Η ΙΕ ρίζα *pleh1- «γεμίζω»: ο πλήρης και ο πολύς

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την ιδιαίτερα παραγωγική ΙΕ ρίζα *pleh1- «γεμίζω». Ως συνήθως, θα ξεκινήσω παραθέτοντας αυτά που γράφουν οι Mallory-Adams για την ρίζα και τα παράγωγά της.

pelh1

Λοιπόν, όσον αφορά τα θυγατρικά ρήματα αναφέρω επί παραδείγματι το λατινικό pleō = «γεμίζω» και τις διπλασιασμένες μορφές που συναντούμε στο ελληνικό πίμπλημι (με περίεργο /μ/, όπως και στο πίμπρημι = «καίω») και το σανσκριτικό piparti (ετυμολογία 2).

Ένα παράγωγο του ρήματος πίμπλημι είναι το αρχαίο τοπωνύμιο Πίμπλεια στην Μακεδονική Πιερία (κοντά στο σημερινό Λιτόχωρο) που αρχικά χαρακτήριζε μια «αστείρευτη» (συνεχώς γεμάτη) πηγή στην περιοχή. Λόγω της Πίμπλειας οι «Πιερίδες» Μούσες ήταν γνωστές και ως «Πιμπληΐδες».

Από την ρηματική ρίζα *pleh1- προέκυψε το μηδενόβαθμο επίθετο *pl.h1-nòs = «γεμάτος», από όπου προέκυψε το πρωτο-γερμανικό *fulnaz > *fullaz (ο πρόγονος του αγγλικού full) και, μέσω αυτού, το πρωτο-γερμανικό ρήμα *fullijaną (που έδωσε το παλαιο-αγγλικό fyllan που είναι ο άμεσος πρόγονος του αγγλικού fill = «γεμίζω»). Άλλοι απόγονοι του επιθέτου *pl.h1-nòs είναι το λατινικό plēnus, το Παλαιό Ιρλανδικό lān (τωρινό ιρλανδικό lán, με τυπική Κελτική απώλεια του αρκτικού *p>f>h>∅, όπως στο *ph2tēr > *ɸatīr > Παλαιο Ιρλανδικό athir, ιρλανδικό athair), το κοινό Βαλτο-Σλαβικό *pilnas (λ.χ. λιθουανικό pilnas, Εκκλησιαστικό Παλαιοσλαβωνικό [OCS] plĭnŭ) και, μεταξύ άλλων, το σανσκριτικό pūrṇà.

Το OCS plĭnŭ μετά την απώλεια των yer έγινε /pl.n/, το οποίο εξελίχθηκε στο Σερβο-Κροατικό pȕn, στο βουλγαρικό пълен (pǝlen) και στο Πρότυπο Σλαβομακεδονικό полн/poln.

Έτσι το φαγητό «Γεμιστά» είναι Punjena Paprika («Γεμιστή Πιπεριά») σερβο-κροατιστί, Pǝlnena Čuška βουλγαριστί και Polneti Piperki σλαβομακεδονιστί.

Άλλα παράγωγα επίθετα είναι:

♦ Στην Ελληνική τα:

*pl.h1-os > *πλῆος > αττικο-ιωνικό πλέως (λόγω ποσοτικής αντιμετάθεσης του τύπου λᾱός > ληός > λεώς) και πλέος ~ ἔμπλεος (λόγω βράχυνσης του προφωνηεντικού μακρού φωνήεντος, όπως ἡώς > ἑῷος)

*pleh1-res- > πλήρης

♦ Στην Λατινική τα:

*pleh1-tos > complētus

*pleh1-ros > plērus

♦ Στην Αλβανική το *pleh1-tos > *plēta > *plāta > plotë

Ένα άλλο επίθετο που μπορούμε να αναδομήσουμε είναι το *pelh1-us, το οποίο δείχνει την μετάθεση *pleh1- > pelh1-, αλλά απαντά με διαφορετικούς βαθμούς ablaut στους διάφορους κλάδους.

Ο ε-βαθμός *pelh1-us απαντά στο Παλαιό Ιρλανδικό il και στο πρωτο-Γερμανικό *feluz (λ.χ. Γοτθικό filu κλπ), ενώ ο ο-βαθμός *polh1-us απαντά στο ελληνικό πολύς και ο μηδενικός βαθμός *pl.h1-us στο σανσκριτικό puru- και το αβεστικό pouru-.

Λ.χ. η ρίζα (s)kand- «φέγγω, λάμπω» (λ.χ. λατινικό candeō, αλβανικό *skandā > hënë = «φεγγάρι», σανσκριτικό ścandrá = «λαμπερός, φεγγάρι») έδωσε το σανσκριτικό σύνθετο επίθετο puru-ścandra = πολυφεγγής, ενώ το σανκριτικό ρηματικό επίθετο *pl.h1-u-g’huH-tòs (*g’heuH- «καλέω») > puru-hūtaḥ = «πολυώνυμος».

Ένα άλυτο πρόβλημα παραμένει το εναλλακτικό θέμα πολλ- που βρίσκουμε λ.χ. στον πληθυντικό οι πολλοί και στο θηλυκό η πολλή. Ο αναμενόμενος θηλυκός τύπος είναι **polh1-ew-ih2 > **πολεῖα ~ **πολέα (λ.χ. ὁ θρασύς > ἡ θρασεῖα ~ θρασέα). Η λύση που υιοθετεί ο Αndrew Sihler (παράγραφοι 341 και 195a) είναι να υποθέσουμε ότι το πολέα έγινε πολjά και εν τέλει πολλά (λ.χ. Βορέᾱς > Βορjᾶς > Βορρᾶς και *h1elyos > alyos > ἄλλος) που, στην συνέχεια, άλλαξε σε πολλή.

Το άλλο ερώτημα που θέτει ο Sihler είναι κατά πόσο μπορούμε να αναδομήσουμε έναν κοινό πρόγονο *pl.h1u-h2-kwid ~ *polh1ew-h2-kwid για τα επιρρήματα:

Ελληνικό πολλάκι(ς) (στα Ομηρικά Έπη δίχως -ς) και Βεδικό Σανσκριτικό purū cit

pollakis

Το λατινικό plūs προέρχεται από την ίδια ρίζα, ενώ οι παραθετικοί βαθμοί του επιθέτου πολύς είναι ο συγκριτικός βαθμός πλείων και ο υπερθετικός πλεῖστος.

Η επαυξημένη ρίζα *pleh1-dh- έδωσε το ελληνικό ουδέτερο πλῆθος και το λατινικό plēbs = «το πλήθος των πληβείων» (για όσους απορούν για την τροπή *dh>b στην Λατινική θυμίζω λ.χ. *h1reudh-os > ἔρευθος = rubor).

Τέλος, στην Ελληνική η ρίζα *pleh1- «γεμίζω» απαντά ως πρώτο συνθετικό στην μορφή *pleh1-ti- > *plēti- > πλησι- σε όρους όπως πλησιφαής = «με γεμάτο φως, που λάμπει πλήρως» (επίθετο που χαρακτηρίζει την πανσέληνο = πλησιφαή σελήνη) και πλησίστιος = «ο ούρος άνεμος που φουσκώνει τα ιστία = πανιά».

Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης γράφει για τον κομήτη του Halley που φάνηκε τον Μάρτιο του 1066 (ο Ατταλειάτης εσφαλμένα τον χρονολογεί τον Μάιο) πως είχε το μέγεθος πλησιφαούς σελήνης.

[15.6] Μαΐου δὲ μηνὸς τῆς δ’ ἰνδικτιῶνος ἐνδιιππεύοντος ἐφάνη κομήτης ἀστήρ, κατόπιν τοῦ ἡλίου δύντος, τὸ μέγεθος σεληναῖον φέρων, ὅταν ἡ σελήνη πλησιφαὴς γένηται. καὶ ἐῴκει μὲν τηνικαῦτα καπνόν τινα καὶ ὁμίχλην ἐκπέμπειν.

Στην Οδύσσεια ο «πλησίστιος ούρος» άνεμος είναι «εσθλός εταίρος» (= άριστος σύντροφος) των ναυτικών.

[Οδύσσεια, 11.6-7]

ἡμῖν δ’ αὖ κατόπισθε νεὸς κυανοπρῴροιο
ἴκμενον οὖρον ἵει πλησίστιον, ἐσθλὸν ἑταῖρον,

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s