Η άνοδος και η πτώση της Κρανιομετρίας

Η χθεσινή ανάρτηση μου θύμισε ένα άλλο θέμα για το οποίο ήθελα από καιρό να κάνω μια ανάρτηση. Η «Κρανιομετρία» ήταν μια «μόδα» που είχε πέραση στην Φυσική Ανθρωπολογία στον αιώνα μεταξύ 1850-1950.

Το βασικό της αξίωμα ήταν ότι οι άνθρωποι ταξινομούνται σε γενετικά και σαφώς καθοριζόμενους “διακριτούς” «κρανιότυπους», οι οποίοι αντιστοιχούν σε βιολογικές «φυλές». Επομένως, αν εξετάσουμε τις ανατομογεωμετρικές ιδιότητες του κρανίου ενός ανθρώπου, όπως λ.χ. ο «Κεφαλικός ή Κρανιακός Δείκτης» (Cephalic Index, ο λόγος μεταξύ εγκάρσιας και προσθοπίσθιας κρανιακής διαμέτρου) τότε μπορούμε να τον ταξινομήσουμε σε κάποια «ράτσα/φυλή».

Επαναλαμβάνω τις παραδοχές της κρανιομετρίας πριν συνεχίσω:

1) Ο κρανιότυπος κάθε ανθρώπου είναι γενετικά καθοριζόμενος.

2) Οι κρανιότυποι είναι διακριτοί και τα μεταξύ τους όρια σαφώς καθοριζόμενα.

Επομένως, οι Ευρωπαίοι μετά το 1850, όπως λέει και η παροιμία «δουλειά δεν είχε ο διάολος γαμούσε τα παιδιά του», ξεχύθηκαν στους δρόμους και άρχισαν να μετράνε κρανία.

Στην αρχή κατέληξαν ότι υπήρχαν τρεις ευρωπαϊκοί κρανιότυποι:

– δολιχοκεφαλικός

– μεσοκεφαλικός

– βραχυκεφαλικός

Το πρόβλημα ήταν ότι αυτοί οι «κρανιότυποι» δεν είχαν διακριτά όρια, αλλά σχημάτιζαν ένα συνεχές και έτσι οι ίδιοι οι μετρητές αναγκάστηκαν εντελώς υποκειμενικά να θέσουν τα δικά τους όρια (λ.χ. με το υποκειμενικό όριο ΚΔ = 75,9 στους άνδρες, αυτός που είχε ΚΔ = 75,5 ήταν «δολιχοκεφαλικός», ενώ αυτός που είχε 76,5 ήταν «μεσοκεφαλικός»).

Απο νωρίς έγινε γνωστό ότι σε καμιά περιοχή της Ευρώπης δεν υπήρχε μια πλήρως ομοιογενής κατάσταση με έναν μόνο κρανιότυπο, αλλά παντού υπήρχαν και οι τρεις κρανιότυποι, απλώς «έπαιζαν» τα ποσοστά από μέρος σε μέρος.

Γρήγορα, η κρανιομετρία έγινε το αγαπημένο χόμπι των ρατσιστών που προσπαθούσαν ν΄αποδείξουν την ανωτερότητα της «Νορδικής/Αρίας φύλης». Εφευρέθηκαν τρεις Ευρωπαϊκές «ράτσες»: η «Νορδική» («λευκόχροοι δολιχοκέφαλοι), η «Αλπινοειδής» (λευκόχροοι μεσοβραχυκέφαλοι) και η «Μεσογειακή» («σκουρόχρωμοι δολιχοκέφαλοι») και ο καθένας έγραφε ό,τι του κατέβαινε για τις «έμφυτες ιδιότητες» της κάθε «ράτσας».

Ο «πατέρας της σύγχρονης Παθολογίας/Νοσολογίας» (η επιστημονική μελέτη των παθήσεων) είναι ο Rudolph Virchow, που μαζί με τον Theodor Schwann και άλλους όχι τόσο γνωστούς μελετητές, διατύπωσαν την «Κυτταρική Θεωρία», δηλαδή ότι το κύτταρο είναι η βασική δομική και λειτουργική μονάδα της ζωής. Ο Rudolph ήταν και ερασιτέχνης αρχαιολόγος (αν και εκείνα τα χρόνια τα όρια μεταξύ «ερασιτεχνών» και «επαγγελματιών» στις ανθρωπιστικές επιστήμες δεν ήταν διακριτά όπως είναι σήμερα) και, μεταξύ άλλων, περιέγραψε τον αρχαιολογικό πολιτισμό της Λουσατίας/Lausitz.

Ο Virchow συνειδητοποίησε νωρίς ότι οι κρανιότυποι-«ράτσες» υπήρχαν μόνο στο μυαλό των ρατσιστών. Έκανε τις δικές του κρανιομετρικές μελέτες και μαζί με τον συνεργάτη του Josef Kollman, στο ανθρωπολογικό συνέδριο της Καρλσρούης του 1885, ήταν από τις λίγες λογικές φωνές που διεκήρυτταν ότι οι ρατσιστικές θεωρίες είναι ψευτοεπιστημονικές.

Ενώ διέκρινε την ψευδοεπιστήμη στις ρατσιστικές θεωρίες, ο Virchow είχε και αυτός τη δική του λόξα και δεν συμπάθησε ποτέ την Θεωρία της Εξέλιξης του Δαρβίνου, γιατί δεν μπορούσε ποτέ να χωνέψει ότι ο άνθρωπος και ο πίθηκος έχουν κοινή καταγωγή.

Όλα αυτά στα τέλη του 19ου αιώνα. Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, οι κρανιότυποι σταδιακά αυξάνονταν (από 3 έγιναν 6) και, επειδή οι περισσότεροι μελετητές δεν μπορούσαν να εντοπίσουν σαφή όρια ανάμεσά τους, εφηύραν και επιπλέον «μεικτούς» τύπους, καταλήγοντας σε μια ντουζίνα υποτιθέμενων «κρανιότυπων».

Σε όλο αυτό το διάστημα, οι «κρανιομέτρες» πάντοτε υπέθεταν χωρίς να το έχουν αποδείξει ότι οι κρανιότυποι είναι γενετικά καθοριζόμενοι.

Το θεωρητικό οικοδόμημα της «κρανιομετρίας» άρχισε να γκρεμίζεται όταν ακριβώς άρχισε να διαφαίνεται ότι το περιβάλλον και η τυχαιότητα παίζουν σημαντικό ρόλο στην διάπλαση του κρανίου και, επομένως οι κρανιότυποι δεν ήταν «αμιγείς γενετικές [=γενετικά κληρονομήσιμες] κατηγορίες».

Γράφοντας στην εποχή μας (1997), ο κλασικός ιστορικός Jonathan M. Hall στο βιβλίο του “Ethnic Identity in Greek antiquity”, χαρακτήρισε ορθά την κρανιομετρία ως ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΤΗΜΗ (pseudoscience) και αναφέρει ορισμένα κρανιομετρικά πειράματα που απέδειξαν ότι το περιβάλλον συμβάλλει σημαντικά στην διαμόρφωση του κρανίου. Πριν παραθέσω τις σελίδες του Hall, θα παραθέσω το πιο λακωνικό συμπέρασμα του JP Mallory για την κρανιομετρία που πετάχτηκε στο καλάθι των αχρήστων όταν αποδείχτηκε ότι γονείς με τον ίδιο κρανιότυπο μπορούσαν να γεννήσουν παιδιά με διαφορετικό κρανιότυπο. Εκτός από τους γενετικούς παράγοντες, τόσο η απρόβλεπτη τύχη όσο και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες (θερμοκρασία, υγρασία, υψόμετρο, δίαιτα) συμβάλλουν στην διαμόρφωση του κρανίου και, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν “διακριτοί” κρανιότυποι, αλλά ένα «συνεχές φάσμα τιμών». Ο Mallory τελειώνει λέγοντας πως οι περισσότεροι Φυσικοί Ανθρωπολόγοι έχουν εγκαταλείψει τελείως την κρανιομετρία.

Mallory-craniometry

Πάμε τώρα στην αποδόμηση της ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΤΗΜΗΣ (pseudo-science) της Κρανιομετρίας που έκανε ο JM Hall.

craniometry

Σύμφωνα με τον Hall:

1) Οι περισσότεροι αρχαιολόγοι έχουν απορρίψει την κρανιομετρία εξαιτίας της στατιστικής ανακρίβειας που την συνοδεύει, αμφιβάλλοντας την ύπαρξη διακριτών κρανιοτύπων και γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η διάπλαση του κρανίου δεν εξαρτάται μόνο από γενετικούς, αλλά και (“if not more” = ίσως περισσότερο) από περιβαλλοντικούς παράγοντες.

2) Ο Kenneth Beals (1972) έδειξε ότι υπάρχει μια συσχέτιση μεταξύ κεφαλικού δείκτη και περιβαλλοντικής θερμοκρασίας: όσο βορειότερα πάμε τόσο αυξάνει ο κεφαλικός δείκτης (δηλαδή το κρανίο γίνεται πιο «στρογγυλό»).

3) Ο Neil Brody (1994), από την άλλη, βρήκε μια συσχέτιση μεταξύ κεφαλικού δείκτη και βροχοπτώσεως/υγρασίας στην Μεγάλη Βρετανία. Ο μέσος βρετανικός κεφαλικός δείκτης σταδιακά αυξανόταν κατά την περίοδο 1200-1600 μ.Χ. και ελαττώθηκε κατά τον 17ο αιώνα. Σε όλη αυτήν την περίοδο δεν υπήρξε κάποια μαζική έλευση νέων πληθυσμών και η μόνη παράμετρος που έδειξε σημαντική συσχέτιση με την εξέλιξη του κεφαλικού δείκτη ήταν η υγρασία: Μία σταδιακά αυξανόμενη ξηρότητα χαρακτήρισε το κλίμα της Βρετανίας μέχρι το 1600 και πιο υγρές συνθήκες ακολούθησαν στον 17ο αιώνα.

4) Τέλος, ο Kobylianski (1983) μελέτησε τα κρανία 718 Εβραίων που εγκαταστάθηκαν στο Ισραήλ ερχόμενοι από αλλού (λ.χ. ανατολική Ευρώπη, Αφρική, Μέση Ανατολή) και παρατήρησε ότι ήδη στην πρώτη γενιά απογόνων υπήρξε μια στατιστικώς σημαντική μείωση του κεφαλικού δείκτη.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Εθνολογία, Μυθοθρυψία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s