Παρατηρήσεις στα βιβλία 9-10-11 της Αλεξιάδας #Γ3: Η Πρώτη Σταυροφορία

Η προηγούμενη ανάρτηση της σειράς τελείωσε με την περιγραφή των διαπεραιώσεων της Αδριατικής που έκαναν ορισμένοι ηγέτες των Σταυροφόρων. Η Κομνηνή στη συνέχεια περιγράφει την άφιξη του «Γοντεφρέ» (Godfrey, Γοδεφρείδος) στην Κωνσταντινούπολη με 10.000 ιππείς και 70.000 πεζούς. Ο Αλέξιος του συνέστησε να διαβεί την Προποντίδα, αλλά ο Γοδεφρείδος προτίμησε να μείνει στην Κωνσταντινούπολη περιμένοντας τον Βοημούνδο και τους άλλους ηγέτες. Η Κομνηνή ξαναβρίσκει την ευκαιρία να μας πληροφορήσει ότι ο «Bαϊμούντος» (Bohemond/Βοημούνδος) και οι ομόφρονές του χρησιμοποίησαν την σταυροφορία ως αφορμή για να έρθουν στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας σαν αληθινό στόχο να εκδικηθούν τον Αλέξιο που τους είχε νικήσει στη Λάρισα (η Κομνηνή ονομάζει «λαμπρή» την νίκη που ο Αλέξιος κατάφερε με τα χίλια ζόρια και με δόλο στην Λάρισα, μετά από 4 συνεχόμενες ήττες που είχε υποστεί από τον Βοημούνδο) και, φυσικά, την κατάκτηση της βασιλεύουσας.

[10.9.1]  Ἀλλὰ καὶ ὁ κόμης Γοντοφρὲ τῷ τότε καιροῦ διαπεράσας μεθ’ ἑτέρων κομήτων καὶ στρατεύματος ἱππέων μὲν χιλιάδων δέκα, πεζῶν δὲ χιλιάδων ἑβδομήκοντα, καὶ καταλαβὼν τὴν μεγαλόπολιν περὶ τὰ μέρη τῆς Προποντίδος κατατίθησιν αὐτοῦ τὸ στράτευμα, διῆκον ἀπὸ τῆς ἔγγιστα τοῦ Κοσμιδίου διακειμένης γεφύρας μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου Φωκᾶ. Παρακελευομένου δὲ αὐτῷ τοῦ βασιλέως τὸν τῆς Προποντίδος διαπερᾶσαι πορθμὸν ἡμέραν ἐξ ἡμέρας ὑπερτιθέμενος καὶ αἰτίαν αἰτίᾳ συνείρων ἀνεβάλλετο. Τὸ δὲ πᾶν, τὴν τοῦ Βαϊμούντου καὶ τῶν λοιπῶν κομήτων ἀνέ μενεν ἄφιξιν. Καὶ γὰρ ὁ μὲν Πέτρος ἐξ αὐτῆς ἀρχῆς εἰς προσκύνησιν τοῦ ἁγίου τάφου τὴν τοσαύτην ὁδοιπορίαν ἀνεδέξατο, οἱ δέ γε λοιποὶ κόμητες καὶ τούτων μᾶλλον ὁ Βαϊμοῦντος παλαιὰν μῆνιν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος τρέφοντες καὶ εὐκαιρίαν ζητοῦντες ἀντίποινα τούτῳ παρασχεῖν τῆς λαμπρᾶς ἐκείνης νίκης, ἣν ἤρατο κατ’ αὐτοῦ, ὁπότε κατὰ τὴν Λάρισσαν τὸν μετ’ αὐτοῦ συνῆψε πόλεμον, ὁμογνωμονήσαντες καὶ αὐτὴν τὴν μεγαλόπολιν κατασχεῖν ὀνειρώττοντες εἰς τὴν αὐτὴν ἐληλύθεισαν γνώμην (καὶ τού του πολλάκις ἐμνημονεύσαμεν ἄνωθεν), τῷ μὲν φαινομένῳ τὴν πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα ὁδοιπορίαν ποιούμενοι, τῇ δ’ ἀληθείᾳ τὸν αὐτοκράτορα τῆς ἀρχῆς παραλῦσαι καὶ τὴν μεγαλόπολιν κατασχεῖν ἐθέλοντες.

Ο Αλέξιος διέταξε «τις δυνάμεις των ἐθνικῶν και τους ηγεμόνες τους» (ξένοι, αλλόθρησκοι μισθοφόροι, ως επί το πλείστον Τούρκοι) να έρθουν πιο κοντά στην Κωνσταντινούπολη και να παρατηρούν τις επικοινωνίες των σταυροφόρων που είχαν συγκεντρωθεί έξω από τη βασιλεύουσα με τους ομολόγους τους που ήταν ακόμα καθ΄οδόν.

[10.9.2] Ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς τὸ πανοῦργον αὐτῶν πάλαι γινώσκων τὰς τῶν ἐθνικῶν δυνάμεις σὺν αὐτοῖς ἡγεμόσι διὰ γραφῶν παρεκελεύσατο ἀπὸ τοῦ Ἀθύρα μέχρις αὐτοῦ Φιλέα ἰλαδὸν καταστῆναι (τόπος δὲ παράλιος οὗτος τοῦ Πόντου) καὶ ἐφεδρεύειν, εἴ πού τις τοῦ Γοντοφρὲ πρὸς τὸν Βαϊμοῦντον καὶ τοὺς ὄπισθεν ἐρχομένους κόμητας ἀποστέλλοιτο ἢ ἐξ ἐκείνων αὖθις πρὸς αὐτόν, <καὶ> ἀπείργειν αὐτῶν τὴν δίοδον.

Στη συνέχεια συνέβη ένα περίεργο γεγονός. Χωρίς να εξηγεί πολύ καλά πως ξεκίνησε, η Κομνηνή περιγράφει μια μάχη μεταξύ των σταυροφόρων (που στην ουσία πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη) και των Ρωμαίων που βρίσκονταν στις επάλξεις της βασιλεύουσας. Αν και η Κομνηνή -μάλλον συνειδητά αλλάζοντας την ημερομηνία- γράφει πως η μάχη έγινε την Μεγάλη Πέμπτη (2 Απριλιου 1097) και πως την ξεκίνησαν οι «Λατίνοι» που δεν σέβονται ούτε ιερά ούτε όσια, το γεγονός δεν ήταν τελείως επινοημένο, γιατί και ο Αλβέρτος του Aachen περιγράφει μία αψιμαχία που έγινε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά η ημερομηνία που δίνει είναι 13 Ιανουαρίου 1097.

Ο σκοπός της Κομνηνής εδώ είναι να παρουσιάσει τους Ρωμαίους -και ειδικότερα τον Αλέξιο- ως «καλύτερους Χριστιανούς» σε σχέση με τους «δυσσεβείς Λατίνους». Σε πολλά σημεία της περιγραφής επαναλαμβάνεται η εντολή του Αλεξίου προς τους στρατιώτες του να ανασχέσουν τους Λατίνους χωρίς να τους σκοτώσουν, ώστε να αποφευχθεί ο «εμφύλιος» φόνος ανήμερα της Μεγάλης Πέμπτης. Εδώ η παγκόσμια Χριστιανική κοινότητα εννοείται ως μία «φυλή», κάτι που κάνει τον πόλεμο μεταξύ Χριστιανών «εμφύλιο». Όπως είχα γράψει σε παλαιότερη ανάρτηση της σειράς, η πρώτη φορά που η Κομνηνή παρουσιάζει τον Αλέξιο να επιθυμεί την αποφυγή του «εμφυλίου» πολέμου, είναι όταν αντιμετωπίζει τον «βάρβαρο» (= μη ΡωμαίοΔαλματό (= Σέρβο) Βολκάνο.

[9.10.1γ] Δέχεται τοίνυν τὸν βάρβαρον ἀσμένως ὁ αὐτοκράτωρ ἀκηδιῶν οἷον καὶ ἀποστρεφόμενος τὴν ἐμφύλιον μάχην· κἂν γὰρ Δαλμάται ἦσαν, ἀλλ’ ὅμως Χριστιανοί.

Το παραπάνω χωρίο μας δείχνει πως ο όρος «εμφύλιος πόλεμος» σε αυτές τις καταστάσεις πρέπει να κατανοηθεί ως «πόλεμος ομόπιστων» και όχι φυσικά ως «πόλεμος ομόφυλων/ομοεθνών». Ο Βολκάνος ήταν Χριστιανός, αλλά παρέμενε βάρβαρος (= μη Ρωμαίος) που κατοικούσε στην Δαλματία, έξω από την «ημεδαπή Ρωμαϊκή χώρα».

[9.4.2] Ταῦτα ὁ βασιλεὺς μεμαθηκὼς οὐκέτ’ ἀνεκτῶς εἶχεν, ἀλλ’ ἀποχρώσας δυνάμεις συναγηοχὼς κατὰ τῶν Σέρβων κατευθὺ τοῦ Λιπενίου ἤλαυνε (τοῦτο δὲ πολίχνιόν τι μικρὸν περὶ τοὺς πρόποδας τοῦ Ζυγοῦ τοῦ διαιροῦντος τὴν Δαλματίαν ἀπὸ τῆς ἡμεδαπῆς χώρας) […] πολίχνιον δὲ τοῦτο ἄνωθεν τοῦ ἤδη ῥηθέντος Ζυγοῦ διακείμενον ἐν μεσαιχμίῳ τῶν τε ῥωμαϊκῶν ὁρίων καὶ τῆς Δαλματίας.

Σύμφωνα με τον Κομνηνή, ο Αλέξιος κάλεσε τον Γοδεφρείδο και τους άλλους Κόμητες στο παλάτι, για να πάρουν τον «συνήθη των Λατίνων όρκο», αλλά επειδή «οι Λατίνοι είναι μακρολογούντες φαφλατάδες», πέρασε πολλή ώρα και τα σταυροφορικά στρατεύματα νόμισαν πως ο Αλέξιος είχε συλλάβει τους ηγέτες τους, με αποτέλεσμα να επιτεθούν στα τείχη της βασιλεύουσας. Η όλη διήγηση της Κομνηνής δεν στέκει, γιατί η μάχη θα διαρκέσει πολλές ώρες, ενώ οι κόμητες θα μπορούσαν πολύ απλά να βγουν στα τείχη και να καθησυχάσουν τα στρατεύματά τους ότι όλα βαίνουν καλώς. Επομένως, η πραγματική αιτία αυτής της μάχης είναι άγνωστη και, όπως έγραψα και πιο πάνω, είναι πρακτικά βέβαιο ότι δεν έγινε ανήμερα της Μεγάλης Πέμπτης, όπως ισχυρίζεται η Κομνηνή.

[10.9.3] Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ γίνεταί τι τοιοῦτον. Μεταπεμψαμένου γὰρ τοῦ βασιλέως τινὰς τῶν μετὰ τοῦ Γοντοφρὲ κομήτων ἐφ’ ᾧ τούτοις συμ βουλεύσασθαι ὑποθέσθαι αὐτῷ πληρῶσαι τὸν ὅρκον, τριβομένου τε τοῦ καιροῦ διὰ τὸ φύσει λάλον τε καὶ μακρηγορώτατον τῶν Λατίνων ψευδὴς διέδραμεν εἰς αὐτοὺς φήμη κατασχεθῆναι τοὺς κόμητας παρὰ τοῦ βασιλέως. Εὐθὺς οὖν πυκιναὶ κατὰ τῆς Βυζαντίδος κεκίνηντο φάλαγγες καὶ παραχρῆμα τὰ κατὰ τὴν Ἀργυρᾶν καλουμένην Λίμνην δια κείμενα παλάτια παντελῶς ἐξηρίπωσαν, ἅμα δὲ καὶ τῶν τειχῶν τῆς Βυζαντίδος ἀπεπειρῶντο κἂν μὴ δι’ ἑλεπόλεων, οὐ γὰρ παρῆσαν, ἀλλὰ τῷ ἑαυτῶν πλήθει θαρροῦντες τοσοῦτον κατηναιδεύσαντο ὡς καὶ πῦρ τολμῆσαι ἐπαφεῖ ναι κατὰ τῆς κάτωθεν τῶν ἀνακτόρων πύλης, ἀγχοῦ τοῦ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἐν ἱεράρχαις μεγίστου Νικολάου πάλαι παρά του τῶν βασιλέων ἀνοικοδομηθέντος τεμένους.

Στην συνέχεια η Κομνηνή περιγράφει την διαφορετική συμπεριφορά που επέδειξαν τρεις κατηγορίες Βυζαντίων: Ο «συρφετώδης όχλος» των «ανάλκιδων και απειροπόλεμων Βυζαντίων» (δηλαδή οι απλοί κάτοικοι της Πόλης), άρχισαν να στερνοχτυπιούνται πανικοβλημένοι όταν είδαν τους Λατίνους, παραμένοντας άπρακτοι λόγω του φόβου τους. Αυτοί που είχαν βοηθήσει τον Κομνηνό στην πραξικοπηματική κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως «εκείνη την Πέμπτη», πίστευαν ότι έγινε άλωση της Πόλης και ότι τώρα πλήρωναν τις αμαρτίες που είχαν κάνει εκείνη την ημέρα. Όσοι από αυτούς ήταν της «στρατιωτικῆς [τέχνης] εἰδήμονες» έτρεξαν ασυντάκτως στον Αλέξιο. Ο τελευταίος, όχι μόνο δεν πανικοβλήθηκε και δεν φόρεσε καν τον στρατιωτικό εξοπλισμό του (φολιδωτός θώρακας ~ «ζάβα», «σάκος» = ασπίδα, έγχος = δόρυ και ξίφος), αλλά «μεθ’ἱλαροῦ βλέμματος» παρότρυνε τους πάντες να επιδείξουν θάρρος και ψυχραιμία και κάλεσε τους συγγενείς και τους ηγεμόνες του στρατού σε συμβούλιο.

[10.9.4] Οὐ μόνον δὲ ὁπόσοι τοῦ συρφετώδους ὄχλου τῶν Βυζαντίων καὶ ἀνάλκιδες πάντη καὶ ἀπειροπόλεμοι τὰς τῶν Λατίνων φάλαγγας θεασάμενοι ἔστενον ᾤμωζον ἐστερνοτύπουν μὴ ἔχοντες ὑπὸ φόβου ὅ τι καὶ δράσαιεν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ὁπόσοι εὖνοι περὶ τὸν αὐτοκράτορα, τὴν Πέμπτην ἐκείνην φανταζόμενοι καθ’ ἣν ἡ τῆς πόλεως γέγονεν ἅλωσις, καὶ δεδιότες διὰ τοῦτο τὴν ἐνισταμένην ἡμέραν, μή τις ἔκτισις τῶν τότε γεγενημένων συμβαίη. Πάντες δὲ ὅσοι στρατιωτικῆς εἰδήμονες ἦσαν ἀσυντάκτως πρὸς τὰ βασίλεια συνέρρεον. Ὁ δὲ βασιλεὺς ὡπλίσατο μὲν οὐδαμῶς οὐδὲ φολιδωτὸν περιεβάλετο θώρακα οὐδὲ σάκος οὐδ’ ἔγχος ἐνηγκαλίσατο οὐδὲ ξίφος περιεζώσατο, ἀλλ’ ἑδραίως ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ ἐσταλμένος καθῆστο θρόνου καὶ μεθ’ ἱλαροῦ βλέμματος πάντας θαρρύνων καὶ θάρσος ἐνιεὶς ταῖς σφῶν ψυχαῖς καὶ τοῖς συγγενέσι δὲ καὶ ἡγεμόσι τοῦ στρατοῦ περὶ τῶν μελλόντων συμβουλευόμενος.

Ο Αλέξιος ήθελε να μην επιτεθούν στους Λατίνους για δύο λόγους: ο ένας ήταν επειδή ήταν «σεβάσμια ημέρα» (Μεγάλη Πέμπτη) και ο άλλος ήταν επειδή ήθελε να αποφύγει τον «ἐμφύλιον φόνον». Έστειλε πολλές φορές μηνύματα στους Λατινους ζητώντας τους να σεβαστούν («αίδέσθητε!») την ημέρα «που ο Θεός μας (Ιησούς Χριστούς) θυσιάστηκε στο Σταυρό για όλους εμάς» και αν ήθελαν τόσο πολύ μάχη ας περίμεναν μέχρι την ημέρα μετά την Ανάσταση. Φυσικά, οι «δυσσεβείς Λατίνοι» όχι μόνο δεν άκουσαν τον Αλέξιο, αλλά κατεπύκνωσαν ακόμα περισσότερο τις φάλαγγές τους και αύξησαν την συχνότητα των βολών τους. Κάποια βολή κτύπησε έναν που στεκόταν δίπλα στον Αλέξιο και, ενώ οι άλλοι έφυγαν πανικοβλημένοι, ο τελευταίος παρέμεινε στη θέση του ατρεμής προκαλώντας «θάμβος» στους υπόλοιπους. Όταν είδε ότι οι Λατίνοι πλησίαζαν αναίσχυντοι στα τείχη, κάλεσε τον γαμπρό του Νικηφόρο Βρυέννιο («τον καίσαρά μου» γράφει η Κομνηνή) και του ζήτησε να μαζέψει «ἄνδρας πολεμικότατους και τοξείας εἰδήμονας» στα τείχη, για να τοξοβολήσουν κατά των Λατίνων, ζητώντας τους όμως εσκεμμένα ν΄ αστοχούν («μὴ κατὰ σκοποῦ δὲ, ἀλλὰ διαμαρτάνειν τὰ πλείω»), ώστε να μην σκοτωθεί κανένας («ἀναιρεῖν δὲ μηδαμῶς») γιατί σεβόταν «τὸ τῆς ἡμέρας σεβάσμιον» και «τὸν ἐμφύλιον φόνον οὐκ ἤθελεν».

[10.9.5] Τὰ μὲν οὖν πρῶτα οὐδ’ ὁντιναοῦν κατὰ τῶν Λατίνων τοῦ τείχους ἐξενεγκεῖν προτεθύμητο, τὸ μὲν διὰ τὴν ἐνισταμένην ἐκείνην σεβασμίαν τῶν ἡμερῶν (Πέμπτην γὰρ ἦν τῆς μεγίστης καὶ ἁγίας τῶν ἑβδομάδων, ἐν ᾗ ὁ Σωτὴρ τὸν ἐπονείδιστον ὑπὲρ ἁπάν των ὑπέστη θάνατον), τὸ δὲ καὶ τὸν ἐμφύλιον παρεκκλίνων φόνον. Πολλάκις οὖν μεταπεμψάμενος συνεβούλευε τοῦ τοιούτου ἀπέχεσθαι ἔργου· «Αἰδέσθητε» λέγων «τὸν ὑπὲρ πάντων ἡμῶν τὴν σήμερον σφαγέντα Θεὸν μηδὲ σταυρὸν καὶ ἥλους καὶ λόγχην τὰ κακούργοις προσήκοντα τῆς ἡμῶν ἕνεκα παραιτησάμενον σωτηρίας. Εἰ δὲ μάχης ὑμῖν ἔφεσίς ἐστι, μετὰ τὴν ἀναστάσιμον τοῦ Σωτῆρος ἡμέραν καὶ ἡμεῖς ἕτοιμοι παρεσόμεθα.»

[10.9.6] Οἱ δὲ οὐ μόνον οὐχ ὑπείκοντο, ἀλλὰ καὶ κατεπύκνουν μᾶλλον τὰς φάλαγγας συχνὰς τὰς βολὰς πέμποντες, ὡς καί τινα τῶν ἀγχοῦ τοῦ βασιλικοῦ θρόνου ἱσταμένων κατὰ τὸ στέρνον πλῆξαι. Ὅπερ οἱ πλείονες τῶν ἐφ’ ἑκάτερα παρισταμένων τοῦ βασιλέως θεασάμενοι ἀνεχώρουν· δὲ ἀτρέμας ἐκάθητο ἀνακτώμενος τούτους καὶ πρᾴως πως νεμεσῶν· ὃ καὶ θάμβος πᾶσι παρεῖχεν. Ἐπεὶ δ’ ἀναισχύντως τοὺς Λατίνους τοῖς τείχεσι πελάζοντας ἑώρα καὶ τὸ συμφέρον βουλευομένῳ μὴ ὑπείκοντας, τὰ μὲν πρῶτα μεταπεμψάμενος τὸν γαμβρὸν αὐτοῦ Νικηφόρον τὸν ἐμὸν Καίσαρα παρεκελεύσατο ἄνδρας πολεμικωτάτους ἀναλαβόμενον καὶ τοξείας εἰδήμονας τοῦ τείχους ἄνωθεν καταστῆσαι παρεγγυησάμενος συχνοὺς μὲν ὀϊστοὺς κατὰ τῶν Λατίνων πέμπειν, μὴ κατὰ σκοποῦ δέ, ἀλλὰ διαμαρτάνειν τὰ πλείω, ὡς μόνον ἐκφοβεῖν τῇ πυκνότητι τῶν βελῶν, ἀναιρεῖν δὲ μηδαμῶς. Ἐδεδίει γάρ, ὡς ἄνωθεν εἴρηται, τὸ τῆς ἡμέρας σεβάσμιον καὶ τὸν ἐμφύλιον φόνον οὐκ ἤθελεν.

Η επόμενη διαταγή του Αλεξίου ήταν ορισμένοι «έκκριτοι» (επίλεκτοι, εμπειροπόλεμοι) να βγούνε από την πύλη του Αγίου Ρωμανού και να σχηματίσουν μία παράταξη πελταστών (ασπιδοφόρων), η οποία θα προστάτευε «ολίγους δὲ τινας τῆς τοξείας εἰδήμονας», οι οποίοι έπρεπε να εκπέμψουν «ὀϊστούς» (= «βέλη», *h1ois-tos, από την ίδια ρίζα με το μηδενόβαθμο *h1is-u- > *h1isw-os > ἰός = «βέλος») κατά των Κελτών, σημαδεύοντας όμως τους ίππους και όχι τους εποχούμενους. Η κίνηση αυτή θα διέκοπτε την ορμή με την οποία οι «Κελτοί» ίππαζαν «κατὰ τῶν Ῥωμαίων», χωρίς όμως να προκληθεί θάνατος Χριστιανών (ἵνα μὴ Χριστιανοὶ κτείνωνται»). Εκείνη την ημέρα, σύμφωνα με την Κομνηνή, σκοτώθηκαν πολλοί ίπποι και από τους εποχούμενους λίγοι απλώς τραυματίστηκαν.

[10.9.7] Ἑτέρους δὲ τῶν ἐκκρίτων [ἡγεμόνων] τοὺς πλείους μὲν τόξα φέροντας, τοὺς δὲ ἔγχεα μακρὰ ἐναγκαλισαμένους τὴν κατὰ τὸν ἅγιον Ῥωμανὸν πύλην ἀναπετάσαντας σφοδρὰν ἐνδείξασθαι κατ’ αὐτῶν τὴν ὁρμὴν ἐκέλευε τοιαύτην καταστησαμένους τὴν παράταξιν, … ἕκαστον τῶν τὰ δόρατα φερόντων ἐξ ἑκατέρου μέρους ὑπὸ δύο φυλάττεσθαι πελταστῶν. Οὕτω δὲ ἑαυτοὺς καταστήσαντας αὐτοὺς μὲν βραδεῖ ποδὶ στείχειν, ὀλίγους δέ τινας τῆς τοξείας εἰδήμονας κατὰ τῶν Κελτῶν προεκπέμπειν πόρρωθεν μὲν τοὺς ὀϊστοὺς βάλλοντας καὶ ἐφ’ ἑκάτερα πυκνὰ περιστρεφομένους, ἐπὰν δὲ τὸ μεσαίχμιον ἀποστενωθὲν θεάσοιντο, τηνικαῦτα τοῖς συνεφεπομένοις αὐτοῖς τοξόταις παρακελευσαμένους πυκνοὺς ἐκπέμψαι τοὺς ὀϊστοὺς κατὰ τῶν ἵππων, οὐ τῶν ἐποχουμένων, ὅλας ἡνίας κατὰ τῶν Λατίνων λῦσαι, τὸ μὲν ἵνα τῶν ἵππων πληττομένων ἀποπαύηται τὸ πολὺ τῆς ὁρμῆς τῶν Κελτῶν καὶ μὴ ῥᾳδίως κατὰ τῶν Ῥωμαίων ἱππάζωνται, τὸ δέ τι, ὃ καὶ μᾶλλον, ἵνα μὴ χριστιανοὶ κτείνωνται. Ἐκθύμως τοίνυν τὸ βασιλι κὸν ἀπεπλήρουν πρόσταγμα καὶ τὰς πύλας ἀναπετάσαντες καὶ ποτὲ μὲν τοὺς ῥυτῆρας κατ’ αὐτῶν ἐνδιδόντες, ποτὲ δὲ τοὺς ἵππους ἀνασειράζοντες κτείνουσι μὲν πολλούς, ὀλίγοι δ’ ἐξ αὐτῶν κατὰ ταυτηνὶ τὴν ἡμέραν ἐτρώθησαν.

Στη συνέχεια περιγράφονται οι ηρωικές πράξεις του Καίσαρα Νικηφόρου Βρυέννιου που διοικώντας μια ομάδα «τῆς τοξείας εἰδημόνων» τοξοβολούσε κατά των βαρβάρων. Οι έμπειροι τοξότες ήταν νεανίες που διέθεταν την τοξική εμπειρία του ομηρικού Τεύκρου, ενώ το τόξο του Καίσαρα ήταν ολόιδιο με αυτό του «ἑκατηβόλου/ἑκηβόλου/ἑκατηβελέτη» Απόλλωνα. Ο Καίσαρας δεν τοξοβολούσε «όπως εκείνοι οι Ομηρικοί Έλληνες» που έφερναν την νευρή στο στήθος, αλλά «ως άλλος Ηρακλής» [έφερνε την νευρή μέχρι το αφτί] και όταν το επιθυμούσε πετύχαινε ό,τι ήθελε, αλλά εκείνη την ημέρα δεν είχε σκοπό να επιδείξει την τοξοτική του δεξιοτεχνία (στην οποία δεν τον έφταναν ούτε ο Τεύκρος και οι δύο Αίαντες, αν και πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο ο Αίας ο «Μικρός//Λοκρός» ήταν τοξότης) μιας και σεβόταν «τὸ τῆς ἡμέρας αἰδέσιμον καὶ τὴν τοῦ αύτοκράτορος παραγγελίαν» για άστοχες βολές κατά των Λατίνων. Ο Βρυέννιος πετύχαινε «ψαχνό» μόνον όταν κανένας «ἰταμός», «ἀναίσχυντος» και “κοπρόλαλος” (επιτρέψτε μου τον νευροψυχιατρικό όρο μιας και η Κομνηνή γράφει «πολλὰ φωνῶν ὑβρίζειν» και αυτή η συμπτωματολογία υπάρχει στην Κοπρολαλία) Λατίνος απειλούσε τις ζωές των αμυντόρων και μόλις τον χτυπούσε το βέλος, έπεφτε κάτω «εὐθὺς ἄφωνος». Τελικά ενεπλάκη και ο αυτοκράτορας στην μάχη με τους σωματοφύλακές του τρέποντας σε φυγή τις φάλαγγες των Λατίνων.

Στην ταινία “Deuce Bigalow: Male Gigolo” ο Rob Schneider πρέπει να βγάλει σε ραντεβού την Amy Poehler που υποδύεται την πάσχουσα από σύνδρομο Tourette, στο οποίο η κοπρολαλία είναι ένα από τα «τικ». Τελικά την πάει στην κερκίδα ενός αγώνα μπέιζμπολ, όπου η «κοπρολαλία» της εκλαμβάνεται ως φυσιολογικότατη. 🙂

Συμπλήρωμα: Ο φίλος Simplizissimus, με τις πάντοτε εύστοχες παρατηρήσεις του, μου έστειλε τα παρακάτω:

Επιπλέον: Εκεί που διηγείται η Κομνηνή για τον Νικηφόρο Βρυέννιο πώς τόξευε, λέει ότι δεν τραβούσε όπως οι ομηρικοί Έλληνες τη χορδή (νευρή) μέχρι το στήθος, αλλά μέχρι το αφτί. Δεν το λέει ρητά, αφήνει να εννοήσει ο αναγνώστης της που έχει διαβάσει Προκόπιο –ή ο σύγχρονος αναγνώστης που έχει στο προσκεφάλι του τον Λούτβακ!. Το τόξο του ήταν «σιδερένιο»!!! (τι μπορεί να σημαίνει αυτό;) και σημάδευε σαν τον Ηρακλή, και όποτε ήθελε, έστελνε το βέλος εκεί ακριβώς που σκόπευε (ει μόνον θελήσειε = μονάχα να το ήθελε και γινόταν). Στους «άλλους καιρούς» αυτό συνέβαινε κανονικά. Αλλά τώρα, επειδή είχε δώσει ο αυτοκράτορας διαταγή να αυτοσυγκρατούνται, και ήταν και χρονιάρα μέρα, Μεγάλη Πέμπτη, παρόλο που ο ίδιος (ο Βρυέννιος) ήταν πιο επιδέξιος τοξότης κι από τον Τεύκρο κι από τον Αίαντα (τον Λοκρό) –πρόσεξε εδώ τον πληθυντικό, τους Αίαντες, παρασύρεται από την ομηρική φόρμουλα σε δυικό αριθμό, τω Αίαντε [έχει γίνει μεγάλη συζήτηση από τους φιλολόγους για το ότι ο Όμηρος χρησιμοποιεί τον δυικό, αλλά εννοεί μόνο τον ένα, τον Αίαντα τον Μικρό –αλλά αυτό είναι θέμα για επόμενο νήμα ]–, έτεινε μεν το τόξο εναντίον αυτών που τους έβλεπε να πλησιάζουν τα τείχη ιταμώς και αλόγως, και τοποθετούσε το βέλος  στη χορδή, αλλά έβαλλε άστοχα επίτηδες (άστοχα θέλων έβαλλεν), όπου μεν είσω πέμπων, όπου δε και υπερπέμπων = άλλοτε στέλνοντας τη βολή πιο κοντά (είσω) άλλοτε πιο μακριά (υπέρ) απ’ το στόχο.

Ας περάσουμε στο κείμενο της Κομνηνής:

[10.9.8] Οὗτοι μὲν οὖν ἐρρέσθων· ὁ δ’ ἐμὸς δεσπότης ὁ Καῖσαρ ἀναλαβόμενος, ὡς εἴρηται, τοὺς τῆς τοξείας εἰδήμονας ἐπὶ τῶν πύργων ἵστατο τοῖς βαρβάροις ἐπιτοξαζόμενος. Καὶ πάντες μὲν εἶχον τόξα καὶ εὔστοχα καὶ εὐθύβολα· νεανίαι γὰρ ἧσαν σύμπαντες οὐχ ἥττους τοῦ ὁμηρικοῦ Τεύκρου εἰς τοξικὴν ἐμπειρίαν. Τὸ δὲ τόξον τοῦ Καίσαρος Ἀπόλλωνος ἦν ἄρα τόξον αὐτόχρημα· οὐδὲ γὰρ κατ’ ἐκείνους τοὺς ὁμηρικοὺς Ἕλληνας νευρὴν μὲν μαζῷ, τόξῳ δὲ σίδηρον ἦγέ τε καὶ ἐφήρμοττε κυνηγετῶν ἀρετὴν ἐνδεικνύμενος κατ’ ἐκείνους, ἀλλ’ ὥσπερ τις Ἡρακλῆς ἐξ ἀθανάτων τόξων θανασίμους ἀπέπεμπεν ὀϊστοὺς καὶ οὗπερ ἂν στοχάσαιτο κατευστοχῶν ἦν, εἰ μόνον θελήσειε. Καὶ γὰρ καὶ ἐν ἄλλοις καιροῖς, ὁπηνίκα καιρὸς ἀγῶνος καὶ μάχης παρῆν, ὅντινα καὶ σκοπὸν ἔθετο, εὐθὺς οὐκ ἄστοχον ἔβαλλε, καὶ ᾧ ἂν μέρει ἐπετοξάσατο, κατ’ ἐκείνου τοῦ μέρους εὐθὺς ἐτίτρωσκεν ἀεί. Οὕτως ἰσχυρὸν ἔτεινε τόξον ἐκεῖνος καὶ βέλος ἠφίει ὀξύτατον, κἀν τῇ τοξείᾳ δὲ καὶ ὑπὲρ τὸν Τεῦκρον αὐτὸν καὶ τοὺς Αἴαντας φαινόμενος. Ἀλλὰ καίπερ τοιοῦτος ὢν δεδιὼς τὸ τῆς αὐτῆς ἡμέρας αἰδέσιμον καὶ τὴν τοῦ αὐτοκράτορος παραγγελίαν ἐγκάρδιον ἔχων ἔτεινε μὲν τόξον ἰταμῶς τούτους καὶ ἀλόγως τοῖς τείχεσι πελάζοντας ὁρῶν καὶ ἀσπίσι καὶ κυνέῃ ἑαυτοὺς περιφράττοντας καὶ τὸ βέλος ἐτίθετο τῇ νευρᾷ, ἀλλ’ ὅμως ἄστοχα θέλων ἔβαλλεν, ὅπου μὲν εἴσω πέμπων, ὅπου δὲ καὶ ὑπερπέμπων.

[10.9.9] Κἂν δὲ διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἡμέραν ὑπεστέλλετο εὐστόχως κατὰ τῶν Λατίνων βαλεῖν, ἀλλ’ ἐπεὶ Λατῖνός τις ἰταμὸς καὶ ἀναίσχυντος οὐ μόνον κατὰ τῶν ἄνωθεν ἱσταμένων πυκνοὺς ἐξέπεμπεν ὀϊστούς, ἀλλὰ καὶ τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ πολλὰ φωνῶν ὑβρίζειν ἐδόκει, τείνει μὲν κατ’ αὐτοῦ ὁ Καῖσαρ τὸ τόξον· τοῦ δ’ οὐχ ἅλιον βέλος ἔκθορε χειρός, ἀλλὰ διέτρησε μὲν τὸν θυρεόν, τὸν δὲ φολιδωτὸν θώρακα σὺν αὐτῷ διελὼν τῷ βραχίονι τῇ πλευρᾷ τὸ βέλος περιέπειρεν. Ὁ δ’ εὐθὺς ἄφωνος ἔκειτο χαμᾶζε κατὰ τὸν ποιητήν, φωνὴ δ’ οὐρανὸν ἧκε τῶν μὲν ἐπαγαλλομένων τῷ Καίσαρι, τῶν δὲ ἐπὶ τῷ πεπτωκότι ἀπολοφυρομένων. Καρτερῶς οὖν αὖθις τῶν τε ἱππέων ἐκεῖθεν μαχομένων τῶν τε ἐν τοῖς τείχεσιν ἱσταμένων βαρὺς καὶ δεινὸς ἐξ ἀμφοτέρων ἀνερριπίζετο πόλεμος. Ἐπιβαλὼν δ’ αὖθις ὁ αὐτοκράτωρ τὰς ἰδίας δυνάμεις εἰς φυγὴν τὰς τῶν Λατίνων προὐτρέψατο φάλαγγας.

Στην συνέχεια η Κομνηνή παραθέτει έναν υποτιθέμενο διάλογο που είχαν μετά την μάχη ο «Οὖβος» (Hugh) και ο «Γοντεφρέ» (Γοδεφρείδος), στην οποία ο πρώτος ζήτησε από τον δεύτερο να ορκιστεί στον Αλέξιο αν δεν θέλει να διαπιστώσει για μία ακόμα φορά πόσο έμπειρος στα πολεμικά είναι. Υποτίθεται ότι ο «Οὖβος» είπε πως «δεν έπρεπε να είχαμε αφήσει τις χώρες μας για αυτές των αλλοτρίων». Τελικά ο Γοδεφρείδος ορκίστηκε στον Αλέξιο πως θα του παρέδιδε όποια πόλη και χώρα κατακτούσε που στο παρελθόν ανήκε στην Βασιλεία των Ρωμαίων.

[10.9.10] Τῇ δὲ μετ’ αὐτὴν ἀπελθὼν ὁ Οὖβος συνεβούλευε τῷ Γοντοφρὲ τῷ τοῦ βασιλέως ὑπεῖξαι θελήματι, εἰ μὴ καὶ δευτέραν βούλοιτο τῆς τούτου περὶ τὰ πολεμικὰ ἐμπειρίας πεῖραν λαβεῖν, καὶ ὀμωμοκέναι καθαρὰν πίστιν φυλάττειν αὐτῷ. Ὁ δὲ πολλὰ τοῦτον κατε μέμφετο λέγων· «Σὺ ὡς βασιλεὺς τῆς ἰδίας ἐξεληλυθὼς χώρας μετὰ τοσούτου πλούτου καὶ στρατεύματος νῦν ἐξ ὕψους τοσούτου εἰς δούλου τάξιν ἑαυτὸν συνήλασας· εἶτα ὡς μέγα τι κατωρθωκὼς κἀμοὶ τοιαῦτα συμβουλεύων ἥκεις;» Ὁ δέ· «Ἐχρῆν ἡμᾶς» ἔφη «ἐν ταῖς ἰδίαις προσμένειν χώραις καὶ τῶν ἀλλοτρίων ἀπέχεσθαι· ἐπεὶ δὲ μέχρις ὧδε κατήλθομεν τῆς τοῦ βασιλέως κηδεμονίας δεόμενοι, εἰ μὴ τοῖς αὐτοῦ πειθόμεθα λόγοις, οὐκ ἀγαθὰ ἡμῖν συμ βήσεται». Ὡς δὲ κενὸν τὸν Οὖβον ἐκεῖθεν ἐξέπεμψε, πληροφορηθεὶς ὁ βασιλεὺς καὶ τοὺς ὄπισθεν ἐρχομένους ἐγγίζειν ἤδη κόμητας, ἀποστείλας τῶν ἡγεμόνων ἐκκρίτους τινὰς μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς δυνάμεων ἐπέσκηψεν αὖθις συμβουλεύσασθαι αὐτῷ καὶ καταναγκάσαι διαπερᾶσαι. Τούτους οἱ Λατῖνοι θεασάμενοι καὶ μηδὲ μικρὸν ἀναμεί ναντες μήτε μὴν τὸ τί ἂν βούλοιντο ἐπερωτήσαντες πρὸς πολέμους καὶ μάχας ἐχώρουν. Πολέμου δὲ ἀναμεταξὺ συρραγέντος ἰσχυροῦ πίπτουσιν ἐξ ἑκατέρου μέρους ἱκανοί, τιτρώσκονται δὲ οἱ τοῦ αὐτοκράτορος, ὁπόσοι ἀναισχυντότερον αὐτῷ προσέβαλον. Ἐκθυμότερον δὲ τούτων μαχομένων τὰ νῶτα οἱ Λατῖνοι ὑπεῖχον.

[10.9.11] Καὶ οὕτως ὁ Γοντοφρὲ μετ’ οὐ πολὺ τῷ τοῦ βασιλέως ἐστοίχει θελήματι. Προσελθὼν οὖν τῷ βασιλεῖ ἐπωμόσατο ὅνπερ ἀπῃτεῖτο ὅρκον, ὥστε ὁπόσας πόλεις καὶ χώρας ἢ φρούρια φθάσει κατασχεῖν ὑπὸ τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων τὸ πρῶτον τελοῦντα, πρὸς τὸν ἐπ’ αὐτῷ τούτῳ παρὰ τοῦ βασιλέως ἀποστελλόμενον ἀρχηγὸν παραδιδόναι. Ταῦτ’ οὖν ἐπομοσάμενος χρήματά τε ἱκανὰ λαβὼν ὁμέστιός τε καὶ ὁμοτράπεζος αὐτῷ γεγονὼς καὶ δαψιλῶς εὐωχηθεὶς διαπεράσας κατὰ τὸν Πελεκάνον ηὐλίσατο. Ὁ δὲ βασιλεὺς τηνικαῦτα ἐπέσκηψε δαψιλεῖς πανηγύρεις ἐξάγειν αὐτοῖς.

Σε αυτήν την μάχη, η Κομνηνή κατάφερε να επιδείξει όλο το οπλοστάσιό της ως «βυζαντινή» [= Ρωμαία] ιστορικός και θυγατέρα του Αλέξιου:

1) Ο Αλέξιος όχι μόνο βγήκε νικητής, αλλά προβλήθηκε και ως ατρεμής ηγέτης όταν όλοι γύρω του τα είχαν χάσει.

2) Οι Ρωμαίοι (και ειδικότερα ο Αλέξιος) “αποδείχθηκαν” «καλύτεροι Χριστιανοί» από τους Λατίνους/Κελτούς επειδή σεβάστηκαν το αιδέσιμον την Μεγάλης Πέμπτης και απέφυγαν τον «ἐμφύλιον φόνον».

3) Οι Λατίνοι/Κελτοί παρουσιάστηκαν ως μη Ρωμαίοι «βάρβαροι» όταν η Κομνηνή γράφει για τον «Καίσαρά της» Νικηφόρο πως «ἐπὶ τῶν πύργων ἵστατο τοῖς βαρβάροις ἐπιτοξαζόμενος» ([10.9.8]) και όταν «τὸ μὲν ἵνα τῶν ἵππων πληττομένων ἀποπαύηται τὸ πολὺ τῆς ὁρμῆς τῶν Κελτῶν καὶ μὴ ῥᾳδίως κατὰ τῶν Ῥωμαίων ἱππάζωνται» ([10.9.7]).

Με άλλα λόγια, to “identikit” που χαρακτηρίζει τον Δαλματό Βολκάνο (Χριστιανός μεν, βάρβαρος = μη Ρωμαίος δε) χαρακτηρίζει επίσης και τους σταυροφόρους.

Στην συνέχεια ακολουθεί μία ακόμα μάχη μεταξύ των Ρωμαίων και των βαρβάρων Κελτών. Ο κόμης Ραούλ κατέφθασε στην Κωνσταντινούπολη με 15.000 άνδρες και κατασκήνωσε εκεί αρνούμενος να διαπεραιωθεί απέναντι πριν φτάσουν και αυτοί που ήταν ακόμα στον δρόμο. Ο Αλέξιος έστειλε τον εμπειροπόλεμο και ευγενή  Ώπο μαζί με γενναίους άνδρες με σκοπό να παρουσιαστούν παρατεταγμένοι για μάχη ώστε να εξαναγκάσουν την διαπεραίωση του βαρβάρου Ραούλ στην Βιθηνία. Ο τελευταίος παρέταξε και αυτός του Κελτούς του και ακολούθησε «μέγας πόλεμος». Εκείνη την στιγμή ήρθε διαπόντιος ο Πηγάσιος (γυρνούσε στην ευρωπαϊκή ακτή από την ασιατική) και είδε τους Κελτούς να επιτίθενται στο Ρωμαϊκό στράτευμα. Αμέσως αποβίβασε στην ξηρά τα στρατεύματά του και επιτέθηκε και αυτός «ἐξ ὀπισθίων» κατά των Κελτών, οι οποίοι βρέθηκαν μεταξύ δύο μετώπων. Πολλοί Κελτοί σκοτώθηκαν, ακόμα περισσότεροι τραυματίστηκαν και οι σωθέντες ζήτησαν να διαπεραιωθούν στην Ασία και ο Αλέξιος διέταξε να εκπληρωθεί το αίτημά τους.

[10.10.1] Κατόπιν δὲ τούτου ἐφθακὼς καὶ ὁ Ῥαοὺλ καλούμενος κόμης μετὰ πεντεκαίδεκα χιλιάδων ἱππέων τε καὶ πεζῶν καὶ κατὰ τὴν Προποντίδα περὶ τὴν καλουμένην μονὴν τοῦ Πατριάρχου σκηνώσας μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κομήτων τοὺς λοιποὺς μέχρις αὐτοῦ Σωσθενίου κατέθετο. Ὡς δὲ καὶ αὐτὸς τὰ αὐτὰ τῷ Γοντοφρὲ φρονῶν ἀνεβάλλετο τέως τὴν τῶν ὄπισθεν ἐρχομένων ἀπεκδεχόμενος ἔλευσιν, ὁ βασιλεὺς στοχαζόμενος τοῦ μέλλοντος ἐδεδίει τὴν τού των ἄφιξιν καὶ αὐτῶν ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ τὴν διαπεραίωσιν ἐπέσπευδεν. Ἀποστείλας τοίνυν τὸν Ὦπον μετεκαλεῖτο (εὐγενὴς δὲ οὗτος φρονήσει καὶ τῇ περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐμπειρίᾳ μηδενὸς ἀποδέων) καὶ ἐπειδὴ παρῆν, μεθ’ ἑτέρων γενναίων ἀνδρῶν διὰ τῆς ἠπείρου πρὸς αὐτὸν ἐξέπεμψε παρακελευσάμενος καταναγκάσαι τούτου τὴν διαπεραίωσιν. Ἐπεὶ δὲ τοῦτον ἑώρα τῷ βασιλικῷ μηδαμῶς ὑπείκοντα προστάγματι, ἀλλ’ ἀναισχυντοῦντα καὶ πολλὰ κατὰ τοῦ βασιλέως φρυαττόμενον, ὁπλισάμενος παρετάξατο μορμολυττόμενος τάχα τὸν βάρβαρον καὶ διὰ τοῦτο οἰόμενος πείσειν αὐτὸν πρὸς τὴν περαίαν διαπλώσασθαι. Ὁ δὲ θᾶττον ἢ λόγος μετὰ τῶν συνόντων αὐτῷ Κελτῶν παραταξάμενος ὡς λέων ἐχάρη μεγάλῳ ἐπὶ σώματι κύρσας καὶ τηνικαῦτα μετὰ τοῦ Ὤπου μέγαν συνίστησι πόλεμον.

[10.10.2] Καταλαβὼν δὲ καὶ ὁ Πηγάσιος διαπόντιος ἐφ’ ᾧ τού τους διαπερᾶν καὶ θεασάμενος τὴν κατὰ τὴν ἤπειρον μάχην καὶ τοὺς Κελτοὺς ἰταμώτερον τῷ ῥωμαϊκῷ στρατεύματι προσβάλλοντας τῶν νηῶν ἐξεληλυθὼς ἐξ ὀπισθίων προσβάλλει καὶ αὐτὸς τοῖς Κελτοῖς. Ἀναιροῦνται τοίνυν τηνικαῦτα πολλοί· πλεῖστοι δὲ καὶ τιτρώσκονται. Καὶ οὕτως οἱ σωθέντες ἀνακαλοῦνται τὴν διαπεραίωσιν. Ὁ δὲ βασιλεύς, μηχανικώτατος ὢν ἀνήρ, σκεψάμενος μὴ τῷ Γοντοφρὲ ἑνωθέντες καὶ τὰ συμβάντα τούτοις ἀφηγησάμενοι τοῦτον κατ’ αὐτοῦ ἐρεθίσωσι, τὴν αἴτησιν τούτων ἀσμένως δεξάμενος ἐν πλοίοις τούτους ἐνίησι καὶ διαποντίους πρὸς τὸν τοῦ Σωτῆρος τάφον ἐκπέμπει, τοῦτο καὶ αὐτῶν ἐξαιτησαμένων. Ἀποστέλλει δὲ καὶ πρὸς τοὺς ἐλπιζομένους κόμη τας καὶ φιλοφροσύνης μηνύει ῥήματα χρηστὰς αὐτοῖς ἐλπίδας διδούς. Οἱ καὶ καταλαβόντες πᾶν τὸ προσταττό μενον προθύμως ἐπλήρουν.

Μετά τον κόμη Ραούλ κατέφτασε ένα «αναρίθμητο και ετερογενές πλήθος» σταυροφόρων «ἐξ ἁπασῶν μικροῦ τῶν Κελτικῶν χωρῶν συνειλεγμένου» μαζί με τους ηγεμόνες, ρήγες, δούκες, κόμητες και επισκόπους, τους οποίους ο Αλέξιος υποδέχτηκε φιλικά. Η Κομνηνή γράφει στην συνέχεια πως αν και το επιθυμεί δεν μπορεί να παραθέσει τα «βάρβαρα και άναρθρα» ονόματα των ηγετών αυτού του πλήθους. Δεν ήταν οι εννέα κήρυκες «καθάπερ ποτὲ τὸ Ἑλληνικόν» (= όπως ήταν κάποτε το ελληνικό έθιμο) που τους έπεισαν να υπακούσουν τον Αλέξιο, αλλά οι ικανοί και γενναίοι «οπλίτες» που τους συνόδευαν. Οι ηγέτες αυτού του σταυροφορικού κύματος αρνήθηκαν να δώσουν όρκο λέγοντας πως περίμεναν να έρθει και ο Βοημούνδος. Ο Αλέξιος κατάφερε να τους πείσει να ορκιστούν και κλήθηκε ως μάρτυρας ο Γοδεφρείδος.

[10.10.3] Τοιαῦτα μὲν οὖν καὶ τὰ τοῦ κόμητος Ῥαούλ· ἀναριθμήτου δὲ καὶ ἑτέρου πλήθους ὄπισθεν ἐρχομένου συμμίγδην ἐξ ἁπασῶν μικροῦ τῶν Κελτικῶν χωρῶν συνειλεγμένου μετὰ τῶν ἀγόντων αὐτοὺς ἡγεμόνων, ῥηγῶν τε καὶ δουκῶν καὶ κομήτων καὶ αὐτῶν ἐπι σκόπων, ἀποστέλλων ὁ αὐτοκράτωρ φιλοφρόνως αὐτοὺς ὑπεδέχετο καὶ ἐπιεικείας ἐξέπεμπε λόγους, ὁποῖος ἐκεῖνος δεινὸς τὸ μέλλον προμηθεύσασθαι καὶ προαρπάσαι τὸ συμφέρον. Ἐπισκήπτει δὲ καὶ τὰ ζωαρκῆ τούτοις ἐρχομένοις ἐπιχορηγεῖν τοῖς ἐπ’ αὐτῷ τούτῳ τεταγμένοις, ὡς μὴ λαβὴν αὐτοὺς τὸ παράπαν ἐσχηκέναι μηδ’ ἐξ οἵας οὖν αἰτίας. Οἱ δὲ πρὸς τὴν μεγαλόπολιν ἠπείγοντο. Τάχα δὲ εἶπέ τις οὐρανοῦ ἀστέρας εἶναι τούτους ἢ ψάμμον παρὰ τῷ χείλει τῆς θαλάττης ἐκκεχυμένην. Ἦσαν γὰρ ὅσα φύλλα καὶ ἄνθεα γίνεται ὥρῃ καθ’ Ὅμηρον τῇ Κωνσταντίνου πελάζειν ἤδη κατεπειγόμενοι.

[10.10.4] Τὰς δὲ τῶν ἡγεμόνων κλήσεις καὶ προθυμουμένη περ ἐξειπεῖν οὐ βούλομαι. Ναρκᾷ γάρ μοι ὁ λόγος τὸ μέν τι βαρβαρικὰς φωνὰς ἀπαγγέλλειν ἀδυνατούσῃ διὰ τὸ ἄναρθρον, τὸ δέ τι καὶ πρὸς τὸ πλῆθος ἐκείνων ἀποβλεπούσῃ. Καὶ ἵνα τί τοσούτου πλήθους κλήσεις ἀπαριθμεῖσθαι πειρώμεθα, οὓς καὶ οἱ τότε παρόν τες ἀκηδίας ἐπληροῦντο ὁρῶντες; Ὡς οὖν τὴν μεγαλόπο λιν ἤδη κατέλαβον, κατατίθενται τὰ τούτων στρατεύματα ἐπισκήψει τοῦ αὐτοκράτορος ἀγχοῦ τῆς μονῆς Κοσμιδίου καὶ μέχρις αὐτοῦ διήκοντα Ἱεροῦ.

[10.10.5] Οὐκ ἐννέα δὲ κήρυκες, καθάπερ ποτὲ τὸ Ἑλληνικόν, τούτους βοόωντες ἐρήτυον, ἀλλ’ ἱκανοὶ καὶ γενναῖοι ὁπλῖται οἱ τούτοις ἐφεπόμενοι τοῖς τοῦ αὐτοκράτορος κελεύσμασιν ὑπείκειν ἀνέπειθον. Τούτους δὲ ὁ βασιλεὺς βουλόμενος ὑπὸ τὸν τοῦ Γοντοφρὲ συνελάσαι ὅρκον διῃρημένως προσεκαλεῖτο ἰδίᾳ προσομιλῶν, ἅττα καὶ βούλοιτο, καὶ τοῖς εὐγνωμονεστέροις χρώμενος μεσασταῖς τῶν ἀπειθεστέρων. Ἐπεὶ δ’ οὐκ ἐπεί οντο τὴν τοῦ Βαϊμούντου καραδοκοῦντες ἔλευσιν, ἀλλὰ ποικίλους τρόπους εὑρίσκοντες ἐξαιτήσεων ἄλλα τινὰ προσαπαιτοῦντες ἦσαν, ὁ βασιλεὺς τὸ παρ’ αὐτῶν προτιθέμενον ῥᾷστα διαλύων καὶ παντοίως τούτους μετελθὼν συνήλασεν εἰς τὸν τοῦ Γοντοφρὲ ὅρκον μεταπεμψάμενος καὶ αὐτὸν ἀπὸ τοῦ Πελεκάνου ἐπὶ τῷ παρεῖναι τοῦ ὅρκου τελουμένου διαπόντιον.

Όταν μαζεύτηκαν όλοι τους και έδωσαν τον όρκο, ο Αλέξιος βρισκόταν όρθιος ανάμεσά τους. Βρήκε τότε κάποιος ευγενής την ευκαιρία και κάθησε στον βασιλικό σκίμποδα (~ θρόνο). Ο Αλέξιος τον κοίταξε χωρίς να πει τίποτε, γιατί γνώριζε την «ἀγέρωχον τῶν Λατίνων φύσιν». Ο κόμης Βαλδουίνος μάλωσε τον καθισμένο ζητώντας του να σηκωθεί και λεγοντάς του πως δεν είναι έθιμο των βασιλέων των Ρωμαίων να μοιράζονται το κάθισμά τους με αυτούς που βρίσκονται «ὑπ΄αυτούς» (είχε δώσει όρκο υπακοής). Ο καθισμένος σηκώθηκε και παραμιλώντας χαρακτήρισε τον Αλέξιο ως «χωρίτη» (= χωριάτη). Ο Αλέξιος ζήτησε από έναν μεταφραστή να μάθει τι είπε ο Λατίνος και μετά τον ρώτησε ποιος ήταν και ποια η καταγωγή του. Ο τελευταίος απάντησε πως ήταν «καθαρός Φράγκος ἐκ τῶν εὐγενῶν» και άρχισε να μιλάει για την για την πολεμική του αξία. Ο Αλέξιος συμβούλεψε τόσο αυτόν όσο και τους άλλους πως να πολεμήσουν τους «βάρβαρους» Τούρκους. Ως «θεία δίκη», ο θρασύς Φράγκος θα τραυματιστεί βαριά από τους Τούρκους στην μάχη του Δορυλαίου, χάνοντας όλους του τους άνδρες, επειδή δεν ακολούθησε την συμβουλή του Αλεξίου να μείνει στο μέσον της φάλαγγας.

[10.10.6] Πάντων οὖν συνεληλυθότων καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ Γοντοφρέ, ἐπεὶ καὶ ὁ ὅρκος ἤδη τετέλεστο ὑπὸ πάντων τῶν κομήτων, τολμήσας τις εὐγενὴς εἰς τὸν σκίμποδα τοῦ βασιλέως ἐκάθισεν. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἠνείχετο τούτου μηδέν τι φθεγξάμενος, πάλαι τὴν ἀγέρωχον τῶν Λατίνων φύσιν εἰδώς. Προσελθὼν δὲ ὁ κόμης Βαλδουῖνος καὶ ἁψάμενος αὐτοῦ τῆς χειρὸς ἤγειρεν ἐκεῖθεν καὶ πολλὰ καταμεμψάμενος ἔφη· «Οὐκ ἐξῆν σοι τοιοῦτον ἐνταῦθα ποιῆσαι δουλείαν τῷ βασιλεῖ καὶ ταῦτα ὑποσχομένῳ. Οὐδὲ γὰρ ἔθιμον τοῖς βασιλεῦσι Ῥωμαίων συνέδρους ἔχειν τοὺς ὑπ’ αὐτούς· δούλους δὲ ὀμότας τῆς αὐτοῦ βασιλείας γεγονότας χρὴ καὶ τὰ ἔθη τῆς χώρας τηρεῖν». Ὁ δὲ πρὸς μὲν τὸν Βαλδουῖνον ἐφθέγξατο οὐδέν, δριμύτερον δὲ ἐνατενίσας τῷ βασιλεῖ πρὸς ἑαυτὸν τῇ οἰκείᾳ διαλέκτῳ λόγους τινὰς ἀπεφθέγξατο λέγων· «Ἴδε, ποῖος χωρίτης κάθηται μόνος παρισταμένων αὐτῷ τοιούτων ἡγεμόνων».

[10.10.7] Οὐδ’ ἡ κίνησις τῶν χειλέων τοῦ Λατίνου τὸν βασιλέα διέλαθε· καλέσας δ’ ἕνα τῶν τὴν λατινικὴν διάλεκτον μεθερμηνευόντων ἠρώτα περὶ τῶν λεχθέντων. Ἀκούσας δὲ τὰ παρ’ αὐτοῦ ῥηθέντα οὐδὲν μὲν τέως πρὸς τὸν Λατῖνον εἰρήκει, ἐτήρει δ’ ὅμως τὸν λόγον παρ’ ἑαυτῷ. Συντασσομένων δὲ τῷ βασιλεῖ πάντων μετεκαλεῖτο τὸν ὑψηλόφρονα Λατῖνον ἐκεῖνον καὶ ἀναιδῆ καὶ ἐπυνθάνετο τίς τέ ἐστι καὶ ὅθεν ὥρμηται καὶ ἐκ ποίου γένους. Ὁ δὲ· «Φράγγος μέν εἰμι καθαρός» ἔφη «τῶν εὐγενῶν· ἓν δὲ ἐπίσταμαι, ὅτι ἐν τριόδῳ τῆς χώρας ὅθεν αὐτὸς ὥρμημαι, τέμενός ἐστι πάλαι οἰκοδομηθέν, ἐν ᾧ πᾶς ὁ προθυμούμενος μόνος πρὸς μόνον μάχην ἀναδήσασθαι εἰς μονομάχου τάξιν ἑαυτὸν καταστήσας προσερχόμενος βοήθειαν μὲν τὴν τοῦ θείου ἐκεῖθεν αἰτεῖται, βραδύνει δὲ τὸν κατ’ αὐτοῦ τολμήσαντα ἀπεκδεχόμενος. Καθ’ ἣν τρίοδον ἐχρόνισα καὶ αὐτὸς σχολάζων καὶ ζητῶν τὸν μετ’ ἐμοῦ μαχεσόμενον· ὁ δὲ τοῦτο τολμήσων οὐδαμοῦ.» Ταῦτα ὁ βασιλεὺς ἀκηκοὼς ἔφη· «Εἰ πόλεμον τότε ζητῶν οὐχ εὗρες, πάρεστί σοι καιρὸς ὁ πολλῶν σε πολέμων ἐμπλήσων· παρεγγυῶμαι δέ σοι, μήτε πρὸς οὐραγίαν μήτε πρὸς λοχαγίαν ἵστασθαι φάλαγγος, ἀλλὰ τὸ μέσον ἔχειν τῶν ἡμιλοχιτῶν· ἐπιστήμην γὰρ τῆς μεθόδου τῶν πολέμων τῶν Τούρκων ἐκ μακροῦ ἔσχηκα». Οὐκ αὐτῷ δὲ μόνῳ ταῦτα συνεβούλευεν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις πᾶσιν ὁπόσα τούτοις συναντήσειν ἔμελλεν ἀπερχομένοις κατὰ τὴν ὁδὸν προλέγων παρηγγυᾶτο μὴ ἀκρατῶς διώκειν, ὁπη νίκα τὴν νίκην αὐτοῖς κατὰ τῶν βαρβάρων δοίη Θεός, ἵνα μὴ τοῖς ἐνεδρεύουσι λοχαγοῖς περιπίπτοντες ἀναιρῶνται.

Τελικά έφτασε και ο Βοημούνδος στην Κωνσταντινούπολη. Επειδή δεν ήταν ευγενικής καταγωγής, δεν είχε φέρει πολλούς στρατιώτες και επειδή δεν είχε αφθονία χρημάτων, ο Βοημούνδος φρόντισε να εξασφαλίσει την εύνοια του Αλεξίου λέγοντας πως «αν και είχαν υπάρξει εχθροί στο παρελθόν τώρα είχε έρθει ως φίλος» και κρύβοντας τις πραγματικές του διαθέσεις.

[10.11.1] Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸν Γοντοφρὲ καὶ Ῥαοὺλ καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς συνεπομένους αὐτοῖς· ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος μετὰ τῶν ἄλλων κομήτων καταλαβὼν τὸν Ἄπρων καὶ μήτ’ ἐξ εὐγενῶν φύντα ἑαυτὸν ἐπιγινώσκων μήτε δυνάμεις πολλὰς συνεπαγόμενος δι’ ἣν εἶχε σπάνιν τῶν χρημάτων, τὴν τοῦ αὐτοκράτορος βουλόμενος ἐπισπάσασθαι εὔνοιαν, ἅμα δὲ καὶ συγκαλύψαι τὰ κατ’ αὐτὸν ἐθέλων, μετὰ δέκα καὶ μόνων Κελτῶν προεξελθὼν τῶν ἄλλων κομή των ἔσπευσε καταλαβεῖν τὴν βασιλεύουσαν. Ὁ δὲ βασιλεὺς τὰς αὐτοῦ μηχανὰς γινώσκων καὶ τὸ ὕπουλον καὶ ἐνεδρευτικὸν αὐτοῦ ἦθος ἐκ μακροῦ ἐπιστάμενος ἔσπευσε πρὸ τοῦ καὶ τοὺς ἄλλους καταλαβεῖν κόμητας ὁμιλῆσαί τε καὶ ἀκοῦσαι τῶν παρ’ αὐτοῦ λεγομένων καὶ πεῖσαι πρὸ τῆς ἐκείνων ἀφίξεως διαπερᾶσαι, ἵνα μὴ ἑνωθεὶς μετ’ αὐτῶν καταλαμβανόντων ἤδη καὶ τὰς ἐκείνων διαστρέψειε γνώμας. Εἰσελθόντι δὲ ἱλαρὸν εὐθὺς ἐνατενίσας τὰ κατὰ τὴν ὁδοι πορίαν ἐπυνθάνετο καὶ ὅπου τοὺς κόμητας κατέλιπε.

[10.11.2] Τοῦ δὲ ἅπαντα διασαφήσαντος αὐτῷ, ὡς εἶχε γνώμης, ἀστεϊζόμενος ὁ βασιλεὺς καὶ τῶν κατὰ τὸ Δυρράχιον καὶ τὴν Λάρισσαν τετολμημένων παρ’ αὐτοῦ ἀναμιμνήσκει τηνικαῦτα καὶ τῆς ἔχθρας ἐκείνης. Ὁ δὲ πρὸς αὐτὸν ἔλεγεν ὡς «Ἔγωγε κἂν ἐχθρὸς κἂν πολέμιος τότ’ ἦν, ἀλλὰ νῦν αὐτόμολος ἥκω φίλος τῆς σῆς βασιλείας». Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ διὰ πολλῶν μετελθὼν αὐτὸν καὶ ἀκροθιγῶς πως ἀποπειράσας τὸν αὐτοῦ λογισμόν, ἐπεὶ διέγνω κατανεύσοντα τοῦτον ὅρκια πιστὰ δοῦναι πρὸς αὐτὸν ἔφη· «Τὰ νῦν μὲν κεκοπιακότα σε ἀπὸ τῆς ὁδοιπορίας χρὴ ἀπελθόντα διανα παύσασθαι, ἐς νέωτα δὲ περὶ ὧν βουλόμεθα ὁμιλήσομεν».

Στην συνέχεια ο Βοημούνδος έδωσε τον «συνήθη τῶν Λατίνων ὅρκον» και η Κομνηνή βρήκε την ευκαιρία να περιγράψει τον χαρακτήρα του και να μιλήσει για «τὸ φύσει παλίμβουλον τῶν Λατίνων/ τὸ δὲ παλίμβουλον φυσικὸν τι τῶν Λατίνων παρακουλούθημα» (παλίμβουλος ~ παλίμβολος = αυτός που αλλάζει εύκολα βούληση/γνώμη, ο ασταθής χαρακτήρας). Ο αληθινός σκοπός του Βοημούνδου, σύμφωνα με την Κομνηνή, ήταν φυσικά η κατάκτηση της Βασιλείας των Ρωμαίων και ο Αλέξιος το ήξερε πολύ καλά. Γι΄αυτό όταν ο Βοημούνδος ζήτησε από τον Αλέξιο να τον χρίσει Δομέστικο της Ανατολής (τίτλος που είχε πάψει να υφίσταται επειδή είχε χαθεί η Ανατολή στους Τούρκους) … «κρήτιζε πρὸς Κρῆτα» (~ «προσπαθούσε να κάνει στην πουτάνα πουτανιές»). Ο Αλέξιος αρνήθηκε ευγενικά λέγοντας πως τώρα δεν είναι καιρός για τέτοια, αλλά θα πάρει τον τίτλο αν διαπρέψει στην σταυροφορία.

[10.11.5] Μεταπεμψάμενος οὖν τὸν Βαϊμοῦντον ὁ βασιλεὺς τὸν συνήθη τοῖς Λατίνοις καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐζήτει ὅρκον. Ὁ δὲ τὰ ἑαυτοῦ ἐπιστάμενος καὶ ὅτι οὔτε ἐκ προγόνων περιφανῶν ἐγεγόνει οὔτε χρημάτων εὐπορίαν εἶχε καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲ δυνάμεις πολλάς, ἀλλὰ μετρίους πάνυ τοὺς συνεπομένους αὐτῷ Κελτούς, καὶ ἄλλως δὲ φύσει ἐπίορκος ὤν, μάλα προθύμως τῷ τοῦ αὐτοκράτορος ὑπεῖξε θελήματι. […]

[10.11.6] Ὁ δὲ περιχαρῶς ταῦτα δεξάμενος καὶ εὐχαριστήσας ἀπῄει ἀναπαυθησόμενος οὗ κατέλυσεν. Ἀποκομισθέντων δὲ τούτων αὐτῷ, μεταβαλὼν ὁ πρὶν τεθαυμακὼς ἔφη· «Οὐδέποτε τοιαύτην ἀτιμίαν ἔσεσθαί μοι ἀπὸ τοῦ βασιλέως ἤλπισα· λαβόντες οὖν ταῦτα ἀπαγάγετε τῷ πέμψαντι». Ὁ δὲ βασιλεὺς τὸ φύσει παλίμβουλον τῶν Λατίνων γινώσκων τὸν δημώδη λόγον ἀντέφησε· «Κακὸν πρᾶγμα πρὸς τὸν ἴδιον ἐπανερ χέσθω αὐθέντην». Τοῦτο ὁ Βαϊμοῦντος ἀκούσας καὶ τοὺς ἀποκομίσαντας ἐπιμελῶς ἀναζητοῦντας αὖθις αὐτὰ ὁρῶν μεταβαλὼν ὁ πρὶν ἀποπεμπόμενος ταῦτα καὶ ἀχθόμενος ἐπὶ τούτοις ἱλαρὸν βλέμμα τοῖς ἀποκομισταῖς ἐδείκνυ καθάπερ τις πολύπους μετασχηματιζόμενος ἐν βραχεῖ. Φύσει μὲν γὰρ ἦν ὁ ἀνὴρ πονηρὸς καὶ ὀξὺς πρὸς τὰ συμπίπτοντα, πονηρίᾳ καὶ ἀνδρείᾳ τοσοῦτον ὑπερέχων ἁπάντων τῶν τότε διερχομένων Λατίνων, ὁπόσον δυνάμεσί τε καὶ χρήμασιν ἥττητο· ἀλλὰ καὶ ὣς πάντων ἐκράτει κακεν τρεχείας περιουσίᾳ, τὸ δὲ παλίμβουλον ὡς φυσικόν τι τῶν Λατίνων παρακολούθημα παρείπετο καὶ αὐτῷ. Τὰ γοῦν χρήματα ὁ ἀπωθούμενος περιχαρῶς τηνικαῦτα ἐλάμβανε.

[10.11.7] Δύσνους γὰρ ὢν τὴν γνώμην, ἐπεὶ μηδὲ χώραν ὅλως κεκτημένος τῆς ἐνεγκαμένης ἐξῄει τῷ μὲν φαινομένῳ χάριν τῆς τοῦ ἁγίου τάφου προσκυνήσεως, τῇ δ’ ἀληθείᾳ ἀρχὴν ἑαυτῷ περιποιήσασθαι προμηθευόμενος καὶ μᾶλλον, εἰ γένοιτό οἱ, καὶ αὐτῆς τῆς βασιλείας Ῥωμαίων ἐπιδράξασθαι χρωμένῳ ταῖς τοῦ πατρὸς ὑποθημοσύναις· καὶ πάντα κάλων τὸ τοῦ λόγου κινοῦντι, πολλῶν ἐδεῖτο χρημάτων. Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ τὸ δύσνουν καὶ κακόηθες αὐτοῦ ἐπιστάμενος ἔσπευδε τὰ συναιρόμενα πρὸς τοὺς ὑποτυφομένους αὐτῷ λογισμοὺς εὐφυῶς περιαιρεῖν. Διὸ καὶ τὸ δομεστικάτον αἰτούμενος τῆς ἀνατολῆς οὐκ ἔτυχε τῆς αἰτήσεως πρὸς Κρῆτα κρητίζων. Δεδιὼς γὰρ ὁ βασιλεύς, μὴ ἐξουσίας δραξάμενος καὶ δι’ αὐτῆς δουλαγωγήσας τοὺς κόμητας ἅπαντας ῥᾳδίως περιάγοι τοῦ λοιποῦ, ὅπη βουλη τὸν αὐτῷ ἐστι, μὴ θέλων τε τὸν Βαϊμοῦντον ὑπονοῆσαι ὅλως ὅτι ἤδη πεφώραται, ἐλπίσι χρησταῖς αὐτὸν ὑποσαί νων ἔφη· «Τούτου μὲν καιρὸς οὔπω πάρεστι, διὰ δὲ τῆς σῆς ἐνεργείας καὶ πίστεως μετ’ οὐ πολὺ καὶ τοῦτο γενήσεται».

Στην συνέχεια η Κομνηνή παρουσιάζει τον «Ἰσαγγέλη» (Ρεϋμόνδος της Τουλούζης/ Saint Gilles) τον οποίο θεωρούσε ως τον πιο ντόμπρο/ευθύφρονα Φράγκο. Όταν ο Αλέξιος του είπε να προσέχει τον Βοημούνδο, ο Ισαγγέλης απάντησε πως ο Βοημούνδος κληρονόμησε από τους προγόνους του «δόλο και επιορκία» και πως θα είναι «μέγιστον θαῦμα» αν τηρήσει τους όρκους που έδωσε. Εδώ εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η Κομνηνή έπλασε αυτά τα λόγια. Όμως αν ψάξουμε βαθύτερα θα δούμε ότι οι Νορμανδοί δεν είχαν καλή φήμη ούτε στην Δύση. Το παρατσούκλι “Guiscard/Viscart” του πατέρα του Βοημούνδου Ρομπέρτου σημαίνει «αλεπού, νυφίτσα, δόλιος».

[10.11.9] Τὸν δέ γε Ἰσαγγέλην ἠγάπα διαφερόντως διά τε τὸ περιὸν αὐτῷ τοῦ φρονήματος καὶ τῆς ὑπολήψεως τὸ ἀνόθευτον καὶ τὸ τοῦ βίου καθαρόν, γινώσκων ἅμα καὶ ὁπόσον αὐτῷ τῆς ἀληθείας μέλει μηδὲν ταύτης μηδέποτε προτιμωμένῳ· τοσοῦτον γὰρ ἁπάντων τῶν Λατίνων ἐν πᾶσι διέφερεν ὅσον ἀστέρων ἥλιος. Διά τοι τοῦτο παρακατέσχεν αὐτὸν τέως μεθ’ ἑαυτοῦ. Ἁπάντων οὖν συνταξαμένων τῷ αὐτοκράτορι καὶ διὰ τοῦ τῆς Προποντίδος πορθμοῦ τὸ Δαμάλιον καταλαβόντων ἀναθεὶς τῆς ἐξ αὐτῶν ὀχλήσεως συχνάκις τὸν Ἰσαγγέλην μετεπέμπετο, ἀναδιδάσκων ἅμα καθαρώτερον τὰ κατὰ τὴν ὁδὸν συμβήσεσθαι μέλλοντα τοῖς Λατίνοις, παρεγύμνου δὲ καὶ ἣν περὶ τῆς τῶν Φράγγων γνώμης εἶχεν ὑπόληψιν. Ταῦτα πολλάκις ἀποστοματίσας τῷ Ἰσαγγέλῃ καὶ τὰς τῆς ψυχῆς οἷον ὑπανοίξας αὐτῷ πύλας καὶ πάντα διατρανώσας ἐπέσκηψεν ἀεὶ πρὸς τὴν τοῦ Βαϊμούντου ἐγρηγορέναι κακίαν, ἵνα βουλόμενον παρασπονδῆσαι ἀπείργῃ τοῦτον τοῦ ἐγχει ρήματος καὶ διὰ πάσης μεθόδου διαλύῃ τὰς ἐκείνου μηχανάς. Ὁ δὲ πρὸς τὸν αὐτοκράτορά φησιν· «Ἐκ προγόνων καθάπερ τινὰ κλῆρον τὴν ἐπιορκίαν καὶ τὸν δόλον ὁ Βαϊμοῦντος κεκτημένος, θαῦμα μέγιστον εἰ τὰ ὀμωμοσμένα διατηρήσειεν· ἔγωγε δ’ ὅμως ὡς ἐνὸν σπεύσω τὸ προσταχθὲν ἀεὶ ἀποπληροῦν». Καὶ συνταξάμενος τῷ αὐτοκράτορι ἄπεισιν ἑνωθησόμενος τῷ παντὶ στρατεύματι τῶν Κελτῶν.

Η Κομνηνή κλείνει το βιβλίο 10 της Αλεξιάδας γράφοντας πως ο Αλέξιος ήθελε να πάρει μέρος στις μάχες των Κελτών με τους βαρβάρους (= Τούρκοι), αλλά φοβόταν το μέγεθος του στρατού τους. Προτιμούσε να ανακτήσει ο ίδιος την Νίκαια στην πρώτη ευκαιρία που θα παρουσιαζόταν, παρά να την δεχόταν από τους Κελτούς. Γι΄αυτό το λόγο έστειλε τον Μανουήλ Βουτουμίτη στην Νίκαια, για να κερδίσει τους βαρβάρους με το μέρος των Ρωμαίων, πριν προλάβουν οι Κελτοί να κατακτήσουν την πόλη.

[10.11.10] Ὁ μέντοι αὐτοκράτωρ ἤθελε μὲν μετὰ τῶν Κελτῶν κατὰ τῶν βαρβάρων ἀπιέναι, ἐδεδίει δὲ τὸ αὐτῶν ἀναρίθμητον πλῆθος. Δεῖν οὖν ἐλογίσατο τὸν Πελεκάνον κατα λαβεῖν, ἵν’ ἐγγύθεν Νικαίας ἐνδιατρίβων μανθάνοι μὲν τὰ τοῖς Κελτοῖς συμβαίνοντα, ἅμα δὲ καὶ τὰς τῶν Τούρκων ἔξωθεν ἐφόδους καὶ τὴν τῶν ἐντὸς Νικαίας κατάστασιν. Ἐν δεινῷ γὰρ ἐποιεῖτο εἰ μή τι στρατηγικὸν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ αὐτὸς κατορθώσοι, καὶ διεσκοπεῖτο, ἵνα εἰ ἐπιτήδεια τὰ πράγματα εὑρήσει, αὐτὸς τὴν Νίκαιαν ἀνέλῃ καὶ μὴ παρὰ τῶν Κελτῶν αὐτὴν σχοίη κατὰ τὰ παρ’ ἐκείνων ὀμω μοσμένα. Εἶχε δὲ τὴν βουλὴν ταύτην ὑποβρύχιον καὶ πᾶν ὅπερ ἂν ᾠκονόμει καὶ τὴν αἰτίαν δι’ ἣν γίνεται αὐτὸς καὶ μόνος ἠπίστατο μόνῳ τῷ Βουτουμίτῃ τοῦτο ἐμπεπιστευκὼς καὶ τοῦτον ἀποστείλας ἐφ’ ᾧ ὑποποιεῖσθαι τοὺς ἐντὸς Νικαίας βαρβάρους διὰ παντοίων ὑποσχέσεων καὶ ἀπαθείας τελείας, ἐν μέρει δὲ καὶ ἀπειλούμενος τόσα καὶ τόσα πεί σεσθαι καὶ παρανάλωμα ξίφους γενέσθαι, εἰ παρὰ τῶν Κελτῶν ἁλῷεν, καὶ πάλαι τὸν Βουτουμίτην γινώσκων εὐνούστατον καὶ περὶ τὰ τοιαῦτα δραστήριον. Ταῦτα μὲν οὖν ἐξ ἀρχῆς τοῦτον παρηκολουθήκει τὸν τρόπον.

(συνεχίζεται)

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ιστορία, Μεσαίωνας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s