Η ανομοίωση wew » wey στην Ελληνική: ἔειπον και ἀείδω

Ψάχνοντας χθες στο βιβλίο του Andrew Silhler New Comparative Grammar of Greek and Latin (OUP, 1995, paperback 2008), το μάτι μου έπεσε σε μία ενδιαφέρουσα ελληνική φωνολογική εξέλιξη που δεν έτυχε να αναφέρω μέχρι τώρα.

Πρόκειται για την ανομοίωση (dissimilation*wew > wey, δηλαδή την διαδικασία κατά την οποία, όταν η IE δίφθογγος *ew/eu βρισκόταν μετά από δίγαμμα (ϝ = χειλικό ημιφωνικό *w), στην Ελληνική μετατράπηκε ανομοιωτικά σε *ey/ei.

O Sihler παραθέτει δύο γνωστά παραδείγματα αυτής της ανομοίωσης: τον αόριστο ϝειπον > ἔειπον ~ εἶπον και το ρήμα ἀείδω = «τραγουδώ, λέω». Στους συνδέσμους του βικιλεξικού που παρέθεσα και οι δύο όροι ανάγονται σε λάθος αναδομημένες πρωτομορφές.

Sihler-wew

Ας ξεκινήσουμε με τον αόριστο εἶπον. Στα ομηρικά έπη ο τύπος συχνά είναι ἔειπον με ένα επιπλέον /ε/.

[Ιλιάδα, 1.286]

Τὸν δ᾿ ἀπαμειϐόμενος προσέφη κρείων Ἀγαμέμνων·
«Ναὶ δὴ ταῦτά γε πάντα, γέρον, κατὰ μοῖραν ἔειπες·
ἀλλ᾿ ὅδ᾿ ἀνὴρ ἐθέλει περὶ πάντων ἔμμεναι ἄλλων,
πάντων μὲν κρατέειν ἐθέλει, πάντεσσι δ᾿ ἀνάσσειν,
πᾶσι δὲ σημαίνειν, ἅ τιν᾿ οὐ πείσεσθαι ὀΐω·

——

Κι ο πρωταφέντης Αγαμέμνονας γυρνώντας του αποκρίθη:
«Τα όσα μου λες αλήθεια, γέροντα, πολύ σωστά και δίκια,
μ᾿ αυτός εδώ γυρεύει απ᾿ όλους μας να στέκεται πιο πάνω,
όλους δικούς του να ‘χει, σε όλους μας να κάνει το κουμάντο,
όλους να ορίζει᾿ μα τα λόγια του θα πάν θαρρώ του ανέμου.

[Ιλιάδα, 1.552]

Τὸν δ᾿ ἠμείϐετ᾿ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη·
«Αἰνότατε Κρονίδη, ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες;
καὶ λίην σε πάρος γ᾿ οὔτ᾿ εἴρομαι οὔτε μεταλλῶ,
ἀλλὰ μάλ᾿ εὔκηλος τὰ φράζεαι ἅσσ᾿ ἐθέλῃσθα.

——

και τότε η σεβαστή του απάντησε βοϊδομάτη Ήρα κι είπε:
« Ύγιέ του Κρόνου τρομερότατε, τι λόγια αυτά που κρένεις;
Ποτέ να σε ρωτώ δε θέλησα και να ψιλοσκαλίζω,
μόν᾿ ό,τι θες μπορείς ανέγνοιαστα να στοχαστείς μονάχος.

[Ιλιάδα, 2.59]

τοὺς ὅ γε συγκαλέσας πυκινὴν ἀρτύνετο βουλήν·
κλῦτε φίλοι· θεῖός μοι ἐνύπνιον ἦλθεν ὄνειρος
ἀμβροσίην διὰ νύκτα· μάλιστα δὲ Νέστορι δίῳ
εἶδός τε μέγεθός τε φυήν τ᾽ ἄγχιστα ἐῴκει·
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπὲρ κεφαλῆς καί με πρὸς μῦθον ἔειπεν·

——

κι ως συνάχτηκαν, τι σοφίστηκε τρανό τους φανερώνει:
«Ακούστε, φίλοι! Μου ‘ρθεν Όνειρος θεϊκός στον ύπνο απάνω
μέσα στη νύχτα την αθάνατη, του αρχοντικού Νεστόρου
ίδια απαράλλαχτος, στο ανάριμμα, στην ελικιά, στην όψη’
και στάθη πάνω απ᾿ το κεφάλι μου κι αυτά μου λέει τα λόγια:

(Η μετάφραση είναι των Κακριδή-Καζαντζάκη)

Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία, ότι το ελληνικό ϝειπον > εἶπον σχετίζεται ετυμολογικά με τους όρους ἔπος και ὄψ (= φωνή) και, κατα συνέπεια, ανάγεται στην ΠΙΕ ρηματική ρίζα *wekw- «λέω». Το «παράξενο» είναι η δίφθογγος -ει- του ϝειπον. Το σανσκριτικό αντίστοιχο του ελληνικού ϝειπον είναι ο αόριστος avocam (*wekwos > ἔπος ~ vacas) Το /ο/ του σανσκριτικού όρου είναι προϊόν μονοφθογγοποίησης της διφθόγγου au που, με τη σειρά της, λόγω της Κοινής Ινδο-Ιρανικής τροπής *e,*o>a, είναι ο Κοινός Ινδο-Ιρανικός απόγονος των ύστερων ΠΙΕ διφθόγγων *au, *ou και *eu (λ.χ. *sauma > σανσκ. Sοma ~ ιραν. Haoma, *g’heu-ter- > θρακικό Σεύθης ~ αβεστικό zaotar ~ σανσκριτικό hotr. = «ἱερεύς», κυριολεκτικά «χυτήρ (σπονδών)»).

Seuthes

Με άλλα λόγια, ο σανσκριτικός αόριστος avocam μπορεί να αναχθεί χωρίς πρόβλημα στην προγενέστερη μορφή *avaucam που, με τη σειρά της, μπορεί να αναχθεί στον διπλασιασμένο IE αόριστο *e-we-wkw-om, με την παρελθοντική αύξηση *e (κατ΄άλλους *h1e-, λ.χ. παίζω > έπαιξα, φρυγικό εδᾱες = θηκε, *bher- > φέρω με παρατατικό *e-bher-om > φερον = σανσκριτικό abharam = Αρχαίο Περσικό abaram) προσαρτημένη στο διπλασιασμένο θέμα *we-wkw- της ρηματικής ρίζας *wekw-.

Ο ΙΕ αόριστος *e-we-wkw-om στην Ελληνική αναμένεται να δώσει **ἔϝευκον λόγω του «νόμου του Βουκόλου», σύμφωνα με τον οποίο, το χειλοϋπερωικό (*kw,gw,gwh> kwh) που βρίσκεται σε άμεση επαφή με «υ» τρέπεται σε υπερωικό (κ,γ,χ αντίστοιχα, λ.χ. *gwoukwolos > βουκόλος, αλλά αἰπόλος, ἱπποπόλος, ταυροπόλος κλπ). Από την άλλη, γνωρίζουμε πολύ καλά από τις πινακίδες της Γραμμικής Β, ότι τα χειλοϋπερωικά διατηρήθηκαν αυτούσια τουλάχιστον μέχρι το 1200 π.Χ. Αυτό σημαίνει ότι, τουλάχιστον μέχρι το 1200 π.Χ., ο ελληνικός απόγονος του IE αορίστου *e-we-wkw-om θα ήταν ακόμα *eweukwon.

Για να πάμε από το πρώιμο ελληνικό *eweukon στο ομηρικό ἔειπον πρέπει να παραδεχτούμε ότι στην πρώιμη Ελληνική (πριν από το 1200 π.Χ.) και ίσως κατά την Πρωτο-Ελληνική περίοδο (~2000 π.Χ.) συνέβη η πανελλήνια ανομοίωση *wew > wey (ϝευ > ϝει): *e-we-wkw-om > *ewewkwon > *eweykwon > ϝειπον > ἔειπον.

Εδώ πρέπει να πω ότι αυτός ο τύπος διαπλασιασμένου αορίστου είναι ο ίδιος με αυτόν του ρήματος ἄγω > ἤγαγον ή, με ΙΕ συμβολισμό, *h2eg’-ō > *e-h2g’-h2(e)g’-om που τον βρίσκουμε και στους Σανσκριτικούς αορίστους όπως janatiájījanam = «γέννησα» (*g’enh1-) και *pet(h2)- «πετάω, πέφτω/πίπτω», με θέμα ενεστώτα pat- «πέφτω» και διπλασιασμένο αόριστο apaptam = «έπεσα».

reduplicated-aorist

Έτσι με την βοήθεια του Σανσκριτικού αορίστου avocam καταφέραμε να λύσουμε το μυστήριο του ελληνικού ἔειπον.

Το άλλο ρήμα που δείχνει την ίδια ανομοίωση είναι το ἀείδω,το οποίο δείχνει μη αναμενόμενο/ανώμαλο «ει» όταν συγκρίνεται με τους συγγενικούς όρους αὐδή = «φωνή», ἄναυδος = «άφωνος», αὐδάω = «μιλάω» κλπ, ενώέχει ως παράγωγο τον ο-βαθμο όρο ἀοιδός, που «κρύβεται» συνηρημένος (αοι > ωι > ) στις γνωστές λέξεις τραγῳδός, ῥαψῳδός (= ο αοιδός που φτιάχνει ποιήματα «ράβοντας» = ενώνοντας στίχους), μελῳδός , κωμῳδός (= αυτός που αείδει σε κώμους = πανηγύρια, φεστιβάλ) κλπ.

Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να «γεφυρώσουμε» την ρηματική ρίζα ϝειδ- με το παράλληλο θέμα αὐδ-. Ο Sihler, όπως γράφει στο πρώτο απόκομμα που παρέθεσα, ξεκινάει από την ΙΕ ρίζα *h2wed- «φωνέω»  που στην σανσκριτική έδωσε το διπαλσιασμένο θέμα *h2we-h2wed- > *weh2wed- > *wāwad- > vāvadīti = «ανακοινώνει, λέει φωναχτά» και χρησιμοποιώντας το ως παράδειγμα εξηγεί το ελληνικό ἀείδω από το **ἀϝεύδω, το οποίο ανάγει στο διπλασιασμένο θέμα *h2we-(h2)wd-. Έβαλα το δεύτερο λαρυγγικό σε παρένθεση, επειδή ο Sihler αναδομεί την ρίζα ως *h2we-ud-, χωρίς να εξηγεί τι απέγινε το δεύτερο λαρυγγικό *h2.

Πριν αποδεχτούμε όμως «άκριτα» την ετυμολόγηση του Silher πρέπει να πούμε δυο λόγια γι΄αυτό το «χαμένο» λαρυγγικό.

Αν εφαρμόσουμε κατά λέξη την ΙΕ γλωσσολογική θεωρία τότε στην Ελληνική θα περιμέναμε τα παρακάτω αποτελέσματα:

βασική ρηματική ρίζα: *h2wed-

μηδενικός βαθμός: *h2ud- > *aud- > αὐδή, ἄναυδος, αὐδάω κλπ.

διπλασιασμένη ρηματική ρίζα: *h2we-h2ud- > *awāwd- > *awawd- (βράχυνση λόγω του νόμου του Osthoff) > *awaud-.

Το αναμενόμενο αποτέλεσμα του o-βαθμού ablaut της διπλασιασμένης ρίζας *h2wo-h2ud-  εξαρτάται από το αν δεχτούμε την «χρωματιστική» ή την «αχρωματιστική» υπόθεση:*awāwd-/*awōwd- που, μετά τον νόμο του Osthoff, θα γίνει *awaud-/*awoud-.

Με άλλα λόγια, αν λάβουμε υπόψη το λαρυγγικό *h2 που ο Sihler αφαίρεσε χωρίς να μας πει το γιατί, δεν μπορούμε να φτάσουμε στον τύπο *awewd- που χρειαζόμαστε, εξαιτίας του λαρυγγικού χρωματισμού και της εκτάσεως (eh2>ah2>ā).

Μπορούμε να γεφυρώσουμε την διαφορά ανάμεσα στο γλωσσολογικά αναμενόμενο *awaud- και το *aweud-που χρειαζόμαστε, για να το τρέψουμε σε ἀϝείδω με την ανομοίωση *wew>wey;

Το μόνο «γεφύρωμα» που μπόρεσα να σκεφτώ ξεκινάει από τον ο-βαθμό της διπλασιασμένης ρίζας. Αν δεκτούμε την «αχρωματιστική» υπόθεση τότε, όπως έδειξα λίγο πιο πάνω, αναμένουμε να προκύψει *h2wo-h2wd- > … > *awoud-. Αυτός ο τύπος έχει ε-βαθμο *awaud- ενώ η «γνήσια» ΙΕ δίφθογγος «ου» εναλλάσσεται μεταπτωτικά με την δίφθογγο «ευ», όπως στα παραδείγματα:

*speud ~ *spoud- > σπεύδω ~ σπουδή

*h1leudh- ~ *h1loudh-ἐλεύθωεἰλήλουθα (< *e-h1le-h1loudh-)

Αν παραδείγματα όπως τα παραπάνω έδρασαν αναλογικά ώστε το ζεύγος *awaud- ~ *awoud- να εξελιχθεί στο *aweud- ~ *awoud- τότε η αναμενόμενη ρηματική ρίζα *awaud- μπορεί να αντικαταστάθηκε σε κάποια φάση από τον αναλογικό νεωτερισμό *aweud- που χρειαζόμαστε, ώστε να επικαλεστούμε την ανομοίωση *aweud- > aweyd- = ἀϝείδω.

Αυτή είναι η μόνη ετυμολογική πορεία που κατάφερα να σκεφτώ, ώστε να γίνει αποδεκτή η ετυμολόγηση του Silher, λαμβάνοντας όμως υπ΄όψη και το λαρυγγικό που ο Sihler εξαφάνισε, χωρίς να μας εξηγήσει το γιατί.

Η ανομοίωση *wew > wey έγινε σε συγχρονικά ενδομορφηματική θέση, γιατί το σύμπλεγμα *wew που προέκυψε σε διαμορφηματική θέση διατηρήθηκε αυτούσιο μέχρι και την ελληνιστική περίοδο. Τα καλύτερα παραδείγματα που δείχνουν την τελευταία παρατήρηση είναι:

– η διπλασιασμένη μετοχή της ρηματικής ρίζας *werh1- «μιλάω» > wewr.h1-menos >  ϝεϝρημένος = εἰρημένος (λ.χ. πεφωτισμένος, γεγραμμένος, τεθλασμένος κλπ). Ο τύπος ϝεϝρημένος απαντά σε επιγραφή των Μυκηνών που χρονολογείται στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα.

– η βοιωτική μετοχή παρακειμένου ϝεϝυκονομειόντων (< ϝεϝοικ-, με τυπική ύστερη βοιωτική μονοφθογγοποίηση οι>υ και αιολικό επίθημα ενεργητικής μετοχής παρακειμένου = αττικο-ιωνικό ᾠκονομηκότων) βρέθηκε σε επιγραφή του βοιωτικού Ορχομενού που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 3ου π.Χ. αιώνα.

wewremenos

Advertisements

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

5 responses to “Η ανομοίωση wew » wey στην Ελληνική: ἔειπον και ἀείδω

  1. Χρήστος

    Το σημερινό άρθρο είναι στολίδι. Δείχνει ότι η επιστήμη εκτός από αυστηρότητα έχει και ομορφιά. Μ’ αρέσει η διαδικασία παραγωγής γνώσης για την εξάλειψη των “ενοχλητικών” ατελειών, το -ι- στο είπον στην περίπτωση αυτή, ακριβώς όπως ο λούστρος λειαίνει το μάρμαρο και εξαλείφει την τραχύτητα.

    Επίσης μπράβο που ανέλυσες το -h2 που ξέφυγε από τον Σίλερ (αν και θα στο ρώταγα αν δεν το έκανες, δεν θα το γλύτωνες 🙂 ).

    Διάβαζα για τον Αόριστο και τον Παρατατικό και τις διαφορές τους. Οι αναδιπλασιασμένοι αόριστοι είναι εξαιρετικά σπάνιοι. (Μόνο το ήγαγον συνάντησα). Συνήθως οι αναδιπλασιασμοί χρησιμοποιούνται από το ενστ-παρατ. θέμα για διαφοροποίηση από του αορ.
    Μερικές φορές χρησιμοποιείται και μετάπτωση. Πχ μηδενικός βαθμός στο εσπόμην.
    Υπάρχει άλλο παράδειγμα αορίστου εκτός του σημερινού θέματος που να έχει και αναδιπλασιασμό και μηδενική βαθμίδα? (Ίσως να ναι και μοναδικό γιατί είναι πολύ αρχαϊκό βέβαια).

  2. Χρήστος

    Σπάω το κεφάλι μου να βρω γιατί είναι ήγαγον. Και τώρα που έγραψες το έπεφνον το κατάλαβα. Άρα το ήγαγον είναι : e-h2eg-h2g-o-m.
    Άρα στα τέσσερα αυτά ρήματα έειπον, άειδω, ήγαγον, έπεφνον παρατηρούμε: αύξηση + αναδιπλασιασμό+μηδενικό βαθμό ρίζας.

    Οπότε, μπορούμε να πούμε ότι υπήρχε ποικιλία σχηματισμού αορίστου με αυτήν την μορφή?

    • Στον Ελληνο-Άριο κλάδο σίγουρα υπήρχε αυτός ο αόριστος (έστω και σπάνια) αφού τον βρίσκουμε στην Ελληνική και στην Σανσκριτική.

      Αυτό που δεν ξέρω είναι αν υπήρχε και στην Μέση/Ύστερη ΠΙΕ εν γένει ή αν πρόκειται για ελληνο-άριο νεωτερισμό.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s