Η ΙΕ ρίζα *h1op- «επιθυμώ»: το ψάρι, το ψώνιο και το ψητό

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τους ελληνικούς απογόνους της ΙΕ ρίζας *h1op- «επιθυμώ». Η ρίζα αυτή δεν είναι παρά ο ο-βαθμός της ρηματικής ρίζας *h1ep- «παίρνω, αρπάζω», δείχνοντας την σημασιακή εξέλιξη παίρνω > θέλω να πάρω > επιθυμώ.

Ως συνήθως, αρχίζω με την περιγραφή των δύο ριζών από τους Mallory-Adams.

h1op

H ρηματική ρίζα *h1ep- «παίρνω, αρπάζω» έχει δώσει λ.χ. το Χεττιτικό epzi = «παίρνει» (Χεττ “z” = /ts/), ενώ στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο έχει δώσει ρήματα με τη σημασία «αποκτώ» (αβεστικό apayeiti, σανσκριτικό āpnoti).

Η ο-βαθμη ρίζα με τη σημασία «επιθυμώ» έχει δώσει το λατινικό optō = «επιθυμώ, προτιμώ, επιλέγω» (παράγωγό του το optimus = «ιδανικός, βέλτιστος», κυριολεκτικά «επιθυμητός» και τα λατινικά δάνεια της Αγγλικής optimal, opt και option) και το ελληνικό ἐπιόψομαι = «επιλέγω» (ἐπι-οψ-ομαι).

Επειδή τα λατινικά δεδομένα δείχνουν την επαυξημένη μορφή *h1op-t- , το ελληνικό θέμα οψ- μπορεί να εξηγηθεί ως:

*h1op-t-i- > opty- > opts- > ops- = οψ-

Το βασικό παράγωγο ουσιαστικό στην Ελληνική είναι το ουδέτερο *h1op-t-iom > *optyom > optsom > ὄψον = «το πιο εύγευστο (= λαχταριστό ~ επιθυμητό) μέρος ενός πιάτου». Επειδή το λαχταριστό μέρος ενός πιάτου ήταν το ψητό (κρέας ή ψάρι) ο όρος ὄψον έγινε συνώνυμο του «ψητού» και, αργότερα, ειδικά του ψαριού (το κύριο ψητό «ὄψον» των Ελλήνων).

[Ιλιάδα, 9.485-9]

καί σε τοσοῦτον ἔθηκα θεοῖς ἐπιείκελ᾽ Ἀχιλλεῦ,
ἐκ θυμοῦ φιλέων, ἐπεὶ οὐκ ἐθέλεσκες ἅμ᾽ ἄλλῳ
οὔτ᾽ ἐς δαῖτ᾽ ἰέναι οὔτ᾽ ἐν μεγάροισι πάσασθαι,
πρίν γ᾽ ὅτε δή σ᾽ ἐπ᾽ ἐμοῖσιν ἐγὼ γούνεσσι καθίσσας
ὄψου τ᾽ ἄσαιμι προταμὼν καὶ οἶνον ἐπισχών.

——

Κι έτσι μεγάλο εγώ σε ανάστησα, θεόμορφε Αχιλλέα,
και σ᾿ αγαπούσα᾿ τι δεν ήθελες εσύ κανέναν άλλον,
για στο τραπέζι σύντας πήγαινες για κι έτρωγες μονάχος·
έπρεπε εγώ μαθές στα γόνατα να σε κρατώ, να κόβω
το κρέας, να τρως, μετά στα χείλια σου την κούπα να ζυγώνω.

[Ιλιάδα, 11.630-2]

χάλκειον κάνεον, ἐπὶ δὲ κρόμυον ποτῷ ὄψον,
ἠδὲ μέλι χλωρόν, παρὰ δ᾽ ἀλφίτου ἱεροῦ ἀκτήν,
πὰρ δὲ δέπας περικαλλές, ὃ οἴκοθεν ἦγ᾽ ὁ γεραιός,

——

κανίστρι χάλκινο, και μέσα του κρομμύδι για προσφάγι,
να πίνουν, μέλι ακόμα ολόξανθο και κρίθινο άγιο αλεύρι,
στερνά την ώρια κούπα, ο γέροντας που ‘χε απ᾿ την Πύλο φέρει,

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Η ταύτιση ὄψον = «ψητό» έδωσε τα ρήματα ἕψω = «ψήνω, βράζω ~ μαγειρεύω» ( η μη ετυμολογική δασεία μόνο στην Αττική) και ὀπτάω = «ψήνω».

[Οδύσσεια, 3.33]

καρπαλίμως: ὁ δ᾿ ἔπειτα μετ᾿ ἴχνια βαῖνε θεοῖο.
ἷξον δ᾿ ἐς Πυλίων ἀνδρῶν ἄγυρίν τε καὶ ἕδρας,
ἔνθ᾿ ἄρα Νέστωρ ἧστο σὺν υἱάσιν, ἀμφὶ δ᾿ ἑταῖροι
δαῖτ᾿ ἐντυνόμενοι κρέα τ᾿ ὤπτων ἄλλα τ᾿ ἔπειρον.
οἱ δ᾿ ὡς οὖν ξείνους ἴδον, ἁθρόοι ἦλθον ἅπαντες,

——

γοργά, και πίσω αυτός στ᾿ αχνάρια της ερχόταν, ως που φτάσαν
κει που οι Πυλιώτες είχαν σύναξη και θρόνιαζαν καθόταν
με τους υγιούς του εκεί κι ο Νέστορας, κι ολόγυρα οι συντρόφοι
ψηναν τα κρέατα, κι άλλα σούβλιζαν και σύνταζαν το γιόμα.
Βλέποντας ξένους τρέξαν όλοι τους και τους καλωσόριζαν

[Οδύσσεια, 15.98]

ἀγχίμολον δέ οἱ ἦλθε Βοηθοί̈δης Ἐτεωνεύς,
ἀνστὰς ἐξ εὐνῆς, ἐπεὶ οὐ πολὺ ναῖεν ἀπ᾿ αὐτοῦ:
τὸν πῦρ κῆαι ἄνωγε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος
ὀπτῆσαί τε κρεῶν: ὁ δ᾿ ἄρ᾿ οὐκ ἀπίθησεν ἀκούσας.
αὐτὸς δ᾿ ἐς θάλαμον κατεβήσετο κηώεντα,

——

κι όπως ο γιος του βοηθού ζύγωσεν, ο Ετεωνέας, το στρώμα
μόλις αφήνοντας — το σπίτι του μακριά μαθές δεν ήταν —
φωτιά ο Μενέλαος ο βροντόφωνος γοργά ν᾿ ανάψει του ‘πε
και κρέας να ψήσει᾿ κι ως στο λόγο του τον είδε να συγκλίνει,
κατέβη ατός του στο κελάρι τους το μοσκοβολισμένο,

Το ρήμα ἕψω με τον αόριστο ἥψησα που βρίσκουμε λ.χ. στον Ηρόδοτο, είναι ο πρόγονος των νεοελληνικών ψήνω, ἔψησα, ψητός.

[Ηρόδοτος, 1.119.3] Ἀστυάγης δέ, ὥς οἱ ἀπίκετο ὁ Ἁρπάγου παῖς, σφάξας αὐτὸν καὶ κατὰ μέλεα διελὼν τὰ μὲν ὤπτησε τὰ δὲ ἥψησε τῶν κρεῶν, εὔτυκα δὲ ποιησάμενος εἶχε ἕτοιμα.

Η σημασία ὄψον = λαχταριστό ~ μαγειρεμένο φαΐ επιβιώνει στην παροιμία «μπές στο ψητό», δηλαδή άσε τα «ορεκτικά» και τις «σαλάτες» και μπες στο «κυρίως/μαγειρεμένο πιάτο».

Όπως είπα και παραπάνω, από ένα σημείο και μετά ο όρος ὄψον ταυτίστηκε ειδικά με το ψάρι. Ο όρος «ψάρι» προέκυψε από τον όρο «ὄψον» με την προσθήκη του λατινικού επιθήματος -ārium > -άριον (λ.χ. cella > cellārium > κελλάριον > κελάρι):

ὄψον > ὀψάριον > οψάρι > ψάρι

Η φράση «ὄψον ὠνέομαι» = «αγοράζω κρέας/ψάρι» έδωσε το ρήμα ὀψωνέω = «αγοράζω ψάρια/τρόφιμα» και ὀψωνιάζω ~ ὀψωνίζομαι = «προμηθεύομαι (τρόφιμα)» που είναι ο πρόγονος του νεοελληνικού ψωνίζω.

Ο πρόγονος του νεοελληνικού όρου ψώνιο/ψώνια είναι το ὀψώνιον, αλλά σήμαινε κυρίως «μισθός» αν και πέρασε στα λατινικά ως obsōnium = «ὄψον».

Επειδή το ψώνισμα των τροφίμων είναι μέρος της διαδικασίας της προετοιμασίας του φαγητού, το ρήμα ὀψωνέω επιλέχθηκε στην βιολογική/ανοσολογική ορολογία, για το όνομα των οψωνινών (opsonins). Οι οψωνίνες είναι όλα εκείνα τα μόρια, όπως τα αντισώματα που, στην μια μεριά τους (στις επάνω άκρες του “Y”)  έχουν υποδοχείς που «μαγκώνουν» στους αντιγονικούς επιτόπους σκεπάζοντας το αντιγόνο και, στην άλλη μεριά τους (κάτω άκρη του “Y”), διαθέτουν υποδοχείς που «μαγκώνουν» στην επιφάνεια των φαγοκυττάρων, όπως τα μακροφάγα, τα οποία «τρώνε» τα αντιγόνα με φαγοκυττάρωση.

Ονομάστηκαν «οψωνίνες» επειδή συμμετέχουν στην διαδικασία «προετοιμασίας» και «σερβιρίσματος» του αντιγόνου στα φαγοκύτταρα.

opsonins

Advertisements

9 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

9 responses to “Η ΙΕ ρίζα *h1op- «επιθυμώ»: το ψάρι, το ψώνιο και το ψητό

  1. Σωτήρης#

    Σμερδαλέε, θα διαφωνήσω με την παραγωγή σου του τύπου “ἐπιόψομαι”, γιατί, όπως θα δεις και στο λήμμα του LSJ που παραπέμπεις ο τύπος τις φορές που απαντά είναι μέλλοντας ή υποτακτική αορίστου, άρα το -ψ- παράγεται από την ένωση του χειλικού με την κατάληξη -σομαι του μέλλοντα ή της υποτακτικής. Η παραγωγή που δίνεις θα ταίριαζε σε ενεστώτα.

    Επιπλέον η θεώρηση των τύπων αυτών ως άσχετων με τη ρίζα ὀπ- (βλέπω) και ο συσχετισμός τους με το λατινικό optare γίνεται μόνο στο LSJ, το οποίο ειδικά σε ζητήματα ετυμολογίας είναι πλέον τελείως απαρχαιωμένο και αναξιόπιστο. Κακώς το ακολοθούν οι Mallory-Adams. Τα σύγχρονα ετυμολογικά λεξικά (Chantraine, Frisk, Beekes) δεν έχουν καν λήμμα “ἐπιόψομαι” (τους σχετικούς τύπους τους εντάσσουν στο ὄπωπα) και το λεξικό Montanari που έχει σχετικό λήμμα θεωρεί τους τύπους σχετικούς με το ρήμα “ἐφοράω” και δίνει γι’ αυτούς τη σημασία “παρατηρώ, επιθεωρώ” και στη συνέχεια “επιλέγω”. Ούτε το ετυμολογικό λεξικό της λατινικής του de Vaan στο λήμμα opto αναφέρει κάποιο αρχαιοελληνικό παράλληλο.

    Επίσης οι λέξεις “ἕψω” και “ὄψον” είναι αρκετά προβληματικές ως προς την ετυμολογία τους και είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να τις συσχετίσει κανείς από τη στιγμή που διαφέρουν στο πνεύμα.

    Τέλος, μια παρατήρηση για το “ὄψον” το οποίο δεν ήταν πάντα κάτι λαχταριστό. Για τους παλιότερους μέχρι και αρκετά πρόσφατα το βασικό στοιχείο της διατροφής τους ήταν το ψωμί κι ό,τι τρωγόταν επιπλέον ήταν προσφάγι για να πάει το ψωμί κάτω. Το “ὄψον” ήταν αυτό το προσφάγι, το συμπλήρωμα. Για τους περισσότερους αρχαίους Έλληνες το πιο πρόχειρο ὄψον-προσφάγι ήταν το κρεμμύδι, και στη συνέχεια το τυρί, οι ελιές, τα λαχανικά, κάποια σούπα οσπρίων κλπ. Οι πλουσιότεροι μπορούσαν να έχουν και ψητό κρέας ή ψάρι, κι έτσι κατέληξε η λέξη να δηλώνει το πολυτελές έδεσμα, δεν ήταν όμως αυτή η αρχική της σημασία.

    • Ευχαριστώ για τις πληροφορίες Σωτήρη.

      Στο επιόψομαι απλώς παρουσίασα τι γράφουν οι Mallory-Adams.
      Δεν πιστεύω πάντως πως οι Mallory-Adams ακολουθούν το LSJ (μάλλον βασίστηκαν σε άλλη πηγή που έτυχε να παραθέτει την ίδια άποψη με το LSJ) αν και τους έχω πιάσει και εγώ σε άλλα θέματα να δίνουν «διπλές» ετυμολογήσεις στον ίδιο όρο. Δηλαδή στην σλδ α ο όρος παρουσιάζεται ως απόγονος της ρίζας Α και στην σλδ β ο ίδιος πάντα όρος ως απόγονος της διαφορετικής ρίζας Β.

      • Σωτήρης#

        Σμερδαλέε, μάλλον έχεις δίκιο για τους Mallory-Adams. Λογικά θα πρέπει να ακολουθούν το Indogermanisches Etymologisches Wörterbuch του Julius Pokorny, που, απ’ ό,τι βλέπω, κάνει τον ίδιο συσχετισμό, και το οποίο στην εποχή του ήταν ένα λαμπρό έργο, αλλά αναπόφευκτα πλέον σε αρκετά σημεία ξεπερασμένο. Αν οι Mallory-Adams ακολουθούν συστηματικά τον Pokorny (δεν το ξέρω), τότε τα στοιχεία που παραθέτουν θα χρειάζονται στις λεπτομέρειές τους έλεγχο με βάση τη νεότερη βιβλιογραφία, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι μειώνεται η αξία του έργου τους.

        Ο ίδιος, ωστόσο, εμπιστεύομαι περισσότερο τα λεξικά της σειράς Leiden Indo-European Etymological Dictionary Series, στην οποία από το 2007 έχουν αρχίσει να δημοσιεύονται ετυμολογικά λεξικά για επιμέρους ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (χετιτική, αρχαία ελληνική, λατινική, αρμενική, πρωτο-κελτική, πρωτο-γερμανική, κλπ.) με απώτερο στόχο, μετά την ολοκλήρωση των επιμέρους λεξικών, να δημιουργηθεί ένα ινδοευρωπαϊκό ετυμολογικό λεξικό που θα αντικαταστήσει το έργο του Pokorny. Δεν είμαι βέβαια σε θέση να ελέγξω την αξία όλων των λεξικών, αλλά αυτά για την αρχαία ελληνική και την λατινική που χρησιμοποιώ είναι εξαιρετικά.

      • Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το έργο του Pokorny είναι εδώ και 20 χρόνια απαρχαιωμένο και -πλέον μπορούμε να πούμε- γεμάτο λάθη. Εννοείται πως η πιο πρόσφατη σειρά της Leiden θα είναι πολύ καλύτερη. Ειδικά το ελληνικό λεξικό το έγραψε ο Beekes, πιστεύω είναι κόσμημα (γι΄αυτό και πανάκριβο 🙂 ), αν και πρέπει να πω πως έχω παρατηρήσει πως ο Beekes έχει μια τάση να βγάζει «απονητί» ως «προελληνικούς μη ΙΕ» πολλούς ελληνικούς όρους, για τους οποίους υπάρχουν πειστικότατες ΙΕ ετυμολογίες μόνο και μόνο επειδή στη θέση του αναμενόμενου /k/ λ.χ. υπάρχει ηχηρό /g/.

        Το μόνο βιβλίο της σειράς Leiden για το οποίο «κρατάω πισινή» είναι το λεξικό της πρωτο-Αλβανικής που ετοιμάζει ο «ολίγον χοντζικός» (ο νοών νοείτο) Demiraj, για τον οποίο ο Forston έγραψε με τρόπο πως είναι λίγο «σπαρτιάτης» (“spartan” = «χοντροκομμένος, μη εκλεπτυσμένος») στην φωνολογική εξέλιξη τη Αλβανικής. Να σημειωθεί ότι επειδή και οι Mallory-Adams χρησιμοποιούν τον Demiraj 1993 ως πηγή για τις αλβανικές ετυμολογίες, έχουν υιοθετήσει και αυτοί τα λάθη του στα βιβλία τους. Ίσως ο Joachim Matzinger θα ήταν καλύτερη επιλογή, αλλά μάλλον δεν είχε ακόμα ανατείλει το άστρο του όταν οι υπέυθυνοι της σειράς έψαχναν αλβανιστή.

        Υποθέτω, όμως ότι θα είναι και αυτό καλό βιβλίο, γιατί έβαλαν τον Michiel De Vaan ως δεύτερο συγγραφέα του αλβανικού τόμου, μάλλον σε ρόλο «χωροφύλακα».

      • Να σημειώσω εδώ για όποιον ενδιαφέρεται ότι έχει εκδοθεί το βιβλίο του Beekes για την προελληνική γλώσσα (ή γλώσσες) σε προσιτή τιμή.

        Την επιμέλεια του βιβλίου την έκανε άλλος, βασισμένος στα «χειρόγραφα» του Beekes, λόγω προβλημάτων υγιείας του τελευταίου.

  2. Επισκεπτης...

    Σμερδα, το “οφτον” που λενε στην Κυπρο και σημερα σχετιζεται με το ὄψον; Οφτον λενε το ψητο κρεας, κλειστο στο φουρνο, αλλα και γενικα ψητα μεσα στη θρακα.

    • Μάλλον σχετίζεται με το συγγενικό του όψου ρήμα οπτάω = ψήνω (που αναφέρω στην ανάρτηση), γιατί η εξέλιξη πτ>φτ είναι κανονική στην μεσαιωνική ελληνική (λ.χ. πτέρυξ/πτέρυγα > φτερούγα).

      Ίσως παράλληλος σχηματισμός χωρίς το (i) του Caland *h1op-t-om > ὄπτον αντί για *h1op-t-iom > optyon > optson > ὄψον

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s