δημοσίου πολέμου σχολὴν παντελῶς καταψηφίσασθαι καὶ ἀγχέμαχον διὰ ταῦτα τὴν μάχην οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ τὰ δύσβατα τέμπη καὶ τὰς ἀδιεξοδεύτους ὁδοὺς μεταίχμιον ἀμφοῖν τοῖν στρατοπέδοιν καταλιπών, τοὺς εὔνους ἅπαντας κατὰ τὰς ἀκρολοφίας μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως καταστήσας, τὴν καινὴν ἐκείνην στρατηγίαν ἐμηχανήσατο, ὡς μήτε τοὺς ἔνθεν πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον ῥᾷστα προσχωρεῖν δύνασθαι, μήτ’ ἐκεῖθεν πρὸς τούτους αὖθις γράμματα φοιτᾶν ἢ προσηγορίας διαπέμπεσθαι, ὑφ’ ὧν ὡς τὰ πολλὰ τὰ τῆς ἀγάπης ἑδράζεσθαι εἴωθε. Σπάνις γὰρ προσηγορίας κατὰ τὸν Σταγειρίτην πολλὰς φιλίας διέλυσε.

[13.4.2] Γινώσκων δὲ τὸν Βαϊμοῦντον ἄνδρα πονηρίας καὶ δραστηριότητος ἀνάπλεων, ἤθελε μὲν καὶ τὴν κατὰ πρόσωπον πρὸς αὐτὸν μάχην ἀναδέξασθαι, καθά γε καὶ εἴρηται, ἀλλὰ καὶ δι’ ἑτέρου παντὸς τρόπου καὶ μηχανῆς κατ’ αὐτοῦ μελετῶν οὐδαμῶς ἐνεδίδου. Διὰ δὲ τὰς ἤδη ῥηθείσας αἰτίας, καίτοι πολλὰ σφαδάζων πρὸς τοῦτο, φιλοκίνδυνός τε καὶ πυκνοκίνδυνος πάλαι ὢν οὑτοσὶ ὁ αὐτοκράτωρ καὶ ἐμὸς πατήρ, ἐπεὶ τὸν λόγον εἶχεν ἐν πᾶσι κρατοῦντα, δι’ ἑτέρας μεθό ου καταγωνίσασθαι τοῦτον ἔσπευδε.

[13.4.3] Δεῖ γάρ, οἶμαι, τὸν στρατηγὸν οὐκ ἀεὶ διὰ ξιφουλκίας τὴν νίκην ἑαυτῷ σπεύδειν περιποιεῖσθαι, ἀλλὰ καὶ πρὸς πανουργίαν ἔστιν οὗ εὐτρεπίζεσθαι, ἐπὰν ὁ καιρὸς καὶ τὰ συμπίπτοντα τοῦτο διδόασι, τὴν νίκην ἑαυτῷ πάντοσε περιποιούμενον. Καὶ τοῦτο γὰρ στρατηγῶν ἰδιαίτατον, ὅσαπερ ἴσμεν, μὴ μετὰ ξιφῶν καὶ μάχης μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς σπονδὰς τρεπομένων· καὶ ἄλλως ἔστιν οὗ ῥαδιουργοῦντα τὸν ἐχθρὸν καταγωνίζεσθαι, ὁπηνίκα καὶ τοιούτου καιρὸς παρῇ. Ὁποῖον καὶ τότε ὁ αὐτοκράτωρ φαίνεται σκευωρήσας. Θέλων γὰρ διχόνοιαν ἐμβαλεῖν μεταξὺ τῶν τε κομήτων καὶ τοῦ Βαϊμούντου, καὶ κατασεῖσαι οἷον τὸν πρὸς ἀλλήλους συνασπισμὸν ἢ διαρρῆξαι, τοιοῦτόν τι δραματουργεῖ.

(συνεχίζεται)

Advertisements

Leave a comment

Filed under Βυζαντινολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s