Παρατηρήσεις στα βιβλία 9-10-11 της Αλεξιάδας #Γ4: η Πρώτη Σταυροφορία

Με την προηγούμενη ανάρτηση τελείωσα και το βιβλίο 10 της Αλεξιάδας. Η Κομνηνή τελειώνει το βιβλίο με τους Σταυροφόρους να διαπεραιώνονται στην Βιθυνία και πληροφορώντας μας ότι ο Αλέξιος προτιμούσε να πάρει την Νίκαια απευθείας από τους «ἐντός τῆς Νικαίας βαρβάρους» (Τούρκους) και όχι έμμεσα από τους «Κελτούς» που επρόκειτο να την πολιορκήσουν. Γι΄ αυτό έστειλε τον Μανουήλ Βουτουμίτη στους Τούρκους της Νίκαιας με σκοπό να εξασφαλίσει διαπραγματευόμενος την απευθείας παράδοση της πόλης. Μπορούμε να μαντέψουμε γιατί ο Αλέξιος ήθελε να πάρει την πόλη απευθείας από τους Τούρκους. Προφανώς δεν εμπιστευόταν τον Βοημούνδο και τους ομόφρονές του, δηλαδή δεν ήταν σίγουρος ότι θα τηρούσαν τον όρκο τους και θα παρέδιδαν την Νίκαια στον Αλέξιο όταν θα την αποκτούσαν. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ο Αλέξιος ήταν ο Βοημούνδος να αποκτήσει μία στρατηγική βάση τόσο κοντά στην Κωνσταντινούπολη.

Σε αυτήν την ανάρτηση θα περιγράψω τα γεγονότα που καταγράφει η Κομνηνή από την σταυροφορική πολιορκία της Νίκαιας μέχρι την σταυροφορική πολιορκία και εκπόρθηση της Ιερουσαλήμ.

Βιβλίο 11

Οι σταυροφόροι διαπεραιώθηκαν στην Βιθυνία και χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, οι οποίες θα πολιορκούσαν την Νίκαια με ένα πνεύμα άμιλλας, δηλαδή οι δύο ομάδες θα διαγωνίζονταν ποια θα έμπαινε πρώτη μέσα στην πόλη, ώστε να βάλει η καθεμιά τα δυνατά της («ἕτερος πρὸς ἕτερον ἐρίζοντες καρτερωτέραν τὴν πολιορκίαν ποιοῖντο», ἐρίζω = «ανταγωνίζομαι» από το θέμα της ἔριδος).

[11.1.1] Ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος καὶ πάντες οἱ κόμητες ἑνωθέντες, οὗ διαπλῴσασθαι πρὸς τὴν Κιβωτὸν ἔμελλον, μετὰ τοῦ Γοντοφρὲ τὴν τοῦ Ἰσαγγέλη προσέμενον ἄφιξιν. Πλῆθος δὲ ὄντες ἀναρίθμητον, ἐπεὶ οὐκ ἠδύναντο αὐτοῦ που προσμένειν διὰ τὴν σπάνιν τῶν βοσκημάτων, εἰ καὶ τὴν τοῦ βασιλέως μετὰ τοῦ Ἰσαγγέλη ἀνέμενον ἄφιξιν, ἵνα κεῖθι συνταξάμενοι αὐτῷ τῆς πρὸς Νίκαιαν φερούσης ἅψωνται, διχῆ διαιρεθέντες οἱ μὲν διὰ τῆς Βιθυνῶν καὶ τῆς Νικομηδείας πρὸς Νίκαιαν ἤλαυνον, οἱ δὲ τὸν τῆς Κιβωτοῦ διανηξάμενοι πορθμὸν ἐς ταὐτὸν συνεληλύθεσαν. Καὶ οὕτως τῇ Νικαίᾳ προσπελάσαντες τοὺς πύργους καὶ τὰς μεταξὺ κορτίνας σφίσιν αὐτοῖς διενείμαντο, κατὰ τάξεις τινὰς τὴν τειχομαχίαν ποιεῖν βουλευσάμενοι, ἵν’ ἐντεῦθεν ἕτερος πρὸς ἕτερον ἐρίζοντες καρτερωτέραν τὴν πολιορκίαν ποιοῖντο· τὸ δὲ λάχος τοῦ Ἰσαγγέλη κενὸν ἐάσαντες, τὴν ἐκείνου προσέμενον ἄφιξιν. Ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ ὁ αὐτοκράτωρ τὸν Πελεκάνον κατέλαβε κατὰ νοῦν ἔχων τὴν Νίκαιαν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν.

Στην πολιορκία της Νίκαιας, ο Αλέξιος επέδειξε τις διπλωματικές του ικανότητες, για τις οποίες ο Γουλιέλμος της Τύρου τον παρομοίασε αργότερα με σκορπιό «που πίσω από το άκακο πρόσωπό του κρύβει την ουρά με το δηλητηριώδες κεντρί». Οι «Κελτοί» ήθελαν να πάρουν αυτοί την πόλη και να την παραδώσουν στον Αλέξιο (αν τηρούσαν τοους όρκους που είχαν δώσει), γιατί έτσι θα προλάβαιναν να λαφυραγωγήσουν την Νίκαια πριν την παραδώσουν. Ο Αλέξιος έβαλε τον Βουτουμίτη να πει στους Τούρκους πως η εκπόρθηση της πόλης από τους «Κελτούς» ήταν θέμα χρόνου. Αν οι σταυροφόροι έμπαιναν μέσα ως πορθητές τότε θα έσφαζαν τους αλλόπιστους Τούρκους και θα λαφυραγωγούσαν τις περιουσίες τους. Αν όμως οι Τούρκοι παρέδιδαν την πόλη απευθείας στον Αλέξιο, τότε όχι μόνο θα γλίτωναν τις περιουσίες τους και ο Αλέξιος θα τους παρείχε προστασία για να φύγουν, αλλά όσοι από τους Τούρκους θα επέλεγαν να στρατολογηθούν ως «εθνικά» στρατεύματα των Ρωμαίων, αυτοί δεν θα χρειαζόταν καν να φύγουν από την Νίκαια και οι ζωές τους θα συνέχιζαν όπως τις ήξεραν, με την μόνη διαφορά ότι η πόλη τους θα περνούσε στον έλεγχο των Ρωμαίων και θα υπηρετούσαν στρατιωτικά τον Αλέξιο. Τελικά οι Τούρκοι της Νίκαιας, μετά από αρκετές ημέρες πολιορκίας και όταν οι σταυροφόροι απέκρουσαν και κατανίκησαν όσες δυνάμεις είχε στείλει ο Σουλτάνος για να τους βοηθήσει, αποφάσισαν να παραδώσουν την Νίκαια στον Αλέξιο.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Αλέξιος διαχειρίστηκε την ευκαιρία της σταυροφορικής πολιορκίας, αναγκάζοντας τους Τούρκους της Νίκαιας, όταν πια είδαν ότι ο Σουλτάνος δεν μπορούσε να τους βοηθήσει, να επιλέξουν «το μη χείρον βέλτιστον» («γνωσιμαχήσαντες βέλτιον προσεληλυθέναι τῷ βασιλεῖ ἢ παρὰ τῶν Κελτῶν ἁλώναι ἐγνώκεσαν»), είναι ένα παράδειγμα αυτού που ο Edward Luttwak περιγράφει όταν λέει πως οι «Βυζαντινοί» χρησιμοποιούσαν την διπλωματία έχοντας ως γνώμονα την ερώτηση “how do we do this “cheaply”?” ([48:48] εδώ = «με ποιον τρόπο μπορούμε να επιτύχουμε τον στόχο μας “φτηνά”;», δηλαδή με το λιγότερο δυνατό κόστος σε χρήματα και ζωές στρατιωτών). Οι σταυροφόροι κόπιασαν πολιορκώντας ημέρες την Νίκαια και αντιμετωπίζοντας τις δυνάμεις που έστειλε ο Σουλτάνος, αλλά τελικά την πήρε ο Αλέξιος  «απονητί» ή, όπως λέει και ο Όμηρος «δόλῳ, οὔ τι κράτεΐ γε» (Ιλιάδα, 7.142).

[11.1.2] Οἱ δὲ ἐντὸς Νικαίας βάρβαροι τὸν σουλτάνον πολλάκις εἰς τὴν σφῶν αὐτῶν ἀρωγὴν μετεπέμποντο. Ἐκείνου δ’ ἔτι βραδύνοντος καὶ τῆς πολιορκίας ἐξ ἀνατολῆς ἡλίου μέχρι καὶ δύσεως αὐτῆς ἐν πολλαῖς ἤδη γινομένης ἡμέραις, ἐπεὶ ἐν στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτοὺς ἑώρων, γνωσιμαχήσαντες βέλτιον προσεληλυθέναι τῷ βασιλεῖ ἢ παρὰ τῶν Κελτῶν ἁλῶναι ἐγνώκεσαν. Μετα καλοῦνται τοίνυν ἐπ’ αὐτῷ τὸν Βουτουμίτην, τόσα καὶ τόσα ἀγαθὰ παρὰ τοῦ βασιλέως πείσεσθαι διὰ γραμμάτων συχνῶν πολλάκις αὐτοῖς ἐπαγγελλόμενον, εἰ τὴν Νίκαιαν αὐτῷ παραδοῖεν. Ὁ δὲ τὰς τοῦ βασιλέως φιλοφροσύνας καθαρώτερον ἀπαγγείλας καὶ τὰς ἐγγράφους ὑποσχέσεις ὑποδείξας, εἰ τὸ κάστρον αὐτῷ παραδοῖεν, ἀσμένως δέχεται παρὰ τῶν Τούρκων ἀπειρηκότων ἤδη πρὸς τοσαῦτα πλήθη ἀντικαθίστασθαι καὶ βέλτιον λογιζομένων τῷ βασιλεῖ τὴν πόλιν αὐθαιρέτως παραδοῦναι καὶ χρημάτων καὶ τιμῆς μετασχεῖν ἢ ξίφους παρανάλωμα γενέσθαι.

[11.1.3] Οὔπω τρίτην ἡμέραν ὁ Βουτουμίτης ἐντὸς εἶχε καὶ ὁ Ἰσαγγέλης καταλαβὼν ἀποπειρᾶσθαι τοῦ τείχους δι’ ὧν ἡτοίμαζεν ἑλεπόλεων ἔσπευδεν. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ φήμη τις αὐτοὺς καταλαμβάνει τὴν τοῦ σουλτάνου ἔλευσιν μηνύουσα. Τοῦτο οἱ Τοῦρκοι μεμαθηκότες καὶ τεθαρρηκότες τὸν Βουτουμίτην παραχρῆμα ἐξέωσαν. Ὁ δὲ σουλτάνος μέρος τοῦ στρατοῦ ἀποδιελόμενος ἀπέστειλε σκεψομένους τὴν τοῦ Ἰσαγγέλη ἔφοδον παραγγείλας ὡς, εἴ τισι τῶν Κελτῶν ἐντύχοιεν, μὴ ἀναβαλέσθαι τὴν μετ’ αὐτῶν μάχην. Θεασάμενοι δὲ πόρρωθεν τούτους οἱ τοῦ Ἰσαγγέλη ξυμμίγνυνται. Ἀλλὰ καὶ οἱ λοιποὶ κόμητες καὶ αὐτὸς ὁ Βαϊμοῦντος, τὴν τουτωνὶ τῶν βαρβάρων ἐνωτισθέντες ἔφοδον, ἐξ ἑκάστης κομητούρας ἀνὰ διακοσίους διελόμενοι καὶ εἰς πολὺ πλῆθος ξυμποσώσαντες παραχρῆμα εἰς ἀρωγὴν τῶν τοῦ Ἰσαγγέλη πέμπουσιν· ἐφθακότες δὲ μέχρις ἑσπέρας τοὺς βαρβάρους ἐδίωκον.

[11.1.4] Ὁ δὲ σουλτάνος οὐδαμῶς ἐπὶ τούτοις ἀναπεπτώκει, ἀλλ’ αὐγαζούσης ἡμέρας ὁπλίζεται καὶ πανσυδὶ τὴν ἔξω τειχῶν Νικαίας πεδιάδα κατειλήφει. Καὶ οἱ Κελτοί, αἰσθόμενοι τῆς τούτου παρουσίας, καρτερῶς ὁπλισάμενοι καθαπερεὶ λέοντες κατ’ αὐτῶν ἵενται. Καὶ συρρήγνυται τηνικαῦτα πόλεμος βαρὺς καὶ δεινός. Ἐν ἴσῃ δὲ μοίρᾳ τῆς μάχης ἀμφοτέροις ἱσταμένης τοῖς μέρεσι δι’ ὅλης ἡμέρας, ἐπεὶ ὁ ἥλιος ἐπὶ κνέφας ἦλθε, τρέπονται οἱ Τοῦρκοι τῆς νυκτὸς αὐτοῖς διαιτησάσης τὴν μάχην. Πίπτουσι μὲν οὖν ἐξ ἑκατέρων πολλοί, κτείνονται δὲ οὐχ ἥττονες, τιτρώσκονται δὲ οἱ πλείους.

[11.1.5] Καὶ λαμπρὰν τὴν νίκην ἀράμενοι οἱ Κελτοί, πολλῶν δὲ καὶ κεφαλὰς τοῖς δόρασι περιπείραντες ἐπανέρχονται καθα περεὶ σημαίας ταύτας φέροντες, ἵν’ οὕτω πόρρωθεν τὸ γεγονὸς διαγνόντες οἱ βάρβαροι καὶ τὴν ἐκ πρώτης βαλβίδος ἧτταν δειλιάσαντες τῆς συντόνου μάχης ἀποστήσονται. Τοιαῦτα μὲν οὖν οἱ Λατῖνοι πεπράχασί τε καὶ διελογί σαντο· ὁ δὲ σουλτάνος, τὰ ἄπειρα τούτων θεασάμενος πλήθη καὶ τὴν ἀκάθεκτον τόλμαν ἐξ αὐτῆς προσβολῆς ἐγνωκώς, τοῖς ἐντὸς Νικαίας Τούρκοις τὸ ἐνδόσιμον δίδωσι· «Πράσσετε τοῦ λοιποῦ, λέγων, πᾶν ὅπερ βέλτιον κρίνετε». Ἤδει γὰρ πρὸ καιροῦ τῷ βασιλεῖ μᾶλλον προαιρουμένους παραδοῦναι τὴν πόλιν ἢ παρὰ τῶν Κελτῶν ἁλῶναι.

Το μόνο που έμενε να κάνει ο Αλέξιος ήταν να βρει έναν τρόπο για να παρουσιάσει στους σταυροφόρους την κατάληψη της πόλης, ώστε οι τελευταίοι να μην ένοιωθαν ότι προδόθηκαν. Έτσι, από τη μια, έστειλε κρυφά δυνάμεις εντός της πόλεως μέσω της λίμνης Ασκανίας (στην όχθη της οποίας ήταν κτισμένη η Νίκαια) και, από την άλλη, έστειλε τον Τατίκιο και τον Τζίτα με 2000 άνδρες να συνδράμουν στην πολιορκία των σταυροφόρων και να «σκηνοθετήσουν» μία εκπόρθηση, για τα μάτια των τελευταίων (“έτυχε” και τα τείχη ενέδωσαν σε εμάς).

Η Κομνηνή δικαιολογεί τον διπλωματικό δόλο του Αλεξίου στους αναγνώστες της λέγοντας ότι:

1) ο Αλέξιος έκρινε ότι η Νίκαια ήταν απόρθητη και δεν θα έπεφτε ποτέ από τους σταυροφόρους και, επομένως, η στιγμή απαιτούσε εναλλακτικό χειρισμό.

2) ο Αλέξιος δεν εμπιστευόταν τους Λατίνους γιατί οι τελευταίοι, λόγω της φιλοχρήματης και παλίμβουλής τους γνώμηςείναι ικανοί να πουλήσουν τη μάνα και τα παιδιά τους για έναν οβολό. Γι΄αυτό το λόγο αν και “ήθελε” να συμμετάσχει στην πολιορκία κατά των άθεων Τούρκων, ωστόσο φοβόταν τους Φράγκους επειδή το φοσσάτο τους ήταν πολύ πολυπληθέστερο από το Ρωμαϊκό στράτευμα.

[11.2.1] Ὁ δὲ βασιλεύς, πολλὰ πολλάκις ἀκριβολογησάμενος καὶ διαγνοὺς ἀμήχανον εἶναι τὴν Νίκαιαν παρὰ τῶν Λατίνων ἁλῶναι, κἂν πάντα ὑπερέβαλλον ἀριθμόν, ἐν μέρει μὲν παντοῖα εἴδη ἑλεπόλεων κατασκευάσας καὶ τὰ πλείω τού των οὐ κατὰ τοὺς τῶν μηχανικῶν τρόπους, ἀλλὰ καθ’ ἑτέρους τινὰς λόγους αὐτῷ δοκοῦντας, ὃ καὶ θαῦμα πᾶσι παρεῖχε, τοῖς κόμησιν ἐκπέπομφεν· ἐκεῖνος δὲ μετὰ τῶν παρατυχόντων διαπεράσας, ὡς ἤδη φθάσας ὁ λόγος ἐδήλωσε, κατὰ τὸν Πελεκάνον διέτριβεν ἀγχοῦ τῶν Μεσαμπέλων, οὗ καὶ τέμενος ἐπ’ ὀνόματι τοῦ μεγαλομάρτυρος Γεωργίου πάλαι ᾠκοδόμηται.

[ 11.2.2] Ἤθελε μὲν οὖν οὕτως ὁ αὐτοκράτωρ μετὰ τῶν Λατίνων κατὰ τῶν ἀθέων συναπελθεῖν Τούρκων· ταλαντεύων δὲ τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὸ ἀπειροπληθὲς τοῦ φραγγικοῦ φοσσάτου ὡς πρὸς τὸ ῥωμαϊκὸν στράτευμα κατανοῶν ἀνυπέρβλητον καὶ τὴν παλίμβουλον τῶν Λατίνων γνώμην ἐκ μακροῦ ἐπιστάμενος ἀπέστη τοῦ ἐγχειρήματος. Οὐ διὰ τοῦτο δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀβέβαιον ἐκείνων καὶ ἄπιστον προειδὼς Εὐρίπου δίκην μεταφερομένων ἐς τἀναν τία πολλάκις τάς τε γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα ἑτοίμως ἐχόντων ὀβολοῦ ἑνὸς ἀπεμπολεῖν διὰ φιλοχρήματον γνώμην, τούτοις μὲν οὖν τοῖς λογισμοῖς ἑαυτὸν τῷ τότε ἀπεῖρξεν ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ ἐγχειρήματος. Δεῖν δὲ ἔγνω μὴ συμπαρεῖναι μὲν τοῖς Κελτοῖς, τοσαύτην δὲ αὐτοῖς διδόναι ῥοπὴν ὁπόσην ἂν καὶ παρών.

Η διπλή κίνηση του Αλεξίου (η κρυφή αποστολή του Βουτουμίτη μέσω της λίμνης Ασκανίας απ΄όπου και ο σουλτάνος ανεφοδίαζε τους πολιορκημένους και η αποστολή του Τατίκιου και του Τζίτα με 2000 άνδρες για να “βοηθήσουν” τους Κελτούς στην πολιορκία και να «εκπορθήσουν» “όλως τυχαίως” αυτοί την πόλη) περιγράφεται ως εξής:

[11.2.3] Τὸ γοῦν ἐρυμνότατον τῶν τῆς Νικαίας τειχῶν γινώσκων ἀδύνατον τὴν ταύτης κατάσχεσιν παρὰ τῶν Λατίνων ἠπίστατο· μανθάνων δὲ ὅτι ῥᾳδίως διὰ τῆς παρακειμένης λίμνης δυνάμεις ἱκανὰς καὶ τὰ ζωαρκῆ πάντα ὁ σουλτάνος εἰς Νίκαιαν εἰσάγει, τὴν τῆς λίμνης ἐμελέτα κατάσχεσιν. Κατασκευάσας τοίνυν ἀκάτια ὁποῖα τὸ ὕδωρ ἐκεῖνο ἀνέχειν ἠδύνατο, διὰ τοῦ μέρους τῆς Κίου ταῦτα ἐν ἁμάξαις ἐπισάξας εἰς τὴν λίμνην εἰσήλασε, στρατιώτας ἐμβαλὼν ἐν αὐτοῖς ὁπλοφόρους, ἡγεμόνα τούτων Μανουὴλ τὸν Βουτουμίτην καταστησάμενος καὶ σημαίας τούτοις πλείους τῆς χρείας ἐπιδούς, ὡς ἐντεῦθεν πολλαπλασίους δοκεῖν, πρὸς δὲ καὶ βύκινά τε καὶ τύμπανα.

[11.2.4] Ἀλλ’ οὕτω μὲν τὰ κατὰ τὴν λίμνην ᾠκονόμηται τῷ αὐτοκράτορι· ἀπὸ δέ γε τῆς ἠπείρου μεταπεμψάμενος τὸν Τατίκιον καὶ τὸν καλούμενον Τζίταν μετὰ πελταστῶν γενναίων εἰς δισχιλίους ποσουμένων, κατὰ τῆς Νικαίας ἀπέστειλεν ἐπισκήψας ἅμα τῷ τῶν νεῶν ἀποβῆναι τὸ τοῦ κυροῦ Γεωργίου καστέλλιον καταλαβόντας ἐν ἡμιόνοις μὲν ἐπισάξαι ὅπερ ἐπεφέροντο πλῆθος τῶν ὀϊστῶν, πόρρω δὲ τῶν τειχῶν τῆς Νικαίας τῶν ἵππων ἀποβάντας καὶ βάδην πορευομένους κατευθὺ τοῦ πύργου τοῦ καλουμένου Γονάτου τὸν χάρακα πήξασθαι, εἶτα ἐξ ἑνὸς συνθήματος συνησπικότας προσβαλεῖν τοῖς τείχεσιν. Ἐφθακὼς οὖν ὁ Τατίκιος μετὰ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν στρατεύματος, δίδωσιν εἴδησιν τοῖς Κελτοῖς κατὰ τὴν τοῦ βασιλέως ὑποθήκην. Καὶ τηνικαῦτα ἐσιδηροφόρησαν ἅπαντες καὶ σὺν ἀλαλαγμῷ καὶ βοῇ πολλῇ προσέβαλον τοῖς τείχεσι.

Την ίδια στιγμή, οι Τούρκοι παρέδωσαν την πόλη στον Βουτουμίτη όταν διάβασαν το χρυσόβουλλο που περιείχε τις υποσχέσεις και εγγυήσεις του Αλεξίου και ο Βουτουμίτης ειδοποίησε τον Τατίκιο ότι η Νίκαια ήταν στα χέρια τους και του ζήτησε να «σκηνοθετήσει» μία εκπόρθηση, ώστε να φανεί ότι οι Ρωμαίοι πήραν την πόλη μαχόμενοι.

[11.2.5] Τῶν μὲν τοῦ Τατικίου συχνοὺς τηνικαῦτα πεμπόντων ὀϊστούς, τῶν δὲ Κελτῶν ὅπου μὲν διατιτραινόντων τὰ τείχη, ὅπου δὲ διὰ πετροβόλων ὀργάνων καταπυκνούντων τὰς τῶν λίθων βολάς, ἀπὸ δέ γε τῆς λίμνης διά τε τῶν βασιλικῶν σημαιῶν καὶ βυκίνων ἐκδειματούμενοι παρὰ τοῦ Βουτουμίτου ἐν ταὐτῷ καὶ περὶ τῶν βασιλικῶν ὑποσχέσεων πρὸς αὐτοὺς διαπεμπομένου, ἐς τοσοῦ τον συνηλάθησαν οἱ βάρβαροι ὡς μηδὲ τῶν κρηδέμνων Νικαίας προκῦψαι θαρρεῖν. Ἅμα δὲ καὶ τὴν τοῦ σουλτάνου ἀπεγνωκότες ἔλευσιν, βέλτιον ἐλογίσαντο τῷ αὐτοκράτορι παραδοῦναι τὴν πόλιν καὶ εἰς ὁμιλίαν περὶ τούτου μετὰ τοῦ Βουτουμίτου ἐλθεῖν. Ὁ δὲ τὰ εἰκότα προσομιλήσας αὐτοῖς ὑποδείκνυσι τὸν χρυσόβουλλον λόγον ὅνπερ ὁ βασιλεὺς αὐτῷ προενεχείρισεν. Ἀκροασάμενοι τοίνυν τοῦ χρυσοβούλλου δι’ οὗ ὑπισχνεῖτο ὁ βασιλεὺς οὐ μόνον ἀπάθειαν, ἀλλὰ καὶ δαψιλῆ δόσιν χρημάτων τε καὶ ἀξιωμάτων τῇ τε ἀδελφῇ καὶ τῇ γυναικὶ τοῦ σουλτάνου, ἥτις θυγάτριον ἦν, ὡς ἐλέγετο, τοῦ Τζαχᾶ, καὶ πᾶσιν ἁπλῶς τοῖς ἐν Νικαίᾳ βαρβάροις, καὶ ταῖς ὑποσχέσεσι τοῦ αὐτοκράτορος τεθαρρη κότες ἐνεδίδουν τὴν εἰσέλευσιν τῷ Βουτουμίτῃ. Ὁ δὲ παραχρῆμα διὰ γραμμάτων ἐδήλου τῷ Τατικίῳ ὡς «τὴν ἄγραν ἐν χερσὶν ἤδη ἔχομεν· καὶ χρὴ πρὸς τειχομαχίαν ἑτοιμάσασθαι, ταὐτὸ δὲ τοῦτο καὶ τοῖς Κελτοῖς παρασκευάσαι καὶ μηδὲν πλέον αὐτοῖς τεθαρρηκέναι ἢ τὴν κυκλοτερῆ τειχομαχίαν καὶ ὡς χρὴ περιζῶσαι τὰ τείχη καὶ τῆς πολιορκίας ἀνίσχοντος ἡλίου ἀποπειρᾶσθαι».

[11.2.6] Τὸ δὲ ἄρα μηχανή τις ἦν ἵνα δόξῃ τοῖς Κελτοῖς πολέμῳ ταυτηνὶ τὴν πόλιν ἁλῶναι παρὰ τοῦ Βουτουμίτου καὶ λάθῃ τὸ μελετηθὲν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος δρᾶμα τῆς προδοσίας. Ἀπόρρητα γὰρ τοῖς Κελτοῖς ὁ βασιλεὺς ἤθελεν εἶναι τὰ παρὰ τοῦ Βουτουμίτου οἰκονομούμενα. Τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν τὸ ἐνυάλιον ἀλαλάξαντες ἐξ ἑκατέρου μέρους τῆς πόλεως, ἐκεῖθεν μὲν διὰ τῆς ἠπείρου ἐκθυμότερον οἱ Κελτοὶ τῆς πολιορκίας εἴχοντο, ἔνθεν δ’ ὁ Βουτουμίτης, εἰς τὰς ἐπάλξεις ἀνεληλυθὼς καὶ τὰ σκῆπτρα καὶ τὰς σημαίας περὶ τὰ τείχη καταστήσας, μετὰ βυκίνων καὶ σαλπίγγων ἀνευφήμει τὸν αὐτοκράτορα. Καὶ οὕτως τὸ ῥωμαϊκὸν ἅπαν στράτευμα εἴσω Νικαίας εἰσεληλύθει.

Έτσι οι «Κελτοί» εκεί που πολιορκούσαν την Νίκαια ονειρευόμενοι την λαφυραγωγία που θα επακολουθούσε την εκπόρθησή της, ξαφνικά πληροφορήθηκαν ότι η πόλη είχε «πέσει» στους Ρωμαίους. Την ίδια στιγμή, ο Βουτουμίτης δεν επέτρεψε την είσοδο των «Κελτών»στην Νίκαια φοβούμενος το «αβέβαιον της γνώμης τους, το απειροπληθές τους και το ακάθεκτον της ορμής τους» και, προκειμένου να ελαττώσει τον αριθμό των τουρκικών στρατευμάτων εντός της Νίκαιας (φοβούμενος το παλίμβουλον και αυτών) είπε στους Τούρκους «σατράπες» ότι μπορούσαν να πάνε με τους άνδρες τους διαδοχικά και λίγοι την φορά στον Αλέξιο, για να λάβουν αυτοπροσώπως αυτά που τους είχε υποσχεθεί ο βασιλέας. Τους περίμεναν ο Ροδομηρός και ο μιξοβάρβαρος Μοναστράς στο κάστρου του Αγίου Γεωργίου (πολίχνιον του «κυροῦ Γεωργίου»), για να τους συνοδεύσουν στον Αλέξιο. Τον Ροδομηρό (μάλλον Radomir, όνομα που απαντά στην βουλγαρική δυναστεία των Κομητόπουλων, αν και υπάρχει και το πολύ πιο σπάνιο σλαβικό όνομα Rodomir  = «καταγόμενος από τρανό γένος/τζάκι» ~ Ἰφιγένης = «καταγόμενος από γένος/τζάκι με δύναμη») τον έχω περιγράψει στην μάχη του Λεβουνίου. Ήταν Βούλγαρος ευγενής, συγγενής της εκ μητρός γιαγιάς της Κομνηνής (η πρωτοβεστιαρία Μαρία, που ήταν πεθερά τόσο του Αλεξίου όσο και του Γεωργίου Παλαιολόγου, η ομορφότερη γυναίκα της εποχής της κατά την εγγονή της, που ήταν η εγγονή του τελευταίου Βούλγαρου τσάρου Ιβάν Βλάντισλαβ). Θυμίζω τα χωρία:

[2.6.2-3] Ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ πρωτοβεστιαρία ἡ τοῦ Παλαιολόγου πενθερὰ βαρεῖα ἐνέκειτο τούτῳ συνεξελθεῖν καὶ ἀπειλοῦσα αὐτῷ τὰ δεινότατα, μαλακώτερος γίνεται. Φροντίζει δὲ τὸ ἐντεῦθεν περὶ τῶν γυναικῶν, τῆς τε αὐτοῦ γαμετῆς Ἄννης καὶ Μαρίας τῆς πενθερᾶς αὐτοῦ, τὰ πρῶτα τοῦ γένους ἐκ τῶν Βουλγάρων ἐχούσης, κάλλους δὲ τοσοῦτον ἐπισυρομένης καὶ εὐαρμοστίας μελῶν καὶ μερῶν, ὥστε μηδεμίαν φανῆναι κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ τὴν ταύτης ὡραιοτέραν. Οὐκ ἄνευ οὖν φροντίδος ἦσαν τὰ κατ’ αὐτὴν τῷ Παλαιολόγῳ καὶ Ἀλεξίῳ.

[8.4.5] […] Μεταπεμψάμενος οὖν τὸν Ῥοδομηρὸν τηνικαῦτα (ἀνὴρ δὲ οὗτος ἐκ Βουλγάρων ὁρμώμενος εὐγενὴς καὶ μητρόθεν συγγενὴς τῆς Αὐγούστης καὶ μητρὸς ἡμετέρας) τοῦτον ἀποστείλας ἐπέσκηψε κατασκοπῆσαι τοὺς ἐρχομένους.

Ας γυρίσουμε στην Νίκαια και στα χωρία που περιγράφουν αυτά που έγραψα πάνω από την παρένθεση για τον Ροδομηρό.

[11.2.7] Ὁ δὲ Βουτουμίτης, τὰ πλήθη τῶν Κελτῶν γινώσκων καὶ διὰ τὸ τῆς γνώμης αὐτῶν ἀβέβαιον καὶ τὸ τῆς ὁρμῆς ἀκάθεκτον ὑπόπτους ἔχων αὐτοὺς μὴ εἰσελθόντες αὐτοὶ τὸ κάστρον κατάσχωσιν, ὁρῶν δὲ καὶ τοὺς ἐντὸς σατράπας ἱκανοὺς ὄντας πρὸς ἣν αὐτὸς εἶχε δύναμιν, εἰ μόνον θελήσαιεν, καὶ δεσμεῖν καὶ σφάττειν δυνατῶς ἔχοντας, τὰς κλεῖς εὐθὺς ἀναλαμβάνεται τῆς πύλης. Μία γὰρ τέως ἦν ἡ εἰσάγουσα καὶ ἐξάγουσα, τῶν ἄλλων προκεκλεισμένων διὰ τὸν φόβον τῶν παρακειμένων Κελτῶν. Τὰς κλεῖς τοίνυν ταυτησὶ τῆς πύλης αὐτὸς ἔχων δεῖν ἐλογίσατο τοὺς σατράπας διὰ μεθοδείας ἐλαττῶσαι, ἵν’ ἔχῃ τούτους ῥᾳδίως καταγωνίζεσθαι, ὡς μή τι δεινὸν κατ’ αὐτοῦ μελετήσαιεν. Μεταπεμπόμενος τοίνυν αὐτοὺς συνεβούλευε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἀπέρχεσθαι, εἰ βούλοιντο πολλά τε χρήματα ἐκεῖθεν λαβεῖν καὶ τιμῆς ἀξιωθῆναι μεγίστης καὶ ἐτησίους τυπωθῆναι φιλοτιμίας. Πείθει τοὺς Τούρκους, καὶ νυκτὸς διανοίγων ἀπέστελλε τούτους διὰ τῆς παρακειμένης λίμνης ὀλίγους καὶ συχνάκις πρός τε τὸν Ῥοδομηρὸν καὶ τὸν μιξοβάρβαρον Μοναστρᾶν, ἀμφὶ τὸ πολίχνιον ἐνδιατρίβοντας τὸ οὑτωσί πως τοῦ κυροῦ Γεωργίου ὀνομαζόμενον, ἐπισκήψας αὐτοῖς ὡς, ὁπηνίκα τῶν νεῶν ἀποβαῖεν, παραχρῆμα ἐκπέμπεσθαι τούτους πρὸς τὸν αὐτοκράτορα καὶ μηδὲ πρὸς βραχύν τινα χρόνον παρακατέχειν αὐτούς, ἵνα μὴ μετὰ τῶν ὄπισθεν πεμπομένων Τούρκων ἑνωθέντες σκαιόν τι κατ’ αὐτῶν μελετήσαιεν.

Στην συνέχεια, η Κομνηνή διηγείται μια περίεργη ιστορία. Οι Τούρκοι που συνοδεύονταν από τον Ροδομηρό και τον Μοναστρά άλλαξαν γνώμη και αιχμαλώτησαν τους δύο άνδρες με σκοπό να τους παραδώσουν στον ΣουλτάνοΕπειδή τόσο ο Μοναστράς ως μιξοβάρβαρος όσο και ο Ροδομηρός γνώριζαν την Τουρκική γλώσσα (ο δεύτερος επειδή είχε πιαστεί αιχμάλωτος των Τούρκων παλαιότερα και έζησε ένα διάστημα μαζί τους) προσπάθησαν να συνετίσουν τους Τούρκους, λέγοντάς τους πως με αυτή τους την κίνηση θα βρεθούν αντιμέτωποι με τα ενεδρεύοντα αμέτρητα πλήθη τόσο των «βάρβαρων Κελτών» όσο και με αυτά των Ρωμαίων. Αυτά τα λόγια έχουν ενδιαφέρον, γιατί βλέπουμε τους Ρωμαίους να περιγράφουν τουρκιστί στους Τούρκους τους Κελτούς ως «βάρβαρους»! […] οὐ Κελτοὶ καὶ βάρβαροι μόνον, ἀλλὰ καὶ Ῥωμαίων πλῆθος οὐ μετρητόν […] Είναι τα λόγια αυτά επινόημα της Κομνηνής ή είναι αληθινά; Και αν είναι αληθινά ποιος τουρκικός όρος αντιστοιχούσε στην έννοια του «βαρβάρου»; Δεν μπορεί να είναι ο όρος «γκιαούρης» γιατί και οι ίδιοι οι Ρωμαίοι ήταν «γκιαούρηδες» στα μάτια των Τούρκων. Αυτά τα λόγια θυμίζουν την διάκριση που έκαναν οι Άραβες μεταξύ των Al-Rum που θεωρούνταν «πολιτισμένοι γκιαούρηδες» και των Al-Ifranj που θεωρούνταν «κατώτεροι πολιτισμικά γκιαούρηδες» οι οποίοι, σαν τα άγρια θηρία, διέθεταν ως μόνη αρετή το μαχητικό θάρρος/θράσος.

Al-Ifranj-animals

Δεν είναι η πρώτη φορά στην Αλεξιάδα που Ρωμαίοι απευθυνόμενοι προς Τούρκους χαρακτηρίζουν τους Φράγκους «βάρβαρους». Ένα άλλο περιστατικό ήταν όταν ο νεαρός Αλέξιος πριν γίνει αυτοκράτορας στάλθηκε ν΄αντιμετωπίσει τον αποστατήσαντα «Κελτό» μισθοφόρο Ουρσέλιο Φραγκόπουλο που είχε φτιάξει ένα κρατίδιο στα Ρωμαιο-Τουρκικά σύνορα. Τότε ο Αλέξιος χαρακτήρισε τον Ουρσέλιο ως «βάρβαρο» και κοινό εχθρό των Ρωμαίων και των «Περσών» (= Τούρκων) απευθυνόμενος στον Τούρκο φύλαρχο Τουτάχ:

[1.2.2] Ἀλλ’ ὁ στρατοπεδάρχης Ἀλέξιος ἀντιστρατηγεῖται πρὸς ταῦτα καὶ ὀξύτερον οἰκειοῦται τὸν βάρβαρον καὶ ἐπισπᾶται πρὸς ἑαυτὸν καὶ λόγοις καὶ δώροις καὶ πᾶσι τρόποις καὶ μηχανήμασιν. Ἦν γὰρ εἴπερ τις ἄλλος ἐφευ ρετὴς καὶ πόρους ἐν τοῖς ἀπορωτάτοις ξυμμηχανώμενος. Ὁ γοῦν δυνατώτατος αὐτῷ τῶν τρόπων τοιοῦτός τις ἦν, ὡς ἐν τύπῳ εἰπεῖν, δεξιώσασθαι τὸν Τουτάχ· καί φησι «φίλοι μὲν ἄμφω ἀλλήλοις ὅ τε σὸς σουλτάνος καὶ ἐμὸς βασιλεύς. Ὁ δὲ βάρβαρος οὗτος Οὐρσέλιος καὶ πρὸς ἄμφω ἀνταίρει τὰς χεῖρας καὶ ἐχθρὸς καὶ ἀμφοτέροις καθίσταται φοβερώτατος ἐκείνου μὲν κατατρέχων καὶ ἀεί τι τῆς μερίδος Ῥωμαίων κατὰ μικρὸν ὑποσπώμενος, ἀποστερίσκων δὲ τῇ Περσίδι ἅπερ ἂν καὶ ἐξῆν κἀκείνῃ περιγενέσθαι.

Ενώ είναι εύκολο να καταλάβουμε τον προσδιορισμό «βάρβαρος» ως «αλλόπιστος» όταν οι Ρωμαίοι τον χρησιμοποιούν για τους Τούρκους απευθυνόμενοι σε ομόπιστους «Κελτούς», είναι πιο δύσκολο να καταλάβουμε την έννοια «βάρβαρος» όταν οι Ρωμαίοι την χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν τους «Κελτούς» απευθυνόμενοι σε μουσουλμάνους Τούρκους. Αν αυτές οι ομιλίες δεν είναι επινοήσεις της Κομνήνης τότε θα είχε ενδιαφέρον να ξέραμε πως κατανοούσαν οι Τούρκοι την έννοια «βάρβαρος».

Τελικά, ο Μοναστράς και ο Ροδομηρός κατάφεραν να συνετίσουν τους Τούρκους και όλοι έφτασαν στον Πελεκάνο όπου τους περίμενε ο Αλέξιος. Η Κομνηνή γράφει πως ο Αλέξιος τους υποδέχτηκε με ιλαρό βλέμμα, αλλά μέσα του ήταν πολύ θυμωμένος με τον Μοναστρά και τον Ροδομηρό, αν και αποφάσισε να μην τους πει τίποτε προς το παρόν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί είχε θυμώσει με τους δύο άνδρες ο Αλέξιος. Σύμφωνα με την διήγηση της Κομνηνής οι Τούρκοι παραβίασαν την συμφωνία και οι δύο άνδρες κατάφεραν να διορθώσουν/σώσουν την κατάσταση συνετίζοντάς τους. Την επόμενη ημέρα, ο Αλέξιος τίμησε πλουσιοπάροχα τους Τούρκους που δέχτηκαν να τον υπηρετήσουν ως «εθνικά» σώματα («αὐτῷ θητεῦσαι προτεθύμηντο»), αλλά τίμησε και εκείνους τους Τούρκους που προτίμησαν να επιστρέψουν στα «σφέτερα» μέρη. Και μετά από τον χειρισμό των Τούρκων, ο Αλέξιος μάλωσε τους δύο άνδρες, αλλάζοντας όμως γρήγορα διάθεση και συγχωρώντας τους, επειδή είχε δει ότι δεν μπορούσαν να τον κοιτάξουν κατάματα απ΄τη ντροπή. Επαναλαμβάνω πως στην διήγηση της Κομνηνής δεν υπάρχει κάτι το αξιόμεμπτο στην συμπεριφορά των δύο ανδρών (Μοναστράς και Ροδομηρός) εκτός και αν η Κομνηνή μας απέκρυψε κάτι. Την ίδια στιγμή, ο Αλέξιος διόρισε τον Βουτουμίτη δούκα Νικαίας και οι Κελτοί ζήτησαν από τον τελευταίο να τους επιτρέψει να εισέλθουν στην πόλη, για να προσκυνήσουν τους ναούς της. Ο Βουτουμίτης «τὴν αὐτῶν γνώμην σαφῶς ἐπιστάμενος», δεν τους άφησε να μπουν όλοι μαζί, αλλά λίγοι λίγοι την φορά κατά δεκάδες.

[11.2.8] Τὸ δὲ ἄρα προφητεία ἦν ἄντικρυς καὶ τῆς πολλῆς τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου ἐμπειρίας στοχασμὸς ἀναντίρρητος. Καὶ γὰρ ἔστ’ ἂν ταχὺ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα τοὺς καταλαμβάνοντας ἐξέπεμπον, ἐν ἀσφαλείᾳ τε ἦσαν καὶ οὐδεὶς αὐτοῖς κίνδυνος ἐφειστή κει· ἐπὰν δὲ ἀναπεπτώκεσαν, ὁ παρὰ τῶν βαρβάρων, οὓς ἄρα παρακατέσχον, κατ’ αὐτῶν ἐξηρτύετο κίνδυνος. Καὶ γὰρ πλεονάσαντες ἐβουλεύοντο δυοῖν θάτερον, ἢ νυκτὸς ἐπιθέμενοι τούτοις ἀποκτεῖναι ἢ δεσμώτας τῷ σουλτάνῳ προσενεγκεῖν. Συνδόξαντος δὲ πᾶσι τούτου βελτίονος, νυκτὸς αὐτοῖς ἐπιθέμενοι δεσμώτας κατὰ τὰ προβεβουλευμένα περιάγοντες ἐκεῖθεν ἐξῄεσαν. Εἶτα δὴ τὴν ἀκρο λοφίαν τοῦ Ἀζαλᾶ κατειληφότες (τόπος δὲ οὗτος σταδίους …. τῶν τειχῶν Νικαίας ἀπέχων), κεῖθι γοῦν, ὡς λόγος, παραγενόμενοι τῶν ἵππων ἀποβάντες τούτους ἀνέψυχον.

[11.2.9] Ἐπεὶ δ’ ὁ μὲν Μοναστρᾶς μιξοβάρβαρος ἦν καὶ τῆς τουρκικῆς εἰδήμων διαλέκτου, καὶ αὐτὸς ὁ Ῥοδομηρός, πάλαι πρὸς τῶν Τούρκων κατασχεθεὶς καὶ χρόνον συχνὸν μετ’ αὐτῶν ἐνδιατρίψας, οὐδ’ αὐτὸς ἀδαὴς τῆς τοιαύτης ἦν διαλέκτου, πιθανοὺς πρὸς αὐτοὺς συχνῶς ἀνεκίνουν λόγους· «Ἵνα τί, λέγοντες, ἡμῖν μὲν θανάτου ποτήριον κιρνᾶτε οὐδὲ μικράν τινα τὴν ὄνησιν ἑαυτοῖς ἐντεῦθεν πραγματευόμενοι; Ὑμεῖς δέ, τῶν ἄλλων πάντων μεγάλων δωρημάτων παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἀπολαυσάντων καὶ ἐτησίων χρημάτων λῆψιν τυπωθέντων, ἑαυτοὺς τοσούτων ἀποστερεῖτε. Μὴ τοίνυν οὕτω περὶ ἑαυτῶν φρονεῖτε καὶ ἐξὸν ἀκινδύνως σῴζεσθαι καὶ πλούτῳ κομῶντας εἰς τὰ σφέτερα ἐπαναστρέφειν καὶ χωρῶν ἐγκρατεῖς ἴσως γενέσθαι εἰς προὖπτον ἑαυτοὺς ἐπιρρίπτετε κίνδυνον. Ἴσως γὰρ καὶ τοῖς λοχῶσιν αὐτοῦ που Ῥωμαίοις ἐντυχόντες», ῥύακας ταῖν χεροῖν ἐπιδείξαντες καὶ ἑλώδεις τόπους, «ἀναιρεθήσεσθε καὶ ἐπὶ κενοῖς τὴν σφῶν ἀπολέσετε ζωήν. Καὶ γὰρ ἐνεδρεύουσιν ὑμᾶς μάλα γε πλεῖστοι οὐ Κελτοὶ καὶ βάρβαροι μόνον, ἀλλὰ καὶ Ῥωμαίων πλῆθος οὐ μετρητόν. Εἰ γοῦν ἡμῖν πείθεσθε, στρέψαντες τὰς ἡνίας ὁμοῦ φοιτήσωμεν πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. Καὶ Θεὸν ὑμῖν ἐπομνύμεθα μυρίων ἀπολαῦσαι τῶν ἐξ αὐτοῦ δωρημάτων· κἄπειτα, ὅπη βουλητὸν ὑμῖν, ἀπελεύσεσθε ἀνέτως ὡς ἐλεύθεροι.»

[11.2.10] Πείθονται τοῖς τούτων λόγοις οἱ Τοῦρκοι καὶ πίστεις πρὸς ἀλλήλους δόντες ἅμα καὶ λαβόντες τῆς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα φερούσης εἴχοντο. Καταλαβόντων δὲ τὸν Πελεκάνον, ὡς τούτους ὁ αὐτοκράτωρ ἐθεάσατο, μεθ’ ἱλαροῦ πᾶσιν ἐνατενίσας βλέμματος, καίτοι πολλὰ τὸν Ῥοδομηρὸν καὶ τὸν Μοναστρᾶν παρ’ ἑαυτῷ νεμεσῶν, τὸ μὲν παρὸν ἀναπαυθησομένους τούτους ἐξαπέστειλε, κατὰ δὲ τὴν ἐπιοῦσαν, ὁπόσοι μὲν τῶν Τούρκων αὐτῷ θητεῦσαι προτεθύμηντο, μυρίων τῶν εὐεργεσιῶν ἀπήλαυσαν· οἱ δὲ τὰ σφέτερα ἀναζητοῦντες καὶ αὐτοὶ οὐκ ὀλίγων δωρημάτων τετυχηκότες παρεχωρήθησαν τῇ σφῶν γνώμῃ ξυγχρήσασθαι. Εἶθ’ ὕστερον πολλὰ τῆς ἀβουλίας τὸν Ῥοδομηρὸν καὶ τὸν Μοναστρᾶν κατεμέμφετο· μηδ’ ἀντωπῆσαι δὲ τού τους ὑπ’ αἰσχύνης ἰσχύοντας ὁρῶν, μεταβαλὼν ὁ βασιλεὺς ἀνακτᾶσθαι δι’ ἑτέρων λόγων ἔσπευδεν. Ἀλλὰ τοιαῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸν Ῥοδομηρὸν καὶ τὸν Μοναστρᾶν· τοῦ δὲ Βουτουμίτου τηνικαῦτα δουκὸς Νικαίας παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος προχειρισθέντος, ᾐτήσαντο τοῦτον οἱ Κελτοὶ εἰσελθεῖν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἱερὰ τεμένη θεᾶσθαι καὶ προσκυνεῖν. Ὁ δὲ τὴν αὐτῶν γνώμην σαφῶς ἐπιστάμενος, καθὰ δήπου καὶ εἴρηται, οὐ πᾶσιν ὁμαδὸν τὴν εἰσέλευσιν συνεχώρει, ἀλλὰ κατὰ δεκάδας ὑπανοίγων τὰς πύλας παρεχώρει τοῖς Κελτοῖς τῆς εἰσόδου.

Στην συνέχεια, ο Αλέξιος ζήτησε από τους αρχηγούς των σταυροφόρων να τον επισκεφτούν στον Πελεκάνο πριν αρχίσουν το περιπετειώδες ταξίδι τους για την Αντιόχεια. Στην συνάντηση τους υπενθύμισε τους όρκους που είχαν πάρει και ο ανιψιός του Βοημούνδου «Ταγκρῆς» (Tancred) ξεκίνησε φασαρία όταν είπε ότι ο μόνος άνθρωπος που υπηρετούσε ήταν ο θείος του Βοημούνδος και ζήτησε ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για να δώσει όρκο στον Αλέξιο. Τότε ο Γεώργιος Παλαιολόγος τον έσπρωξε και ξεκίνησε καβγάς τον οποίο διέλυσαν ο Αλέξιος και ο Βοημούνδος. Τελικά ο τελευταίος έπεισε τον ανιψιό του να ορκιστεί στον Αλέξιο.

[11.3.1] Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἔτι περὶ τὸν Πελεκάνον ἐνδιατρίβων καὶ θέλων ὁπόσοι μὴ ἔφθασαν τῶν κομήτων ὀμωμοκέναι καὶ αὐτοὺς ὅρκια πρὸς αὐτὸν δοῦναι, ἐνετείλατο διὰ γραμμάτων τῷ Βουτουμίτῃ συμβουλεῦσαι ἅπασι κοινῶς τοῖς κόμησι μὴ πρὸ τοῦ συντάξασθαι τῷ βασιλεῖ τῆς πρὸς Ἀντιόχειαν φερούσης ἅψεσθαι· οὕτω γὰρ ἂν γένοιτο τού τοις καὶ πλειόνων αὖθις δωρεῶν τυχεῖν. Ἁπάντων δὲ πρῶτος ὁ Βαϊμοῦντος, χρήματα καὶ δωρεὰς ἀκούσας, τοῖς τοῦ Βουτουμίτου λόγοις παραυτίκα πεισθεὶς ἅπασι συνεβούλευε πρὸς τὸν βασιλέα ἐπανελεύσεσθαι, ὁποῖος ἐκεῖνος περὶ τὰς λήψεις ἀκάθεκτον ἔχων τὸν ἔρωτα. Καταλαβόντας δὲ τού τους τὸν Πελεκάνον ὁ αὐτοκράτωρ μεγαλοπρεπῶς δέχεται πολλῆς κηδεμονίας ἀξιώσας· εἶτα συναγαγὼν αὐτοὺς ἔφη· «Τὸν ὅρκον ἐπίστασθε, ὃν πρὸς ἡμᾶς ἅπαντες ἐποιήσατε, καὶ εἰ μὴ παραβάται ἀπεντεῦθέν ἐστε, ὁπόσους ἴστε μὴ ὀμωμοκότας ξυμβουλεύσασθε τὸν αὐτὸν ὅρκον ἐπιτελέσαι». Οἱ δὲ παραχρῆμα μετεπέμποντο τοὺς μὴ ὀμωμοκότας· καὶ δὴ συνεληλύθεσαν ἅπαντες καὶ ἐπλήρουν τὸν ὅρκον.

[ 11.3.2] Ὁ δὲ τοῦ Βαϊμούντου ἀνεψιάδης Ταγγρῆς, ἐλευθέρας ὢν γνώμης, ἐνίστατο μόνῳ τῷ Βαϊμούντῳ πίστιν χρεωστεῖν καὶ ταύτην φυλάξαι μέχρις αὐτοῦ θανάτου βούλεσθαι. Ὀχλούμενος δὲ ὑπὸ τῶν παρεστώτων καὶ αὐτῶν δὴ τῶν τοῦ βασιλέως συγγενῶν, ἀκκιζόμενος οἷον, ἐνατενίσας πρὸς τὴν σκηνὴν ἐν ᾗ ὁ βασιλεὺς προὐκάθητο (ἦν γὰρ κατὰ μέγεθος ὁποίαν οὔπω τότε οὐδεὶς ἐθεάσατο)· «Ἐὰν ταύτην, ἔφη, πλήρη χρημάτων μοι δώσεις καὶ ἄλλα ὁπόσα τοῖς ἅπασι δέδωκας κόμησι, τελέσω τὸν ὅρκον κἀγώ» Ὁ δὲ Παλαιολόγος, δι’ ὃν εἶχεν ὑπὲρ τοῦ αὐτοκράτορος ζῆλον, μὴ ἐνεγκὼν τὸν τοῦ Ταγγρῆ λόγον ἐσχηματισμένον ὄντα ἐξουθενήσας αὐτὸν ἀπεπέμψατο. Ὁ δὲ ἰταμώτατος ὢν ὥρμησε κατ’ αὐτοῦ· τοῦτο ἰδὼν ὁ βασιλεὺς ἐξαναστὰς τοῦ θρόνου μέσος ἔστη. Καὶ ὁ Βαϊμοῦντος δὲ κατέσχε τοῦτον τῆς ὁρμῆς φάμενος ὡς «οὐ πρέπον ἐστὶ τοῖς τοῦ βασιλέως ἀναισχύντως προσφέρεσθαι συγγενέσιν». Εἶτα αἰσχυνθεὶς οὕτω πρὸς τὸν Παλαιολόγον παροινήσας ὁ Ταγγρῆς, τὸ δέ τι καὶ ταῖς τοῦ Βαϊμούντου καὶ τῶν ἄλλων πεισθεὶς παραινέσεσι, δίδωσι καὶ αὐτὸς ὅρκια.

Ο Αλέξιος διέταξε τον Μέγα Πριμικήριο Τατίκιο ν΄ακολουθήσει με τις δυνάμεις του τους σταυροφόρους, με εντολή να καταλαμβάνει όσες πόλεις «θα έδινε ο Θεός» [= θα εκπορθούσαν οι Κελτοί] μέχρι να κατέφθαναν οι μόνιμες φρουρές που θα έστελνε σε αυτές ο Αλέξιος, ενώ μόλις ο τελευταίος έμαθε ότι κάποιοι Κελτοί δεν θα συνέχιζαν για την Αντιόχεια, διέταξε τον Βουτουμίτη να τους προσλάβει ως μισθοφόρους για την φρούρηση της Νίκαιας.

[11.3.3] Καὶ δὴ συνταξαμένων ἁπάντων τῷ βασιλεῖ, παραδίδωσιν αὐτοῖς τὸν Τατίκιον μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεων μέγαν τηνικαῦτα πριμικήριον χρηματίζοντα, πῆ μὲν συνεπαρήγοντα τούτοις ἐν πᾶσι καὶ προκινδυνεύοντα, πῆ δὲ καὶ τῶν παρ’ αὐτῶν ἁλισκομένων πόλεων, εἴ γε καὶ τοῦτο δοίη Θεός, ἐπιδραττόμενον. Διαπεράσαντες οὖν αὖθις οἱ Κελτοὶ τῇ μετ’ αὐτὴν τῆς πρὸς Ἀντιόχειαν εἴχοντο ἅπαντες. Εἶτα στοχασάμενος ὁ βασιλεὺς ὡς οὐ πάντες ἐξ ἀνάγκης συναπῆλθον τοῖς κόμησι, δηλοῖ τῷ Βουτουμίτῃ ἵν’ ὁπόσοι τῶν Κελτῶν τῆς ἰδίας στρατιᾶς ἀπελείφθησαν, εἰς φρουρὰν τῆς Νικαίας μισθώσηται.

Το επόμενο γεγονός που περιγράφει η Κομνηνή είναι η μάχη του Δορυλαίου μεταξύ των Σταυροφόρων και των Τούρκων. Η Κομνηνή την περιγράφει ως νίκη του «Κελτικού και Ρωμαϊκού στραεύματος», αλλά οι Κελτοί ήταν γύρω στις 50.000 και οι Ρωμαίοι του Τατίκιου ήταν πολύ απίθανο να ξεπερνούσαν τις 3000. Η Κομνηνή εδώ βρίσκει την ευκαιρία να «τιμωρήσει» τον αυθάδη «τετυφωμένο εκείνο Λατίνο» που είχε τολμήσει να καθίσει στον θρόνο του Αλεξίου. Ο Αλέξιος τον είχε συμβουλεύσει να μείνει στο κέντρο της παράταξης  και να μην ακολουθήσει τους Τούρκους αν προσποιηθούν υποχώρηση, αλλά αυτός προωθήθηκε μπροστά και εξόρμησε με τους άνδρες του κατά των Τούρκων, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν οι περισσότεροι άνδρες του και ο ίδιος να γυρίσει με την ουρά στα σκέλια στο κέντρο βαριά τραυματισμένος.

[11.3.4] Ὁ δέ γε Τατίκιος μετὰ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν στρατοῦ καὶ οἱ κόμητες ἅπαντες καὶ τὰ ὑπ’ αὐτοὺς ἀναρίθμητα κελτικὰ πλήθη, ἐν δυσὶν ἡμέραις τὰς Λεύκας κατα λαβόντες, τῷ μὲν Βαϊμούντῳ τὸν ἔμπροσθεν ἀπεμερίσαντο τόπον τοῦτο αὐτοῦ ἐξαιτησαμένου· ἐκεῖνοι δ’ ὄπισθεν αὐτοῦ παραταξάμενοι βραδεῖ ποδὶ ἔστειχον. Ὀξυτέραν δὲ τὴν κίνησιν ποιούμενον ἐπεὶ περὶ τὰς τοῦ Δορυλαίου πεδιάδας Τοῦρκοι τοῦτον ἐθεάσαντο, οἰηθέντες τῷ παντὶ στρατεύματι τῶν Κελτῶν ἐντετυχηκέναι καὶ καταπεφρονη κότες αὐτοῦ παραχρῆμα τὸν μετ’ αὐτοῦ συνῆψαν πόλεμον. Ὁ δέ γε τετυφωμένος ἐκεῖνος Λατῖνος, ὁ ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ σκίμποδος καθεσθῆναι τολμήσας, τῆς τοῦ αὐτοκράτορος ἐπιλαθόμενος ξυμβουλῆς, τὸ ἄκρον εἶχε τῆς τοῦ Βαϊμούντου παρατάξεως καὶ μικροψυχήσας τῶν λοιπῶν προεξέδραμε. Κτείνονται μὲν οὖν τηνικαῦτα τεσσαράκοντα τῶν μετ’ αὐτοῦ· ἐκεῖνος δὲ καιρίως πληγείς, νῶτα τοῖς ἐχθροῖς ὑποσχών, εἰς τὸ μέσον τῆς παρατάξεως ἥλατο ἔργῳ τὸν αὐτοκράτορα, ὁποῖος ξύμβουλός ἐστι, διακηρυκεύων, κἂν μὴ λόγοις ἠβούλετο.

[11.3.5] Ὁ δὲ Βαϊμοῦντος τοὺς Τούρκους ἐκθύμως μαχομένους ὁρῶν, ἀποστείλας τὰς κελτικὰς μετεπέμπετο δυνάμεις. Φθάνουσι δὲ τάχος· κἀντεῦθεν συνίσταται πόλεμος βαρὺς καὶ δεινός. Καὶ τὴν νικῶσαν εἶχε τὸ ῥωμαϊκὸν καὶ κελτικὸν στράτευμα. Πορευομένων δ’ ἐκεῖθεν ἰλαδὸν τῶν ταγμάτων, συνέλαχον τούτοις κατὰ τὴν Ἑβραϊκὴν ὅ τε Τανισμὰν ὁ σουλτὰν καὶ ὁ Ἀσάν, ὃς μόνος ἦρχε χιλιάδων ἀνδρῶν ὁπλιτῶν ὀγδοήκοντα. Μάχης οὖν καρτερᾶς γενομένης, ἐκ πολλῶν χειρῶν καὶ δυνάμεων καὶ μηδὲ θατέρου μέρους τὰ νῶτα θατέρῳ διδόντος, ἐπεὶ θαρραλεώτερον οἱ Τοῦρκοι τοῖς ἐναντίοις ἐμάχοντο, τοῦτο θεασάμενος ὁ Βαϊμοῦντος τοῦ δεξιοῦ κέρως ἐξάρχων, τοῦ λοιποῦ στρατεύματος διαιρεθεὶς κατ’ αὐτοῦ τοῦ Κλιτζιασθλὰν σουλτὰν ἰταμῶς ἐξώρμησε, λέων ὣς ἀλκὶ πεποιθὼς κατὰ τὸν ποιητήν. Τοῦτο τοὺς Τούρκους ἐκδειματῶσαν τὰ νῶτα τοῖς Κελτοῖς δοῦναι ἐποίησεν.

Μετά από ακόμα μια ήττα κοντά στην Αυγουστόπολη, οι «βάρβαροι» Τούρκοι συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους Λατίνους και υποχώρησαν οριστικά «παρατώντας τα γυναικόπαιδά τους». Έτσι οι Λατίνοι και ο Ρωμαϊκός στρατός κατέφτασαν στην Αντιόχεια μέσω του Οξέος Δρόμου. Οι Σταυροφόροι ξεκίνησαν την πολιορκία της Αντιόχειας που, σύμφωνα με την Κομνηνή, διήρκεσε 3 μήνες, αλλά ο Peter Frankopan έχει υποσημείωση στην αγγλική μετάφραση της Αλεξιάδας, στην οποία γράφει ότι η πολιορκία ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1097 και η πόλη έπεσε στις 3 Ιουνίου του 1098 (δηλαδή διήρκεσε 8 μήνες). Οι Τούρκοι ζήτησαν την βοήθεια του Σουλτάνου του Χοροσάν, για να διώξουν τους Λατίνους.

[11.3.6] Οἱ δὲ οὐκ ἐπὶ πολὺ τούτους ἐδίωκον, τῶν τοῦ αὐτοκράτορος μεμνημένοι παραγγελμάτων, ἀλλὰ τὴν ταφρείαν τῶν Τούρκων καταλαβόντες κἀκεῖσε μικρὸν ἑαυτοὺς διαναπαύσαντες, τοὺς Τούρκους κατὰ τὴν Αὐγουστόπολιν αὖθις καταλαμβάνουσι καὶ προσβαλόντες τρέπουσι κατὰ κράτος. Κἀντεῦθεν πίπτει τὸ βάρβαρον, οἱ δέ γε σωθέντες ἄλλοσε ἀλλαχῆ διεσπάρησαν τάς τε γυναῖκας καὶ τοὺς παῖδας καταλιπόντες, ὡς τοῦ λοιποῦ μηδ’ ἀντωπῆσαι τοῖς Λατίνοις ἰσχύοντες, ἀλλὰ φυγῇ τὴν οἰκείαν πραγματευόμενοι σωτηρίαν.

[11.4.1] Τί τὸ ἐντεῦθεν; Καταλαμβάνουσιν οἱ Λατῖνοι μετὰ τῆς ῥωμαϊκῆς στρατιᾶς τὴν Ἀντιόχειαν διὰ τοῦ καλουμένου Ὀξέος Δρόμου, τῶν ἐφ’ ἑκάτερα μηδένα λόγον ποιού μενοι· ἀγχοῦ δὲ τῶν τειχῶν τάφρον ποιήσαντες, τὰς σκευὰς ἐναπέθεντο καὶ ἐπολιόρκουν ταυτηνὶ τὴν πόλιν σεληνιακαῖς τρισὶ περιόδοις. Οἱ δὲ Τοῦρκοι, πτοηθέντες περὶ τῆς καταλαβούσης αὐτοὺς ἀνάγκης, τῷ τοῦ Χοροσὰν σουλτάνῳ μηνύουσιν ἀποχρώσας δυνάμεις ἀποστεῖλαι πρὸς βοήθειαν ἐξαιτούμενοι ἐφ’ ᾧ τοῖς τε Ἀντιοχεῦσιν ἐπαρήξειν καὶ τοὺς ἔξωθεν πολιορκοῦντας Λατίνους ἀποδιῶξαι.

Στην συνέχεια η Κομνηνή περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο Βοημούνδος κατάφερε να πάρει την Αντιόχεια. Κατάφερε να βρει έναν Αρμένιο αμύντορα που ήταν διατεθειμένος να τους αφήσει να μπουν αν φυσικά τον πλήρωναν. Την ίδια στιγμή δυνάμεις από το Χοροσάν έρχονταν για να βοηθήσουν τους Τούρκους της Αντιόχειας. Ο Βοημούνδος, σύμφωνα με την Κομνηνή, χρησιμοποίησε την άφιξη των «Αγαρηνών», για να πείσει τον Τατίκιο να επιβιβάσει τις Ρωμαϊκές του δυνάμεις στον Ρωμαϊκό στόλο και να καταφύγει στην Κύπρο. Ίσως όμως να ήταν επιλογή του Τατικίου (ή ακολούθησε εντολές του Αλεξίου) και η Κομνηνή το αποκρύπτει. Στην συνέχεια, χωρίς να πει τίποτε για τον Αρμένιο αμύντορα, ο Βοημούνδος κάλεσε τους ηγέτες της σταυροφορίας να συμφωνήσουν πως η Αντιόχεια θα πήγαινε σε αυτόν που θα έμπαινε πρώτος. Όταν οι Αγαρηνοί από το Χοροσάν κατέφτασαν, οι σταυροφόροι είχαν ήδη εισέλθει στην Αντιόχεια (με πρώτο φυσικά τον Βοημούνδο), αλλά δεν είχαν ακόμα εκπορθήσει την ακρόπολή της (κουλᾶς) που παρέμενε στα χέρια των «βαρβάρων» μουσουλμάνων.

[11.4.2] Ἔτυχε δέ τις ἄνωθεν τοῦ πύργου Ἀρμένιος τηρῶν τὸ κληρωθὲν τῷ Βαϊμούντῳ μέρος τοῦ τείχους. Τοῦτον ἄνωθεν πολλάκις προκύπτοντα ὁ Βαϊμοῦντος ἐκμειλισσόμενος καὶ ὑποσχέσεσι πολλαῖς ὑποσαίνων ἀνέπεισε προδοῦναί οἱ τὴν πόλιν. Ὁ δὲ Ἀρμένιος πρὸς αὐτὸν· «Ὁπηνίκα ἂνβούλει καὶ σημεῖόν τι ἔξωθεν αὐτὸς ὑποδείξῃς μοι, παρα χρῆμά σοι τουτοῒ παραδώσω τὸ πυργίον· μόνον ἕτοιμος ἔσο, σύ τε καὶ ὁ ὑπὸ χεῖρά σοι ἅπας λαός, ηὐτρεπισμένας ἔχων ἅμα καὶ κλίμακας. Οὐ σὲ δὲ μόνον ἕτοιμον εἶναι χρή, ἀλλὰ καὶ ἅπαν τὸ στράτευμα θωρήξασθαι, ἵν’ εὐθὺς ἀνελθόντας ὑμᾶς οἱ Τοῦρκοι θεασάμενοι καὶ τὸ ἐνυάλιον ἀλαλάζοντας ἐκδειματωθέντες εἰς φυγὴν ἀπονεύσειαν.»

[11.4.3] Εἶχε μὲν οὖν ὁ Βαϊμοῦντος τὸ σκοπούμενον τέως ἀνέκφορον. Τούτων δὲ οὕτω διασκοπουμένων κατέλαβέ τις λέγων, λίαν πολὺ πλῆθος Ἀγαρηνῶν καταλαμβάνειν ὅσον ἤδη τοῦ Χοροσὰν κατ’ αὐτῶν ἡγεμόνα συνεπαγόμενον τὸν καλούμενον Κουρπαγάν. Ὅπερ μεμαθηκὼς ὁ Βαϊμοῦντος καὶ μὴ θέλων τὴν Ἀντιόχειαν παραδοῦναι πρὸς τὸν Τατίκιον κατὰ τοὺς προ γεγονότας πρὸς τὸν βασιλέα ὅρκους, ἀλλ’ ἑαυτῷ μνηστευόμενος ταύτην, βουλὴν βουλεύεται πονηρὰν δι’ ἦς αὐτὸν ἄκοντα μεταναστεῦσαι παρασκευάσειε. Προσελθὼν τοίνυν αὐτῷ φησιν· «Ἀπόρρητόν τι ἀποκαλύψαι σοι βούλομαι, κηδόμενός σου τῆς σωτηρίας. Λόγος τις τοῖς ὠσὶ τῶν κομήτων ἐνηχηθεὶς συνετάραξεν αὐτῶν τὰς ψυχάς, ὅτι τοὺς ἀπὸ τοῦ Χοροσὰν ἐρχομένους ὁ βασιλεὺς τὸν σουλτά νον ἔπεισε καθ’ ἡμῶν ἐκπέμψαι. Τοῦτο δὲ πιστὸν οἱ κόμητες ἡγησάμενοι κατὰ τῆς σῆς μελετῶσι ζωῆς. Κἀγὼ μὲν τοὐμὸν ἤδη πεπλήρωκα καὶ τὸν ἐπερχόμενόν σοι προείρηκα κίνδυνον· τοῦ λοιποῦ σόν ἐστιν, ὑπὲρ τῆς ἑαυτοῦ καὶ τῶν ὑπὸ σὲ ταγμάτων φροντίσαι σωτηρίας.» Ὁ δὲ Τατίκιος, ὁρῶν μὲν καὶ τὸν λιμὸν πολύν (καὶ γὰρ ἡ κεφαλὴ τοῦ βοὸς ἐπὶ τρισὶ χρυσίνοις στατῆρσιν ἀπεμπολεῖτο), ἀπαγορεύων δὲ καὶ τὴν τῆς Ἀντιοχείας ἅλωσιν, ἤδη ἐκεῖθεν ἀπάρας, εἰς τὸν ἐν τῷ λιμένι Σουδὶ ἱστάμενον ῥωμαϊκὸν στόλον εἰσελθὼν τὴν Κύπρον κατέλαβε.

[11.4.6] Ὁ δὲ Κουρπαγὰν μετὰ ἀναριθμήτων χιλιάδων καταλαβὼν εἰς ἀρωγὴν τῆς Ἀντιόχου πόλεως, προκατασχεθεῖσαν ταύτην εὑρηκώς, χάρακά τε ἐπήξατο καὶ τάφρον πεποιηκὼς καὶ τὰς σκευὰς ἐν αὐτῇ καταθέμενος ἐβουλεύετο πολιορκεῖν τὴν πόλιν. Ἀλλ’ οὔπω ἔργου ἁψάμενον ἐπικαταλαμβάνουσιν αὐτὸν ἐξελθόντες οἱ Κελτοί· καὶ τηνικαῦτα μέγας ἀναμεταξὺ ἀναρρήγνυται πόλεμος. Εἶχον δὲ τὴν νικῶσαν οἱ Τοῦρκοι· καὶ οἱ Λατῖνοι εἴσω τῶν πυλῶν συνεκλείοντο, τὸν μόθον ἑκατέρωθεν ἔχοντες ἀπό τε τῶν τὸ κουλᾶ φρουρούντων (ἔτι γὰρ τοῦτο κατεῖχον οἱ βάρβαροι) ἀπό τε τῶν ἔξωθεν παρακαθημένων Τούρκων.

Στη συνέχεια, η Κομνηνή «ανέστησε» τον νεκρό εμίρη της Σμύρνης Τζαχά, του οποίου τον θάνατο είχε ήδη περιγράψει στο βιβλίο 9 (τον έχω περιγράψει εδώ), ώστε να πει ότι ο Αλέξιος ήταν απασχολημένος με την αντιμετώπιση του Τζαχά της Σμύρνης και του Ταγγριπερμή της Εφέσου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Αλέξιος ήταν όντως απασχολημένος με το να καθαρίζει τα τουρκικά «αποφάγια» που άφησαν οι σταυροφόροι στην Μικρά Ασία και να διορίζει διοικητές στις ανακτηθείσες πόλεις. Ίσως όμως η Κομνηνή να ανέστησε τον «αείθουρο» και ξακουστό Τζαχά, για να κάνει το «καθάρισμα των τουρκικών αποφαγιών» του Αλεξίου πιο ευκλεές έργο, αντάξιο αυτού των Σταυροφόρων. Ο Frankopan σε υποσημείωση είναι έτοιμος να δεχτεί ότι αυτός ο «Τζαχάς» εδώ ίσως ήταν στην πραγματικότητα ο γιος του πεθαμένου Τζαχά.

[11.5.1] Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν [ἔτι]· ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ πολλὴν μὲν εἶχε τὴν προθυμίαν αὐτὸς εἰς ἀρωγὴν τῶν Κελτῶν παραγενέσθαι, ἀπεῖργε δ’ αὐτὸν καίπερ σφαδάζοντα ἡ τῶν κατὰ θάλατταν διακειμένων πόλεών τε καὶ χωρῶν λεηλασία καὶ παντελὴς ἐρείπωσις. Ὁ μὲν γὰρ Τζαχᾶς τὴν Σμύρνην ὥσπερ ἴδιόν τι λάχος κατεῖχεν, ὁ δέ γε Ταγγριπερμῆς καλούμενος πόλιν τινὰ Ἐφεσίων ἀγχοῦ τῆς θαλάττης διακειμένην, ἐν ᾗ πάλαι τέμενος ἐπ’ ὀνόματι Ἰωάννου ἀποστόλου τοῦ θεολόγου ἵδρυτο. Καὶ ἄλλος ἄλλα φρούρια τῶν σατραπῶν κατέχοντες ὡς ἀργυρωνήτοις τοῖς Χριστιανοῖς ἐκέχρηντο ἅπαντα λῃζόμενοι· ἀλλὰ καὶ αὐτὰς δὴ τὰς νήσους Χίον τε καὶ Ῥόδον καὶ τὰς ἐπιλοίπους πάσας κατέσχον λῃστρικὰς ἐκεῖθεν κατασκευάσαντες ναῦς. Διά τοι ταῦτα δεῖν ἐλογίσατο πρότερον τῶν κατὰ θάλατταν καὶ τὸν Τζαχᾶν πρόνοιαν ποιήσασθαι, καὶ δυνάμεις διὰ ξηρᾶς ἀρκούσας καὶ στόλον ἱκανὸν καταλιπεῖν, εἶτα δι’ αὐτῶν τὰς τῶν βαρβάρων ἀναχαιτίζειν ὁρμὰς καὶ ἀντι καθίστασθαι αὐτοῖς, κᾆθ’ οὕτως μετὰ τοῦ λοιποῦ στρατεύματος τῆς πρὸς Ἀντιόχειαν φερούσης ἅψασθαι μετὰ τῶν ἀναμεταξὺ βαρβάρων ὡς ἐνὸν μαχόμενος.

Όπως και να είχαν τα πράγματα, ο αυτοκράτορας διόρισε τον Κάσπακα κατά του «Τζαχά» και ο πρώτος κατάφερε να μπει στην Σμύρνη, όπου και μαχαιρώθηκε σε ανύποπτο χρόνο από έναν Σαρακηνό. Αυτό προκάλεσε την οργή των Ρωμαίων ναυτών οι οποίοι εισήλθαν στην Σμύρνη και κατέσφαξαν τους πάντες (αν θέλετε την διήγηση είναι στα χωρία [11.5.3-5]). Στην συνέχεια η Κομνηνή αναφέρει ορισμένες πόλεις που ανακτήθηκαν από τους Ρωμαίους (Σάρδεις, Φιλαδέλφεια, Λαοδίκεια, Χώμα, Λάμπη, Πολύβοτον).

[11.5.6] Οἱ μέντοι Τοῦρκοι, καθά γε εἴρηται, διά τε Μαιάνδρου καὶ τῶν παρακειμένων αὐτῷ πόλεων ὁδεύσαντες, καταλαμβάνουσι τὸ Πολυβοτόν. Ὁ δὲ δοὺξ οὐ κατὰ πόδας τούτους ἐδίωκεν, ἀλλὰ τὴν συντομωτέραν ὁδεύσας τάς τε Σάρδεις καὶ τὴν Φιλαδέλφειαν ἐξ ἐπιδρομῆς κατέσχε, τὴν τούτων φρουρὰν Μιχαὴλ τῷ Κεκαυμένῳ πιστεύσας. Καταλαβὼν δὲ τὴν Λαοδίκειαν, καὶ πάντων παραυτίκα προσεληλυθότων αὐτῷ, αὐτοῖς μὲν ὡς αὐτομόλοις χρησάμενος καὶ τεθαρρηκὼς ἀνετῶς τὰ σφέτερα κατοικεῖν εἴασε μηδὲ ἡγεμόνα ἐπιστήσας. Ἐκεῖθεν δὲ διὰ τοῦ Χώματος διελθὼν τὴν Λάμπην κατέλαβε κἀν ταύτῃ καὶ τὸν Καμύτζην Εὐστάθιον στρατηγὸν ἐπέστησεν. Ἐφθακὼς δὲ εἰς τὸ Πολυβοτὸν καταλαμβάνει Τούρκων πλῆθος πολύ, καὶ ἐπεισπεσὼν αὐτοῖς ἄρτι τὰς σκευὰς κατατιθεμένοις ξυμβαλὼν παραυτίκα νικᾷ κατὰ κράτος, καὶ κτείνει μὲν πολλούς, ἀναλαμβάνει δὲ λείαν πολλὴν καὶ τοῦ πλήθους ἀνάλογον.

Στη συνέχεια, ο Αλέξιος έφτασε με όλο τον στρατό στο Φιλομήλιον με σκοπό να πάει να βοηθήσει τους «Κελτούς» στην Αντιόχεια. Ορισμένοι Κελτοί πήγαν να τον δουν στο Φιλομήλιον, για να τον πληροφορήσουν ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα στην Αντιόχεια.

[11.6.1] Τούτου γοῦν μήπω ἐπανεληλυθότος, ἀλλ’ ἀγωνιζομένου κατὰ τῶν Τούρκων, ὁ βασιλεὺς ἑτοιμασθεὶς εἰς ἀρωγὴν τῶν περὶ τὴν Ἀντιόχειαν φθάσαι Κελτῶν, ἐπεὶ τὸ Φιλομήλιον κατέλαβε σὺν ὅλαις δυνάμεσι πολλοὺς ἐν τῷ μεταξὺ κτείνας βαρβάρους, πολλὰς δὲ καὶ πόλεις δῃωσάμενος ὑπ’ αὐτῶν πρὶν κατεχομένας, φθάνει τηνικαῦτα τοῦτον ἐξ Ἀντιοχείας Γελίελμος ὁ Γραντεμανῆ καὶ Στέφανος κόμης Φραγγίας καὶ Πέτρος ὁ τοῦ Ἀλίφα, χαλασθέντες καλῳδίοις διὰ τῶν κρηδέμνων Ἀντιοχείας καὶ διὰ τῆς Ταρσοῦ ἀφικόμενοι διαβεβαιοῦντο εἰς στενὸν κομιδῆ συνελαθῆναι τοὺς Κελτούς, καὶ ἐπομνύμενοι τὴν αὐτῶν παντελῆ πτῶσιν.

Φυσικά ο Αλέξιος δεν πήγε ποτέ να βοηθήσει τους σταυροφόρους επειδή, σύμφωνα με την Κομνηνή, υπήρχαν φήμες ότι ο γιος του Σουλτάνου του Χοροσάν Ισμαήλ ερχόταν με «αμέτρητες ορδές βαρβάρων» κατά των Ρωμαίων στην Μικρά Ασία. Φυσικά έχουμε κάθε λόγο να αμφιβάλλουμε την αλήθεια αυτής της «βολικής» εισβολής. Από τη μια, ο Αλέξιος είχε κάθε λόγο να δει τον Βοημούνδο νεκρό και την τεράστια σταυροφορική δύναμη μειωθείσα από τους μουσουλμάνους. Οι σταυροφόροι είχαν ήδη επιτελέσει το έργο που περίμενε από αυτούς ο Αλέξιος (εκδίωξη/εξασθένιση των Τούρκων της δυτικής Μικράς Ασίας). Τώρα αν πέθαινε ο Βοημούνδος, ο Αλέξιος θα γλίτωνε από έναν παραδοσιακό εχθρό που εκείνη την στιγμή τύχαινε να ήταν εφήμερος σύμμαχός του. Από την άλλη, αν ο Αλέξιος πήγαινε στην Αντιόχεια για να βοηθήσει τους Κελτούς, τότε θα αποκτούσε πραγματικά έναν νέο ισχυρό εχθρό (τον σουλτάνο του Χοροσάν). Γι΄αυτό έγραψα παραπάνω ότι ο Τατίκιος ίσως να κατέφυγε στην Κύπρο ύστερα από εντολές του Αλεξίου, ώστε να μην υπάρχουν εμπλεκώμενοι Ρωμαίοι στον πόλεμο με τον Σουλτάνο του Χοροσάν. Επομένως, νομίζω πως ο Αλέξιος σε αυτήν την περίπτωση «πούλησε» τους Σταυροφόρους και διατήρησε μια βολική ουδετερότητα, μάλλον για να μην έχει μπλεξίματα με τον Σουλτάνο του Χοροσάν. Όταν αργότερα ο Βοημούνδος θα παραβιάσει τον όρκο του και θα κρατήσει γι΄αυτόν την Αντιόχεια, αντί να την παραδώσει στον Αλέξιο, θα πει στον τελευταίο ότι εκείνος πρώτος πρόδωσε την συμφωνία τους.

[11.6.2] Ὁ δὲ βασιλεὺς διὰ τοῦτο καὶ μᾶλλον εἰς βοήθειαν αὐτῶν ἐσκόπει ταχῦναι, κἂν ἅπαντες αὐτὸν τῆς τοιαύτης ὁρμῆς ἀνέκοπτον. Ἐπεὶ δὲ βαρβάρων κατ’ αὐτοῦ ἔφοδος ἀμυθήτων ἁπανταχῆ διεκηρυκεύετο ἐπικαταλαμβάνειν αὐτὸν ἤδη (καὶ γὰρ ὁ τοῦ Χοροσὰν σουλτάν, τὴν τοῦ αὐτοκράτορος ὑπὲρ τῶν Κελτῶν μεμαθηκὼς ἀπέλευσιν τὸν ἴδιον υἱὸν Ἰσμαὴλ τὴν κλῆσιν ἀπείρους δυνάμεις ἀπό τε τοῦ Χοροσὰν ἀπό τε τῶν πορρωτέρων μερῶν συναγαγὼν καὶ καρτερῶς ἐξοπλίσας ἅπαντας κατ’ αὐτοῦ ἐξέπεμψεν, ἐντειλάμενος τάχος τὸν αὐτοκράτορα ἐφθακέναι πρὸ τοῦ τὴν Ἀντιόχειαν καταλαβεῖν), τὴν μὲν δὴ ὁρμὴν τοῦ αὐτοκράτορος, ἣν εἶχεν ὑπὲρ τῆς τῶν Κελτῶν σωτηρίας, διαχρήσασθαί τε σπεύδων τοὺς κατ’ αὐτῶν λυττῶντας Τούρκους καὶ αὐτὸν δὴ τὸν τούτων ἡγεμόνα Κουρπαγάν, ἐπέσχε τὰ διαμηνυθέντα ὑπό τε τῶν ἐληλυθότων Φράγγων ὑπό τε τῶν τὴν τοῦ Ἰσμαὴλ κατ’ αὐτοῦ μηνυσάντων ἔλευσιν. Λογισμὸν δὲ τὸν εἰκότα περὶ τοῦ μέλλοντος λαμβάνων, ὡς ἀμήχανον εἴη πρᾶγμα σῶσαι πόλιν ἄρτι μὲν ὑπὸ τῶν Κελτῶν ἁλοῦσαν, ἀστατοῦσαν δ’ ἔ τι κἀκ τῶν ἔξωθεν ὑπὸ τῶν Ἀγαρηνῶν αὐτίκα πολιορκουμένην, τῶν Κελτῶν τὰς σῳζούσας ἀπεγνωκότων ἐλπίδας καὶ βουλευομένων τοῦ μὲν τείχους ἐρήμου παραχωρῆ σαι τοῖς πολεμίοις, ἑαυτοὺς δὲ μόνους περισῶσαι διὰ φυγῆς.

Στην συνέχεια η Κομνηνή παραθέτει ένα χωρίο με «σάλτσα» στο οποίο περιγράφει τον χαρακτήρα των Κελτών, τον οποίο ο Αλέξιος γνώριζε πολύ καλά όταν αποφάσισε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη αντί να σπεύσει προς την αρωγή τους. Οι Ρωμαίοι και οι Κελτοί ήταν ασύμβατοι ως σύμμαχοι στο πεδίο της μάχης, επειδή οι δεύτεροι ήταν «αυτόνομοι και ασύμβουλοι» (έκαναν πάντα του κεφαλιού τους και δεν άκουγαν συμβουλές), δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ στην μάχη «στρατηγική ευταξία και επιστήμη» και, όχι μόνον οι απλοί στρατιώτες τους, αλλά και οι ηγεμόνες τους είχαν «ακάθεκτο θυμό». Με άλλα λόγια, οι Κελτοί είναι «είς πρώτους ῥυτήρας ἀνύποιστοι» (ανεπίσχετοι/αμαιμάκετοι στην πρώτη τους έφοδο), αλλά μετά από αυτήν είναι «λίαν εὐχείρωτοι» (είναι αρκετά εύκολο να κατανικηθούν) εξαιτίας του βάρους των όπλων τους και του θυμοειδούς και αλόγιστου της γνώμης τους.

[11.6.3] Ἔστι μὲν γὰρ τὸ τῶν Κελτῶν γένος μετὰ τῶν ἄλλων αὐτόνομόν τε καὶ ἀξύμβουλον, στρατηγικῇ δὲ εὐταξίᾳ καὶ ἐπιστήμῃ μηδέποτε χρώμενον, ἀλλ’ ἐπειδὰν μάχη καὶ πόλεμος παρασταίη, περιυλακτοῦντος αὐτοῖς τοῦ θυμοῦ ἀκάθεκτοί τέ εἰσιν οὐ τὸ στρατιωτικὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἡγεμόνες, ὡς ἐς μέσας φάλαγγας τῶν πολεμίων εἰσπίπτοντες ἀφόρητοι, εἰ ὅλως τὸ ἀντικαθιστάμενον ὑποχαλάσειεν· εἰ δὲ στρατιωτικαῖς ἐμπειρίαις λόχους οἱ πολέμιοι πολλάκις καταστήσαιεν καὶ τεχνικῶς αὐτοὺς μετελεύσονται, εἰς τοὐναντίον πᾶν τὸ θράσος αὐτοῖς περιίσταται. Τὸ γὰρ ὅλον εἰπεῖν, εἰς πρώτους ῥυτῆρας ἀνύποιστοί εἰσιν οἱ Κελτοί, τὸ δέ γε μετὰ ταῦτα καὶ λίαν εὐχείρωτοι διά τε τὸ τῶν ὅπλων βάρος καὶ τὸ τῆς γνώμης θυμοειδὲς καὶ ἀλόγιστον.

Ο Αλέξιος λοιπόν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τους εαλωκότες βαρβάρους και τους προσκεχωρηκότες Χριστιανούς. Έχει ενδιαφέρον ότι οι Χριστιανοί που ελευθερώθηκαν από τον τουρκικό ζυγό δεν θεωρούνται Ρωμαίοι, αλλά «προσκεχωρηκότες Χριστιανοί», δηλαδή Χριστιανοί που προσεχώρησαν στους Ρωμαίους. Ο λόγος έχει ήδη εξηγηθεί σε παλαιότερη ανάρτηση όπου εξήγησα το παράδοξο των Χωματηνών. Ρωμαίος για την Κομνηνή είναι ο «αυτόχθων» Ορθόδοξος, δηλαδή ο Ορθόδοξος που γεννήθηκε εντός των εκάστοτε συνόρων της Ρωμαΐδος. Κατά συνέπεια, οι απόγονοι Ρωμαίων που γεννήθηκαν υπό τουρκικό ζυγό δεν είναι Ρωμαίοι, αλλά Χριστιανοί και μάλιστα  «μεμιασμένοι» επειδή συναναστράφηκαν με τους βάρβαρους και άπιστους αφέντες τους.

[5.2.2] Καὶ μετὰ τῶν ἄλλων εὑρηκότες ὅτιπερ ἐπ’ ἀναρρύσει αἰχμαλώτων τὰ τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιῶν ἱερὰ ἔξεστιν ἐκποιεῖσθαι (ἑώρων δὲ ὅτι καὶ τῶν Χριστιανῶν ὅσοι περὶ τὴν Ἀσίαν ὑπὸ τὴν βαρβαρικὴν ἐτέλουν χεῖρα καὶ ὁπόσοι τὴν σφαγὴν ἐξέφυγον ἐμιαίνοντο διὰ τὴν μετὰ τῶν ἀπίστων συναναστροφήν),

[11.6.5] Εἵλοντο μὲν οὖν εὐθὺς ἅπαντες συνέψεσθαι τῷ βασιλεῖ, οὐκ ἄνδρες μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ γυναῖκες ….. Οὕτω μὲν οὖν τὰ τῶν αἰχμαλώτων ᾠκονόμητο τῷ βασιλεῖ. Μέρος δὲ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποτεμόμενος καὶ τοῦτο εἰς πολλὰ διελών, ἐν πολλοῖς μέρεσι κατὰ τῶν Ἀγαρηνῶν ἐξαπέστειλεν, εἴ που προεκδρομάς τινας ποιουμένους τοὺς Τούρκους εὕροιεν, ξυμμίγνυσθαί τε αὐτοῖς καὶ καρτερῶς μαχομένους ἀναστέλλειν τὴν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἔφοδον. Αὐτὸς δὲ μετὰ παντὸς τοῦ λαοῦ τῶν τε ἑαλωκότων βαρβάρων καὶ τῶν προσκεχωρηκότων Χριστιανῶν ἐπαναζεύγνυσι πρὸς τὴν βασιλεύουσαν.

Οι Λατίνοι χρειάζονταν ένα θαύμα για να νικήσουν τους μουσουλμάνους. Έτσι οι ηγέτες τους κατέφυγαν σε ένα κόλπο που είχαν κάνει και οι Ρωμαίοι συχνά στο παρελθόν. Τους προηγούμενους αιώνες, στις μάχες τους με τους Άραβες, οι Ρωμαίοι βασιλείς παρότρυναν τους στρατιώτες τους στη μάχη κατά των απίστων με το τέχνασμα των «ιερών αντικειμένων/αχειροποιήτων». Λ.χ. το «μανδύλιον» ήταν το μαντύλι με το οποίο σκούπισε ο Χριστός το πρόσωπό του, το οποίο αποτυπώθηκε στο μαντύλι και, όταν ο Κουρκούας πολιορκούσε την Έδεσσα, «ανακάλυψε» “βολικά” ότι οι «άπιστοι» το κρατούσαν μέσα. Όταν ο Ηράκλειος εισέβαλε στην Περσία, οι Σασσανίδες υποτίθεται ότι είχαν πάρει τον Τίμιο Σταυρό από την Ιερουσαλήμ. Έτσι και οι Λατίνοι “βολικά” βρήκαν τον Άγιο/Θείο Ήλο, δηλαδή την λόγχη που τρύπησε το πλευρό του Χριστού πάνω στο σταυρό.

Εδώ χωράει το βίντεο του George Carlin για την Θρησκεία. 🙂

“When it comes to bullshit, big-time major league bullshit, you have to stand in awe of the old time champion … religion. No contest!”

Λοιπόν μετά το ψυχαγωγικό διάλυμα με τον George Carlin ας γυρίσουμε στον Άγιο/Θείο Ήλο.

Η Κομνηνή πρέπει να μπέρδεψε την Λόγχη (Holy Lance) που τρύπησε το πλευρό του σταυρωμένου Χριστό με τα καρφιά (= ήλοι) με τα οποία τον κάρφωσαν πάνω στον σταυρό. Οι Σταυροφόροι βρήκαν την Λόγχη (ο Άγιος Ανδρέας εμφανίστηκε σε όνειρο του αρχιερέα τους λέγοντάς του την τοποθεσία της θαμμένης λόγχης), αλλά η Κομνηνή μιλάει για Άγιο/Θείο Ήλο. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι το κόλπο έπιασε, οι σταυροφόροι εμψυχώθηκαν και νίκησαν τους υπεράριθμους Τούρκους, οι οποίοι τράπηκαν εις άτακτο φυγή. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Βοημούνδος εκλέχθηκε διοικητής Αντιόχειας και οι υπόλοιποι πήγαν να πολιορκήσουν την Ιερουσαλήμ, την οποία κατέλαβαν σε ένα μήνα και όταν μπήκαν μέσα σκότωσαν πολλούς Σαρακηνούς και Εβραίους. Διόρισαν «ρήγα» της Ιερουσαλήμ τον «Γοντεφρέ»/Γοδεφρείδο.

[11.6.7] Οἱ δέ γε Λατῖνοι, ὑπό τε λιμοῦ καὶ συνεχοῦς πολιορκίας δεινῶς πιεζόμενοι, προσεληλυθότες τῷ εἰς Ἑλενούπολιν τότε ἡττηθέντι Πέτρῳ τῷ ἐπισκόπῳ αὐτῶν, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν, ᾐτοῦντο βουλὴν ἐξ αὐτοῦ. Ὁ δὲ πρὸς αὐτούς· «Ἁγνούς, φησι, τηρῆσαι ἑαυτοὺς ὑποσχόμενοι, μέχρις ἂν τὴν Ἱερουσαλὴμ καταλάβητε, παρέβητε, οἶμαι, τὴν ὑπόσχεσιν. Διὰ τοῦτο νῦν ὑμῖν οὐκ ἐπαρήγει ὡς τὸ πρό τερον ὁ Θεός. Δεῖ οὖν ἐπιστραφῆναι πρὸς τὸν Κύριον καὶ τὰς σφῶν ἀποκλαύσασθαι ἁμαρτίας ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ, καὶ δάκρυσι θερμοῖς τὴν μετάνοιαν ἐνδειξαμένους καὶ παννύχοις δεήσεσι. Τότε δὴ σχολάσω καὶ αὐτὸς ὑπὲρ ὑμῶν τὸ Θεῖον ἐξιλεούμενος.» Πείθονται ταῖς τοῦ ἀρχιερέως παραινέσεσι. Καὶ μεθ’ ἡμέρας τινὰς ἐκ θείας ὀμφῆς κινηθεὶς ὁ ἀρχιερεὺς μεταπεμψάμενος τοὺς μεγιστᾶνας τῶν κομήτων παρηγγυᾶτο δεξιόθεν διορύξαι τοῦ θυσιαστηρίου κἀκεῖσε τὸν ἅγιον εὑρηκέναι ἧλον. Τὸ ἐπιταχθὲν οὖν πεποιηκότες, ἐπεὶ μὴ εὕρισκον, ἐπανα στρέψαντες μετὰ ἀθυμίας τὴν τοῦ ζητουμένου διαμαρτίαν ἀπήγγελλον. Ὁ δὲ ἐκτενέστερον τὴν δέησιν ποιησάμενος ἐπιμελέστερον τὴν τοῦ ζητουμένου ἀναψηλάφησιν ποιήσασθαι ἐπέταττεν. Οἱ δὲ καὶ αὖθις ἐπλήρουν τὸ κελευσθὲν καί, τὸν ζητούμενον εὑρηκότες, δρομαίως τῷ Πέτρῳ προσέφερον χαρᾷ καὶ φρίκῃ συνεχόμενοι.

[11.6.8] Κἄκτοτε ὡς ἁγνοτέρῳ τῶν ἄλλων τῷ Ἰσαγγέλῃ ἐν ταῖς μάχαις τὸν σεπτὸν καὶ θεῖον ἐνεχείριζον ἧλον. Τῇ γοῦν μετ’ αὐτὴν ἐξ ἀνυπόπτου πύλης κατὰ τῶν Τούρκων ἐξώρμησαν. Τότε δὴ ὁ καλούμενος Φλάντρας ᾐτήσατο τοὺς λοιποὺς μίαν ταύτην αἴτησιν παραχωρηθῆναί οἱ, μετὰ τριῶν μόνων κατὰ τῶν Τούρκων τῶν ἄλλων πρῶτον αὐτὸν ἐξιππάσασθαι. Δέδοται δὴ τούτῳ τὸ αἰτηθέν· καὶ ὁπηνίκα αἱ φάλαγγες ἑκατέρωθεν ἰλαδὸν ἔστησαν καὶ ἡ τοῦ πολέμου σύναψις ηὐτρέπιστο, αὐτὸς τοῦ ἵππου ἀποβὰς καὶ προσουδίσας ἑαυτὸν τρισσάκις τῷ Θεῷ ἐπηύξατο ἐκεῖθεν τὴν βοήθειαν ἐξαιτούμενος. Βοησάντων δὲ πάντων· «Ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν», ὅλους ῥυτῆρας κατ’ αὐτοῦ τοῦ Κουρπαγᾶ ἐνέδωκεν ἐπί τινος λόφου ἱσταμένου. Εὐθὺς οὖν τοὺς κατὰ πρόσωπον αὐτῶν ὑπαντιάσαντας τοῖς δόρασι βαλόντες κατὰ γῆς ἔρριψαν. Ἐντεῦθεν οὖν ἐκδειματωθέντες οἱ Τοῦρκοι πρὸ τοῦ συρραγῆναι τὸν πόλεμον εἰς φυγὴν ἐτράπησαν, θείας πάντως δυνάμεως ἐπαρηγούσης τοῖς Χριστιανοῖς· κἀν τῷ φεύγειν παραπορήσαντες οἱ πλεῖστοι τῶν βαρβάρων ταῖς δίναις τῶν ποταμίων συσχεθέντες ῥευμάτων ἀπεπνίγησαν, ὡς ἀντὶ γεφύρας χρηματίσαι τὰ σώματα τῶν ἀποπνιγέντων τοῖς ὄπισθεν ἐρχομένοις.

[11.6.9] Ἐφ’ ἱκανὸν οὖν καὶ τοὺς φεύγοντας διώξαντες πρὸς τὴν Τουρκικὴν ταφρείαν ὑπέστρεψαν, κἀκεῖσε τὰς βαρβαρικὰς σκευὰς εὑρηκότες καὶ ἣν συνεπεφέροντο λείαν ἅπασαν, ἀναλαβέσθαι μὲν ἤθελον παραχρῆμα, πολλὴν δὲ οὖσαν διὰ τριακονθημέρου μόγις ταύτην εἰσαγαγεῖν εἰς τὴν Ἀντιόχου πόλιν ἐξίσχυσαν. Ἐπ’ ὀλίγον οὖν αὐτοῦ που ἐγκαρτερήσαντες ἐφ’ ᾧ τῆς τοῦ πολέμου κακοπαθείας ἑαυτοὺς διαναπαῦσαι, ἅμα δὲ καὶ τῆς Ἀντιόχου φροντίδα ποιούμενοι ἀνεζήτουν τὸν ταύτην φρουρήσοντα. Ἦν δὲ ὁ Βαϊμοῦντος, καθά γε πρὸ τοῦ τὴν πόλιν ἁλῶναι φθάσας ᾐτήσατο. Παρακεχωρηκότες δὲ αὐτῷ τῆς ἁπάσης ἐξουσίας τῆς Ἀντιόχου αὐτοὶ τῆς πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα φερούσης ἥψαντο. Ἐν δὲ τῷ διέρχεσθαι πολλὰ μὲν τῶν παραλίων κάστρων κατέσχον· ὁπόσα δὲ ἐρυμνότατα ὄντα πλείονος ἐδεῖτο τῆς πολιορκίας παραδραμόντες τῷ τέως αὐτά, πρὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἔσπευδον. Περιζώσαντες δὲ τὰ τείχη καὶ πυκναῖς προσβολαῖς πολιορκοῦντες, αὐτὴν διὰ μιᾶς σεληνιακῆς περιόδου κατέσχον πολλοὺς τῶν ἐντὸς Σαρακηνῶν καὶ Ἑβραίων ἀνῃρηκότες. Πάντων δὲ ὑποταγέντων αὐτοῖς, ἐπεὶ ὁ ἀντιβαίνων οὐδείς, τὴν ἐξουσίαν ἅπασαν τῷ Γοντοφρὲ ἀναθέμενοι ῥῆγα τοῦτον ὠνόμασαν.

(συνεχίζεται)

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s