Η ΙΕ ρίζα *krei- «κοσκινίζω, διακρίνω»: η κρίση και το κρίμα

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τους πολλούς και γνωστούς απογόνους της ΙΕ ρίζας *krei- «κοσκινίζω, διακρίνω». Η ρίζα αυτή είναι παράγωγο της βασικότερης ρίζας *(s)ker- = «κόβω» (*(s)kr-ei- > *krei-, κόβω > τέμνω > χωρίζω/διακρίνω), όπως λ.χ. η ρίζα *sreu- «ρέω» είναι παράγωγο της ρίζας *ser- «ρέω» (*sr-eu- > *sreu-, λ.χ. *sor-os > ὀρός ~ serum). Για το λόγο αυτό, οι Mallory-Adams δεν παρουσιάζουν την ρίζα *krei-, αλλά ανάγουν το παράγωγό της *krei-dhrom = «κόσκινο» (λ.χ. λατινικό crībrum, Παλαιό Ιρλανδικό krīathar, Παλαιό Αγγλικό hrīder ~ hridder) απευθείας στην ρίζα *(s)ker- «κόβω».

Με την ευκαιρία, παρουσιάζω και την άλλη ρηματική ΙΕ ρίζα *seh1(i)- «κοσκινίζω» που έχει δώσει, μεταξύ πολλών άλλων, τα ελληνικά *seh1-dh- *hēth- > ēth- (η δασεία χάθηκε λόγω του νόμου του Grassmann) > ἠθέω = «κοσκινίζω» και ἠθμός = «κόσκινο» και τα παλαιοσλαβωνικά sěti = «κοσκινίζω» και *seh1i-tom > *seitom > sito = «κόσκινο», που μάλλον κρύβεται πίσω από την νεοελληνική μας σίτα/σήτα, αν και μερικοί ανάγουν την τελευταία στην αρχαία ποικιλία σήθω = ἠθέω που δείχνει ένα ανώμαλα διατηρημένο αρχικό *s-, όπως και το αλβανικό shosh. Επειδή ο αναμενόμενος «γνήσιος» αλβανικός τύπος είναι **gjosh (λ.χ. gjashtë, gjarpërgjysh) μερικοί θεωρούν το αλβανικό shosh αρχαιοελληνικό δάνειο εκ του σῆσις = «κοσκίνισμα» (με κανονικό *ē>ā>o όπως στο μηχανή > γκεγκικό mokën ~ τοσκικό mokër = «μυλόπετρα»). Ίσως όμως να είναι «γνήσιος» αλβανικός όρος που απλώς δείχνει μια ανώμαλη διατήρηση του αρκτικού *s (σαν τις παραπάνω ανώμαλες ελληνικές ποικιλίες σήθω, σῆσις των κανονικών ἠθέω, ἠθμός), όπως το μόνο άλλο παρόμοια ανώμαλο αλβανικό παράδειγμα που έχω βρει: *suH- «βρέχει» > αλβανικό shi = «βροχή» ~ ελληνικά ὕω και ὑετός = «βροχή».

sieve

Το οργανικό (instrumental) επίθημα *-dhrom του όρου *krei-dhrom = «κόσκινο» ανήκει στην μεγάλη κατηγορία οργανικών επιθημάτων σε *-dhrom/*-dhlom που στην Ελληνική έδωσαν τα επιθήματα -θρον/-θλον (λ.χ. *gwem-*gwm.-dhrom > βάθρον, μέλπηθρον = «παιχνίδι ~ όργανο διασκέδασης/μολπής», *sed- > *sed-e-dhlom > ἕδεθλον = ἕδος/ἕδρα, ἄγεθλον) και στην Λατινική τα επιθήματα *-brum/-bulum (λ.χ. *leuh3- > *luh3-dhrom > lūbrum = λοετρόν ~ λουτρόν [< *lewh3-trom], το ελληνικό λοετρόν είναι προϊόν αντιμετάθεσης *λεϝοτρόν > λοϝετρόν, *steh2- > *sth2-dhlom > stabulum = «στάβλος», με ανάπτυξη -bl- > bul-).

Το ζεύγος συνωνύμων ἠθμός = crībrum = «κόσκινο» απαντά στην ανατομική ορολογία μιας και στο ηθμοειδές οστό του κρανίου υπάρχει το ηθμοειδές/τετρημένο πέταλο = cribriform lamina/plate, από τα τρήματα (= τρυπούλες/foramina) τoυ οποίου διέρχονται οι οσφρητικές νευρικές ίνες που συνδέουν τους οσφρητικούς υποδοχείς, που βρίσκονται στον βλεννογόνο της οροφής των ρινικών κοιλότητων, με τους οσφρητικούς βολβούς, όπου βρίσκεται το κέντρο της όσφρησης.

cribriform

olfactory

Αυτά με το «κόσκινο» και το «κοσκίνισμα». Ας συνεχίσουμε παρακάτω.

Επειδή το «κοσκίνισμα» είναι μια διαδικασία διαχωρισμού που ξεχωρίζει τα σωματίδια που χωράνε να περάσουν από τις τρύπες από αυτά που δεν χωράνε και μένουν στο κόσκινο, η ρίζα *krei- απέκτησε και τη γενικότερη σημασία «διαχωρίζω».

Έτσι προέκυψε το ελληνικό ρήμα *kri-n-yō > *krinʲnʲō > κρίνω (με μακρό //) ~ αιολικό κρίννω (με βραχύ /ι/) με βασική αρχική σημασία «ξεχωρίζω» και με δευτερογενή σημασία (πού τελικά επικράτησε) «αποφασίζω, ζυγίζω νοητά, επιλέγω». Η σημασιακή μεταβολή έγινε γιατί το νοητικό ζύγισμα απαιτεί την ικανότητα διακρίσεως σωστού-λάθους, χρήσιμου-άχρηστου, σημαντικού-ασήμαντου, επωφελούςανωφελούς κλπ.

krinyo

Έτσι ο όρος *kri-tis > κρίσις κατέληξε να σημαίνει τόσο την ικανότητα/διαδικασία λήψης αποφάσεων όσο και την «κρίσιμη» στιγμή στην οποία πρέπει να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις.

Άλλος συγγενής όρος είναι το *kri-mn. > κρίμα = «απόφαση» (θα περιμέναμε *krei-mn. > **κρεῖμα που ίσως κρύβεται πίσω από την ποικιλία κρῖμα).

Όταν σήμερα λέμε «το κρίμα στο λαιμό σου» εννοούμε «όποιος κρίνει = αποφασίζει είναι υπεύθυνος και για τις συνέπειες του κρίματος = αποφάσεως».

Αυτός που κρίνει είναι ο κριτής, το ρηματικό επίθετο που δηλώνει αυτόν που κρίνεται είναι *kri-tos > κριτός, ενώ ο (κατά)κριτέος είναι αυτός που αξίζει να υποστεί κρίση = δίκη.

Από την άλλη, ο ἔκκριτος είναι ο «επίλεκτος, εκλεκτός, ξεχωριστός», δηλαδή ο διακεκριμένος, όπως ο πρόκριτος είναι ο «εκλεγμένος» που έχει προκριθεί από το λαό».

Ο ἀκριτόμυθος μιλάει άκριτα = δίχως κρίση, ενώ ο ἀκριτόβουλος δίνει κακόκριτες/ασύνετες συμβουλές.

Το ρήμα ἐγκρίνω σημαίνει αποδέχομαι κάποιον μετά από κρίση/εξέταση και αυτός που έχει εγκριθεί είναι ἔγκριτος.

Όταν εξετάζω μαζί δύο αντικείμενα τα συγκρίνω, ενώ αποκρίνομαι όταν απαντώ ύστερα από σκέψη/κρίση.

Πάμε τώρα στην Λατινική. Το ΙΕ ρήμα *kri-n-ō έδωσε το λατινικό ρήμα cernō = κρίνω, όπως το *trityos έγινε tertius = τρίτος.

Το «κοσκινίζω» στην Βλαχική/Αρουμανική είναι ntsernu/ndzernu (< λατινικό in-cernō ~ ἐν-κρίνω > ἐγκρίνω) και στην Ρουμανική cern.

Στα ελληνικά ἐκ-κρίνω > εκκρίνω και  δια-κρίνω ~ ξε-χωρίζω αντιστοιχεί το λατινικό sē-cernō > sēcernō.

Ξανά, τα ζεύγη εκκρίνω = secerno, έκκριση = secretion (λ.χ. secretagogue = εκκριταγωγός = ουσία/ερέθισμα που διεγείρει την έκκριση) και εκκριτικός = secretory απαντούν στην βιοϊατρική ορολογία (λ.χ. εκκριτικά κύτταρα, εκκριτικός πόρος, κυτταρικές/αδενικές εκκρίσεις κλπ).

Ενδοκρινείς αδένες (endocrine glands) = οι αδένες που εκκρίνουν τις ορμόνες τους εντός του αίματος (λ.χ. τα κύτταρα β των παγκρεατικών νησίδων του Langerhans εκκρίνουν την Ινσουλίνη στο αίμα).

Εξωκρινείς αδένες (exocrine glands) = οι αδένες που εκκρίνουν ουσίες έξω από το αίμα (συνήθως μέσω ενός εκκριτικού πόρου σε κάποια κοιλότητα ή στο δέρμα, λ.χ. οι ιδρωτοποιοί αδένες, οι σιελογόνοι αδένες και η εξωκρινής μοίρα του παγκρέατος που εκκρίνει στην δεύτερη μοίρα του δωδεκαδακτύλου μέσω του μείζονος παγκρεατικού πόρου του Wirsung -και του επικουρικού πόρου του Santorini σε όσους τον έχουν- που εκβάλλει στο φύμα του Vater έχοντας ήδη δεχτεί και τον χοληδόχο πόρο).

pancreas

Ας γυρίσουμε όμως στο λατινικό ρήμα sēcernō. Όσοι γνωρίζετε έστω και στοιχειώδη Αγγλικά ξέρετε δύο άλλους απογόνους του λατινικού αυτού ρήματος: secret = «μυστικό» και secretary = «γραμματέας». Το μυστικό είναι κάτι που χρειάζεται ξεχωριστό (διακριτικό ~ discreet) χειρισμό (λατινικό ρηματικό επίθετο sēcrētus) ως προς αυτά που πρέπει να κοινοποιηθούν, ενώ ο sēcrētārius ήταν ο έμπιστος του Ρωμαίου αυτοκράτορα, στον οποίο ο δεύτερος είχε την άνεση να εκμυστηρευτεί αυτά ποy τον απασχολούσαν. Οι μεσαιωνικοί και ελληνόφωνοι Ρωμαίοι αργότερα το μετέφρασαν σε «Μυστικός» αν και διατήρησαν όρους όπως τα αξιώματα Ἀσηκρῆτις και Πρωτασηκρῆτις.

Το λατινικό ρηματικό επίθετο sēcrētus = «ξεχωριστός, διακεκριμένος» απέκτησε την ειδική σημασία «καταραμένος, ερημωμένος, εγκαταλελειμμένος» στην Αλβανική και στην Ρουμανική (shkretë ~  săcret).

Άλλοι απόγονοι του λατινικού cernō που μπορεί να έχετε ακούσει είναι τα αγγλικά ρήματα concern, discern (> discrete, discreetdiscretion).

Advertisements

7 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

7 responses to “Η ΙΕ ρίζα *krei- «κοσκινίζω, διακρίνω»: η κρίση και το κρίμα

  1. Kostas

    Συγνώμη για το άσχετο της ερώτησης αλλά μήπως μπορείς να μου πεις τι ξέρουμε για την ετυμολογία του “καραγκούνης” και μερικά πράγματα για την ιστορία τους (της Θεσσαλίας)?

    Επίσης μήπως έχεις να πεις κάτι για τα τοπωνύμια μπουχούστα ,μερτς του νομού Τρικάλων?

    • Το πιθανότερο για το «Καραγκούνης» είναι αυτός που φοράει μαύρη (τουρκ. καρά) γούνα [δλδ την ποιμενική «μπαρούτσα»].

      Για τα τοπωνύμια θα ψάξω και θα σου πω Κώστα.

      • Kostas

        Οκ ευχαριστώ! Κάποια σοβαρή εθνολογική ανάλυση υπάρχει κάπου? Γιατί με ένα γκουγκλαρισμα βρήκα κάτι για Μεγαλέξανδρους και γηγενείς πελασγούς κτλπ…

      • Ξέρω ότι έχεις σίγουρα την κρίση (μιας και η λέξη ήταν το θέμα της ανάρτησης 🙂 ) να καταλάβεις ότι όταν διαβάζεις για Μεγαλέξανδρους και γηγενείς Πελασγούς, ότι διαβάζεις καρτούν.

        Δεν έχει τύχει να διαβάσω κάτι απτο και σοβαρό για τους Καραγκούνηδες.

        Απλώς ξέρω ότι και οι Καρακατσάνοι/Σαρακαρατσάνοι (= στα τουρκικά οι μαυρένδυτοι νομαδικοί ποιμένες) μάλλον πήραν κι αυτοί το όνομα τους από την μαύρη ποιμενική «μπαρούτσα».

  2. Kostas

    ΟΚ ευχαριστώ. Μιλάω με μια φίλη καραγκούνα και είχαμε κάποιες απορίες!

  3. Ψέκκας

    Δεν ξέρει κανείς αν οι Καραγκούνηδες είναι επιβίωση κάποιας παλιότερης διακριτής ταυτότητας, αλλά σίγουρα οι κάτοικοι κάθε περιοχής έχουν μια δική τους ιστορία που είναι απίθανο να την μάθουμε και κυρίως δεν ξέρουμ αν είναι ένας πληθυσμός που μαζεύτηκε απο διαφορετικές περιοχές και πότε. Μόνο η ανθρωπολογία θα δείξει. Αν μαζευτούν 20 άτομα καθαροι Καραγκούνηδες και κάνουν τεστ DNA θα μάθουμε αμέσως.

    • Αν μαζευτούν 20 άτομα καθαροι Καραγκούνηδες και κάνουν τεστ DNA θα μάθουμε αμέσως.
      —–

      Το DNA δεν θα σου δείξει τίποτε βρε Ψέκκα.

      Αν θέλεις να μάθεις για τους Καραγκούνηδες θα εξετάσεις τα χαρακτηριστικά τους επώνυμα, το χαρακτηριστικό λεξιλόγιο (αν υπάρχει) κλπ, ήθη και έθιμα κλπ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s