Το Βιβλίο 12 της Αλεξιάδας

Η Άννα κομνηνή τελειώνει το Βιβλίο 11 της Αλεξιάδας με την περιγραφή της ταπεινωτικής επιστροφής  του Βοημούνδου μέσα σε φέρετρο και το απειλητικό του μήνυμα για τον Αλέξιο που άφησε στον δούκα της Κέρκυρας.

Περίληψη βιβλίου 12:

Η Κομνηνή ξεκινάει το βιβλίο 12 από το ίδιο σημείο περιγράφοντας τον Βοημούνδο να φτάνει τελικά στην Λογγιβαρδία (= Νότιο Ιταλία) και από εκεί να ταξιδεύει στις «Κελτικές/Λατινικές» χώρες, αφενός μεν για να συκοφαντήσει τον Αλέξιο ως «παγανό» πολέμιο των Χριστιανών και σύμμαχο των «παγανών» (= Μουσουλμάνων), αφετέρου δε για να στρατολογήσει όσους μπορούσε για την επικείμενη εισβολή της Ρωμανίας που σχεδίαζε. Όπως θα φανεί παρακάτω, ο Βοημούνδος κατάφερε να κερδίσει την υποστήριξη του Πάπα (που δεν ήταν πια ο φιλικά διατεθειμένος προς τον Αλέξιο Ουρβανός Β’, αλλά ο διάδοχός του Πασχάλης Β΄). Η Κομνηνή περιγράφει και την άφιξη του Αλεξίου στην Θεσσαλονίκη («τὴν τοῦ Θετταλοῦ πόλιν») με σκοπό την οργάνωση της άμυνας των δυτικών μερών (στρατολόγηση και εκπαίδευση νεολέκτων, οχυρωματικά έργα, πρόσληψη «ξενικών» = μισθοφόρων κλπ). Όταν ολοκλήρωσε το έργο του στα δυτικά μέρη, ο Αλέξιος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και η Κομνηνή περιγράφει την συνωμοσία των αδελφών Ανεμάδων (οικογένεια επιφανών στρατιωτικών με γεννάρχη τον Μιχαήλ Ανεμά (Al-Numan), βαπτισθέντα γιο του τελευταίου Εμίρη της Κρήτης) και των συνεργατών τους, που είχαν σχεδιάσει να δολοφονήσουν τον Αλεξίο ένα πρωί που θα έπαιζε ανυποψίαστος «ζατρίκιον» (~ σκάκι, < περσικό chatrang). Τελικά ο Αλέξιος ξεσκέπασε και συνέλαβε τους συνομώτες, τους διεπόμπευσε στο πλήθος και, τελευταία στιγμή, αποφάσισε να μην τους τυφλώσει, αλλά να τους φυλακίσει αβλαβείς. Τον αρχηγό της συνωμοσίας Μιχαήλ Ανεμά τον φυλάκισε στον Πύγο του Ανεμά, μαζί με τον αποστατήσαντα πρώην δούκα της Τραπεζούντας Γρηγόριο Ταρωνίτη, που συνέχισε τις ημιαυτονομιστικές τάσεις των προκατόχων του (Θεόδωρος Γαβράς και ο γιος του Κωνσταντίνος).

Τελικά στις 9/10-Οκτωβρίου του 1107, ο Βοημούνδος πραγματοποίησε την διαπεραίωση της Αδριατικής (από το Μπάρι στον Αυλώνα) ως επικεφαλής ενός μεγάλου στρατού που είχε σχηματίσει στρατολογώντας απ΄όλα τα μέρη της Δυτικής Ευρώπης. Στις 13 Οκτωβρίου 1107, ο στρατός του Βοημούνδου ξεκίνησε την πολιορκία του Δυρραχίου και η Κομνηνή, αφού μας παρέχει μερικές γεωγραφικές πληροφορίες για την περιοχή της σημερινής Αλβανίας, κλείνει το βιβλίο 12 με τον ατρεμή και ψύχραιμο Αλέξιο να μαθαίνει στην Κωνσταντινούπολη τα νέα της νέας εισβολής.

Βιβλίο 12:

Η Κομνηνή ξεκινάει πληροφορώντας μας ότι ο Βοημούνδος κινείται κατά του Αλεξίου πάντοτε για τον ίδιο λόγο: «τὰ σκῆπτρα τῶν Ῥωμαίων ἑαυτῷ μνηστευόμενος» = «επιθυμώντας ν΄αποκτήσει τα σκήπτρα των Ρωμαίων για τον εαυτό του» . Μνηστεύω = φλερτάρω, προσπαθώ ν΄αποκτήσω κάτι που επιθυμώ, όπως οι μνηστήρες την Πηνελόπη. Αφού άφησε πίσω στην Αντιόχεια τον ικανό ανιψιό του Ταγκρέδο, ο Βοημούνδος το 1106 κατάφερε να παντρευτεί την πριγκήπισσα Κωνταντία (Constance), κόρη του «ρηγός» της «Φραγγίας»/Γαλλίας Φιλίππου Α΄ και να στείλει την αδελφή της Καικιλία (Caecilia > Cecile of France) ως γυναίκα στον Ταγκρέδο.

Με αυτούς του γάμους ο Βοημούνδος κατάφερε ν΄αποκτήσει έναν ισχυρό σύμμαχο που σίγουρα συνέβαλε στο να συγκεντρώσει «δυνάμεις ἀπανταχόθεν μυριοπληθεῖς … ἐκ πάσης τε χώρας καὶ πόλεως» για την επικείμενη διαπεραίωση προς το Ιλλυρικό που είχε αποφασίσει να κάνει. Ο βασιλέας Αλέξιος όταν πληροφορήθηκε το μήνυμα που ο Βοημούνδος άφησε στον δούκα της Κέρκυρας/Κορυφούς Αλέξιο, ειδοποίησε αμέσως την Πίσσα (Πίζα), την Γένουαν (Γένοβα) και την Βενετία, ώστε να μην πιστέψουν τους «απατηλούς του λόγους» (συκοφαντίες). Ο Βοημούνδος συκοφαντούσε τον Αλέξιο σε όλες τις πόλεις και χώρες απ΄όπου περνούσε, «παγάνον ὀνομάζων αὐτὸν καὶ τῶν Χριστιανῶν πολέμιον».

[12.1.1] Τὰ μὲν οὖν τῆς πρώτης τοῦ Βαϊμούντου διαπεραιώσεως ἔργα, καὶ ὁπόσα πραγματευσάμενος κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος φαίνεται τὰ σκῆπτρα τῶν Ῥωμαίων ἑαυτῷ μνηστευόμενος, καὶ ὅπως τὴν ἐκεῖθεν ὑποχώρησιν μετὰ ῥᾳδιουργίας προμηθευσάμενος καὶ δὴ καὶ τυχὼν τοῦ σκοποῦ, καὶ τοιαύτην τὴν ναυλοχίαν καθαπερεὶ νεκρὸς φερόμενος ποιησάμενος τὴν Κορυφὼ κατέλαβεν, ὧδέ πη περιγεγράφθω. Ἐχέσθω δ’ αὖθις ὁ λόγος τῶν μετ’ ἐκεῖνα τούτου πράξεων. Καταλαβὼν δὲ ὁ νεκρὸς ὀδωδὼς τὴν Κορυφώ, καθά γε καὶ εἴρηται, καὶ ἀπειλησάμενος διὰ τοῦ ἐκεῖσε δουκὸς τῷ αὐτοκράτορι, ὁπόσα ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, πρὸς τὴν Λογγιβαρδίαν τὸν ἀπόπλουν ποιησάμενος ἔργου ἥπτετο, σκεπτόμενος αὖθις τὸ Ἰλλυρικὸν καταλαβεῖν καὶ συμμάχους διὰ τοῦτο σπεύδων συναγηοχέναι πλείους τῶν πρὸ τοῦ. Καὶ περὶ κήδους τῷ ῥηγὶ Φραγγίας ὁμιλήσας, τὴν μὲν τῶν θυγατέρων αὐτοῦ εἰς ἰδίαν αὐτῷ γυναῖκα ἐξέδοτο, τὴν δέ γε ἑτέραν διαπόντιον πρὸς τὴν Ἀντιόχου πόλιν ἐξέπεμψεν ἐφ’ ᾧ συναφθῆναι τῷ ἀνεψιῷ αὐτοῦ Ταγγρέ. Εἶτα δυνάμεις ἁπανταχόθεν μυριοπληθεῖς συλλεξάμενος ἐκ πάσης τε χώρας καὶ πόλεως τοὺς κόμητας μεταπεμψάμενος μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς στρατευμάτων τὴν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπεραίωσιν ἐπετάχυνεν.

[12.1.2] Ὁ γοῦν βασιλεύς, τὰ διὰ τοῦ Ἀλεξίου πρὸς αὐτὸν διαμηνυθέντα ἀκηκοώς, εὐθὺς κατὰ πάσας τὰς χώρας, Πίσσαν τε καὶ Γένουαν καὶ Βενετίαν γράμματα ἐπέστελλε, προπαρασκευάζων αὐτοὺς μὴ συναπαχθέντας τοῖς ἀπατηλοῖς τοῦ Βαϊμούντου λόγοις ἐκείνῳ συνεφέψεσθαι. Καὶ γὰρ περιιὼν ἁπάσας τὰς πόλεις καὶ χώρας πολλὴν τὴν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος καταδρομὴν ἐπεποίητο, παγάνον ὀνομάζων αὐτὸν καὶ τῶν Χριστιανῶν πολέμιον.

Το επίθετο «παγανός/paganus», όπως θα φανεί ξεκάθαρα παρακάτω, χρησιμοποιείται με την σημασία «άπιστος, μη Χριστιανός, Μουσουλμάνος».

paganus-muslim

Η δυτική επέκταση της σημασίας paganus = «πολυθεϊστής/ειδωλολάτρης» για τους αλλόπιστους αλλά μονοθεϊστές Μουσουλμάνους θυμίζει την ανάλογη βυζαντινή χρήση των όρων «Ἕλλην, ἑλληνικός» για τους Άραβες. Λ.χ. ο Συνεχιστής Θεοφάνους περιγράφει τις δυνάμεις των «βάρβαρων Αγαρηνών της Καρχηδόνος» που επί Βασιλείου Α΄ εκπόρθησαν τις Συρακούσες ως «ελληνικές» (= μη Χριστιανικές = Μουσουλμανικές) και βαρβαρικές (= μη Ρωμαϊκές).

hellenic-muslim

Το γεγονός ότι η Κομνηνή αποδίδει αυτούσιο το λατινικό paganus ως «παγανός» αντί για το αναμενόμενο «Ἕλλην» (θυμίζω πως η τυπική λατινική απόδοση του ελληνικού «Ἕλλην» = «ειδωλολάτρης» κατά την ύστερη/χριστιανική αρχαιότητα ήταν paganus ή “Graecus … id est paganus”, δηλαδή «Ἕλλην, με τη σημασία paganus/ειδωλολάτρης»), ίσως δείχνει μια ιδεολογική απομάκρυνση από τους βυζαντινούς λογίους των προηγούμενων αιώνων. Ίσως η Κομνηνή να μην διέθετε πια την άνεση του Συνεχιστή Θεοφάνους στην χρήση του όρου «Ἕλλην» με την σημασία «Μουσουλμάνος». Όπως γράφει και ο Καλδέλλης, οι [αρχαίοι] Έλληνες κατά την Κομνήνεια περίοδο μετατράπηκαν σε πρότυπα πολιτισμικής αρετής.  Ίσως οι λόγιοι δεν έκριναν πια ως πρέπουσα την χρήση του όρου «Ἕλλην», για να περιγράψουν τους βάρβαρους «Ἰσμαηλίτες».

Graecus-paganus

Στη συνέχεια η Κομνηνή αντιγράφει ένα συμβάν που είχε περιγράψει στα προηγούμενο βιβλίο. Στο βιβλίο 11 (δες αρχή της προηγούμενης ανάρτησης) γράφει πως ο «βαβυλώνιος» (= Φατιμίδης της Αιγύπτου) Μαλίκ Αλ-Αφντάλ είχε αιχμαλωτήσει ορισμένους «Κελτούς» κόμητες, τους οποίους κατάφερε ν΄απελευθερώσει ο Αλέξιος. Η Κομνηνή επαναλαμβάνει την ιστορία μόνο που τώρα στον «βάρβαρο βαβυλώνιο» στέλνεται ο Νικηφόρος Πανουκωμίτης και όχι ο Βαρδαλής. Εδώ όμως παρουσιάζεται το κίνητρο του Αλεξίου. Ο Αλέξιος απελευθέρωσε «τους κάποτε εχθρούς και παραβιαστές των όρκων» και τους περιποιήθηκε δαψιλώς στην Κωνσταντινούπολη, με σκοπό να επιστρέψουν στην Δύση και να «ελέγξουν»/διαψεύσουν τον Βοημούνδο που «πολλὰ τοῦ αὐτοκράτορος κατέτρεχε κατὰ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν περιιὼν καὶ παγάνον αὐτὸν λαμπρᾷ τῇ φωνῇ ἀνακηρύττων καὶ τοῖς παγάνοις ὅλῃ γνώμῃ ἐπαρήγοντα», δηλαδή τον συκοφαντούσε παντού ως «παγανός» και «επαρωγό [= σύμμαχο/βοηθό] των παγαγών (= μουσουλμάνων)». Οι απελευθερωμένοι κόμητες, λοιπόν, επέστρεψαν στην Δύση και αποκαλούσαν σε κάθε ευκαιρία τον Βοημούνδο «ἀπατεῶνα».

[12.1.3] Ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ Βαβυλώνιος τριακοσίους φθάσας κατέσχε τότε κόμητας, ὁπότε τὰ ἄπειρα πλήθη τῶν Κελτῶν διὰ τῆς ἑσπέρας διαπεραιωσά μενα τὴν Ἀσίαν τήν τε Ἀντιόχου πόλιν καὶ τὴν Τύρον καὶ τὰς παρακειμένας ἁπάσας πόλεις καὶ χώρας ἐμάστιζον, καὶ δεσμώτας ἐμφρούρους εἶχεν, ἡ δὲ φρουρὰ δεινὴ τῶν πάλαι γεγενημένων. Καὶ <τὰ> περὶ τῆς τούτων ἁλώσεως καὶ τὰ ἐντεῦθεν συμπεσόντα τούτοις δεινὰ μεμαθηκῶς ὁ αὐτοκράτωρ ἐδάκνετο τὴν ψυχὴν καὶ ὅλος τῆς ἐκείνων ἀναρρύσεως ἐγεγόνει. Καὶ μεταπεμψάμενος Νικήταν τὸν Πανουκωμίτην μετὰ χρημάτων πρὸς τὸν Βαβυλώνιον ἐξαπέστειλε, γραφὰς πρὸς αὐτὸν ἐγχειρίσας δι’ ὧν τοὺς δορυαλώτους ἐκείνους ᾐτεῖτο κόμητας, πολλὰς ὑποσχόμενος αὐτῷ τὰς χάριτας, εἰ τούτους λύσας τῶν δεσμῶν ἀπολύσει. Ὁ δὲ Βαβυλώνιος τὸν Πανουκωμίτην θεασάμενος καὶ ἀκούσας, ἅττα δὴ παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς αὐτὸν διεμηνύθη, ἀνελίξας δὲ καὶ τὰς γραφὰς λύει μὲν παραχρῆμα τοὺς κόμητας τῶν δεσμῶν, ἐξάγει δὲ τῆς φρουρᾶς· οὐ μέντοι γε παντελοῦς ἐλευθερίας αὐτοὺς ἀξιοῖ, ἀλλὰ τῷ Πανουκωμίτῃ παραδίδωσι πρὸς τὸν αὐτοκράτορα τούτους ἐξαποστείλας μηδ’ ὁτιοῦν τῶν ἀποσταλέντων χρημάτων ἀναλαβόμενος· εἴτε δὲ ὡς μὴ ἀποχρῶντα πρὸς τοσούτων λύτρον, εἴτε καὶ δωροληψίας ἐκφεύγων ὑπόνοιαν καὶ ὡς μὴ φαίνοιτο τιμῆς τούτους ἀποδόμενος, ἀλλὰ καθαρὰν τὴν χάριν ἀπονέμων τῷ βασιλεῖ καὶ ἀκίβδηλον, εἴτε καὶ πλειόνων ἐφιέμενος, Θεὸς ἂν εἰδείη.

[12.1.4] Τούτους ὁ βασιλεὺς καταλαβόντας θεασάμενος ὑπερηγάσθη μὲν τὴν τοῦ βαρβάρου γνώμην καὶ τεθαύμακεν, ἐπιπόνως δὲ τούτους περὶ τῶν συμβεβηκότων αὐτοῖς ἐπερωτήσας καὶ μεμαθηκὼς ὅπως, ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον καὶ τοσούτων κύκλων περιόδους ἔμφρουροι ὄντες, οὐδὲ ἅπαξ ἥλιον ἐθεάσαντο οὐδὲ τῶν δεσμῶν ἐλύθησαν, ἀλλὰ καὶ τροφῶν παντοίων ἄγευστοι τὸ παράπαν ἐπὶ τοσοῦτον διαμεμενήκεσαν μόνου ἄρτου καὶ ὕδατος μεταλαμβάνοντες, οἰκτείρας τοῦ πάθους καὶ θερμὸν καταστάξας δάκρυον, πολλῆς παραχρῆμα ἠξίου φιλοφροσύνης χρήματά τε ἐπιδοὺς καὶ ἄμφια παντοῖα παρασχὼν ἐς βαλανεῖά τε προτρεπόμενος καὶ παντοίως τῆς τοσαύτης κακότητος ἀνακτήσασθαι τούτους μηχανώμενος. Οἱ δὲ ἔχαιρον ἐφ’ οἷς παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος εὖ πεπόνθασιν, οἱ πρὶν ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι, οἱ παραβάται τῶν πρὸς αὐτὸν ὁρκίων καὶ ὑποσχέσεων, τὴν τοσαύτην ἐς αὐτοὺς κατανοοῦντες ἀνεξικακίαν.

[12.1.5] Ὁ δὲ μεθ’ ἡμέρας μεταπεμψάμενος τούτους ἔφη· «Ἄδειαν ὑμῖν τοῦ λοιποῦ δίδωμι, ἵνα ὁπόσον βούλεσθε κατὰ ταύτην τὴν πόλιν ἐγκαρτερήσητε μεθ’ ἡμῶν. Ὁπηνίκα δέ τις τῶν οἰκείων ἐπιμνησθεὶς ἐθε λήσοι ἀναχωρεῖν, ἀκωλύτως καὶ τῆς πρὸς τὰ οἴκοι φερού σης ἅψαιτο συνταξάμενος ἡμῖν καὶ οὕτως διὰ χρημάτων καὶ παντοίας ἄλλης οἰκονομίας ἐφοδιασθεὶς καλῶς διευθετηθείη. Καὶ ἁπλῶς καὶ παρεῖναι καὶ ἀπεῖναι ἄδειαν ἔχειν ὑμᾶς βούλομαι καὶ τὸ βουλητὸν ὡς ἐλευθέρους κατὰ τὴν οἰκείαν γνώμην πράττειν.» Ἦσαν μὲν οὖν τέως οἱ κόμητες μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος παντοίας, ὡς εἴρηται, θεραπείας ἀξιούμενοι καὶ δυσαποσπάστως αὐτοῦ ἔχοντες. Ἐπεὶ δὲ τὴν Λογγιβαρδίαν ὁ Βαϊμοῦντος καταλαβών, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσε, πλείω τῶν προτέρων στρατευμάτων σπεύδων συναγαγεῖν, πολλὰ τοῦ αὐτοκράτορος κατέτρεχε κατὰ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν περιιὼν καὶ παγάνον αὐτὸν λαμπρᾷ τῇ φωνῇ ἀνακηρύττων καὶ τοῖς παγάνοις ὅλῃ γνώμῃ ἐπαρήγοντα, τοῦτο ὁ αὐτοκράτωρ μεμαθηκὼς τοὺς ῥηθέντας κόμητας, τὸ μέν τι καὶ αὐτῶν προθυμουμένων ἤδη πρὸς τὰς σφῶν ἀπιέναι χώρας, τὸ δέ τι καὶ πρὸς ἔλεγχον τῶν κατ’ αὐτοῦ παρὰ τοῦ Βαϊμούντου διακηρυκευομένων, δαψιλεῖς τὰς δωρεὰς ἐπιχορηγήσας αὐτοῖς οἴκαδε ἐξαπέστειλεν.

Στη συνέχεια ο Αλέξιος πήγε στην Θεσσαλονίκητὴν τοῦ Θετταλοῦ πόλιν») για να οργανώσει την άμυνα των δυτικών μερών (στρατολόγηση και εκπαίδευση νεολέκτων, οχυρωματικά έργα κλπ), ενώ την ίδια στιγμή, οι απελευθερωμένοι κόμητες, όπως είπα και παραπάνω, κατηγορούσαν τον Βοημούνδο κατὰ πρόσωπον ως «ἀπατεῶνα» και συκοφάντη του Αλεξίου, για τον οποίο από προσωπική τους πείρα («μάρτυρας αὐτόπιστους») ήξεραν ότι ήταν «καλός Χριστιανός».

[12.1.6] Αὐτὸς δὲ πρὸς τὴν Θετταλοῦ πόλιν σπουδαίως ἐξῄει, ἅμα μὲν καὶ τοὺς νεήλυδας τὰ στρατιωτικὰ παιδεύειν, ἅμα δὲ καὶ τὸν Βαϊμοῦντον ἐκ τῆς περὶ αὐτοῦ φήμης ἀπείργεσθαι τῆς ἀπὸ Λογγιβαρδίας πρὸς τὴν ἡμεδαπὴν διαπεραιώσεως. Ἀπελθόντες τοίνυν οἱ κόμητες ἐκεῖνοι ἔλεγχοι τοῦ Βαϊμούντου γεγόνασιν ἀψευδέστατοι, ἀπατεῶνα ἀποκαλοῦντες αὐτὸν καὶ μηδ’ ἐπὶ τῷ τυχόντι ἐπαληθεύοντα, κατὰ πρόσωπον αὐτὸν πολλάκις ἐλέγχοντες καὶ κατὰ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν ἀποκηρύττοντες, μάρτυρας αὐτοπίστους ἑαυτοὺς παριστῶντες.

Στην συνέχεια η Κομνηνή μας πληροφορεί ότι το σχέδιο του Βοημούνδου ήταν η διπλή εισβολή. Όσο αυτός θα επέδραμε στα δυτικά Βαλκάνια, ο Ταγκρέδος από την Αντιόχεια θα επιτελούσε την εισβολή της Κιλικίας, ώστε να μην μπορέσει ο Αλέξιος να αντιμετωπίσει και τις δύο εισβολές ταυτόχρονα. Ο Αλέξιος κάλεσε στα Βαλκάνια τον Καντακουζηνό και τον Μοναστρά, αφήνοντας στην Κιλικία τον Αρμένιο Ασπιέτη. Η Κομνηνή τον περιγράφει ως ευγενή εκ των Αρσακιδών καταγόμενο, ο οποίος είχε επιδείξει το θάρρος του (12.2.7) σε παλαιότερη μάχη. Ωστόσο, ο Ασπιέτης, με το που έφτασε στην Κιλικία, κατάντησε «θηλυνόμενος» (~ θηλυπρεπής), ενώ ο αντίπαλός του Ταγκρέδος ήταν «φερεπονώτατος και ρωμαλεώτατος στρατιώτης», άριστος πολιορκητής και είχε συλλέξει δυνάμεις «ἀπανταχόθεν ἐξ Ἀρμενίων τε καὶ Κελτῶν», τις οποίες εξεγύμναζε καθημερινά, ενώ την ίδια στιγμή ο Αρμένιος Ασπιέτης μεθούσε ανέμελος κάθε βράδυ και παρέμενε αδρανής, με αποτέλεσμα να τον μισήσει το ίδιο του το στράτευμα.

[12.2.1] Ἐπεὶ δ’ ἡ τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσις ἁπανταχῆ διεδίδοτο καὶ πολλῶν ἐδεῖτο ὁ αὐτοκράτωρ δυνάμεων καὶ ἀναλόγου στρατεύματος ἀντικαθισταμένου πρὸς τὰ κελτικὰ πλήθη, οὐκ ἔμελλεν οὐδ’ ἀνεδύετο, ἀλλὰ τοὺς περὶ τὴν Κοίλην Συρίαν μετεπέμπετο, τὸν Καντακουζηνόν φημι καὶ τὸν Μοναστρᾶν· ὁ μὲν γὰρ τὴν Λαοδίκειαν ἐφρούρει, ὁ δὲ τὴν Ταρσόν. Τούτους οὖν ἐκεῖθεν μεταπεμπόμενος οὐκ ἐρήμους τὰς ὑπ’ αὐτῶν φρουρουμένας χώρας καὶ πόλεις κατέλιπεν· ἐς μὲν γὰρ τὴν Λαοδίκειαν τὸν Πετζέαν μεθ’ ἑτέρων ἐκπέμπει δυνάμεων, ἐς δέ γε Ταρσὸν καὶ ἁπάσας τὰς ὑπὸ τὸν Μοναστρᾶν πόλεις καὶ χώρας τὸν Ἀσπιέτην. Ἀνὴρ δὲ οὗτος εὐγενὴς ἐξ Ἀρμενίων ὁρμώμενος καὶ τῶν ἐπ’ ἀνδρείᾳ διαβεβοημένων, ὡς ἡ φήμη τὸ τηνικαῦτα ἐκήρυττε, κἂν ὁ τότε καιρὸς οὐ πάνυ τοιοῦτον ὄντα ἐξήλεγξεν ὅσον γε τὰ εἰς στρατηγικὴν δύναμιν.

[12.2.2] Ὁ μὲν γὰρ τῆς Ἀντιόχου ἐπιτροπεύων Ταγγρέ, ὃν ὁ λόγος φθάσας καταλέλοιπεν ἐν Συρίᾳ, φήμας τε ὑπεπέμπετο πυκνάς, ὡς ἄρα ταχὺ καταλάβοι τὴν Κιλικίαν ἐφ’ ᾧ πολιορκήσειν αὐτὴν καὶ τῶν τοῦ βασιλέως ἀφελέσθαι χειρῶν, ἅτε ἰδίαν οὖσαν καὶ τῷ δόρατι τούτου τῶν Τούρκων ἀφαιρεθεῖσαν. Καὶ οὐ μόνον φήμας τοιαύτας πανταχόσε κατέπεμπεν, ἀλλὰ καὶ διὰ γραμμάτων ἠπείλει τὰ χείρω τούτων, ἃ καὶ τῷ Ἀσπιέτῃ καθ’ ἡμέραν ἑκάστην ἐνεχειρίζετο. Καὶ οὐκ ἠπείλει μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπειλῶν πρόδρομά τινα καὶ ἐποίει καὶ καθυπισχνεῖτο ποιεῖν, δυνάμεις τε συναγηοχὼς ἁπανταχόθεν ἐξ Ἀρμενίων τε καὶ Κελτῶν καὶ τούτους καθ’ ἑκάστην ἡμέραν γυμνάζων καὶ πρὸς παρατάξεις καὶ μάχας ἐξομαλίζων τὸ στράτευμα. Καὶ ἔστιν οὗ καὶ εἰς προνομὰς ἀποστέλλων καὶ τὸν καπνὸν πρὸ τοῦ πυρὸς παρεμφαίνων, τά τε πολιορκητικὰ ὄργανα κατασκευαζόμενος καὶ παντοιοτρόπως πρὸς τὴν πολιορκίαν ἑαυτὸν ἀνιστῶν.

[12.2.3] Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκεῖνος· ὁ δὲ ἀρμένιος Ἀσπιέτης, ὥσπερ μηδενὸς αὐτῷ ἐπικειμένου μηδὲ φοβοῦντος μηδὲ τοσοῦτον ἐπικρεμαννύντος κίνδυνον, ἐκάθητο ῥᾳθυμῶν βαρυτάτους πότους νύκτωρ ἑαυτῷ συνιστῶν. Καίτοι ἀνδρικώτατός τε ἦν καὶ Ἄρεως ὑπασπιστὴς γενναιότατος· ἐπὰν δὲ Κιλικίᾳ προσώκειλε, πόρρω δεσποτικῆς χειρὸς γεγονὼς καὶ ἐναυθεντήσας τοῖς πράγμασι τρυφαῖς ἑαυτὸν ἐκδεδώκει παντοίαις. Οὕτως ὁ Ἀρμένιος ἐκεῖνος ἐκθηλυνόμενος καὶ διαρρέων διηνεκῶς, ἐπειδὴ καταλάβοι ὁ τῆς πολιορκίας καιρός, ἀναπεπτωκὼς ὤφθη πρὸς στρατιώτην φερεπονώτατον τὸν Ταγγρέ. Καὶ οὔτε πρὸς τὰς βροντὰς ἐκείνου τῶν ἀπειλῶν κατεκροτήθη τὴν ἀκοὴν οὔτε κεραυνοφόρου τούτου ἐληλυθότος διὰ τῶν κατὰ Κιλικίαν πορθήσεων πρὸς τὰς ἀστραπὰς ἐνητένιζεν.

[12.2.4] Ὁ μὲν γὰρ Ταγγρὲ ἀθρόον ἐξ Ἀντιοχείας στρατεύσας στρατὸν μυρίανδρον καί, διχῆ τούτους διελόμενος, τοὺς μὲν διὰ τῆς ἠπείρου πέμπει ταῖς Μόψου πόλεσι, τοὺς δὲ ναυσὶ τριήρεσιν ἐμβαλὼν διὰ τῆς θαλάττης ἄγει τῷ ποταμῷ Σάρωνι. Ῥεῖ δὲ ἄνωθεν οὗτος ἀπὸ τῶν τοῦ Ταύρου ὀρῶν καὶ διὰ μέσου παραρρέων τῶν δυεῖν πόλεων Μόψου, τῆς τε καταλελυμένης καὶ τῆς ἱσταμένης, ἐς τὸ συριακὸν ἐκδίδωσι πέλαγος. Ἀφ’ οὗ αἱ νῆες ἀναπλεύσασαι τοῦ Ταγγρὲ καὶ τῷ στόματι πελάσασαι τούτου τοῦ ποταμοῦ πρὸς τὰς γεφύρας ἀνήχθησαν, αἳ τὰς ἀμφοτέρας πόλεις ξυνάπτουσι. Περιερρεῖτο τοίνυν ἡ πόλις ἑκατέρωθεν τῷ στρατεύματι βαλλομένη. Ἔνθεν τοι καὶ ῥᾳδίως εἶχον διαναυμαχεῖν πρὸς τὴν πόλιν οὗτοι, καὶ πεζομαχεῖν ἐκ θατέρου οἱ ἀπὸ τῆς γῆς αὐτὴν ἐπιθλίβοντες.

[12.2.5] Ὁ δέ, ὥσπερ μηδεμιᾶς καινοτομίας ὑπούσης μηδὲ τοσούτου σμήνους στρατιωτῶν περιβομβοῦντος κύκλῳ τὴν πόλιν, ὀλίγα τούτων ἐφρόντιζεν οὐκ οἶδ’ ὅ τι παθὼν καὶ ἀναξίως τότε τῆς αὐτοῦ γενναιότητος διατεθείς. Τοῦτο εὐμισητότατον τὸν ἄνδρα τῷ βασιλικῷ στρατεύματι πεποίηκε. Τί οὖν ἔδει παθεῖν τὰς κίλικας πόλεις ὑπὸ τηλικούτου καταστρατηγουμένας ἀνδρός; Τά τε γὰρ ἄλλα ὁ Ταγγρὲ ῥωμαλεώτατος τῶν κατ’ αὐτὸν ἐγεγόνει καὶ εἰς στρατηγικὴν ἐμπειρίαν τῶν σφόδρα θαυμαζομένων, πολιορκῆσαι δὲ πόλεις ἀφυκτότατος στρατηγός.

[12.2.6] Καὶ θαυμάσειέ τις ἐνταυθοῖ γεγονώς, πῶς τὸν αὐτοκράτορα διέλαθε τὸ τοῦ Ἀσπιέτου ἀπειροπόλεμον. Ἐγὼ δ’ ἂν ὑπεραπολογησαίμην τοὐμοῦ πατρός, ὅτι τὸ τοῦ γένους ἐπίσημον τὸν αὐτοκράτορα πέπεικεν, ὡς ἥ τε τοῦ γένους λαμπρότης καὶ τὸ τοῦ ὀνόματος περιβόητον πολλὰ συνεισενεγκεῖν ἔχοι τῇ τοῦ Ἀσπιέτου ἀρχῇ. Ἦν γὰρ τῶν Ἀρσακιδῶν τὰ πρῶταφέρων ἐκεῖνος καὶ ἐκ βασιλικοῦ καταγόμενος αἵματος. Ἔνθεν τοι καὶ στρατοπεδάρχην αὐτὸν ἠξιώκει πάσης ἀνα τολῆς καὶ εἰς ὑπερηφάνους βαθμίδας ἀνήνεγκεν ἄλλως τε καὶ πεῖραν τῆς ἀνδρείας ἐκείνου λαβών.

[12.2.7] Καὶ γὰρ ὁπό ταν τῷ Ῥομπέρτῳ συνεκρότησε πόλεμον ὁ αὐτοκράτωρ καὶ ἐμὸς γενέτης, καθάπερ ἐμνημόνευσα, κατὰ τὴν τοῦ πολέμου ἐκείνου σύρραξιν Κελτός τις ὑπερωμίας ἰθύνας τὸ δόρυ καὶ μυωπίσας τὸν ἵππον καθάπερ τις σκηπτὸς ἐμπίπτει τῷ Ἀσπιέτῃ. Ὁ δὲ τοῦ ξίφους ἐπιδραξάμενος δέχεται τὴν τοῦ Κελτοῦ βιαίαν φορὰν καὶ τιτρώσκεται μὲν καιριωτάτην πληγήν, τοῦ δόρατος τὸν πνεύμονα μὲν παραμείψαντος, ἐκεῖθεν δὲ διὰ τῆς ῥάχεως διενεχθέντος. Ὁ δὲ μήπω συγχυθεὶς τῇ πληγῇ μηδὲ τῆς ἕδρας ἐκκυλισθείς, ἀλλ’ ἑδράσας ἑαυτὸν ἰσχυρότερον παίει τὸν βάρβαρον κατὰ τῆς κόρυθος καὶ δίχα διαιρεῖ καὶ τὴν κεφαλὴν καὶ τὴν κόρυθα. Καὶ πίπτουσι καὶ ἄμφω τῶν ἵππων, ὁ μὲν νεκρὸς ὁ Κελτός, ὁ δ’ Ἀσπιέτης ἔτι ἐμπνέων. Ὃν οἱ ἀμφ’ αὐτὸν ἀνελόμενοι γεγονότα παντάπασιν ἔξαιμον καὶ καλῶς ἐπιμεληθέντες πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἤνεγκαν, δεικνύντες καὶ <τὸ> δόρυ καὶ τὴν πληγὴν καὶ τὸν θάνατον τοῦ Κελτοῦ διηγούμενοι. Ταύτης τῆς οὐκ οἶδ’ ὅπως ἀνδρείας καὶ τόλμης τὸ τηνι καῦτα τῷ Ἀσπιέτῃ μεμνημένος ὁ αὐτοκράτωρ καὶ τούτοις ἐπισυνάψας τὸ γένος καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ γένους εὔκλειαν … ἀξιόμαχον στρατηγὸν ἀποστέλλει κατὰ τὴν Κιλικίαν πρὸς τὸν Ταγγρὲ στρατοπεδάρχην τετιμηκώς, καθάπερ φθάσασα γέγραφα.

Μετά από την παρένθεση του Ασπιέτη, η Κομνηνή ξαναεπιστρέφει στα δυτικά Βαλκάνια και μας πληροφορεί ότι ο Αλέξιος διέταξε τους ηγεμόνες των δυτικών μερών να συγκεντρώσουν τα στρατεύματά τους στην «Σθλανίτζη». Η Σλάνιτσα, που συνιστούσε επισκοπή της Αρχιεπισκοπής Οχρίδος και Πάσης Βουλγαρίας, είναι το ΒΔ τμήμα του κεντρικού μακεδονικού κάμπου (αρχαίος κάμπος της Βοττιαίας), δηλαδή χονδρικά ήταν το τμήμα του κάμπου που περιέχεται στο τρίγωνο που ορίζουν η Έδεσσα, τα Γιαννιτσά και η Νάουσα. Όταν το 1591 ο Βενετσιάνος πρέσβης Lorenzo Bernardo έκανε το ταξίδι Δυρράχιο-Θεσσαλονίκη με σκοπό να φτάσει στην Κωνσταντινούπολη, περνώντας την Έδεσσα περιγράφει τον πλατύ κάμπο «που οι Βούλγαροι τον ονομάζουν Σλάνιτσα και οι Τούρκοι Βαρντάρ Οβά» (ova = κάμπος, λιβάδι στα Τουρκικά).

Στην μακεντόνκα βικιπαίδεια για την Σλάνιτσα, οι Μακεντόντσι έχουν παραχαράξει τα λόγια του Bernardo σβήνοντας το κομμάτι «[…] που οι Βούλγαροι τον ονομάζουν Σλάνιτσα […]. 🙂 🙂

Βουλγαρική σελίδα: На 27 май като слязоха по хълма, изобилен от с вода и кладенци и тръгнаха по полите на планината, която се намираше отсреща на хълма, и слязоха в едно широко поле, което турците наричат Вардарова, а българите — Сланица

Μακεντόνκα σελίδα: Во 1591 г. венецијанскиот дипломат Лоренцо Бернардо минувал низ Македонија на пат за Цариград и во записите сведочи за областа како широко поле со име Сланица, а со турски назив „Вардарова“.

Τα λόγια του Lorenzo Bernardo:

They say that Struga is a town but as a matter of fact it is rather a village; it is the first locality in succession in Bulgaria. A river flows across Struga which runs out of the lake of Ochrida; here, they say, is also the spring of the river of the town of Lesius [Drim river]. Practically the whole plain of Struga is cultivated, tiled and very fertile; a little further away, at the beginning of the plain of Struga, one passes through a bridgewhich is on the border between Bulgaria and Albania. The Bulgarians speak Slav and observe the Greek [Eastern Orthodox] rite.”

On May 23, proceeding further on a good road, they reached Bitola at 7 o’clock. Bitola is a Bulgarian town, densely populated, as they say, 1,500 houses, including 200 Jewish.”

“On May 27, descending the hill abounding in water and wells, they followed the foot of the mountain situated opposite the hill and came down in a wide plain which the Turks call Vardar Ova and the BulgariansSlanitsa.”

“They passed through a wooden bridge, 300 steps long, leading across the Vardar River which further on flows through Skopje…This bridge is the boundary between Bulgaria and Thessaly[*]. Near the bridge there is a house from which a Bulgarian maid came with a loaf baked under hot ashes.”

[*] “Thessaly” = περιοχή Θεσσαλονίκης, δηλαδή για τον Bernardo η «Βουλγαρία» είναι η περιοχή μεταξύ των ποταμών Μέλανος Δρίνου και Αξιού/Βαρδάρη. Εκεί ζούνε οι Βούλγαροι που μιλάνε σλαβικά και είναι ορθόδοξοι.

Έτσι έκαναν οι Μακεντόντσι και στην «αναστήλωση» της εκκλησίας της Αγίας Κυριακής (Sveta Nedelya) στο Μοναστήρι (Bitola). Αυτοί που έδωσαν τα χρήματα για το χτίσιμο της εκκλησίας το 1863, αυτοπροσδιορίστηκαν στην αφιερωτική επιγραφή ως Βούλγαροι του Μοναστηρίου. Όταν οι απόγονοί τους έγιναν Μακεντόντσι … έσβησαν μια λέξη από την αφιερωτική επιγραφή. Μπορείτε να μαντέψετε ποια; 🙂

Sveta-Nedela

Τα ίδια και στην Παραχάραξη του Ατταλειάτη που έχω περιγράψει σε πολύ παλαιότερη ανάρτηση.

Τι Μακεντόντσι είναι αυτοί … Καλά λέει ο Σλαβί Τρυφώνοφ στο παρακάτω βίντεο:

[1:13] (παροιμία) “Lud umora nema!” (= ο τρελός κούραση δεν έχει!) και συμπληρώνει «Και οι Μακεντόντσι όμως κούραση δεν έχουν. Δεν κουραστήκατε ακόμα βρε;»

Λίγα δευτερόλεπτα παρακάτω συνεχίζει:

Να τα πάρετε όλα όσα είναι δικά σας!

Τον Πύργο της Πίζας ή, όπως τον λέτε τώρα εσείς, «ο ετοιμοθάνατος κουλάς»!

Τον Πύργο του Άιφελ ή, όπως τον λέτε τώρα εσείς, «το μεταλλικό καφέ»!

Τις Πυραμίδες της Αιγύπτου ή, όπως τις λέτε τώρα εσείς, “site-kameni-naednu” (= όλες-οι-πέτρες-μαζί)!

Την Αφροδίτη της Μήλου ή, όπως την λέτε τώρα εσείς, «η κοπέλα που έτρωγε τα νύχια της και τελικά έφαγε τα χέρια της»!

Λοιπόν, μετά το ψυχαγωγικό διάλυμα και μάθημα για όσους φαντάζονται «Έλληνες» εκεί που υπήρχαν Ρωμαίοι, ας γυρίσουμε στην «Σθλανίτζα»/Σλάνιτσα, τοπωνύμιο που απαντά συχνά στα γραπτά του Αρχιεπισκόπου Οχρίδος Δημητρίου Χωματηνού.

Slanitsa

Η κίνηση του Αλεξίου να συγκεντρώσει τα στρατεύματα στην «Σθλανίτζα» είναι απόλυτα κατανοητή, γιατί από εκεί περνούσε η Εγνατία Οδός που συνέδεε την Θεσσαλονίκη με το Δυρράχιο. Ο ίδιος ο Αλέξιος έφτασε στην Θεσσαλονίκη συνοδευόμενος από την αυτοκράτειρα (Αὔγουστη) Ειρήνη Δούκαινα και τα παιδιά τους. Η Κομνηνή μας εξηγεί πως ο πατέρας της έπασχε από κάποιο «νόσημα τῶν ποδῶν» (μάλλον ποδάγρα) και μόνον η μητέρα της ήξερε πως να ανακουφίζει τον πόνο του. Αλλά ο Αλέξιος δεν πτοήθηκε από το νόσημά του γιατί, εξαιτίας της αγάπης του για τους Χριστιανούς [υπηκόους] του, δεν έβαζε την προσωπική του υγιεία πάνω από το χρέος του για την προστασία των πόλεων.

[12.3.1] Ἀλλὰ ταῦτα μὲν περὶ τούτων· πρὸς δέ γε τοὺς κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐνδιατρίβοντας ἡγεμόνας ἑτέρας ἐκπέμπει γραφὰς κατευθὺ Σθλανίτζης τὴν πορείαν ἐντειλάμενος ποιεῖσθαι. Τί δέ; Τοὺς μὲν προμάχους μετεκαλεῖτο, αὐτὸς δὲ ἀναπεπτώκει ῥᾳστώνης ἀπολαύων καὶ βαλανείοις χρώμενος, ὁποῖα εἰώθασιν οἱ τὸν βοσκηματώδη βίον προελόμε νοι βασιλεῖς; Οὐμενοῦν, ἀλλ’ οὐδὲ περὶ τὰ ἀνάκτορα ὅλως ἐνδιατρίβειν ἔτι ἠνέσχετο. Ἐξεληλυθὼς δὲ τοῦ Βυζαντίου, ὡς ἄνωθεν εἴρηται, κατὰ τὸ μέσον τῶν ἑσπερίων ἐληλύθει χωρῶν τὴν Θετταλοῦ πόλιν καταλαβὼν εἰς μῆνα Σεπτέμβριον ἐπινεμήσεως τεσσαρεσκαιδεκάτης εἰκοστοῦ ἔτους ὄντος, ἐξ οὗ τὰς τῆς βασιλείας ἡνίας περιεζώσατο.

[12.3.2] Καὶ τὴν Αὔγουσταν δὲ παρεβιάσατο συνεξεληλυθέναι μετ’ αὐτοῦ. Ὁ γὰρ τρόπος ἐκείνης τοιοῦτός τις ἦν· οὐ πάνυ τι δημοσιεύεσθαι ἤθελεν, ἀλλὰ τὰ πολλὰ μὲν οἰκουροῦσα ἦν καὶ τὰ ἐκείνης ἔργα ἐποίει, λέγω δὲ βίβλων τε ἀνελίξεις τῶν μακαρίων ἀνδρῶν καὶ τὸ πρὸς ἑαυτὴν ἐπιστρέφειν καὶ εὐποιίας καὶ χάριτας εἰς ἀνθρώπους, μάλιστα δὲ εἰς ἐκεί νους οὓς οἶδεν ἀπό τε τοῦ σχήματος ἀπό τε τοῦ βίου θεραπεύειν Θεὸν καὶ προσευχῇ προσανέχειν καὶ καταλλή λοις ᾠδαῖς. Ἐπειδὰν δὲ μέλλοι δημοσιεύειν ἑαυτὴν κατά τινα χρείαν ἀναγκαιοτάτην ὡς βασιλίδα, αἰδοῦς τε ὑπεπίμπλατο καὶ ἐρύθημα εὐθὺς ἐξηνθήκει ταῖς παρειαῖς.

[12.3.3] Καὶ ἡ μὲν φιλόσοφος Θεανὼ τοῦ πήχεως αὐτῆς γυμνωθέν τος, ἐπειδή τις παίζων εἰρήκει πρὸς ταύτην· «Καλὸς ὁ πῆχυς». –«Ἀλλ’ οὐ δημόσιος», εἶπεν ἐκείνη. Ἡ δὲ βασιλὶς καὶ μήτηρ ἐμή, τὸ τῆς σεμνότητος ἄγαλμα, τὸ τῆς ἁγιότητος καταγώγιον, μὴ ὅτι γε πῆχυν ἢ βλέμμα δημο σιεύειν ἠγάπα, ἀλλ’ οὐδὲ φωνὴν ἐκείνης ἤθελεν εἰς ἀσυνή θεις παραπέμπεσθαι ἀκοάς· τοσοῦτον ἦν ἐκείνη χρῆμα θαυμάσιον εἰς αἰδῶ. Ἐπεὶ δὲ ἀνάγκῃ οὐδὲ θεοί, φησι, μάχονται, ἀναγκάζεται πρὸς τὰς συχνὰς τοῦ αὐτοκράτορος ἐκστρατεύσεις αὐτῷ παρακολουθεῖν.

[12.3.4] Κατεῖχε μὲν γὰρ αὐτὴν ἡ σύμφυτος αἰδὼς ἔνδον τῶν βασιλείων, τὸ δὲ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα φίλτρον καὶ ἡ διάπυρος πρὸς ἐκεῖνον ἀγάπη ἐξῆγεν αὐτὴν καὶ μὴ βουλομένην τῶν ἀνακτόρων διὰ ταυτασὶ τὰς αἰτίας. Πρῶτον μὲν ὅτι τὸ συμπεσὸν αὐτῷ νόσημα τῶν ποδῶν ἐπιμελείας ἐδεῖτο πλείστης. Καὶ γὰρ ἀλγηδόνας εἶχε δριμείας ὁ αὐτοκράτωρ ἐκ τῆς ποδαλγικῆς διαθέσεως καὶ οὐδεμίαν ἐπαφὴν οὕτω προσίετο ὡς τῆς ἐμῆς δεσποίνης καὶ μητρός. Ἐμμελῶς τε γὰρ αὐτῷ προσεφέρετο καὶ ψαύουσα δεξιῶς τὰς ὀδύνας τῶν ποδῶν ὑπεκούφιζέ πως. Ὁ γάρ τοι βασιλεὺς ἐκεῖνος (καὶ μοὶ μηδεὶς τῆς περιαυτολογίας ἐπιμεμφέσθω· τὰ γὰρ οἰκεῖα θαυμάζω· μηδ’ ὡς καταψευδομένην τοῦ αὐτοκράτορος ὑφοράσθω· τὰ γὰρ ἀληθῆ λέγω) πάντα τὰ ἑαυτοῦ καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν κατόπιν ἐποιεῖτο τῆς σωτηρίας τῶν πόλεων. Οὐδὲν γὰρ ἐχώριζεν αὐτὸν τῆς τῶν Χριστιανῶν ἀγάπης, οὐκ ἀλγηδόνες, οὐχ ἡδοναί, οὐ πολέμων κακώσεις, οὐκ ἄλλο οὐδέν, οὐ μικρὸν οὐ μέγα, οὐχ ἡλίου φλογώσεις, οὐ χειμώνων δριμύτητες, οὐ προσβολαὶ βαρβάρων παντοδαπαί. Ἀλλ’ ἀκλινῶς εἶχε πρὸς ἅπαντα ταῦτα καὶ ὤκλαζε μὲν πρὸς τὴν φύρσιν τῶν νοσημάτων, ἀντανέθορε δὲ πρὸς τὴν βοήθειαν τῶν πραγμάτων.

Στην συνέχεια η Κομνηνή αναφέρει πως ο άλλος λόγος που η μητέρα της ακολούθησε τον Αλέξιο, ήταν για να επαγρυπνεί, επειδή είχαν ακούσει φήμες για πολλές συνωμοσίες. Παρακάτω περιγράφει την πίστη της μητέρας της «ανυπόκριτο», όπως πρέπει «σε αυτούς που πορεύονται μαζί με τον Σολομώντα». Εδώ, για ακόμα μια φορά, βλέπουμε την περιγραφή των Ορθόδοξων Χριστιανών ως συνεχιστών των προσώπων της Παλαιάς Διαθήκης. Θυμίζω πως σε άλλο σημείο, η Κομνηνή έγραψε πως ,αντίθετα με τους «βάρβαρους Λατίνους», τα «ημέτερα» θρησκευτικά ήθη πηγάζουν απευθείας από τον Μωησή και τον Ααρών. Παραθέτω τα δύο χωρία μαζί για σύγκριση:

[12.3.8]  ἃς οἶδεν ἡ βασίλεια τοῖς βασιλεῦσιν ἐπικειμένας, ἡ περὶ τὰ πράγματα δραστηριότης καὶ τὸ κατὰ τῶν παθῶν ἐπιπληκτικώτατον καὶ ἡ ἀνυπόκριτος πίστις, ὡς Σολομῶντι δοκεῖ. Οὕτως ἡ ἐμὴ μήτηρ καὶ πρὸς τοιούτους πολέμους ἐσκεύαστο,

[10.8.8] Οὐ γὰρ κατὰ τὰ αὐτὰ ἡμῖν τε καὶ τοῖς Λατίνοις περὶ τῶν ἱερωμένων δέδοκται· ἀλλ’ ἡμεῖς μὲν ἐντετάλμεθα παρά τε τῶν κανόνων καὶ νόμων καὶ τοῦ εὐαγγελικοῦ δόγματος· «Μὴ θίξῃς, μὴ γρύξῃς, μὴ ἅψῃ· ἱερωμένος γὰρ εἶ». Ὁ δέ τοι βάρβαρος Λατῖνος ἅμα τε τὰ θεῖα μεταχειριεῖται καὶ τὴν ἀσπίδα ἐπὶ τοῦ λαιοῦ θέμενος καὶ τὸ δόρυ τῇ δεξιᾷ ἐναγκαλισάμενος ὁμοῦ τε μεταδίδωσι τοῦ θείου σώματός τε καὶ αἵματος καὶ φόνιον ὁρᾷ καὶ αἱμάτων ἀνὴρ κατὰ τὸν Δαυιτικὸν ψαλμὸν γίνεται. Οὕτως ἐστὶ τὸ βάρβαρον τοῦτο γένος οὐχ ἧττον ἱερατικὸν ἢ φιλοπόλεμον. Οὗτος τοίνυν ὁ ῥέκτης μᾶλλον ἢ ἱερεὺς ὁμοῦ τε καὶ τὴν ἱερατικὴν στολὴν ἐνεδιδύσκετο καὶ τὴν κώπην μετεχειρίζετο καὶ πρὸς ναυτικὸν πόλεμον καὶ μάχην ἀφώρα κατὰ ταὐτὸν καὶ θαλάττῃ καὶ ἀνδράσι μαχόμενος. Τὰ γὰρ ἡμέτερα, καθάπερ ἔφθην εἰρηκυῖα, τῆς … Ἀαρὼν καὶ Μωσέως καὶ τοῦ καθ’ ἡμᾶς πρώτου ἀρχιερέως ἐξήρτηται.

Ο Αλέξιος, από την άλλη, ασχολιόταν με τις αμυντικές προετοιμάσιες, ενώ η αυτοκράτειρα έκανε φιλανθρωπία μοιράζοντας χρήματα σε σισυροφόρους πένητες και δίνοντας χρήσιμες συμβουλές σε όσους τις χρειάζονταν.

[12.3.5] Δεύτερον δὲ καὶ μέγιστον αἴτιον τοῦ τὴν βασιλίδα συνοπαδὸν εἶναι τῷ αὐτοκράτορι, ὅτι τοι πολλῶν ἐπιβούλων ἀναφυομένων ἁπανταχόθεν πολλῆς ἐδεῖτο τῆς ἐπιβλέψεως καὶ ὡς ὄντως πολυομμάτου δυνάμεως. Καὶ γὰρ καὶ νὺξ αὐτῷ ἐπίβουλος ἣν καὶ τὸ μεσαίτατον τῆς ἡμέρας, καὶ ἡ ἑσπέρα προσανέφυέ τι κακόν, καὶ ἡ πρῴα ἐτέκταινε χεί ριστα· μάρτυς τούτων Θεός. Ἆρ’ οὖν οὐκ ἔδει τὸν βασιλέα ὑπὸ τοσούτων κακῶν ἐπιβουλευόμενον ὑπὸ μυρίων ὀμμάτων φρουρεῖσθαι, τῶν μὲν ἐπιτοξαζόντων αὐτῷ, τῶν δὲ τὸ ξίφος παραθηγόντων, τῶν δ’ ἀφιέντων, ὁπόταν οὐκ ἐνῆν τι δρᾶσαι, λοίδορον γλῶτταν καὶ τὸ κακῶς εἰπεῖν;

[12.3.6] Τίνα τοίνυν ἔδει παρεῖναι τῷ βασιλεῖ σύμμαχον παρὰ τὴν σύμφυτον σύμβουλον; Τίς μᾶλλον ἐκείνης πλέον ἐπεσκέπτετο μὲν τὸν αὐτοκράτορα, ὑπεβλέπετο δὲ τοὺς ἐπιβουλεύοντας; Τίς ὀξεῖα μὲν τὸ συμφέρον ἐκείνῳ ἰδεῖν, ὀξυτέρα δὲ τὸ παρὰ τῶν ἐχθρῶν σκευωρούμενον κατιδεῖν; Διὰ ταῦτα καὶ πάντα ἐν πᾶσιν ἦν ἡ ἐμὴ μήτηρ τῷ δεσπότῃ μου καὶ πατρί, καὶ νύκτωρ ἄγρυπνον ὄμμα καὶ ἡμέρας περιφανέστατος φυλακτὴρ καὶ τραπέζης καιροῖς ἀντίδοτος ἀγαθὴ καὶ τῆς ἀπὸ τροφῶν ἀδικίας φυγαδευτήριον φάρμακον. Ταῦτα τοί νυν τὰ αἴτια τὴν σύμφυτον αἰδῶ τῆς γυναικὸς ἐκείνης παρηγκωνίζετο, καὶ ἐθάρρει τοὺς ἄρρενας ὀφθαλμούς. Καί τοι οὐδὲ τότε τῆς συνήθους εὐκοσμίας ἐπελανθάνετο, ἀλλὰ καὶ βλέμματι καὶ σιγῇ καὶ τῇ περὶ αὐτὴν θεραπείᾳ τοῖς πλείοσι μὲν ἀγνωστοτέρα ἐτύγχανε. Καὶ τοῦτο μόνον, ὅτι βασιλὶς παρέπεται τῷ στρατεύματι, ὁ φερόμενος ταῖν ἡμιόνοιν οἰκίσκος ἐδείκνυ καὶ τὸ ἄνωθεν βασιλικὸν καταπέτασμα, τὰ δ’ ἄλλα ἐπηλυγάζετο τὸ θεῖον ἐκείνης σῶμα.

[12.3.7] Μόνον ὅτι πρόνοιά τις ἀρίστη τὰ κατὰ τὴν νόσον τοῦ βασιλέως διεξάγοι καὶ φρουρὰ βασιλέως ἀκοίμητος παρὰ πᾶσι διεγινώσκετο καὶ ὄμμα ἐγρηγορὸς καὶ μὴ ἐπινυστάζον τοῖς πράγμασι. Καὶ ἡμεῖς δέ, ὅσοι περὶ τὸν αὐτοκράτορα εὖνοι, περὶ τὴν ἐκείνου φρουρὰν διεπονούμεθά τε καὶ συνῃρόμεθα τῇ δεσποίνῃ καὶ μητρὶ ἕκαστος ὡς εἶχεν ὅλῃ ψυχῇ καὶ γνώμῃ μηδ’ ἐπινυστάζοντες ὅλως. Ταῦτα πρὸς τοὺς φιλοσκώμμονας καὶ τὰς φιλολοιδόρους γλώττας γεγράφαται. Τόν τε γὰρ ἀναίτιον ὑπ’ αἰτίασιν ἄγουσι (καὶ τοῦτον οἶδε τὸν ἀνθρώπινον τρόπον καὶ ἡ Ὁμήρου Μοῦσα) καὶ τὰ καλῶς πεπραγμένα διαφαυλίζουσι καὶ ὑπὸ μέμψιν ποιοῦσι τὸ ἄμεμπτον.

[12.3.8] Καίτοι ἐκείνη κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τὴν κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ γεγονυῖαν (κατὰ γὰρ τοῦ Βαϊμούντου τὴν ὁρμὴν ὁ βασιλεὺς ἐπεποίητο) τὸ μέν τι ἄκουσα, τὸ δ’ ἑκουσίως συνείπετο. Οὐ γὰρ συνεισβαλεῖν ἔδει τὴν βασιλίδα τῷ βαρβαρικῷ στρατεύματι. Πῶς γὰρ ἄν; Τομύριδος ταῦτα καὶ Σπαρέθρας τῆς Μασσαγέτιδος, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς ἐμῆς Εἰρήνης. Ἄλλοσε γὰρ ἐτρέπετο τὸ ταύτης ἀνδρεῖον καὶ ἄλλως ἐξώπλιστο, ἀλλ’ οὐ τῷ τῆς Ἀθηνᾶς δόρατι οὐδὲ τῇ κυνέῃ τοῦ Ἄιδος· ἀλλ’ ἀσπὶς μὲν ἐκείνῃ καὶ θυρεὸς καὶ ξίφος ἐς τὸ πρὸς τὰς συμφορὰς καλῶς ἀντιπαρατάσσεσθαι καὶ τὰς τοῦ βίου ἐπαναστάσεις, ἃς οἶδεν ἡ βασίλεια τοῖς βασιλεῦσιν ἐπικειμένας, ἡ περὶ τὰ πράγματα δραστηριότης καὶ τὸ κατὰ τῶν παθῶν ἐπιπληκτικώτατον καὶ ἡ ἀνυπόκριτος πίστις, ὡς Σολομῶντι δοκεῖ. Οὕτως ἡ ἐμὴ μήτηρ καὶ πρὸς τοιούτους πολέμους ἐσκεύαστο, τὰ δ’ ἄλλα εἰρηνικωτάτη ἦν κατὰ τοὔνομα.

[12.3.9] Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ μὲν τῆς συμπλοκῆς τῶν βαρβάρων ἔμελλε, πρὸς δὲ παρασκευὴν τῶν τῆς συμπλοκῆς ὁ βασιλεὺς ἀφεώρα καὶ τὰ μὲν ἀσφαλίσασθαι τῶν φρουρίων σκοπὸν εἶχε, τὰ δὲ κατοχυρῶσαι καὶ ὅλως εὔοδα πάντα τὰ κατὰ τοῦ Βαϊμούντου καταστήσασθαι ἔσπευδε. Συνεξυπήγετο καὶ τὴν βασιλίδα τὸ μέν τι καὶ ἑαυτοῦ ἕνεκα καὶ δι’ ἃς αἰτίας εἰρήκειμεν, τὸ δέ τι καὶ ἐν τῷ ἀκινδύνῳ τῶν πραγμάτων ἔτι καθεστηκότων καὶ μήπω καιροῦ πολέμου ἐπιδεδημηκότος. Ἀναλαβομένη τοίνυν ὁπόσον διὰ χρυσοῦ καὶ ἄλλης ποιότητος προσῆν αὐτῇ χάραγμα καὶ ἕτερά τινα τῶν χρημάτων ἔξεισι τῆς πόλεως. Καὶ τοῦ λοι ποῦ ἐν τῷ διιέναι τὰς ὁδοὺς πᾶσι τοῖς ἐπαίταις καὶ τοῖς σισυροφόροις καὶ γυμνοῖς δαψιλῆ τὴν χεῖρα παρεῖχε· καὶ οὐδεὶς ὁ αἰτησάμενος καὶ κενὸς ἀπελθών. Ἐπὰν δὲ τὴν ἀποτεταγμένην σκηνὴν κατειλήφει, οὐ πρὸς ῥᾳστώνην εὐθὺς ἀπέκλινεν εἴσω ταύτης γεγονυῖα, ἀλλ’ ἀναπεταννῦσα ταύτην ἄνετον τοῖς αἰτοῦσι παρεῖχε τὴν εἴσοδον. Τοῖς τοιούτοις γὰρ καὶ μάλα εὐπρόσιτος ἦν καὶ παρεῖχεν ἑαυτὴν ὁρᾶσθαί τε καὶ ἀκούεσθαι. Οὐ χρημάτων δὲ μετεδίδου τοῖς πένησι μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ λῴονα συνεβούλευε. Καὶ ὁπόσους μὲν εὐρώστους τὰ σώματα κατενόει, ῥᾳθύμως δὲ περὶ τὸν βίον ἔχοντας, πρὸς ἔργα καὶ πράξεις προὐτρέπετο, ἵν’ ἐντεῦθεν τὰ πρὸς χρείαν κομίζοιντο, καὶ μὴ δι’ ἀμέλειαν ἀναπεπτωκότας θύραν ἐκ θύρας ἐπαιτοῦντας περινοστεῖν.

[12.3.10] Καιρὸς δὲ οὐδεὶς τῆς τοιαύτης ἐργασίας ἀπεῖργε τὴν βασιλίδα. Ὁ μὲν οὖν Δαυὶδ μετὰ κλαυθμοῦ τὸ πόμα κιρνῶν φαίνεται· ἡ δέ γε βασιλὶς αὕτη καὶ τροφὴν καὶ ποτὸν ἐλέῳ συγκεραννῦσα καθ’ ἑκάστην ἐδείκνυτο. Καὶ πολλὰ ἂν εἶχον εἰπεῖν περὶ ταύτης τῆς βασιλίδος, εἰ μὴ τὸ θυγάτριον εἶναι ψεύδους παρεῖχεν ὑπόνοιαν καὶ ὅτι μητρὶ χαριζόμεθα. Πρὸς δὲ τοὺς ταῦτα ὑπονοοῦντας παρέξομαι τοῖς λόγοις συνεπιμαρτυροῦντα τὰ πράγματα.

Ὀταν ο Αλέξιος έφτασε στην Θεσσαλονίκη, στον ουρανό φάνηκε ένας μεγάλος κομήτης. Ενώ ο Αλέξιος γνώριζε πως ήταν απλά ένα φυσικό φαινόμενο με φυσικές αιτίες, ωστόσο ζήτησε από τον Έπαρχο Βυζαντίου (= Κων/πόλεως) Βασίλειο να διερευνήσει το θέμα «μεταφυσικά». Η Κομνηνή αναφέρει μια ιστορία όπου ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής εμφανίστηκε σε όνειρο του Επάρχου και τον πληροφόρησε πως ο κομήτης συμβολίζει την επικείμενη Κελτική εισβολή: όταν ο κομήτης εξαφανιστεί θα αρχίσει η εισβολή των Κελτών.

[12.4.1] Τὸν δέ γε αὐτοκράτορα τὴν Θεσσαλονίκην καταλαβόντα μεμαθηκότες οἱ ἐκ τῶν ἑσπερίων λήξεων, καθάπερ τὰ βαρέα τῶν σωμάτων ἐπὶ κέντρα φέρεται, οὕτω δὴ καὶ ἅπαντες πρὸς αὐτὸν ἐφοίτων. Ἀκρὶς μὲν οὖν οὐ προηγή σατο τῶν Κελτῶν καθαπερεὶ τῶν πρότερον διελθόντων· ἐν οὐρανῷ δὲ κομήτης ἐφάνη μέγας καὶ τῶν πάλαι φανέντων ὁ μέγιστος, ὃν οἱ μὲν δοκίδα, οἱ δ’ ἀκοντίαν ἔφασαν εἶναι. Ἔδει γὰρ τῶν μελλόντων καινισθῆναι ξενοπρεπῶν πραγμά των προοίμιά τινα προκαταγγελτικὰ τούτων μηνυθῆναι ἄνωθεν. Καὶ γὰρ ἦν τοῦτον θεᾶσθαι ἐπὶ τεσσαράκοντα νυχθημέροις ὅλοις παμφαίνοντα· ἐφαίνετο δὲ ἀπὸ τῶν δυτικῶν μερῶν ἐξιὼν καὶ πρὸς ἀνατολὰς ἡλίου διήκων. Ὃν οἱ θεώμενοι ἅπαντες ἐκδειματούμενοι ἐζήτουν, τίνων ὁ ἀστὴρ ἄγγελός ἐστιν.

[12.4.2] Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ μηδὲ πάνυ τοῖς τοιούτοις προσέχων, ἀλλὰ φυσικῆς τινος ἐξηρτῆσθαι τὰ τοιαῦτα αἰτίας δοξάζων, ὅμως ἠρώτα τοὺς περὶ τὰ τοιαῦτα δεινούς. Μεταπεμψάμενος δὲ καὶ τὸν τῆς ἐπαρχίας τοῦ Βυζαντίου τὴν ἀξίαν πρῴην εἰληφότα Βασίλειον (ἀνὴρ δὲ οὗτος πολλὴν τὴν περὶ τὸν αὐτοκράτορα εὔνοιαν ἐνδεικνύμενος) περὶ τοῦ φανέντος ἀστέρος ἐπυνθάνετο. Ὁ δὲ ἐς νέωτα φυλάξειν ἐπηγγείλατο τὴν ἀπόκρισιν καὶ ἀπελθὼν οὗ κατέλυε (τέμενος δὲ τοῦτο ἐπ’ ὀνόματι τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου πάλαι ἀνοικοδομηθέν), ἐπεὶ πρὸς δυσμὰς ὁ ἥλιος ἦν, περιεσκόπει τὸν ἀστέρα. Διαπορουμένῳ δὲ καὶ καμόντι τοῖς λογισμοῖς ὑπνῶσαι συμβεβήκει καὶ τηνικαῦτα τὸν ἅγιον θεάσασθαι ἱερατικῶς ἐσταλμένον. Ὁ δὲ περιχαρὴς γεγονὼς οὐκέτ’ ὄναρ ἐδόκει, ἀλλ’ ὕπαρ ὁρᾶν. Ἔνθεν τοι καὶ γνωρίσας τὸν ἅγιον, ἔμφοβος γενόμενος, μεθ’ ὑποστολῆς ᾐτεῖτο τίνων ἀγγελτικὸς ὁ ἀστήρ ἐστι γνωρίσαι οἱ. Ὁ δὲ Κελτῶν κίνησιν προσημαίνειν τοῦτον ἔφη· «Τὸ δὲ σβέννυσθαι τὴν τούτων αὐτοῦ που κατάλυσιν δηλοῖ.»

Στη συνέχεια ο Αλέξιος επισκέφτηκε ορισμένες πόλεις γύρω από την Θεσσαλονίκη, πάντοτε για την οργάνωση της άμυνας. Προετοίμασε το «Ιλλυρικόν» (θέμα Δυρραχίου) και οχύρωσε επιπλέον το Δυρράχιο (στο οποίο διόρισε ως δούκα τον ανιψιό του Αλέξιο), εκπαίδευσε τους νεόλεκτους και διοργάνωσε την άφιξη για όταν θα χρειαζόταν «ξενικῶν ἐξ ἀλλοδαπῶν» δυνάμεων. Η Κομνηνή αναφέρει την Στρουμπίτζη (Στρώμνιτσα/Strumica), τον Σλόπιμο (?) και την Βαλαβίστα (Valovišta = Σιδηρόκαστρο Σερρών), στην οποία ο Αλέξιος έγινε παππούς, μιας και η γυναίκα (Ειρήνη-Πιρόσκα της Ουγγαρίας) του πορφυρογέννητου (και μελλοντικού αυτοκράτορα) γιου του Ιωάννη γέννησε δίδυμα. Ζήτησε από τα νησιά των Κυκλάδων και των παράκτιων πόλεων της Ασίας και της Ευρώπης να σχηματίσουν έναν στόλο, αλλά η διαδικασία καθυστερούσε επειδή οι υπεύθυνοι έλεγαν πως δεν υπήρχε επείγουσα ανάγκη. Η απάντηση του Αλεξίου ήταν «δεῖν εἶναι τὸν στρατηγὸν ἀνύστακτον φύλακα». Αφού προετοίμασε την άμυνα στα δυτικά μέρη και γιόρτασε τον Άγιο Δημήτριο στην Θεσσαλονίκη, επέστρεψε στην «μεγαλόπολη» (Κων/πολη).

[12.4.3] Ἀλλὰ περὶ μὲν τοῦ φανέντος ἀστέρος τοιαῦτα· ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν Θεσσαλονίκην καταλαβών, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν, ἡτοιμάζετο πρὸς τὴν τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσιν ἐκπαιδεύων μὲν τοὺς νεολέκτους τόξον τε τείνειν καὶ βέλη κατὰ σκοποῦ πέμπειν καὶ περιφράττεσθαι θυρεῷ, ἀλλὰ καὶ ξενικὰς ἐξ ἀλλοδαπῶν διὰ γραμμάτων παρασκευάζων δυνάμεις, ἵν’, ὁπηνίκα καιρὸς καλοίη, θᾶττον παραγένωνται. Πολλὴν δὲ καὶ τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἐπεποίητο πρόνοιαν τήν τε πόλιν τὸ Δυρράχιον ἀσφαλισάμενος καὶ ἡγεμόνα ταύτης τὸν δεύτερον υἱὸν Ἰσαακίου τοῦ σεβαστοκράτορος Ἀλέξιον καταστησάμενος. Ἅμα δὲ κἀκ τῶν Κυκλάδων νήσων καὶ τῶν παρὰ θάλασσαν τῆς Ἀσίας πόλεων καὶ αὐτῆς τῆς Εὐρώπης στόλον παρεκελεύσατο ἀπαρτίσαι· πολλῶν δὲ παρεμποδιζόντων τὴν τοῦ στόλου κτίσιν διὰ τὸ μήπω τὴν τοῦ Βαϊμούντου κατεπείγειν διαπεραίωσιν, ὁ δ’ ὅμως οὐκ ἐπείθετο λέγων δεῖν εἶναι τὸν στρατηγὸν ἀνύστακτον φύλακα καὶ μὴ πρὸς τὰ ἐν ποσὶ μόνον παρασκευάζεσθαι, ἀλλὰ καὶ τὰ πόρρω ὁρᾶν μήτε μὴν φειδοῖ χρημάτων καιροῦ καλοῦντος ἀνέτοιμον φαίνεσθαι, καὶ μᾶλλον ὁπηνίκα ἔφοδον ἐχθροῦ αἴσθηται.

[12.4.4] Ταῦτα τοίνυν δεξιώτατα διαθέμενος, ἐκεῖθεν μετανα στὰς καταλαμβάνει τὴν Στρούμπιτζαν, κἀκεῖθεν αὖθις ἄχρι τοῦ Σλοπίμου. Μεμαθηκὼς δὲ καὶ τὴν Ἰωάννου τοῦ υἱοῦ τοῦ σεβαστοκράτορος ἧτταν κατὰ τῶν Δαλματῶν προαποσταλέντος δυνάμεις ἀποχρώσας ἐκπέμπει εἰς ἀρωγήν. Ὁ μὲν οὖν Βολκάνος εὐθὺς πονηρότατος ὢν ἐρωτᾷ πρὸς τὸν βασιλέα τὰ περὶ εἰρήνης καὶ τοὺς ζητηθέντας ὁμήρους ἐκπέμπει. Ἐκεῖνος δὲ ἐγκαρτερήσας ἐπὶ ἐνιαυτὸν ἕνα καὶ μῆνας δύο, ὡς τὸν Βαϊμοῦντον ἔτι <ἐν> τοῖς τῆς Λογγιβαρδίας μέρεσι διατρίβοντα ἐπεπληροφόρητο, τοῦ χειμῶνος ἐπικαταλαμβάνοντος ἤδη, τοὺς στρατιώτας πρὸς τὰς σφῶν οἰκίας ἐξέπεμψεν, αὐτὸς δὲ τὴν Θεσσαλονίκην καταλαμβάνει. Ἐν δὲ τῷ τὴν πρὸς Θεσσαλονίκην ἀνύειν ἐτέχθη ὁ πρωτότοκος τῶν υἱῶν τοῦ πορφυρογεννήτου καὶ βασιλέως Ἰωάννου κατὰ τὴν Βαλαβίσταν συνεπαγόμενος ἐν τῷ τίκτεσθαι καὶ ἕτερον θῆλυ. Ἐκεῖσε γοῦν τὴν μνήμην τοῦ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ἐκτελέσας εἰσέρχεται εἰς τὴν μεγαλόπολιν.

Με το που φτάνει στην Κωνσταντινούπολη ο Αλέξιος, το θέμα της διήγησης γίνεται «η συνωμοσία των Ανεμάδων». Υπήρχε στον «Κωνσταντίνιο φόρο» (forum) ένας χάλκινος ανδριάντας του Απόλλωνα που ο Μέγας Κωνσταντίνος το είχε μετατρέψει σε δικό του ανδριάντα. Αυτός ο ανδριάντας έπεσε λόγω ισχυρών ανέμων και οι «ἔνδοθεν» εχθροί του Αλεξίου το εξέλαβαν ως οιωνό που προμήνυε τον θάνατό του.

[12.4.5]  Γέγονε δὲ καί τι τοιοῦτον. Περὶ τὰ μέσα τοῦ Κωνσταντινίου φόρου, χαλκοῦς τις ἀνδριὰς ἵστατο καὶ πρὸς ἀνατολὰς ἀπέστραπτο ἐπὶ πορφυροῦ κίονος περιόπτου, σκῆπτρον μὲν κατέχων τῇ δεξιᾷ, τῇ δὲ λαιᾷ σφαῖραν ἀπὸ χαλκοῦ κατασκευασθεῖ σαν. Ἐλέγετο δ’ οὖν εἶναι οὗτος Ἀπόλλωνος ἀνδριάς· Ἀνθήλιον δέ, οἶμαι, οἱ τῆς Κωνσταντίνου οἰκήτορες αὐτὸν προσηγόρευον. Ὃν ὁ μέγας ἐν βασιλεῦσι Κωνσταντῖνος ἐκεῖνος καὶ τῆς πόλεως καὶ πατὴρ καὶ δεσπότης εἰς τὸ ἑαυτοῦ μετέθηκεν ὄνομα, Κωνσταντίνου αὐτοκράτορος ἀνδριάντα αὐτὸν προσειπών. Ἐπεκράτησε δὲ ἡ ἀρχῆθεν τεθεῖσα προσηγορία τῷ ἀνδριάντι καὶ ἤτοι Ἀνήλιος ἢ Ἀνθήλιος ὑπὸ πάντων ἐλέγετο. Τοῦτον τὸν ἀνδριάντα ἐξ αἰφνιδίου πνεύσαντες ἄνεμοι πλατύτατοι λίβες ἐκεῖθέν τε ὧσαν καὶ εἰς γῆν ἔρριψαν, περὶ τὸν ταῦρον τοῦ ἡλίου τότε ὁδεύοντος. Ὅπερ οὐκ ἀγαθὸς οἰωνὸς τοῖς πλείοσιν ἔδοξε καὶ μᾶλλον, ὁπόσοι μὴ καλῶς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα εἶχον· ὑπεψιθύριζον γὰρ τὸν τοῦ βασιλέως θάνατον τὸ συμβὰν προμηνύειν. Ὁ δέ· «Ζωῆς καὶ θανάτου ἕνα κύριον ἐπί σταμαι, ἔλεγε, πτώσεις δὲ εἰδώλων θάνατον ἐπάγειν οὐδ’ ὅλως πιστεύειν ἔχω. Ὁπηνίκα γὰρ Φειδίας τις, φέρε εἰπεῖν, ἤ τις τῶν λιθοξόων λίθον ἀποξέσας εἴδωλον ἀπεργά σοιτο, ἀναστήσει μὲν καὶ νεκρούς, παράξει δὲ καὶ ἔμψυχα; Καὶ εἰ ταῦτα, τῷ τῶν ἁπάντων Δημιουργῷ τί καταλειφθή σεται; «Ἀποκτενῶ γὰρ καὶ ζῆν ἐγὼ ποιήσω», φησί. Καὶ οὐχὶ τοῦδε ἢ τοῦδε εἰδώλου πτῶσις ἢ ἀνέγερσις.» Καὶ γὰρ τὰ πάντα τῇ μεγίστῃ τοῦ Θεοῦ ἀνετίθει Προνοίᾳ.

Στην συνέχεια, η Κομνηνή γράφει πως ένας κυκεώνας κακών περιστοίχισε τον Αλέξιο. Σαν να μην έφταναν οι «ἔξωθεν» βάρβαροι εχθροί του, σε αυτούς προστέθηκαν και οι αριστοκρατικής (οὐχ ὑπὸ τῶν τυχόντων) καταγωγής «ἔνδοθεν τύραννοι» (= συνωμότες/αποστάτες). Η Κομνηνή εγκωμιάζει τον πάτερά της λέγοντας πως στα Ρωμαϊκά βασίλεια (= ανάκτορα) είχε πολύ καιρό να φανεί τέτοιος ηγεμόνας των Ρωμαίων. Ο Αλέξιος, λόγω της οξύτητας του νού του, καταλάβαινε αμέσως τα σχέδια τόσο των ἔξωθεν όσο και των ἔνδοθεν εχθρών του και κατάφερνε να κόψει την ορμή τους. Σημειώνει πως εκείνη την περίοδο «πᾶν ἀλλότριον ἐμεμήνει κατὰ τῆς βασιλείας Ῥωμαίων» (όλα τα αλλότρια γένη είχαν φανερώσει την έχθρα τους για την Βασιλεία των Ρωμαίων) και, σαν να μην έφτανε αυτό, προέκυψαν και οι ἔνδοθεν τύραννοι.

[12.5.1] Κυκεὼν δὲ κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἄλλος αὖθις κακῶν ἐξεγήγερτο, ὃς οὐχ ὑπὸ τῶν τυχόντων ἐξηρτύετο ἤδη. Ἄνδρες γάρ τινες, ἐπ’ ἀνδρείᾳ καὶ γένους εὐκλείᾳ μεγάλα αὐχοῦντες, κατὰ τοῦ βασιλικοῦ ἐμελέτησαν σώματος φόνιον πνέοντες. Καὶ θαυμάζω, ἐνταῦθα τῆς ἱστορίας γεγονυῖα, πόθεν τοσοῦτον πλῆθος κακῶν τὸν βασιλέα περιεστοίχισεν· οὐδὲν γάρ, οὐδὲν ἦν οὐδ’ ὁποθενοῦν, ὃ μὴ κατ’ αὐτοῦ ἐκεκίνητο. Τά τε γὰρ ἔνδον ἀποστασίας ἦσαν μεστὰ καὶ τὰ ἔξωθεν ἐπαναστάσεως ἔγεμε. Καὶ μήπω πρὸς τὰ ἔνδον τοῦ αὐτοκράτορος ἀντικαταστάντος τἀκτὸς πάντα περιεφλέγμαινε, βαρβάρους ἅμα καὶ τοὺς ἔνδον τυράννους τῆς Τύχης αὐτῆς ὥσπερ τινὰς Γίγαντας αὐτο φυεῖς ἀναβλαστανούσης, καίτοι τοῦ βασιλέως ἅπαντα πρὸς τὸ ἡμερώτερον καὶ φιλανθρωπότερον ἐπιτροπεύοντος καὶ διοικονομουμένου τὰ πράγματα, καὶ οὐκ ἔστιν ὅντινα μὴ τοῖς ἀγαθοῖς κατακλύζοντος.

[12.5.2] Τοὺς μὲν γὰρ καὶ ἀξιωμάτων τιμαῖς κατεκύδαινε καὶ δωρεαῖς μεγάλαις καταπλουτίζων ἀεὶ οὐκ ἀνῆκε· τοὺς δὲ ὁπουδήποτε βαρβάρους, ἀφορμὰς μὴ διδοὺς πολέμων μηδ’ ἀνάγκην ἐπάγων αὐτός, ἀνασοβοῦντας ὅμως ἀνέστελλεν, ὡς ἔστι κακῶν στρατηγῶν, τῶν πραγμάτων ἡσυχαζόντων, αὐτοὺς ἐξεπίτηδες ἀνερεθίζειν τοὺς πέριξ εἰς πόλεμον. Εἰρήνη μὲν γὰρ τέλος ἐστὶ πολέμου παντός, τὸ δ’ ἀνθελέσθαι ἀεὶ αὐτόθεν τὸ ἕνεκά του …. καὶ τοῦ ἀγαθοῦ τέλους ἀεὶ ἀμελεῖν, τοῦτο ἀνοήτων ἐστὶ στρατηγῶν καὶ δημαγωγῶν καὶ ὄλεθρον πραγ ματευομένων τῆς πόλεως. Ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος τοὐναντίον ἅπαν ἐποίει καὶ τοῦ εἰρηνεύειν ἐκτόπως ἐπε μελεῖτο καὶ …. παροῦσαν ἀεὶ πανταχόθεν συνεῖχε καὶ ἀπούσης ἐπηγρύπνει πολλάκις, ὅπως ἐπανέλθοι. Καὶ ἦν ὁ αὐτὸς κατὰ φύσιν μὲν εἰρηνικός, ἀναγκαζόντων δὲ τῶν πραγμάτων πολεμικώτατος. Καὶ ἔγωγ’ ἂν φαίην θαρρούν τως περὶ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὡς ἄρα τοῦ βασιλικοῦ χαρακτῆρος, πολλοῦ χρόνου καταλελοιπότος τὰ τῶν Ῥωμαίων βασίλεια, ἐπ’ αὐτοῦ καὶ μόνου ἐπανεληλυθέναι τρόπον τινὰ τότε πρώτως τῇ Ῥωμαίων ἡγεμονίᾳ ἐπιξενουμένου.

[12.5.3] Ἀλλ’ ὅπερ ἔλεγον τοῦ λόγου ἀρχομένη, ὅτι θαυμάζειν ἔχω τὴν τοσαύτην τῶν πραγμάτων τῶν πολεμικῶν ἐπίχυσιν· τά τε γὰρ ἔξω καὶ τἄνδον πάντα ἦν ἰδεῖν κυμαινόμενα πανταχόθεν. Ἀλλ’ ὅ γε βασιλεὺς Ἀλέξιος καὶ τὰ ἀφανῆ τῶν ἐχθρῶν καὶ κρύφια καὶ προῃσθάνετό τε καὶ παντοδαποῖς μηχανήμασι πόρρω τὰς βλάβας ἀπήλαυνε, καὶ πρὸς τοὺς ἔνδοθεν τυράννους καὶ πρὸς τοὺς ἔξωθεν βαρβάρους ἀνταγωνιζόμενος ἀεὶ προφθάνων ὀξύτητι νοῦ τὰς τῶν ἐπιβουλευόντων ἐπιβουλὰς καὶ ἀνακόπτων τὰς τούτων ὁρμάς. Καὶ ἔγωγε στοχάζομαι ἀπὸ τῶν πραγμάτων αὐτῶν τὴν Τύχην τῆς βασιλείας, ὅτι πανταχόθεν συνέρρευσε τὰ δεινὰ καὶ ἐτετάρακτο αὐτό τε τὸ σῶμα τῆς πολιτείας καὶ πᾶν ἀλλότριον ἐμεμήνει κατὰ τῆς βασιλείας Ῥωμαίων, ὡς εἴ τις οὕτως ἔχοι κακῶς, ὥστε καὶ ὑπὸ τῶν ἀλλοδαπῶν πολεμεῖσθαι καὶ ὑπὸ τῶν οἰκείων κατατρύχεσθαι τὰς σάρκας διαμασσώμενον, τοῦτον δὲ ἀνεγεῖραι τὴν Πρόνοιαν, ἵνα πρὸς τὰ πανταχόθεν κακὰ ἀντιμηχανῷτο, ὥσπερ δὴ καὶ τὸ τηνικαῦτα συνιδεῖν ἔδει. Ὅ τε γὰρ Βαϊμοῦντος ὁ βάρβαρος ὁ πολλάκις ἡμῖν εἰρημένος ἐξηρτύετο κατὰ τῶν σκήπτρων Ῥωμαίων βαρύτατον στράτευμα ἐπαγόμενος καὶ τὸ τυραννικὸν τοῦτο πλῆθος ἑτέρωθεν ἀντε πηγείρετο, καθάπερ ἄνωθεν τοῦ λόγου πεπροοιμίασται.

Η Κομνηνή στην συνέχεια παρουσιάζει τους «ἔνδοθεν τυράννους». Ο πυρήνας των συνωμοτών ήταν οι αδελφοί Ανεμάδες και η ηγετική μορφή της συνωμοσίας ήταν ο Μιχαήλ Ανεμάς. Σε αυτούς προστέθηκαν και άλλοι ευγενείς «τοῦ στρατιωτικοῦ καταλόγου» (Αντίοχοι, Εξαζηνοί, Νικήτας Κασταμονίτης, Κουρτίκιος και Γεώργιος Βασιλάκης) και ο «συγκλητικός» Ιωάννης Σολομών.

[12.5.4] Τέσσαρες μὲν ἦσαν οἱ ξύμπαντες οἱ τῆς βουλῆς καταρχόμενοι, Ἀνεμάδες τὴν ἐπωνυμίαν, τὰς κλήσεις ὁ μὲν Μιχαήλ, ὁ δὲ Λέων, ὁ ἕτερος …, ὁ ἄλλος … προσηγορεύετο. Ἀδελφοὶ δ’ ἦσαν καὶ τὰ σώματα πρότερον καὶ τότε τὴν γνώμην· εἰς ταὐτὸ γὰρ ἅπαντες συνεφρόνησαν, ἀποκτεῖναί τε τὸν αὐτοκράτορα καὶ τῶν βασιλικῶν ἐπιλήψεσθαι σκήπτρων. Συνυπήγοντο δὲ αὐτοῖς καὶ ἕτεροι τῶν εὐγενῶν, οἵ τε Ἀντίοχοι γένους ὄντες περιφανοῦς καὶ οἱ Ἐξαζηνοὶ καλούμενοι, ὅ τε Δούκας καὶ ὁ Ὑαλέας, ἄνδρες ἐκθυμότατοι τῶν πώποτε γεγενημένων πρὸς μάχας, πρὸς δὲ καὶ Νικήτας ὁ Κασταμονίτης καὶ Κουρτίκιός τις καὶ ὁ Βασιλάκιος Γεώργιος. Οὗτοι μὲν οὖν ἦσαν τοῦ στρατιωτικοῦ καταλόγου πρωτεύοντες, τῆς δέ γε συγκλήτου ὁ Σολομῶν Ἰωάννης. Ὃν διὰ πλούτου περιουσίαν καὶ γένους λαμπρότητα βασιλέα χρίσειν ὁ Μιχαὴλ ὁ καὶ κορυφαῖος τῆς τετρακτύος τῶν Ἀνεμάδων σχηματιζόμενος ἐπηγγέλλετο. Ὁ δὲ Σολομῶν οὗτος τῆς συγκλήτου λογάδος τὰ πρῶτα φέρων οὐ μόνον τῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν συνεξηπατημένων αὐτῷ βραχύτατος μὲν ἦν τὴν ἡλικίαν, κουφότατος δὲ τὴν γνώμην. Ἀριστοτελικῶν τε καὶ Πλατωνικῶν μαθημάτων ᾤετο εἰς ἄκρον ἐληλυθέναι· οὐ μὴν εὖ ἧκε τῆς φιλοσόφου εἰδήσεως, ἀλλ’ ὅμως ἐτετύφωτο διὰ περιουσίαν κουφότητος.

Το σχέδιό τους ήταν να δολοφονήσουν τον Αλέξιο ένα πρωί, καθώς έπαιζε «ζατρίκιον» (~ σκάκι).

[12.6.1] Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται, τοὺς Ἀνεμάδας φημὶ καὶ Ἀντιόχους καὶ τοὺς τούτων συνωμότας, κατὰ τοῦ βασιλικοῦ τὴν σκαιωρίαν ἐποιοῦντο σώματος, ἵν’, ὁπηνίκα καιροῦ εὐθέτου τύχοιεν, παρευθὺ τὸν μελετώμενον κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος φόνον εἰς ἔργον προάξωσιν. Ὡς δὲ παρὰ τῆς Προνοίας ἄδεια οὐδεμία τούτοις ἐδίδοτο καὶ ὁ καιρὸς παρερρύετο, πτοηθέντες μὴ κατάφωροι γένωνται, ὃν ἐπεζή τουν καιρὸν ἔδοξαν εὑρηκέναι. Ἐπεὶ γὰρ ὁ αὐτοκράτωρ μετὰ τὸ διυπνισθῆναι κατὰ δείλην ἑῴαν τὴν ἐκ τῶν πολλῶν φροντίδων ἐγγινομένην ἅλμην καταγλυκαίνειν ἐθέλων ἐνίοτε συμπαίστορας εἶχε τῶν συγγενέων τινὰς παίζων τὸ ζατρίκιον (παιδιὰ δὲ τοῦτο ἐκ τῆς τῶν Ἀσσυρίων τρυφῆς ἐξευρημένον καὶ εἰς ἡμᾶς ἐκεῖθεν ἐληλυθός), οἱ τὴν τυραννικὴν ἐξοπλίσαντες χεῖρα διὰ τοῦ βασιλικοῦ κοιτωνίσκου ἔμελλον ὡς εἰς τὸν βασιλέα χωρῆσαι τὸν φόνον ὠδίνοντες.

Τελικά ο Αλέξιος έμαθε για την συνωμοσία επειδή ο αδελφός του Ισαάκιος ο σεβαστοκράτωρ κατάφερε να φοβερίσει (με τους βάρβαρους Βαράγγους σωματοφύλακές του) τον «μωρό» Σολομώντα και αυτός ομολόγησε τα πάντα. Οι άνδρες του Αλεξίου συνέλαβαν τους συνωμότες, τους ξύρισαν τα μαλλιά και τα γένια, τους έβαλαν εντόσθια προβάτων σαν κορώνες στα κεφάλια τους, τους φόρτωσαν πάνω σε βόδια και τους διεπόμπευσαν στο πλήθος. Ενώ στο τέλος της διαπόμπευσης είχε προγραμματιστεί η τύφλωσή τους, τελικά ο Αλέξιος άλλαξε γνώμη και τους φυλάκισε αβλαβείς. Όπως έγραψα στην αρχή της ανάρτησης, ο Μιχαήλ Ανεμάς φυλακίστηκε μαζί με τον αποστάτη Γρηγόριο Ταρωνίτη στον «Πύργο του Ανεμά». Μπορείτε να διαβάσετε τις λεπτομέρειες στο [12.6]. Εγώ θα παραθέσω το χωρίο για τον προρρηθέντα Πύργο.

[12.7.1] Οὔπω δ’ οὗτος τῆς εἱρκτῆς ἠλευθεροῦτο καὶ τὸν Γρηγόριον αὖθις ἡ τοῦ Ἀνεμᾶ εἶχεν εἱρκτή. Πύργος δ’ ἦν εἷς τις τῶν ἀγχοῦ τῶν ἐν Βλαχέρναις ἀνακτόρων διακειμένων τειχῶν τῆς πόλεως, ὁ τοῦ Ἀνεμᾶ καλούμενος, ὥσπερ τι λάχος τὴν ἐπωνυμίαν ταυτηνὶ κληρωσάμενος διὰ τὸ πρώ τως τὸν Ἀνεμᾶν σιδηρόδετον δέξασθαι ἐπὶ πολὺν ἐν αὐτῷ χρονοτριβήσαντα χρόνον. Καὶ γὰρ ἐπινεμήσεως παριππευούσης δωδεκάτης δοὺξ προβληθεὶς Τραπεζοῦντος ὁ ἤδη ῥηθεὶς Γρηγόριος ἀποστασίαν πάλαι ὠδίνων ἐν τῷ πρὸς Τραπεζοῦντα ἀπέρχεσθαι εἰς φῶς ἐξήγαγε τὸ ἀπόρρητον. Ἐπανιόντι γὰρ πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν τῷ Δαβατηνῷ τῆς δουκικῆς ἀρχῆς εἰς τὸν Ταρωνίτην μετατεθείσης συναντήσας, δεσμώτην εὐθὺς αὐτὸν καὶ ἔμφρουρον εἰς Τήβενναν εἶχεν, οὐ τὸν Δαβατηνὸν δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιφανῶν Τραπεζουντίων ἱκανοὺς καὶ αὐτὸν δὴ τὸν τοῦ Βακχηνοῦ ἀδελφιδοῦν. Ἐπεὶ δὲ τῶν δεσμῶν καὶ τῆς εἱρκτῆς οὐκ ἐλύοντο, ὁμοφρονήσαντες ἅπαντες τοὺς μὲν φρουροῦν τας αὐτοὺς τοῦ ἀποστάτου αἰκίαις καθυποβαλόντες ἔξω τῶν τειχῶν ἐξαγαγόντες πόρρω που ἀπήλασαν, αὐτοὶ δὲ τὴν Τήβενναν σφετερισάμενοι κατεῖχον.

Σύμφωνα, με την Κομνηνή, ο Αλέξιος έστειλε τον ανιψιό του Ιωάννη (παιδί της αδελφής του), που ήταν εκ πατρός ξάδελφος με τον αποστατήσαντα Γρηγόριο Ταρωνίτη, επικεφαλής ενός σώματος Κελτών και λογάδων Ρωμαίων, με σκοπό ή να τον συνετίσει ή να τον συλλάβει. Ο Γρηγόριος αποτραβήχθηκε στην Κολωνεία και, σύμφωνα με την Κομνηνή, συμμάχησε με τον Τούρκο Δανισμέντ («Τανισμάνης», λίγο δύσκολο, γιατί αυτός ήταν νεκρός το 1104 και η Κομνηνή χρονολογεί την αποστολή του Ιωάννη στο 1105/6). Τελικά ο Ιωάννης κατάφερε να τον αιχμαλωτίσει.

[12.7.3] Μαθὼν δὲ τὴν τούτου ἔλευσιν ὁ Ταρωνίτης Γρηγόριος ἐξελθὼν ὡς πρὸς Κολώνειαν ἀπῄει (πολίχνιον δὲ τοῦτο ἐρυμνότατον καὶ ἀνάλωτον) ἐφ’ ᾧ μετακαλέσασθαι τὸν Τανισμάνην εἰς ἀρωγήν. Τοῦτο ἐν τῷ ἀπιέναι μεμαθηκὼς ὁ Ἰωάννης, τοὺς Κελτοὺς τοῦ ἰδίου στρατεύματος ἀποδιελόμενος καὶ λογάδας Ῥωμαίους κατ’ αὐτοῦ ἐξέπεμψεν, οἳ καὶ προκαταλα βόντες καρτερὰν τὴν μετ’ αὐτοῦ ἀνεδήσαντο μάχην. Δύο δὲ γενναῖοι ἐντυχόντες αὐτῷ κατέσχον διὰ τῶν δοράτων καταβαλόντες τοῦ ἵππου. Κᾆθ’ οὕτως ἀναλαβόμενος αὐτὸν ὁ Ἰωάννης ζωγρίαν ἄγει τῷ αὐτοκράτορι ἐπομοσάμενος μηδὲ θεάσασθαι αὐτὸν τὸ παράπαν, μήτε ὁμιλίας ἀξιῶσαι κατὰ τὴν ὁδόν, πολλὰ δὲ ὅμως ὑπὲρ αὐτοῦ παρεκάλει τὸν αὐτο κράτορα, ἐκείνου ὑποκρινομένου τῶν ὀμμάτων αὐτὸν βούλεσθαι ἀποστερῆσαι.

Έχοντας αντιμετωπίσει τους «ἔνδοθεν τυράννους», ο Αλέξιος μπορούσε πια ν΄ασχοληθεί με τον Βοημούνδο. Διόρισε τον Ισαάκιο Κοντοστέφανο Μέγα Δούκα του στόλου και τον έστειλε στο Δυρράχιο για την φύλαξη της Αδριατικής, λέγοντάς του πως θα τον τύφλωνε αν έφτανε εκεί αφού ο Βοημούνδος είχε ήδη διαπεραιωθεί στο «Ιλλυρικόν». Ο Κοντοστέφανος, αντί να ακολουθήσει την διαταγή που του δόθηκε για «επιμελή επιτήρηση του πορθμού της Λογγιβαρδίας», επιτέθηκε στον Υδρούντα (Otranto), τον οποίο διοικούσε μια γυναίκα που λεγόταν ότι ήταν η μητέρα του Ταγκρέδου.

[12.8.1] Οὕτω μὲν οὖν τὰ κατὰ τοὺς ἐπιβούλους καὶ τὸν ἀποστάτην Γρηγόριον οἰκονομήσας οὐδὲ τὰ κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον ἐλάθετο, ἀλλὰ μεταπεμψάμενος τὸν Κοντοστέφανον Ἰσαάκιον μέγαν δοῦκα τοῦ στόλου προὐβάλετο καὶ πρὸς τὸ Δυρράχιον ἐξέπεμψεν ἐπαπειλησάμενος τὴν τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ἐκκοπήν, εἰ μὴ φθάσας προκαταλάβοι τὴν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσιν. Πέμπει δὲ καὶ συνεχῆ γράμματα πρὸς τὸν δοῦκα Δυρραχίου Ἀλέξιον, τὸν ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ, ἐπαλείφων τοῦτον καὶ παρασκευάζων ἐγρηγορέναι διὰ παντὸς καὶ τοὺς κατὰ τὴν θάλασσαν ἐπι σκοποῦντας αὐτὸ τοῦτο ποιεῖν παρακελεύεσθαι, ὡς μὴ λάθοι ὁ Βαϊμοῦντος διαπεράσας, ἀλλ’ εὐθὺς δηλωθῆναί οἱ διὰ γραμμάτων.

[12.8.2] Ταῦτα μὲν οὖν ὁ αὐτοκράτωρ· ὁ δὲ Κοντοστέφανος ἐντεταλμένον ἔχων μηδὲν ἄλλο ἢ τὸν ἀνα μεταξὺ Λογγιβαρδίας ἐπιμελῶς τηρεῖν πορθμὸν καὶ τοὺς πρὸς τὸ Δυρράχιον προπομποὺς τοῦ Βαϊμούντου καὶ πᾶσαν τὴν αὐτοῦ παρασκευὴν ἐκεῖθεν ἐνθάδε κομισομένους ἀπείργειν καὶ μηδὲ τὸ τυχὸν κομίζεσθαί οἱ ἐκ Λογγιβαρδίας παράπαν συγχωρεῖν, ἀπελθὼν ἠγνόησε τὸν ἐπιτήδειον τόπον τῶν ἐκεῖθεν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν διαπλῳζομένων. Οὐ τοῦτο δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ παραβλεψάμενος τὰ προστεταγμένα εἰς Ὑδροῦντα διαπερᾷ, ὅπερ πόλις ἐστὶ κατὰ τὴν παραλίαν τῆς Λογγιβαρδίας διακειμένη. Ταύτην τὴν πόλιν γυνή τις ἐφρούρει, μήτηρ, ὡς ἐλέγετο, τοῦ Ταγγρέ, εἴτε ἀδελφὴ τοῦ ἐν πολλοῖς ἤδη ῥηθέντος Βαϊμούντου εἴτε καὶ μή, συνιδεῖν οὐκ ἔχω· οὐ γὰρ οἶδα σαφῶς εἰ πατρόθεν ἢ μητρόθεν τὴν πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον ὁ Ταγγρὲ συγγένειαν ἐκέκτητο.

Ο Κοντοστέφανος εφησυχασμένος από την αίσια εξέλιξη της πολιορκίας δέχτηκε να διαπραγματευτεί την παράδοση με την γυναίκα, η οποία όμως κωλυσιεργούσε περιμένοντας να έρθει ο γιος της με ενισχύσεις. Όταν τελικά κατέφτασε ο τελευταίος, νίκησε τις δυνάμεις του Κοντοστέφανου, επειδή αυτές αποτελούνταν από ναύτες που ήταν άπειροι στις χερσαίες μάχες και από οὐκ ολίγους «Σκύθες» (υπήρχαν αρκετοί τέτοιοι στο ρωμαϊκό στράτευμα) που είχαν εγκαταλείψει την μάχη για να λαφυραγωγήσουν, κατά το βαρβαρικό τους έθιμο. Ορισμένοι έκκριτοι Ρωμαίοι πέτυχαν επιμέρους νίκες (12.8.6), αλλά αυτές δεν άλλαξαν την έκβαση της μάχης. Έξι αιχμαλωτισμένοι «Σκύθες» στάλθηκαν στον Βοημούνδο, ο οποίος τους παρουσίασε ντυμένους «σκυθικῶς» στον Πάπα, για να δείξει ότι ο Αλέξιος έστελνε κατά των Χριστιανών «άπιστους βαρβάρους και αλλόκοτους ιπποτοξότες». Χαρακτήριζε συνεχώς τους «Σκύθες» ως «παγανούς», κατά την Λατινική συνήθεια. Δεν χρειάστηκε πολύ, για να πείσει τον Πάπα να πάρει το μέρος του κατά των Ρωμαίων, διεγείροντας «το παμπάλαιο μίσος που τρέφουν αυτοί οι βάρβαροι για το γένος μας». «Ποιος βάρβαρος [Λατίνος]», ρωτάει ρητορικά η Κομνηνή, «δεν θα ήθελε να συμμετάσχει στην διαπεραίωση του Βοημούνδου προς το Ιλλυρικόν, όταν αυτή είχε την ευλογία του Πάπα;»

[12.8.3] Ἐκεῖσε παραγενόμενος καὶ προσορμίσας τὰς νῆας ἀπεπειρᾶτο τῶν [τοῦ Βρεντησίου] τειχῶν καὶ εἰς χεῖρας εἶχεν ἤδη. Ὡς δὲ τοῦτο ἡ ἐντὸς οὖσα γυνὴ φρενήρης οὖσα καὶ σταθηρὰ τὴν γνώμην ἐθεάσατο, ὁπηνίκα τὰς ναῦς κεῖθι προσώρμισεν, εἰς ἕνα τῶν υἱῶν αὐτῆς ἀποστείλασα σπου δαίως τοῦτον μετεκαλεῖτο. Τοῦ δὲ ναυτικοῦ παντὸς θαρ σήσαντος ἤδη, ὡς ἐν χερσὶ τὴν πόλιν ἔχοντος, καὶ τὴν τοῦ βασιλέως εὐφημίαν ποιουμένων ἁπάντων, καὶ αὕτη ἐν ἀμηχανίᾳ καταστᾶσα ταὐτὸ τοῦτο παρεκελεύετο ποιεῖν καὶ τοὺς ἐντός. Ἅμα δὲ καὶ πρὸς τὸν Κοντοστέφανον πρέσβεις ἀποστείλασα, δουλείαν ὡμολόγει τῷ αὐτοκράτορι καὶ εἰρηνικὰς μετ’ αὐτοῦ σπονδὰς ὑπισχνεῖτο ποιήσασθαι πρὸς αὐτόν τε ἐξελεύσεσθαι τὰ κατὰ σκοπὸν ἀνακοινωσομένη, ὡς πάντα δι’ αὐτοῦ δηλωθείη τῷ αὐτοκράτορι. Τοιαῦτα δὲ ἐμηχανᾶτο ἀπαιωροῦσα τὸν τοῦ Κοντοστεφάνου λογισμόν, εἴ που ἐν τῷ μεταξὺ καταλάβοι ὁ ταύτης υἱὸς καὶ τηνικαῦτα τὴν σκηνήν, καθάπερ τοὺς τραγικούς φασι, ῥίψασα μάχης ἀνθέξοιτο.

[12.8.4] Συμμιγοῦς οὖν τῆς εὐφημίας ἀπό τε τῶν ἐντὸς ἀπό τε τῶν ἐκτὸς γινομένης καὶ πάντα τὰ πέριξ κατειληφυίας, ἐπεὶ τοιούτοις λόγοις καὶ ἐπαγγελίαις ψευδέσι τὸν τοῦ Κοντοστεφάνου ἀπῃώρει λογισμὸν ἡ στρατιῶτις ἐκείνη γυνὴ ὡς εἴρηται, καταλαμβάνει καὶ ὁ προσδοκώμενος μεθ’ ὧν συνυπήγετο κομή των καὶ ὁμόσε κατὰ τοῦ Κοντοστεφάνου χωρήσας ἡττᾷ κατὰ κράτος. Οἱ μὲν οὖν τοῦ ναυτικοῦ ἅπαντες ὡς ἄπειροι τῆς διὰ ξηρᾶς μάχης τῇ θαλάσσῃ ἑαυτοὺς προσέρριψαν· τῶν δέ γε Σκυθῶν προεκδραμόντων (παρῆσαν γὰρ ἱκανοὶ μετὰ τοῦ ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος) ἐν τῷ καιρῷ τῆς μάχης εἰς προνομήν, ὡς ἔθος τοῖς τοιούτοις βαρβάροις, συμβέβηκεν ἁλῶναι τούτων ἓξ τὸν ἀριθμόν, οὓς καὶ ἀποσταλέντας θεασάμενος ὁ Βαϊμοῦντος καθάπερ τι μέγιστον πόρισμα τούτους λαβὼν εὐθὺς πρὸς Ῥώμην ἀπῄει.

[12.8.5] Καὶ καταλαβὼν τὸν ἀποστολικὸν θρόνον καὶ τῷ πάπᾳ διαλεχθεὶς καὶ πρὸς ὀργὴν ὅλον κινήσας κατὰ τῶν Ῥωμαίων καὶ τὴν ἀνέκαθεν τῶν βαρβάρων τούτων μῆνιν κατὰ τοῦ ἡμεδαποῦ γένους ἀνερεθίσας, ἵνα μᾶλλον τοὺς ἀμφὶ τὸν πάπαν Ἰταλοὺς ἐκμήνειεν, ὁ Βαϊμοῦντος καὶ τοὺς ἑαλωκότας τῶν Σκυθῶν παρεστήσατο ὥσπερ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἐνδεικνύμενος ὡς ἄρα ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος, δυσμενῶς ἔχων τὰ πρὸς Χριστιανούς, βαρβάρους τινὰς ἀπίστους καὶ ἀλλοκότους ἱπποτοξότας ἐφίστησι κατὰ τῶν Χριστιανῶν ὅπλον κινοῦντας καὶ τόξον ἐντείνοντας. Καὶ ἐφ’ ἑκάστου λόγου τοιούτου ὑπεδείκνυ τοὺς Σκύθας ἐκεί νους τῷ πάπᾳ σκυθικῶς ἐσταλμένους καὶ κατὰ τὸ εἰωθὸς πρὸς τὸ βαρβαρικώτερον ἀποβλέποντας, καὶ τούτους κατὰ τὸ ἔθος τῶν Λατίνων παγάνους ἄνω καὶ κάτω προσηγόρευε, καταμωκώμενος καὶ τοὔνομα καὶ τὸ σχῆμα. Πανούργως δέ, ὡς ἔοικε, τὸ πρᾶγμα μετεχειρίζετο τοῦ κατὰ Χριστιανῶν πολέμου, ἵνα δὴ καὶ ἀρχιερατικὴν γνώμην συμπείσειεν ὡς εὐλόγως ἄρα κατὰ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἔχθρας κεκίνητο, ἐν ταὐτῷ μνηστευόμενος καὶ πολλῶν ἀνδρῶν αὐτόματον συλλογὴν ἀγροικοτέρων καὶ ἀνοήτων. Τίς γὰρ ἂν οὐχὶ τῶν ἀγχοῦ καὶ πόρρω βαρβάρων αὐτόμολος ἧκεν εἰς τὸν καθ’ ἡμῶν πόλεμον, ἀρχιερατικῆς γνώμης ἐπιτρεπούσης καὶ τοῦ φαινομένου εὐλόγου πᾶσαν ἵππον καὶ ἄνδρα καὶ χεῖρα στρατιωτικὴν ἐξοπλίζοντος; Τοῖς τούτου λόγοις οὖν συνελαθεὶς ὁ πάπας καὶ ὁμογνωμονήσας αὐτῷ τὴν πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν ἐπέτρεψε διαπεραίωσιν.

Ο Κοντοστέφανος φόρτωσε στα καράβια τους άνδρες που του είχαν απομείνει και τότε θυμήθηκε τις διαταγές του για επιτήρηση του πορθμού απλώνοντας τα πλοία του από το Δυρράχιο μέχρι τον Αυλώνα και την Χιμάρα και τοποθετώντας παρατηρητές στην ακρολοφία του «Ιάσονος βουνού» (μάλλον εννοεί τα Ακροκεραύνια όρη στο ακρωτήριο Γλώσσα/Gjuhëz/Linguetta). Οχύρωσε ιδιαίτερα τον Αυλώνα, γιατί πίστευε (ορθώς) ότι ο Βοημούνδος θα αποβιβαζόταν εκεί.

[12.8.7] Ἀνακωχὴν οὖν ὁ Κοντοστέφανος ἐντεῦθεν λαβὼν τῆς κελτικῆς ἐπελεύσεως λύσας ἐκεῖθεν τὰ πρυμνήσια μετὰ τοῦ ναυτικοῦ παντὸς τὸν Αὐλῶνα καταλαμβάνει. Ἐπεὶ δέ, ὁπότε πρώτως τὸ Δυρράχιον καταλαβὼν τὰς ὑφ’ ἑαυτὸν πολεμικὰς ναῦς ἐξ αὐτοῦ Δυρραχίου μέχρι τοῦ Αὐλῶνος καὶ αὐτῆς τῆς καλουμένης Χιμάρας διέσπειρεν, ἀπέχοντος μὲν τοῦ Δυρραχίου τοῦ Αὐλῶνος σταδίους ἑκατόν, τῆς δὲ Χιμάρας τοῦ Αὐλῶνος αὖθις ἀπεχούσης σταδίους ἑξήκοντα, τὴν τοῦ Βαϊμούντου ἐπειγομένην ἤδη ἐμάνθανε διαπεραίωσιν, στοχασάμενος ἐνδεχόμενον εἶναι μᾶλλον εἰς τὸν Αὐλῶνα διαπερᾶσαι αὐτὸν διὰ τὸ ἥττονα εἶναι τὸν πρὸς τὸν Αὐλῶνα πλοῦν τοῦ πρὸς τὸ Δυρράχιον, καὶ διὰ τοῦτο δεῖν πλείονα τὴν φυλακὴν τοῦ Αὐλῶνος ποιήσασθαι, ἀπελθὼν μετὰ τῶν ἑτέρων δουκῶν ἐτήρει ἐπιμελῶς τὸν ἀναμεταξὺ πορθμὸν τοῦ Αὐλῶνος καὶ κατὰ τὴν ἀκρολοφίαν τοῦ καλουμένου Ἰάσονος βουνοῦ σκοποὺς ἐπιστήσας ἐφ’ ᾧ τὴν θάλασσαν περιαθρεῖν καὶ τὰς ναῦς ἐπισκοπεῖν.

Όταν κάποιος Κελτός ειδοποίησε τους άνδρες του Κοντοστεφάνου ότι ο Βοημούνδος ήταν έτοιμος να διαπεραιωθεί, οι περισσότεροι ναύτες δείλιασαν και εγκατέλειψαν τα πλοία τους με την δικαιολογία ότι, για λόγους υγιεινής, έπρεπε να πάνε στα «βαλανεία» (λουτρά, μπάνια) της Χιμάρας. Άφησαν πίσω μόνο του με ένα πλοίο τον δεύτερο Δρουγγάριο του στόλου να περιπολεί τα νερά κοντά στο ακρωτήριο Γλώσσα. Παρακάτω, η Κομνηνή γράφει πως δεν τους κατηγορεί για την δειλία, γιατί την έκρινε φυσιολογική αντίδραση σε όποιον αντίκριζε τον τεράστιο στόλο του Βοημούνδου που έμοιαζε σαν πλωτή/διαπόντια πόλη. Ακόμα και οι θρυλικοί Αργοναύτες δεν θα τολμούσαν να αντιμετωπίσουν τον στόλο του Βοημούνδου. Κατέφτασε και ο Ιταλός θαλασσόλυκος Λαντούλφος, για ν΄αναλάβει την ηγεσία του στόλου αλλά, εξαιτίας της φυγής των «κατὰ σχῆμα λουσομένων», κατέληξε να φυλάει τον Αυλώνα με λίγα μόνο πλοία.

[12.8.8] Κελτὸς δέ τις ἐκεῖθεν ἄρτι διαπεραιωθεὶς ἐβεβαίου τούτοις τὴν τοῦ Βαϊμούντου ἐπὶ ξυροῦ εἶναι διαπεραίωσιν. Τοῦτο οἱ Κοντοστέφανοι μεμαθηκότες καὶ ἀποδειλιῶντες πρὸς τὴν μετὰ τοῦ Βαϊμούντου ναυμαχίαν (καὶ γὰρ καὶ φήμη μόνη τούτους κατέπληττε) νοσεῖν ἐσκήψαντο καὶ διὰ τοῦτο δεῖσθαι βαλανείων. Καὶ ὁ Λαντοῦλφος καὶ τοῦ ναυτικοῦ παντὸς ἐξηγούμενος, ἐμπειρίαν πολλὴν τῆς ναυλοχίας καὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν πολέμου ἐκ πολλοῦ κεκτημένος, πολλὰ τούτοις παρηγγυᾶτο ἐγρηγορέναι διὰ παντὸς καὶ τὴν τοῦ Βαϊμούντου καραδοκεῖν ἔφοδον. Οἱ δὲ Κοντοστέφανοι, ἐν τῷ πρὸς Χιμάραν ἀπιέναι βαλανείου χάριν, τὸν καλούμενον δεύτερον τὸν δρουγγάριον τοῦ στόλου μετὰ τοῦ Ἐξκουσσάτου μονήρους κατ’ αὐτὴν τὴν Γλῶσσαν σκοπέα κατέλιπον οὐ πόρρω που τοῦ Αὐλῶνος διακειμένην. Ὁ δέ γε Λαντοῦλφος κατὰ τὸν Αὐλῶνα προσέμενε μετά τινων συμμέτρων νηῶν.

[12.9.1] Τούτων οὕτω διατεθέντων οἱ μὲν ἀπῄεσαν ἢ λουσόμενοι ἢ κατὰ σχῆμα λουσόμενοι· ὁ δὲ Βαϊμοῦντος δώδεκα μὲν λῃστρικὰς νῆας τάξας ἀμφ’ αὐτὸν διήρεις ἁπάσας οὔσας καὶ εἰρεσίαν πολλὴν κεκτημένας, ὡς καὶ ἠχητικόν τι καὶ κατάκροτον ἐπικτυποῦσαν ταῖς. τῶν κωπῶν συνεχέσιν ἐπεμβολαῖς, κύκλῳ δὲ τοῦ τοιούτου στόλου συντάξας στρογγύλας νῆας ἐξ ἑκατέρου μέρους καθάπερ περίβολον ἐντὸς τὸν πολεμικὸν συνέκλειε στόλον. Καὶ εἶπες ἂν ἰδὼν καὶ πόρρωθεν ἀπὸ σκοπιᾶς θεασάμενος πόλιν εἶναι διαπόντιον τὴν πλέουσαν ναυστολίαν. Συνεπέβαλε γάρ τι καὶ τὰ τῆς τύχης αὐτῷ. Καὶ γὰρ ἥ γε θάλασσα ἀκύμαντος ἦν, εἰ μὴ ὅσον κατὰ τὸν νότον ἐπέφρισσεν αὔρας λιγείας ἐπιπνεούσης καὶ ὅσον ἐξογκούσης τὰ τῶν ὁλκάδων ἱστία. Ἐποίει γὰρ ἐκείνας μὲν οὐριοδρομεῖν, τὰς δ’ ἐρεσσομένας τῶν νηῶν ταῖς πλεούσαις εὐθυδρομεῖν καὶ κρότον ἐξάκουστον καὶ ἐν μέσῳ πελάγους τοῦ Ἀδριαντικοῦ ἑκατέραις ταῖς ἠπείροις ἠχεῖν. Οὕτως ἦν θέαμα θάμβους ἄξιον ὁ βαρβαρικὸς οὗτος στόλος τοῦ Βαϊμούντου, ὃν εἰ καὶ οἱ περὶ τοὺς Κοντοστεφάνους ὠρρώδησαν, οὐκ ἂν μεμψαίμην οὔτ’ ἂν δειλίας τοὺς ἄνδρας γραψαίμην. Καὶ γὰρ ἂν τοῦτον καὶ τὸν οὕτως ἔχοντα στόλον καὶ ὁ Ἀργοναυτικὸς ἐκεῖνος ἐδεδοίκει στόλος, μὴ ὅτι γε Κοντοστέφανοι καὶ Λαντοῦλφοι καὶ τοιοῦτοί τινες.

Ο Βοημούνδος, όπως πάντα, αποβιβάστηκε στον Αυλώνα (9/10 Οκτωβρίου 1107). Ο Λαντούλφος με τα λίγα του πλοία δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την θέση του. Το αμύθητο στράτευμα του Βοημούνδου αποτελούνταν από Φράγγους, Κελτούς, τους εκ της Θούλης νήσου (ο όρος άλλοτε σημαίνει Σκανδιναβία και άλλοτε Βρετανία όπως εδώ) που συνήθως υπηρετούν στρατιωτικά του Ρωμαίους (Βάραγγοι), πολλούς από το γερμανικό γένος και από τους Κελτίβηρες. Το στράτευμα πρώτα λεηλάτησε τις παράκτιες περιοχές γύρω από τον Αυλώνα και στην συνέχεια κινήθηκε προς το Δυρράχιο λεηλατώντας όλα τα μέρη από τα οποία περνούσε. Η πολιορκία του Δυρραχίου ξεκίνησε στις 13 Οκτωβρίου 1107 και σκοπός του Βοημούνδου μετά την εκπόρθηση ήταν να λεηλατήσει όλη την χώρα μεταξύ Δυρραχίου και Κωνσταντινουπόλεως.

[12.9.2] Ὁ γάρ τοι Λαντοῦλφος τὸν Βαϊμοῦντον θεασάμενος οὕτω φρικτῶς διαπλῳζόμενον μετὰ μυριοφόρων ὁλκάδων, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν ἀκριβέστερον, ἐπεὶ οὐχ οἷός τε πρὸς τοσούτους μάχεσθαι ἦν, μικρὸν τοῦ Αὐλῶνος παρεκκλίνας ἄδειαν τῷ Βαϊμούντῳ δίδωσι. Δεξιᾷ δὲ τύχῃ χρησάμενος, ἐκ Βάρεως ἐπὶ τὸν Αὐλῶνα περαιωσάμενος ἅπαν τὸ διαπόντιον αὐτοῦ στράτευμα εἰς τὴν περαίαν ἀποβησάμενος, πρῶτα μὲν ἐλῄσατο τὴν παραλίαν ἅπασαν, ἀμύθητον στράτευμα ἐπαγόμενος φραγγικόν τε καὶ κελτικὸν καὶ ὅσοι ἀπὸ τῆς Θούλης νήσου στρατεύονται Ῥωμαίοις τότε δὴ αὐτῷ προσχωρήσαντες διὰ τὴν τοῦ καιροῦ δυναστείαν καὶ δὴ καὶ πλείους τοῦ γερμανικοῦ γένους καὶ ἀπὸ τῶν Κελτιβήρων. Τούτους γὰρ ἅπαντας συλλεξάμενος <ἐπὶ> πάσης τῆς ἐντὸς Ἀδρίου ὑφήπλωσε γῆς καὶ τὰ ἐφεξῆς ἅπαντα λῃσάμενος τῇ Ἐπιδάμνῳ προσέβαλεν, ἣν Δυρράχιον ὀνομάζομεν, ταύτην τὴν πόλιν σκοπὸν ἔχων ἑλεῖν κᾆθ’ οὕτως τὴν ἐπὶ τάδε μέχρι τῆς Κωνσταντίνου λῄσασθαι.

[12.9.3] Δεινὸς δὲ ὢν εἴπερ ἄλλος τις εἰς πολιορκίαν ὁ Βαϊμοῦντος καὶ τὸν Πολιορκητὴν ἐκεῖνον Δημήτριον ὑπερβαλλόμενος τὴν Ἐπίδαμνον πᾶσαν ἐν νῷ βαλλόμενος πάσας ὠδῖνας μηχανικὰς κατὰ τῆς πόλεως ταύτης ἐκίνησε. Πρῶτα μὲν κύκλῳ περιβαλόμενος τὸ ἑαυτοῦ στράτευμα καὶ τὰ ἐγγὺς καὶ πορρωτέρω τῆς πόλεως Δυρραχίου πολιορκῶν, καὶ ποτὲ μὲν ὑπαντιαζόντων αὐτῷ στρατευμάτων ῥωμαϊκῶν, ποτὲ δὲ καὶ ἐρημίας οὔσης τῶν ἀποκωλυόντων αὐτόν. Καὶ πολέμων πολλῶν καὶ κλόνων ἐγγινομένων καὶ φόνων, καθάπερ ἄνωθεν εἴρηται, πρὸς τὴν πολιορκίαν αὐτὴν τῆς πόλεως Δυρραχίου ἀπέβλεψεν.

Στην συνέχεια η Κομνηνή παραθέτει ορισμένες γεωγραφικές πληροφορίες για την περιοχή της σημερινής Αλβανίας.

– Το Δυρράχιο ή Επίδαμνος είναι αρχαία ελληνική αποικία (ἀρχαία πόλις καὶ Ἑλληνίς) που κείται στις «ἠιόνες» (= ακτές) του «Ἀδριαντικού πελάγους», σε θέση «κατώτερη» (= νοτιότερη) από αυτήν του «Ἐλισσού» (= Λισσός). «Ἀνωτέρω δὲ ὁ Ἐλισσός καὶ δεξιώτερος» (= Η Λισσός είναι σε «ανώτερη» = βορειότερη και «δεξιότερη» = ανατολικότερη θέση ως προς το Δυρράχιο).

Η Κομνηνή κάνει αυτές τις γεωγραφικές παρατηρήσεις έχοντας αναμφίβολα έναν χάρτη κατά νου όπου ο βορράς είναι «επάνω» και η ανατολή είναι «δεξιά».

Dyrrachion-Lissos

– Ο Ελισσός είναι πολίχνιο μετέωρο και εντελώς δυσάλωτο που κείται κοντά στην εκβολή του «Δρύμονος ποταμού» (Drin/Δρίνος, στον Στράβωνα «Δρίλων», Drinius στον Πλίνιο και σερβιστί και σλαβομακεδονιστί Drim, εξού και το σλαβικό τοπωνύμιο Zadrima = «πέρα από τον Δρίνο»).

Zadrima

– Ο ποταμός «Δρύμων» είναι πλωτός στο κάτω μέρος του και πηγάζει από την Λυχνίτιδα λίμνη (= Οχρίδα/Ohrid), «ἣν ἡ νῦν γλῶττα ἐκβαρβαρώσασα Ἀχρίδα προσηγόρευσεν». Ο κύριος κορμός του ποταμού σχηματίζεται στην «Δεύρη» (Δίβρη/Debar) από την συρροή πολλών μικρότερων, και στο βορειότερο σημείο του «παραμείβει τους εσχάτους των Δαλματών» (διέρχεται από τους νοτιότερους Σέρβους).

– Οι «βάρβαροι Οὐέτονες». Εδώ δεν είναι ξεκάθαρο ποιους ακριβώς εννοεί η Κομνηνή. Οι αρχαίοι Οὐέτ(τ)ονες (Vetones/Vettones/Vectones) ζούσαν στην Ισπανία. O Peter Frankopan σε υποσημείωση γράφει:

[σημ. #34, σλδ 522]

Vetones: Adriatic pirates who were avowed enemies of the Venetians. Anna’s reference seems stylistic, rather than substantive.

Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα και μια πρόταση ότι οι «Οὐέτονες» της Κομνηνής ήταν οι «Παγανοί» ~ «Ἀρεντανοί» (= Narentini) πειρατές του Πορφυρογέννητου (σλάβοι πειρατές της Αδριατικής που αντιστάθηκαν περισσότερο στον εκχριστιανισμό -γι΄αυτό και η προσωνυμία «Παγανοί» την οποία ο Πορφυρογέννητος νόμισε για «σλαβική» λέξη που σημαίνει «αβάπτιστος»- και είχαν σαν βάση την εκβολή του ποταμού Neretva).

Vetones

Ας δούμε τα χωρία της Κομνηνής

[12.9.4] Ἀλλὰ πρὶν ἥκειν εἰς αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἐπὶ τῷ Δυρραχίῳ μάχην τοῦ τυράννου Βαϊμούντου, ἀναγκαῖόν ἐστιν εἰπεῖν ὅπως ἔχει θέσεως ἡ πόλις. Κεῖται μὲν ἐπ’ αὐταῖς ᾐόσι τοῦ Ἀδριαντικοῦ πελάγους· ἐν τῷ μέσῳ δὲ ὑφήπλωται πέλαγος πολὺ καὶ μακρὸν καὶ κατὰ πλάτος μὲν παρατεῖνον εἰς τὴν περαίαν τῶν Ἰταλῶν, κατὰ μῆκος δὲ ἀνιὸν καὶ ἐπικάμπτον πρὸς ἀνατολάς τε καὶ πρὸς βορρᾶν πρὸς τοὺς Οὐέτονας βαρβάρους, ὧν καταντικρὺ κεῖται τῶν Ἀπουληίων ἡ χώρα. Καὶ καθόλου μὲν ὁ Ἀδρίας ὧδε περατοῦται· τὸ μέντοι Δυρράχιον ἢ Ἐπίδαμνος, ἀρχαία πόλις καὶ ἑλληνίς, κατωτέρω μὲν κεῖται τοῦ Ἐλισσοῦ καὶ πρὸς τὰ εὐώνυμα μέρη τούτου, ἀνωτέρω δὲ ὁ Ἐλισσὸς καὶ δεξιώτερος.

[12.9.5] Οὗτος δὲ ὁ Ἐλισσός, εἴτε ἀπό τινος ποταμοῦ Ἐλισσοῦ ὀνομαζομένου συμμιγνυμένου τῷ Δρυμόνι μεγίστῳ ποταμῷ, εἴτε οὕτως ἁπλῶς τὸ πολίχνιον ὠνόμαστο, οὐκ ἔχω σαφῶς εἰπεῖν. Ὁ δὲ Ἐλισσὸς μετέωρόν ἐστι πολίχνιον καὶ πάντη δυσάλωτον, κάτω καὶ περὶ τὰς πεδιάδας ὁρῶν τὸ Δυρράχιον, ὡς λέγουσι, τοιοῦ τον δὲ ἀσφαλές, ὥστε καὶ ἠπειρόθεν καὶ ἐκ θαλάττης πολλὴν ἀρωγὴν ποιεῖν Δυρραχίῳ. Ὥι πολιχνίῳ, τῷ Ἐλισσῷ, καὶ ἀποχρησάμενος ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος εἰς βοήθειαν τῆς πόλεως Ἐπιδάμνου, ἀπό τε τοῦ ποταμοῦ Δρυμόνος ναυσιπόρου τυγχάνοντος καὶ ἀπὸ τῆς ἠπείρου τὴν πόλιν Δυρραχίου κατησφαλίσατο, τὰ χρειώδη ἐκ γῆς καὶ θαλάττης εἰσάγων, ὅσα τε εἰς τροφὴν τῶν αὐτόθι στρατιωτῶν τε καὶ οἰκητόρων, καὶ ὅσα πρὸς ὅπλα καὶ μάχας ἦν ἐπιτήδεια.

[12.9.6] Ὁ δὲ Δρυμὼν οὗτος ὁ ποταμός, ἵνα τι καὶ περὶ τοῦ ῥεύματος τούτου προσιστορήσαιμι, ῥεῖ μὲν ἄνωθεν ἀπὸ τῆς Λυχνίτιδος λίμνης, ἣν ἡ νῦν γλῶττα ἐκβαρβαρώσασα Ἀχρίδα προσηγόρευσεν, ἀπὸ [δὲ] Μόκρου διά τινων τάφρων ἑκατόν, ἃς γεφύρας ἐπονομάζομεν. Καὶ γὰρ ἀπορρέουσιν ὥσπερ ἀπό τινων ἀρχῶν διαφόρων τῆς λίμνης διῃρημένοι ποταμοὶ καὶ εἰς ἑκατὸν ἥκοντες οὐ λήγουσι, κᾆθ’ οὕτως τῷ ποταμῷ τῷ κατὰ τὴν Δεύρην ἑνούμενοι, ἐξ οὗ καὶ Δρυμὼν ἐπονομάζεται, καὶ συνεχεῖς αὐτῷ γινόμενοι πλατύνουσί τε αὐτὸν καὶ μέγιστον ἐξεργάζονται. Ὃς τοὺς ἐσχάτους τῶν Δαλματῶν παραμείβων καὶ πρὸς βορρᾶν ἀνιὼν ἔπειτα ἐπικάμπτει πρὸς νότον καί, περὶ τὰς ῥίζας τοῦ Ἐλισσοῦ γινόμενος, εἰς τὸν Ἀδριαντικὸν ἐκδίδωσι κόλπον.

Μετά από την γεωγραφική παρένθεση, η Κομνηνή κλείνει το βιβλίο 12 με τον Αλέξιο στην Κων/πολη να πληροφορείται μετά από κυνήγι την εισβολή του Βοημούνδου από έναν ««ὑπόπτερο Σκύθη» ιππέα/αγγελιοφόρο, παραμένοντας ατρεμής και ψύχραιμος, όταν όλοι γύρω του πανικοβλήθηκαν. Ο Αλέξιος, καθώς έλυνε ήρεμος τα κορδόνια («ἱμάντες») των υποδημάτων του, απάντησε ψύχραιμα στους πανικοβλημένους «πάμε τώρα για “ἄριστον” (= πρωινό, < *ἀέριστον < *h1eyer- «πρωί» > ἠέριος = «πρωινός») και μετά συζητάμε για την αντιμετώπιση του Βοημούνδου.»

[12.9.7] Ταῦτα μὲν περί τε τῆς θέσεως Δυρραχίου καὶ Ἐλισσοῦ καὶ τῆς ἀσφαλείας ἑκατέρων τῶν τόπων γεγράφθω· ὁ δὲ βασιλεύς, ἔτι εἰς τὴν βασιλεύουσαν ἐνδιατρίβων, μεμαθηκὼς διὰ γραφῶν τοῦ δουκὸς Δυρραχίου τὴν τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσιν ἐπετάχυνε τὴν ἐξέλευσιν. Ἀνύστακτος γὰρ ὢν ὁ δοὺξ Δυρραχίου, μὴ διδοὺς τὸ παράπαν ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς, ὁπηνίκα διέγνω διαπλῳσάμενον τὸν Βαϊμοῦντον παρὰ τὴν τοῦ Ἰλλυρικοῦ πεδιάδα καὶ τῆς νηὸς ἀποβεβηκότα καὶ αὐτόθι που πηξάμενον χάρακα, Σκύθην μετα πεμψάμενος ὑπόπτερον, <τοῦτο> δὴ τὸ τοῦ λόγου, πρὸς τὸν αὐτοκράτορα τὴν τούτου διαπεραίωσιν ἐδήλου. Ὃς ἐπανιόντα τὸν αὐτοκράτορα τοῦ κυνηγεσίου καταλαβών, δρομαῖος εἰσελθὼν καὶ προσουδίσας τὴν κεφαλήν, τὴν τοῦ Βαϊμούντου διαπεραίωσιν τρανῶς ἐβόα. Ἅπαντες μὲν οὖν οἱ τότε παρόντες ἐπάγησαν, οὗπερ ἕκαστος ἔτυχε, καὶ πρὸς μόνην τὴν τοῦ Βαϊμούντου κλῆσιν ἀποναρκήσαντες. Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ, πλήρης θυμοῦ καὶ φρονήματος ὤν, λύων τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος· «Πρὸς ἄριστον, ἔφη, τὸ παρὸν τραπώμεθα· τὰ δέ γε κατὰ τὸν Βαϊμοῦντον αὖθις κατασκεψόμεθα».

Advertisements

9 Comments

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

9 responses to “Το Βιβλίο 12 της Αλεξιάδας

  1. Simplizissimus

    Σμερδαλέε, σου στέλνω χαιρετισμούς από τις διακοπές μου, μακριά απ’ την πρωτεύουσα, και θα είμαι σύντομος. Πολύ θα μου άρεσε να έγραφες σε όλο το κείμενο (εκεί που μιλάς εσύ, όχι στα παραθέματα από την Κομνηνή), κι όχι μόνο στην πρώτη παράγραφο, παγανός, και να μην παρασυρόσουν από το πού τονίζει τη λέξη η Κομνηνή. Εντελώς συμπτωματικά τυχαίνει να διαβάζω αυτές τις μέρες την Αργώ του Γιώργου Θεοτοκά (1933) κι έπεσα πάνω στην εξής όμορφη φράση: Μα ο νεοελληνικός λαός, όπως διαμορφώθηκε μοναχός του, … είναι βαθύτατα παγανός. Βέβαια θα μου πεις ότι η λέξη με αυτή τη χρήση (κι όχι την άλλη, «τα παγανά») είναι σπάνια, γιατί όταν βλέπουμε στις ξένες γλώσσες το paganus, pagan, païen, μεταφράζουμε «ειδωλολάτρης». Συμφωνώ, δίκιο έχεις. Αλλά γιατί να παρατονίζουμε, ακόμα κι αν ακολουθούμε μια Κομνηνή; 🙂

    • Καλές διακοπές και σε εσένα και σε όσους μας διαβάζουν!

      Έχεις δίκαιο με τον τονισμό. Θα το αλλάξω. Το λατινικό pagànus αποδίδεται «κανονικά» ελληνιστί ως παγανός, αλλά η Κομνηνή το αφήνει Παγάνος.

      Παρεπιμπτόντως (νά ναι καλά Χρήστο 🙂 ), όσο έγραφες το σχόλιό σου, εγώ συμπλήρωνα την ανάρτηση με τους «βάρβαρους Οὐέτονες» της Αδριατικής που αναφέρει η Κομνηνή (και ξέχασα να τους σχολιάσω) και ψάχνοντας βρήκα την πρόταση ότι αναφέρεται στους «Παγανούς = Αρεντανούς» (Narentini) σλάβους πειρατές της «Παγανίας» του Πορφυρογέννητου που είχαν την βάση τους στο δέλτα του ποταμού Νάρωνα/Neretva.

      Οι «Παγανοί» πειρατές μου θύμησαν την παγάνα που ανέφερες και την παγανιά 🙂

      Ο Frankopan σε υποσημείωση γράφει:

      Vetones: Adriatic pirates who were avowed enemies of the Venetians. Anna’s reference seems stylistic, rather than substantive.

      • Σκεφτόμουν τώρα πως από το λατινικό/ιλλυρικό ποταμωνύμιο Nārō (σίγουρα από την ΙΕ ρίζα *neh2- «ρέω, πλέω», όπως ο Νηρεύς, ο Ωκύνᾱρος και οι Ναιάδες) προέκυψε το σλαβικό Neretva.

        Το καλύτερο ενδιάμεσο βήμα που μπόρεσα να σκεφτώ είναι από το ρωμανικό όνομα Narenta, αλλά αυτό δεν εξηγεί το /v/. Narent- > *Noręt- και λόγω αφομοίωσης o..e > e..e *Neręta.

        Πως προέκυψε το /v/ του Σλαβικού Neretva;

        Η καλύτερη λύση που έχω μέχρι στιγμής είναι η δαλματική διφθογγοποίηση του τονισμένου (άρα μακρού) à>ua (λ.χ càrnem > cuarne) που συνέβη στο εθνωνύμιο:

        Narentàni («Ἀρεντανοί») > Narentuani που, στο στόμα των σλάβων, εξελίχθηκε κανονικά σε *Norętvani, το οποίο επαναναλύθηκε σε *Norętv-ani απ΄όπου παράχθηκε το ζητούμενο υδρωνύμιο *Norętva που λόγω φωνηεντικής αφομοίωσης έδωσε τελικά το Neretva (όλοι οι ποταμοίτων Σλάβων είναι θηλυκού γένους λ.χ. Savus/Σαῦος > Sava, Αὖος > V-avos-a > Vovosa > Βοβούσα) επειδή η λέξη «ποτάμι» reka είναι θηλυκή.

      • Χρήστος

        Παρεπιπτώντως, όσο έγραφες το σχόλιό σου ——————-

        Παρεμπιπτόντως είναι το σωστό. εν+πίπτω. Την προηγούμενη βδομάδα το μαθα! Ο περισσότερος κόσμος όμως, όπως κι εγώ και εσύ, το λέει παρεΠιπτόντως. Με π δηλαδή κι όχι με μπ. Κι όντως είναι πιο εύκολο στην προφορά. Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια εν εξελίξει διαδικασία απλοποίησης?

        Να μεταφέρω την εμπειρία από τους περίεργους ήχους φθόγγων άλλων γλωσσών.

        Συναντήθηκα με έναν φίλο μου ελληνοσύριο που μιλάει αραβικά και άκουσα τους περίεργους αυτούς ήχους. Τα λαρυγγικά (ή φαρυγγικά??) που έχουν όπως στο Bahar που σημαίνει λίμνη. Εκεί που το γραψα με h δεν είναι ούτε h ούτε χ. Είναι το λαρυγγικό. (Κάπου είχα διαβάσει ότι αυτοί οι ήχοι προσεγγίζουν τα h1,h2,h3). Και μάλιστα μετά από μερικές δοκιμές μου είπε ότι το πέτυχα να το προφέρω. Άλλο φθόγγοςείναι ο τελικός στην λέξη Αλλάχ. Πάλι δεν είναι χ, αλλά παράγεται χαμηλά στον φάρυγγα (ή λάρυγγα? δεν τα ξέρω).

        Μετά πέτυχα Πακιστανό σε μια εταιρεία που μιλάει παντζάμπ και άκουσα τα δασέα όπως kh !!! Επίσης παρατήρησα ότι έχουν ακόμα τα μακρά φωνήεντα. Γιατί του έλεγα α (μέσα σε λέξη) και μου έλεγε όχι α αλλά αα. Μου είπε ότι τα επίσημα είναι τα ουρντού και τα παντζάμπ είναι η δημοτική αν κατάλαβα καλά. Κι ότι στο χωριό του τα παντζάμπ τα μιλάνει διαφορετικά από τα πιο διαδεδομένα παντζάμπ.

        Μετά πέτυχα Γεωργιανό (ρωσοπόντιο που λένε). Αυτοί οι άνθρωποι είναι καταπληκτικοί. Μιλάνε 4 γλώσσες και μάλιστα από διαφορετικές γλωσσικές οικογένειες !! Μιλάει γεωργιανά, ρώσικα, ελληνικά και τούρκικα. 4 γλώσσες – 3 οικογένειες.
        Του είπα να μου προφέρει αυτά τα ραχιαία συγκοπτόμενα (όχι συγκοπτόμενα, αλλιώς λέγονται) σύμφωνα που έχει η γεωργιανή.
        Και μου είπε την λέξη μπακακ που είναι ο βάτραχος. Άρα το μπακακάκι που λέμε είναι γεωργιανό? Αυτό το κ είναι το πιο περίεργο που έχω ακούσει. Θα το περιέγραφα ως εξής. Είναι κλειστός ο λάρυγγας στο κ. Μετά αφήνει να περάσει λίγος αέρας όπως όταν φεύγει η γλώσσα από τα δόντια, αλλά όχι με την γλώσσα αλλά με το λαρύγγι. Και μετά πάω και κλείνει πάλι στο κ.

        Και τέλος αλβανικά. Κάνω έρευνα με την λέξη pelembe. (τα e με διαλυτικά.) Αυτοί που είναι από μεγάλες πόλεις Αυλώνα, Δυράχιο κλπ το λένε πελέμπε. Αυτοί που είναι από μικρότερες όπως Φίερ το λένε πλέμπε. Δηλαδή κόβουν το πρώτο ε όπως αντίστοιχα στα ελληνικά χωριά.
        Μου κάνει εντύπωση όμως πως αγνοούν την προφορά των βορείων. Των γκέκηδων. Σαν να μην ξέρουν ότι εκείνοι προφέρουν ν κι όχι ρ και α αντί για ε. Σαν να τους έχουν για περιθωριακούς, σαν να είναι άγνωστος τόπος. Μπορεί απλώς να φύγαν βέβαια πολύ μικροί και να μην έχουν εντοπίσει όντως διαφορές, να μην έχουν συναναστραφεί.

      • Καλώς τον Χρηστάρα. Ευχαριστώ για την πληροφορία (παρεμπιντόντως παρ-εν-πίπτω). Κάτι μάθαμε και σήμερα. Θα το διορθώσω.

        Η μόνη διαδικασία που μπορώ να σκεφτώ είναι η γνωστή υποχωρητική αφομοίωση (pare(m)bipt- b..p > p..p).

        Στα αλβανικά εννοείς το «περιστέρι» που προέκυψε από το λατινικό palumbus (παράλληλος τύπος του columbus που δείχνει ότι το αρκτικό φωνήεν ανάγεται σε πρωτο-ιταλικό χειλοϋπερωικό *kw) > pëllumb ;

        Πάντως στην Αλβανική είναι «τυπικό» να αποβάλλεται το προτονικό schwa (ë).

        Λατινικό splenèticus > spenètico > shpënètikë > τοσκικός ρωτακισμός shpërètikë > shpretkë = «σπλήνα».

  2. Χρήστος

    Εννοώ “pëllëmbë”. Δάνειο από την ελληνική “παλάμη”.

    Διάβαζα προχθές παλιότερες αναρτήσεις σου για τον σλαβικό εποικισμό και μου δωσες ιδέα για τις διακοπές. Να βρω τις ετυμολογίες των χωριών και πόλεων της Αιτωλοακαρνανίας! Τα χω γυρίσει αρχαιολογικώς να τα γνωρίσω και γλωσσολογικώς τώρα. Είναι πλούσια περιοχή γιατί εκτός από σλαβικά και αλβανικά τοπωνύμια έχει και βλάχικα (είναι 11 χωριά των ριμένων νομίζω λέγονται). Λογικά θα έχει και λατινικά. Μέχρι και γαλλικό έχω πετύχει. Το Λεσίνι είναι από το Le cynne (κάπως έτσι). Υπήρχε εκεί αρχαία λίμνη που λεγόταν Κυνία.

    • και βλάχικα (είναι 11 χωριά των ριμένων νομίζω λέγονται). Λογικά θα έχει και λατινικά.

      Εννοείς λατινικά που πέρασαν κατευθείαν στην Ελληνική (λ.χ. aquaeductus > Κεδούκτος/Κεδούκτον) χωρίς την Ανατολική βαλκανική Ρωμανική («βλαχική» λ.χ. Βάλια Κάλντα = «Ζεστή Κοιλάδα», vallis, calida) διαμεσόλάβηση ή εννοείς «Φράγκο-Βενετσιάνικα» μετά το 1204 (λ.χ. Πόρτο Λεόνε = Πειραιάς);

  3. Χρήστος

    Εννοώ λατινικά που πέρασαν απευθείας. Υποψιάζομαι ότι πιθανώς να υπάρχουν, αναφερόμενος στο δεσποτάτο της Ηπείρου που κάποια φάση το κυβερνούσαν λατίνοι βασιλιάδες όπως ο Κάρολος Τόκκος και Δούκας του Ανζου (τι ήταν αυτοί? Φράγκοι? Ιταλοί? δεν τα ξέρω καλά. πολύ μπέρδεμα αυτή η περίοδος).
    Τα βλάχικα χωριά είναι συγκεκριμένα και γνωστά. Είναι 11. Μάλιστα μια θεία της γυναίκας μου μιλάει βλάχικα. Δυστυχώς τα ξαδέρφια της δεν μιλάνε ούτε λέξη.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s