Παρατηρήσεις στα βιβλία 9-10-11 της Αλεξιάδας #Γ2: Η Πρώτη Σταυροφορία

Μετά τα Ιστορικά Προλεγόμενα της Α΄ Σταυροφορίας παραθέτω στην σημερινή ανάρτηση την περιγραφή των γεγονότων στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής.

1) Εισαγωγή και Σύλληψη της Σταυροφορικής Ιδέας

Η Κομνηνή χρεώνει την σύλληψη της σταυροφορικής ιδέας στον «Κουκόπετρο» (Πέτρος ο Ερημίτης). Ο Αλέξιος «έμαθε ξαφνικά» για την επέλευση «ἀπείρων Φραγγικῶν στρατευμάτων» στην Κωνσταντινούπολη, την οποία φοβόταν (ἐδεδίει) γιατί ήξερε την Κελτική τους φύση. Η Κομνηνή βρίσκει εδώ την ευκαιρία να σκιαγραφήσει το “identikit” της «Κελτικῆς φύσεως». Ο Αλέξιος δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια αλλά προετοιμάστηκε για ενδεχόμενη μάχη. Οι Σταυροφόροι ανήκουν στο «γένος βαρβάρων» που κατοικεί στην «Ἑσπέρα», «πέραθεν» του Αδρίου Πόντου μέχρι τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ) και διέσχισαν την Ευρώπη από την μια άκρη στην άλλη με σκοπό να διαπεραιωθούν στην Ασία.

[10.5.4] Τὰ μὲν οὖν κατὰ τὸν αὐτοκράτορα μέχρι τῆς … ἐπινεμήσεως τοῦ … ἔτους κατὰ τὸν εἰρημένον τρόπον προβέβηκεν· οὔπω δὲ μικρὸν ἑαυτὸν ἀναπαύσας λογοποιουμένην ἠκηκόει ἀπείρων Φραγγικῶν στρατευμάτων ἐπέλευσιν. Ἐδεδίει μὲν οὖν τὴν τούτων ἔφοδον γνωρίσας αὐτῶν τὸ ἀκατάσχετον τῆς ὁρμῆς, τὸ τῆς γνώμης ἄστατον καὶ εὐάγωγον καὶ τἆλλα ὁπόσα ἡ τῶν Κελτῶν φύσις ὡς ἴδια ἢ παρακολουθήματά τινα ἔχει διὰ παντὸς καὶ ὅπως ἐπὶ χρήμασι κεχηνότες ἀεὶ διὰ τὴν τυχοῦσαν αἰτίαν τὰς σφῶν συνθήκας εὐκόλως ἀνατρέποντες φαίνονται. Εἶχε γὰρ ἀεὶ τοῦτο ᾀδόμενον καὶ πάνυ ἐπαληθεῦον. Καὶ οὐκ ἀναπεπτώκει, ἀλλὰ παντοίως παρεσκευάζετο, ὥστε καιροῦ καλοῦντος ἕτοιμον πρὸς τὰς μάχας εἶναι. Καὶ γὰρ καὶ πλέω καὶ φοβερώτερα τῶν φημιζομένων λόγων ἦσαν τὰ πράγματα. Πᾶσα γὰρ ἡ ἑσπέρα καὶ ὁπόσον γένος βαρβάρων τὴν πέραθεν Ἀδρίου μέχρις Ἡρακλείων στηλῶν κατῴκει γῆν, ἅπαν ἀθρόον μεταναστεῦσαν ἐπὶ τὴν Ἀσίαν διὰ τῆς ἑξῆς Εὐρώπης ἐβάδιζε πανοικὶ τὴν πορείαν ποιούμενον. Ἔσχε δὲ τὰ κατὰ τὴν τοιαύτην συγκίνησιν τὴν αἰτίαν ἐνθένδε ποθέν.

Τα χαρακτηριστικά της Κελτικής φύσεως είναι:

– Το ακατάσχετο της ορμής τους, δηλαδή η ανεξέλεγκτη παρορμητικότητά τους (θυμικό που δεν ελέγχεται από τη λογική)

– Το άστατο και ευάγωγο της γνώμης τους, δηλαδή έχουν άστατο και εύκολα χειραγωγίσιμο χαρακτήρα.

– «ἐπὶ χρήμασι κεχηνότες ἀεὶ» = μένουν με ανοιχτό το στόμα (χάσκω/χαίνω) όταν βλέπουν χρήματα και προκειμένου να πλουτίσουν αθετούν εύκολα τις συμφωνίες (συνθήκες) που έχουν κάνει.

Πως ξεσηκώθηκε «πᾶσα γὰρ ἡ Ἑσπέρα» και «ὁπόσον γένος βαρβάρων τὴν πέραθεν Ἀδρίου μέχρις Ἡρακλείων στηλῶν κατῴκει γῆν»; Εδώ η Κομνηνή μας μιλάει για τον «Κελτό» προσκυνητή των Αγίων Τόπων «Κουκόπετρο», ο οποίος διεκήρυξε σε όλες τις χώρες των Λατίνων και σε όλους τους κόμητες της Φραγγίας την λύτρωση των Ιεροσολύμων από τα χέρια των «Ἀγαρηνών».

[10.5.5] Κελτός τις Πέτρος τοὔνομα, τὴν ἐπωνυμίαν Κουκούπετρος, εἰς προσκύνησιν τοῦ ἁγίου τάφου ἀπελθὼν καὶ πολλὰ δεινὰ πεπονθὼς παρὰ τῶν τὴν Ἀσίαν πᾶσαν λῃζομένων Τούρκων τε καὶ Σαρακηνῶν μόγις ἐπανῆλθεν εἰς τὰ ἴδια. Καὶ διαμαρτὼν τοῦ σκοποῦ οὐκ ἔφερεν, ἀλλ’ αὖθις ἠβούλετο τῆς αὐτῆς ἅψασθαι ὁδοῦ. Συνιδὼν δὲ ὡς οὐ χρὴ μόνον αὖθις τῆς πρὸς τὸν ἅγιον τάφον ὁδοιπορίας ἅψασθαι, ἵνα μὴ χεῖρόν τι γένηταί οἱ, βουλὴν βουλεύεται συνετήν. Ἡ δὲ ἦν διακηρυκεῦσαι εἰς ἁπάσας τὰς τῶν Λατίνων χώρας ὡς «Ὀμφὴ θεία παρακελεύεταί με πᾶσι τοῖς ἐν Φραγγίᾳ κόμησι κηρῦξαι, ἅπαντας τῶν ἰδίων ἀπᾶραι καὶ εἰς προσκύνησιν τοῦ ἁγίου τάφου ἀπελθεῖν καὶ σπεῦσαι ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ τῆς τῶν Ἀγαρηνῶν τὰ Ἱεροσόλυμα λυτρώσασθαι χειρός».

Το κήρυγμά του είχε μεγάλη επιτυχία και οι Κελτοί συγκεντρώθηκαν από όλα τα μέρη, όπως οι παραπόταμοι συρρέουν σε ένα μεγάλο ποτάμι, το οποίο προσέρρευσε «σε εμάς» με πλήρη ορμή, κυρίως διαμέσω της χώρας των «Δακών» (= Ούγγρων).

[10.5.6] Καὶ μέντοι καὶ κατώρθωκεν. Ὥσπερ γάρ τινα θείαν ὀμφὴν ἐνθέμενος εἰς τὰς ἁπάντων ψυχὰς τοὺς ὁπουδήποτε Κελτοὺς ἄλλον ἀλλαχόθεν σὺν ὅπλοις καὶ ἵπποις καὶ τῇ λοιπῇ τοῦ πολέμου παρασκευῇ συναθροίζεσθαι παρεσκεύαζε. Κἀκεῖνοι μὲν οὕτως εἶχον προθυμίας τε καὶ ὁρμῆς καὶ πᾶσα λεωφόρος τούτους εἶχε· συνεπῄει δὲ τοῖς στρατιώταις ἐκείνοις Κελτοῖς καὶ ψιλὸν ὑπὲρ τὴν ἄμμον καὶ τὰ ἄστρα πλῆθος φοίνικας φέρον καὶ σταυροὺς ἐπ’ ὤμων, γύναιά τε καὶ τέκνα τῶν σφῶν ἐξεληλυθότα χωρῶν. Καὶ ἦν ὁρᾶν αὐτοὺς καθάπερ τινὰς ποταμοὺς ἁπανταχόθεν συρρέοντας καὶ διὰ τῶν Δακῶν ὡς ἐπίπαν [πρὸς τὰς] πρὸς ἡμᾶς ἐπερχομένους πανστρατιᾷ.

Εδώ η Κομνηνή παρουσιάζει έναν οιωνό. Πριν φτάσουν οι Σταυροφόροι είχε προηγηθεί ένα σμήνος ακρίδων που αφήσε άθικτα τα σιτηρά, αλλά κατέφαγε τους αμπελώνες, ενδεικτικό το ότι το Κελτικό στράτευμα δεν θα πείραζε τους [Ορθόδοξους] Χριστιανούς, αλλά θα στρεφόταν εναντίον των «βάρβαρων Ισμαηλιτών» που ρέπουν προς την μέθη και τον οίνο ως «δούλοι του Διονύσου» και είναι «γένος τρίδουλον» στα «κακά της Αφροδίτης». Οι Σταυροφόροι δεν ήρθαν όλοι με μιας, αλλά σε πολλά διαδοχικά κύματα με κάποιους να διασχίζουν την Αδριατική από την «Λογγιβαρδία» (= Νότιο Ιταλία) στο Δυρράχιο. Επομένως, ο Αλέξιος έστειλε μερικούς αρχηγούς των Ρωμαϊκών δυνάμεων στο Δυρράχιο και τον Αυλώνα να υποδεχτούν τα «Φραγγικά τάγματα», αλλά και να τους παρακολουθούν, ώστε να τους ανασχέσουν με ακροβολισμούς αν επιχειρήσουν να λεηλατήσουν τα παρακείμενα μέρη. Μαζί με αυτούς τους αρχηγούς στάλθηκαν και διερμηνείς «τῆς Λατινικῆς διαλέκτου εἰδήμονες», για να επιλύουν καβγάδες («μάχες») που ενδεχομένως να προέκυπταν.

[10.5.7] Προηγήσατο δὲ τῆς τῶν τοσούτων λαῶν ἐλεύσεως ἀκρὶς τῶν μὲν πυρῶν ἀπεχομένη, τοὺς δὲ ἀμπελῶνας δεινῶς κατεσθίουσα. Ἦν δ’ ἄρα τοῦτο τὸ σύμβολον, ὡς οἱ τότε συμβολομάντεις ἀπεμαντεύοντο, ὡς ἡ ἔφοδος τοῦ τοσούτου Κελτικοῦ στρατεύματος τῶν μὲν Χριστιανικῶν πραγμάτων ἀπόσχηται, δεινῶς δ’ ἐπιβρίσειε κατὰ τῶν βαρβάρων Ἰσμαηλιτῶν μέθῃ καὶ οἴνῳ καὶ τῷ Διονύσῳ δεδουλευκότων. Τοῦτο γὰρ τὸ γένος Διονύσῳ τε ὑπείκει καὶ Ἔρωτι καὶ πρὸς παντοίας μίξεις καταφορώτατον καὶ μὴ συμπεριτεμνόμενον τῇ σαρκὶ καὶ τὰ πάθη, καὶ ἔστιν οὐδὲν ἄλλο ἢ δοῦλον καὶ τρίδουλον τῶν τῆς Ἀφροδίτης κακῶν. Ἔνθεν τοι καὶ τὴν Ἀστάρτην αὐτοὶκαὶ τὴν Ἀσταρὼθ προσκυνοῦσι καὶ σέβονται καὶ τοῦ ἄστρου τὸν τύπον περὶ πλείονος τίθενται καὶ τὴν χρυσῆν παρ’ ἐκείνοις Χοβάρ. Ὁ μέντοι σῖτος εἰς τὸν χριστιανισμὸν τοῖς συμβολικοῖς τούτοις ἐξελαμβάνετο διὰ τὸ νηφάλιόν τε καὶ τροφιμώτατον. Οὕτω μὲν οὖν οἱ μάντεις τὰς ἀμπέλους καὶ τὸν πυρὸν ἐξεδέξαντο.

[10.5.8] Ἀλλὰ τὰ μὲν περὶ τῶν μάντεων οὕτως ἐχέτω· τὰ δὲ κατὰ τὴν ἔφοδον τῶν βαρβάρων οὕτω παρηκολουθήκει καὶ καινόν τι κατανοεῖν τοῖς γε νοῦν ἔχουσιν ἐνῆν. Τῆς γὰρ τῶν τοσούτων ἐλεύσεως οὐχ ὁμοῦ οὐδὲ κατὰ ταὐτὸν γινομένης (καὶ πῶς γὰρ τοσαῦτα πλήθη ἐκ διαφόρων τόπων ἐξορμήσαντα ὁμαδὸν τὸν τῆς Λογγιβαρδίας πορθμὸν διανήξασθαι ἐνῆν;) οἱ μὲν πρῶτοι, οἱ δὲ δεύτεροι, οἱ δὲ τούτων ὄπισθεν καὶ καθεξῆς οἱ ἅπαντες τὸν ἀπόπλουν οὕτω ποιούμενοι διὰ τῆς ἠπείρου διήρχοντο. Προηγεῖτο δὲ ἑκάστου στρατεύματος τούτων ἀκρὶς ἀμύθητος, ὡς ἔφαμεν. Ἅπαντες γοῦν ἅπαξ καὶ δὶς τοῦτο θεασάμενοι προδρόμους ταύτας τῶν Φραγγικῶν ταγμάτων ἐγνώρισαν.

[10.5.9] Ὡς δὲ σποράδην τινὲς τὸν τῆς Λογγιβαρδίας διεπέρων ἤδη πορθμόν, ὁ αὐτοκράτωρ μετακαλεσάμενός τινας τῶν ῥωμαϊκῶν δυνάμεων ἀρχηγοὺς ἐκπέμπει τού τους πρὸς τὰ μέρη Δυρραχίου καὶ Αὐλῶνος ἐντειλάμενος δέχεσθαι μὲν προσηνῶς τοὺς διαπερῶντας πανηγύρεις τε δαψιλεῖς ἐξ ἁπασῶν τῶν χωρῶν κατὰ τὴν ὁδὸν ἐξάγειν, εἶτα ἐνεδρεύειν παρακολουθοῦντας διόλου καὶ ἐπὰν ἐκδρομάς τινας τούτους θεάσοιντο ποιουμένους εἰς προνομὴν τῶν παρακειμένων χωρῶν ἐκτρέχοντας, ἀναστέλλειν διὰ μετρίων ἀκροβολισμῶν. Συμπαρῆσαν δὲ τούτοις καί τινες τῆς λατινικῆς διαλέκτου εἰδήμονες, ἵνα τὰς ἀναφυομένας μεταξὺ μάχας καταστέλλωσιν.

Στη συνέχεια, η Κομνηνή περιγράφει τον «Γοντοφρέ» (Γοδεφρείδος/Godfrey) λέγοντας πως ήταν πολυχρήματος και καυχιόταν για την ανδρεία και την γενναιότητα (ευγένεια) τόσο την δική του όσο και των προγόνων του. Οι Κελτοί, μας πληροφορεί η Κομνηνή, διέπονται από ένα είδος άμιλλας, όπου ο ένας ευγενής προσπαθεί να ξεπεράσει τον άλλο. Αντίθετα με τους «απλούστερους», που έγιναν σταυροφόροι από αληθώς θρησκευτικά κίνητρα, «οι πονηρότεροι όπως ο Βαϊμούντος (Βοημόνδος/Bohemond) και οι ομόφρονές του» ενδόμυχα ήθελαν να κατακτήσουν την Κωνσταντινούπολη (τὴν βασιλεύουσαν κατασχεῖν). «Έτσι είναι το Κελτικό γένος», καταλήγει ο Κομνηνή, αρκετά «θερμόαιμο» και παρορμητικό («οξύ»), και μόλις αδράξει μια αφορμή/ευκαιρία «ἀκάθεκτον».

[10.5.10] Ἀλλ’ ὅπως σαφέστερον ἀφηγησαίμην τὸ πρᾶγμα καὶ κατὰ μέρος, ταύτης τῆς φήμης διαδραμούσης ἁπανταχοῦ πρῶτος ὁ Γοντοφρὲ τὴν ἰδίαν ἀπεμπολήσας χώραν τῆς προκειμένης ὁδοῦ εἴχετο. Ἀνὴρ δὲ οὗτος πολυχρήματος καὶ ἐπὶ γενναιότητι καὶ ἀνδρείᾳ καὶ γένους περιφανείᾳ μεγάλως αὐχῶν· ἕκαστος γὰρ τῶν Κελτῶν ἔσπευδε προτρέχειν τῶν ἄλλων. Καὶ γέγονε συγκίνησις οἵαν οὐδέπω τις μέμνηται ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, τῶν μὲν ἁπλουστέρων ὡς τὸν τοῦ Κυρίου προσκυνῆσαι τάφον καὶ τὰ κατὰ τοὺς ἱεροὺς ἱστορῆσαι τόπους ἐπειγομένων ἐπ’ ἀληθείᾳ, τῶν δέ γε πονηροτέρων καὶ μᾶλλον ὁποῖος ὁ Βαϊμοῦντος καὶ οἱ τούτου ὁμόφρονες ἄλλον ἐνδομυχοῦντα λογισμὸν ἐχόντων, εἴ που ἐν τῷ διέρχεσθαι δυνηθεῖεν καὶ αὐτὴν τὴν βασιλεύουσαν κατασχεῖν καθάπερ πόρισμά τι ταύτην εὑρηκότες. Ἐτάρασσε δὲ τὰς τῶν πλειόνων καὶ γενναιοτέρων ψυχὰς ὁ Βαϊμοῦντος ὡς παλαιὰν μῆνιν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος τρέφων. Ὁ μὲν οὖν Πέτρος μετὰ τὸ ταῦτα διακηρυκεῦσαι πάντων προηγησάμενος τὸν τῆς Λογγιβαρδίας διεπέρασε πορθμὸν μετὰ πεζῶν μὲν χιλιάδων ὀγδοήκοντα, ἱππέων δὲ χιλιάδων ἀνδρῶν ἑκατὸν καὶ διὰ τῶν μερῶν τῆς Οὐγγρίας τὴν βασιλεύουσαν κατέλαβεν. Ἔστι μὲν γὰρ τὸ τῶν Κελτῶν γένος, ὡς εἰκάσαι τινά, καὶ ἄλλως λίαν θερμότατον καὶ ὀξύ, ἐπὰν δὲ καὶ ἀφορμῆς δράξοιτο, ἀκάθεκτον.

2) Πρώτες Συγκρούσεις με τους Τούρκους στην Βιθυνία

Πριν συγκεντρωθούν όλες οι σταυροφορικές δυνάμεις, ο Κουκόπετρος, αγνοώντας την συμβουλή του Αλεξίου, διέβηκε τον Βόσπορο και μαζί με 10.000 Νορμανδούς άρχισαν να λεηλατούν την χώρα της Νίκαιας σφάζοντας, καίγοντας και σκολοπίζοντας μέχρι και τα βρέφη των Τούρκων και κατάφεραν να νικήσουν σε μάχη τους Τούρκους, χωρίς όμως να εκπορθήσουν την Νίκαια. Επιστρέφοντας στην Ελενούπολη, έγινε καβγάς για την διανομή των λαφύρων και «οἱ τολμητίαι Νορμανοί» (τολμητίᾱς ~ τολμητής) έκαναν μια δεύτερη επιδρομή στην οποία εκπόρθησαν την Ξερίγορδο / το Ξερίγορδον. Το δεύτερο συνθετικό -γορδος/-γορδον σημαίνει σίγουρα «κάστρο» από την ΙΕ ρίζα *ghordhos = «περιτειχισμένος οικισμός» και είναι είτε φρυγικό (λ.χ. Γόρδιον) είτε ύστερο πρωτο-σλαβικό (*gordŭ, ένα βήμα μετά το πρώιμο πρωτο-σλαβικό *gardŭ [λ.χ. Γαρδίκι] και ένα βήμα πριν το νοτιοσλαβικό μετατεθειμένο *gradŭ) από τους «Σλαβησιάνους» που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή το 762 μ.Χ. Έχω περιγράψει τους «Σκλαβησιάνους/Σθλαβησιάνους» στο #6 αυτής της ανάρτησης και τα χωρία που περιγράφουν την εγκατάστασή τους σε αυτήν εδώ την ανάρτηση (γράψτε 762 στην μηχανή αναζήτησης να σας πάει κατευθείαν).

Εκτός από το Ξερίγορδον/ την Ξερίγορδον, στην ευρύτερη περιοχή υπήρχε και το Γορδόσερβον, για το οποίο -δυστυχώς- έχει επικρατήσει -εξαιτίας του γνωστού βυζαντινολόγου και συζύγου της Φανούλας Παπάζογλου Γεωργίου Οστρογκόρσκι που την προώθησε- η ευφάνταστη κατά τη γνώμη μου υπόθεση ότι ήταν χωριό «Σέρβων» της ανατολικής Μακεδονίας που ο Κώνστας Β΄ μετέφερε στην Μικρά Ασία. Πιστεύω ότι η υπόθεση ότι υπήρχαν «προκάτ» Σέρβοι στην ανατολική Μακεδονία στα μέσα του 7ου αιώνα και όχι αδιαφοροποίητοι Σλάβοι είναι ευφάνταστη και απίθανη, αν και πρέπει να ομολογήσω ότι το εθνωνύμιο «Σέρβοι» είναι πρωτο-σλαβικής καταγωγής, μιας και απαντά και στους «Σόρβους» της Λουσατίας που δεν έχουν καμία σχέση με τους βαλκάνιους Σέρβους, όπως λ.χ. οι Δρεγοβίτες της Λευκορωσίας δεν είχαν καμία σχέση με τους Δραγουβίτες της κεντρικής Μακεδονίας, απλώς ήταν αμφότεροι «κάτοικοι του βάλτου» σλαβιστί (drěgva/dryagva). Είναι πιθανότερο, κατά την γνώμη μου, το δεύτερο συνθετικό -σερβον, όπως και τα Σέρβια Κοζάνης, να ανάγεται στο λατινικό servō = «φυλάω, προστατεύω» ( λ.χ. ob-servō = επι-τηρώ, prae-servō = προ-φυλάσσω), με το πρώτο συνθετικό Γορδο- να είναι πάλι είτε σλαβικό είτε φρυγικό για «κάστρο», όπως αυτό της/του Ξερίγορδου. Με άλλα λόγια, εγώ βλέπω το «Γορδόσερβον» σαν υβριδικό φρυγολατινικό ή σλαβολατινικό τοπωνύμιο που σημαίνει  «ευερκές φυλάκιο» και όχι σαν «κάστρο των Σέρβων».

Αλλά ας γυρίσουμε στους τολμητίες Νορμανδούς που εκπόρθησαν την Ξερίγορδο.

[10.6.1] Τοῦ δὲ βασιλέως ἅπερ ὁ Πέτρος προεπεπόνθει παρὰ τῶν Τούρκων γινώσκοντος καὶ συμβουλεύοντος αὐτῷ καὶ τὴν τῶν λοιπῶν κομήτων καρτερῆσαι ἔλευσιν, οὐκ ἐπείθετο θαρρῶν εἰς τὸ πλῆθος τῶν συνεπομένων αὐτῷ καὶ διαπεράσας ἐπήξατο τὸν χάρακα εἴς τι πολίχνιον Ἑλενούπολιν ὀνομαζόμενον. Ἐπεὶ δὲ καὶ Νορμάνοι τούτῳ συνείποντο εἰς δέκα χιλιάδας ποσούμενοι, ἀποκριθέντες τοῦ λοιποῦ στρατεύματος τὰ κατὰ τὴν Νίκαιαν ἐλῄζοντο πᾶσιν ὠμοτάτως χρησάμενοι. Τῶν τε γὰρ βρεφῶν τὰ μὲν ἐμέλιζον, τὰ δὲ ξύλοις περιπείροντες ὤπτιζον ἐν πυρί, πρὸς δὲ τοὺς τῷ χρόνῳ προήκοντας· πᾶν εἶδος ποινῆς ἐπεδείκνυντο.

[10.6.2] Οἱ δὲ ἐντὸς τῶν γινομένων ἐν αἰσθήσει γεγονότες ἀναπετάσαντες τὰς πύλας κατ’ αὐτῶν ἐξῄεσαν. Καρτεροῦ δὲ τηνικαῦτα συρραγέντος πολέμου παλίνορσοι εἴσω τοῦ κάστρου γεγόνασιν ἐκθύμως τῶν Νορμάνων ἀγωνισαμένων. Καὶ ὣς τὴν λείαν ἅπασαν ἀναλαβόμενοι κατέ λαβον αὖθις τὴν Ἑλενούπολιν. Λόγου δὲ ἀναμεταξὺ αὐτῶν τε καὶ τῶν μὴ σὺν αὐτοῖς ἀπελθόντων κινηθέντος, ὁποῖα φιλεῖ ἐν τοῖς τοιούτοις γίνεσθαι, τοῦ φθόνου τὸν θυμὸν ἀναφλέγοντος τῶν ἀπολειφθέντων κἀντεῦθεν ἁψιμαχίας ἀμφοῖν γενομένης οἱ τολμητίαι Νορμάνοι ἀποκριθέντες αὖθις τὴν Ξερίγορδον καταλαβόντες ἐξ ἐφόδου κατέσχον.

Η αντίδραση του Σουλτάνου ήταν να στείλει ένα τουρκικό στράτευμα με επί κεφαλής τον «Ελχάνη» (Il-Khan, πρόκειται για τίτλο και όχι όνομα που σημαίνει «ύπαρχος του Χάνου»), το οποίο πήρε πίσω την Ξερίγορδο σκοτώνοντας και υποδουλώνοντας τους Νορμανδούς που βρίσκονταν στο φρούριο (29 Σεπτεμβρίου 1096). Στη συνέχεια, ο Ελχάνης «γινώσκων δὲ καὶ τὸ τῶν Κελτῶν ἐρασιχρήματον» έστειλε μερικούς αγγελιοφόρους, για να πληροφορήσουν τους άνδρες του Κουκόπετρου ότι οι Νορμανδοί είχαν δήθεν πάρει την Νίκαια και μοίραζαν τα λάφυρα. Οι «Κελτοί» ξεσηκώθηκαν άρον άρον και «ἀσυντάκτως» για την Νίκαια και έπεσαν στις ενέδρες των Τούρκων, οι οποίοι τους κατέσφαξαν. Τα οστά των σφαγμένων Κελτών σχημάτιζαν «βουνό». Ύστερα, κάποιοι από τους ομογενείς των σφαγιασθέντων βαρβάρων χρησιμοποίησαν τα οστά για να χτίσουν τείχος. Η Κομνηνή ξαναβρίσκει την ευκαιρία να «συμφωνήσει» με τον Ελχάνη ότι «ἔστι … τὸ τῶν Λατίνων γένος φιλοχρηματώτατον» και όταν ξεκινάει για καταδρομή κάποιας χώρας είναι «ἀχαλιναγώγητον» και «λόγῳ μὴ χρώμενον».

[10.6.3] Μαθὼν δὲ τὸ γεγονὸς ὁ σουλτὰν κατ’ αὐτῶν μετὰ ἀποχρώσης δυνάμεως ἐκπέμπει τὸν Ἐλχάνην. Ὁ δὲ καταλαβὼν αἱρεῖ μὲν τὴν Ξερίγορδον, τῶν δέ γε Νορμάνων τοὺς μὲν ξιφῶν παρανάλωμα ἐποιήσατο, τοὺς δὲ καὶ ζωγρίαν ἦγε μελετήσας ἅμα καὶ κατὰ τῶν συναπολειφθέντων τῷ Κουκουπέτρῳ. Καὶ λόχους μὲν ἐν ἐπικαίροις καταστήσας τόποις, ὡς ἂν <ἐν> τῷ κατὰ τῆς Νικαίας ἀπιέναι τούτοις ἀπροόπτως ἐμπίπτοντες ἀναιρῶνται, γινώσκων δὲ καὶ τὸ τῶν Κελτῶν ἐρασιχρήματον δύο τινὰς δραστηρίους τὴν γνώμην μεταπεμψάμενος ἐνετείλατο ἀπελθεῖν πρὸς τὸ στράτευμα τοῦ Κουκουπέτρου διακηρυκεύοντας ὡς οἱ Νορμάνοι, κατασχόντες τὴν Νίκαιαν, δασμὸν τῶν ἐνόντων ἐν αὐτῇ ποιοῦνται.

[10.6.4] Αὕτη ἡ φήμη τοὺς μετὰ τοῦ Πέτρου συνόντας καταλαβοῦσα δεινῶς συνετάραξε. Δασμὸν γὰρ καὶ χρήματα ἀκηκοότες παραχρῆμα τῆς πρὸς τὴν Νίκαιαν φερούσης ὁδοῦ ἀσυντάκτως ἥψαντο ἐπιλαθόμενοι μονονοὺ καὶ στρατιωτικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς τοῖς πρὸς μάχην ἀπιοῦσιν … εὐταξίας. Ἔστι μὲν γὰρ καὶ ἄλλως τὸ τῶν Λατίνων γένος φιλοχρηματώτατον, ὥσπερ ἄνωθεν εἴρηται, ἐπὰν δὲ καὶ πρὸς καταδρομὴν χώρας ἀπονεύσειε, καὶ λόγῳ μὴ χρώμενον ἀχαλιναγώγητον. Μὴ κατὰ στοίχους δὲ μήτε ἰλαδὸν πορευόμενοι τοῖς περὶ τὸν Δράκοντα λοχῶσι Τούρκοις περιπίπτοντες οἰκτρῶς ἀνῃροῦντο. Καὶ τοσοῦτον πλῆθος Κελτῶν τε καὶ Νορμάνων ἔργον μαχαίρας Ἰσμαηλιτικῆς ἐγεγόνει ὥστε, τὰ ἑκασταχοῦ κείμενα λείψανα τῶν ἀποσφαγέντων ἀνδρῶν συγκομίσαντες, μέγιστον οὐ λόφον φημὶ οὐδὲ βουνὸν οὐδὲ σκοπιὰν ἐποιήσαντο, ἀλλ’ οἷον ὄρος ὑψηλὸν καὶ βάθος καὶ πλάτος ἀξιολογώτατον ἀπολαμβάνον· τοσοῦτος ἔκειτο ὁ τῶν ὀστῶν κολωνός. Καί τινες ὕστερον τῶν ἐκ τοῦ αὐτοῦ γένους τῶν ἀποσφαγέντων βαρβάρων ἐν σχήματι πόλεως οἰκοδομήσαντες τεῖχος μεσέμβολά τινα καθάπερ κάχληκας τὰ ὀστᾶ τῶν ἀπολωλότων ἐνέθεντο τρόπον τινὰ τάφον αὐτοῖς τὴν πόλιν ποιούμενοι. Ἥτις καὶ εἰς τὴν τήμερον ἵσταται τετειχισμένη ὁμοῦ τε λίθοις καὶ ὀστοῖς ἀναμὶξ ἔχουσα τὸν περίβολον.

Ο Αλέξιος έστειλε τον Κωνσταντίνο Ευφορβηνό Κατακαλών για να φέρει πίσω στην Κων/πολη τον Κουκόπετρο και τους λίγους από τους άνδρες του που είχαν επιβιώσει, για να μην τους σκοτώσουν και αυτούς οι Τούρκοι. Οι τελευταίοι έφυγαν μόλις είδαν τα Ρωμαϊκά στρατεύματα. Ο Αλέξιος θύμισε στον Κουκόπετρο ότι έπαθε αυτό που έπαθε επειδή δεν άκουσε την συμβουλή του. Ο δε Κουκόπετρος, «σαν υψάυχην Λατίνος» δεν κατηγόρησε τον εαυτό του, αλλά έριξε το φταίξιμο στους άνδρες του, χαρακτηρίζοντάς τους «ληστές και άρπαγες». Εδώ η Κομνηνή ξαναβρίσκει την ευκαιρία για να μας πληροφορήσει ότι «Λατίνοι» όπως «ο Βαϊμούντος και οι ομόφρονές του» χρησιμοποίησαν την Σταυροφορία ως πρόφαση για να έρθουν ανατολικά, γιατί επιθυμούσαν από παλιά να κατακτήσουν την «Αρχή των Ρωμαίων».

[10.6.5] Πάντων οὖν ξιφῶν παρανάλωμα γεγονότων μόνος ὁ Πέτρος μετ’ ὀλίγων τινῶν εἰς Ἑλενούπολιν αὖθις ὑποστρέψας εἰσῄει. Οἱ δὲ Τοῦρκοι αὖθις τοῦτον ἐνήδρευον ἑλεῖν ἐθέλοντες. Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ, ἅπαντα ἀκηκοὼς καὶ τὴν τοσαύτην ἀνδροκ τασίαν βεβαιωθείς, ἐν δεινῷ ἐποιεῖτο εἰ καὶ ὁ Πέτρος ἁλῴη. Παραχρῆμα τοίνυν μεταπεμψάμενος τὸν Κατακαλὼν Κωνσταντῖνον τὸν Εὐφορβηνόν, οὗ ὁ λόγος ἐν πολλοῖς ἤδη ἐμνήσθη, ἀποχρώσας δυνάμεις ἐν ναυσὶ πολεμικαῖς ἐμβα λὼν διαπόντιον εἰς ἀρωγὴν αὐτοῦ πέπομφε. Θεασάμενοι δὲ τοῦτον οἱ Τοῦρκοι καταλαβόντα φυγαδείᾳ ἐχρήσαντο. Ὁ δὲ μηδὲ μικρὸν ἀναμείνας ἀναλαβόμενος τὸν Πέτρον μετὰ τῶν σὺν αὐτῷ, ῥητοὶ γὰρ ἦσαν, διασῴζει πρὸς τὸν βασιλέα.

[10.6.6] Τοῦ δὲ βασιλέως ἀναμιμνήσκοντος αὐτὸν τῆς ἀρχῆθεν ἀβουλίας αὐτοῦ καὶ ὅπως ταῖς αὐτοῦ ὑποθημοσύναις μὴ πειθόμενος τοσούτοις ἐνεπεπτώκει δεινοῖς, ὁποῖα Λατῖνος ὑψαύχην οὐχὶ ἑαυτὸν αἴτιον τοῦ τοσούτου κακοῦ ἔλεγεν, ἀλλ’ ἐκείνους τοὺς μὴ αὐτῷ πειθομένους, ἀλλὰ τοῖς ἰδίοις θελήμασι χρωμένους, λῃστὰς ἀποκαλῶν τούτους καὶ ἅρπαγας καὶ μηδὲ παρὰ τοῦ Σωτῆρος εἰς προσκύνησιν τοῦ ἁγίου τάφου διὰ ταῦτα δεκτούς.

[10.6.7] Οἱ μὲν οὖν τῶν Λατίνων, ὁποῖος ὁ Βαϊμοῦντος καὶ οἱ τούτου ὁμόφρονες, ἔρωτα τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς ἐκ μακροῦ ἔχοντες καὶ ταύτην ἑαυτοῖς περιποιήσασθαι βουλόμενοι, πρόφασιν τὴν τοῦ Πέτρου διακηρύκευσιν εὑρηκότες, ὡς εἴρηται, τὴν τοιαύτην συγκίνησιν ἐποιήσαντο ἀπατήσαντες τοὺς ἀκεραιοτέρους καὶ σχηματιζόμενοι κατὰ τῶν Τούρκων ἀπέρχεσθαι εἰς ἐκδί κησιν τοῦ ἁγίου τάφου τὰς ἰδίας ἐπίπρασκον χώρας.

3) Οι Διαπεραιώσεις της Αδριατικής και οι πρώτες αψιμαχίες Σταυροφόρων και Ρωμαίων

Στην συνέχεια η Κομνηνή αλλάζει θέμα και περιγράφει τις διαπεραιώσεις της Αδριατικής ορισμένων ηγετών της Σταυροφορίας. Ο «Οὖβος» (Ούγος/Hugh) ο αδελφός του «ῥηγός Φραγγίας» Φιλίππου Α΄ έστειλε μήνυμα στον Αλέξιο να τον υποδεχτεί όπως αρμόζει στον «βασιλέα τῶν βασιλέων». Ο Αλέξιος διόρισε τον Νικόλαο Μαυροκατακαλών δούκα του στόλου και τον έστειλε στο Δυρράχιο όπου ήταν δούκας ο Ιωάννης Κομνηνός. Οι δύο άνδρες είχαν εντολή να πληροφορήσουν αμέσως τον Αλέξιο για την άφιξη του Ούβου. Όταν ο Ούβος ήταν στην Λογγιβαρδία (νότια Ιταλία) έστειλε ως πρέσβεις του στον δούκα του Δυρραχίου τον κόμη «Τζερπεντήριο» (charpantier = «μαραγγός») και «τον Ηλία που είχε αποδράσει από τον Αλέξιο στην Θεσσαλονίκη». Οι Πρέσβεις ειδοποίησαν τον Ιωάννη ότι ο Ούβος ήταν ο αρχηγός άπαντος του Φραγγικού στρατεύματος και έφερνε μαζί του από την Ρώμη την Χρυσή Σημαία του Αγίου Πέτρου. Τελικά λόγω «κλύδωνος» (τρικυμίας) το καράβι του Ούβου δεν έφτασε στο Δυρράχιο αλλά ξεβράθηκε από την θάλασσα κάπου μεταξύ Δυρραχίου και του «τόπου που λέγεται Πάλος» (ουδέτερο απ΄ότι καταλαβαίνω «τόπου καλουμένου Πάλους»). Νομίζω πως είναι το ακρωτήριο Pala βορείως του Δυρραχίου. Ο Ιωάννης τον περιποιήθηκε με δαψίλεια και ο Αλέξιος έστειλε τον Μανουήλ Βουτουμίτη στο Δυρράχιο για να φέρει τον Ούβο στην Κωνσταντινούπολη, με εντολή όμως να μην τον φέρει από την Εγνατία (ευθεία οδός), αλλά μέσω Φιλιππουπόλεως (δηλαδή Δυρράχιο, Δέβρη, Σκόπια, Κιουστεντίλ, Φιλιππούπολη, Αδριανούπολη, Κωνσταντινούπολη). Ο Αλέξιος δεν ήθελε τα «Κελτικά πλήθη και στρατεύματα» να εξοικειωθούν με την Εγνατία. Ο Ούβος έφτασε τελικά στην Κων/πολη όπου ο Αλέξιος τον υποδέχτηκε πλουσιοπάροχα και κατάφερε να τον πείσει να κάνει «τὸν τοῖς Λατίνοις συνήθη ὅρκον» (ότι θα του επέστρεφε όσα πρώην Ρωμαϊκά εδάφη ελευθέρωνε από τους Τούρκους).

[10.7.1] Οὖβος δέ τις ὁ τοῦ ῥηγὸς Φραγγίας ἀδελφὸς φυσῶν τὰ Ναυάτου ἐπ’ εὐγενείᾳ καὶ πλούτῳ καὶ δυνάμει τῆς ἐνεγκαμένης μέλλων ἐξελθεῖν τάχα ὡς πρὸς τὸν ἅγιον τάφον ἀποστείλας ἀπονοίας ῥήματα ἐμήνυσε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα προμηθευόμενος λαμπρὰν τὴν ὑπαντὴν αὐτῷ γενέσθαι· «Ἴσθι» λέγων «ὦ βασιλεῦ, ὡς ἐγὼ ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλέων καὶ ὁ μείζων τῶν ὑπ’ οὐρανόν. Καὶ καταλαμβάνοντά με ἤδη ἐνδέχεται ὑπαντῆσαί τε καὶ δέξασθαι μεγαλοπρεπῶς καὶ ἀξίως τῆς ἐμῆς εὐγενείας».

[10.7.2] Ταῦτα ὁ βασιλεὺς ἀκούσας, ἐπεὶ δοὺξ μὲν ἔτυχε Δυρραχίου Ἰωάννης ὁ υἱὸς Ἰσαακίου τοῦ σεβαστοκράτορος, περὶ οὗ ἄνωθεν εἴρηται, τοῦ δὲ στόλου Νικόλαος ὁ Μαυροκατακαλὼν περὶ τὸν λιμένα τοῦ Δυρραχίου ἐκ διαστημάτων ἐνορμίσας τὰς ναῦς κἀκεῖθεν αὖθις τὰς ἐκδρομὰς ποιούμενος καὶ τὰ πελάγη περισκοπῶν, ὡς μὴ λάθοιεν αὐτὸν λῃστρικαὶ νῆες παραπλεύσασαι, ὁ αὐτοκράτωρ εὐθὺς γράμματα πρὸς ἀμφοτέρους ἐκπέμπει ἐντειλάμενος τὸν μὲν δοῦκα Δυρραχίου διὰ τῆς ἠπείρου καὶ τῆς παραλίας ἐφεδρεύειν τὴν τούτου ἔλευσιν καὶ παραυτίκα τῷ αὐτοκράτορι ταχεῖαν τῆς τούτου ἐλεύσεως δοῦναι γνῶσιν, αὐτὸν δὲ τὸν Οὖβον ὑποδέξασθαι μεγαλοπρεπῶς, τὸν δὲ δοῦκα τοῦ στόλου παρακελεύσασθαι μηδαμῶς ἀναπεπτωκέναι μηδὲ καταρρᾳθυμεῖν, ἀλλ’ ἐγρηγορέναι διὰ παντός.

[10.7.3] Κατὰ τὴν παραλίαν δὲ τῆς Λογγιβαρδίας ὁ Οὖβος διασωθεὶς πρέσβεις τηνικαῦτα ἐκπέμπει πρὸς τὸν δοῦκα Δυρραχίου εἴκοσι πρὸς τοῖς τέσσαρσι τὸν ἀριθμόν, θώραξι χρυσέοις σὺν αὐταῖς κνημῖσι περιπεφραγμένους, μετὰ τοῦ κόμητος Τζερπεντηρίου καὶ Ἠλία τοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης ἀποδράσαντος ἀπὸ τοῦ αὐτοκράτορος. Οἱ δὲ πρὸς τὸν δοῦκα τοιαῦτα ἔλεγον· «Γνωστὸν ἔστω σοι, δούξ, ὅτι ὁ κύριος ἡμῶν Οὖβος ὅσον ἤδη καταλαμβάνει ἀναλαβόμενος ἀπὸ Ῥώμης τὴν χρυσῆν τοῦ ἁγίου Πέτρου σημαίαν. Ἀρχηγὸν δὲ τοῦτον ἐπίστασο τοῦ Φραγγικοῦ στρατεύματος ἅπαντος. Ἡτοιμάσθητι γοῦν πρὸς τὴν τούτου καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεων δοχὴν ἀξίαν τῆς αὐτοῦ ἐξουσίας καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὑπαντὴν ποιησόμενος

[10.7.4] Τούτων τοιαῦτα πρὸς τὸν δοῦκα λεγόντων ὁ Οὖβος διὰ τῆς Ῥώμης εἰς Λογγιβαρδίαν, ὡς εἴρηται, κατελθὼν καὶ διὰ τῆς Βάρεως ὡς πρὸς τὸ Ἰλλυρικὸν τὸν ἀπόπλουν ποιούμενος κλύδωνι μεγίστῳ περιπεσὼν ἀπώλεσε τὰ πλείω τῶν αὐτοῦ πλοίων σὺν αὐτοῖς ἐρέταις καὶ ἐπιβάταις, ἑνὸς μόνου σκάφους, ἐν ᾧ αὐτὸς ἔτυχε, κατὰ τὴν μεσαίχμιον παραλίαν τοῦ τε Δυρραχίου καὶ τόπου τινὸς καλουμένου Πάλους ἀποπτυσθέντος οἷον παρὰ τῶν κυμάτων καὶ αὐτοῦ ἡμιθραύστου. Παραδόξως δὲ τούτῳ σωθέντι περιτυχόντες δύο τινὲς τῶν περισκοπούντων τὴν τούτου ἔλευσιν μετεκαλοῦντο αὐτὸν λέγοντες ὡς «Ὁ δοὺξ ἀπεκδέχεταί σου τὴν ἄφιξιν ἐπιποθῶν σε θεάσασθαι». Ὁ δ’ εὐθὺς ἵππον ἐζήτει. Ἅτερος δὲ τούτων ἀποβὰς τοῦ ἵππου τοῦτον αὐτῷ μάλα προθύμως δίδωσιν.

[10.7.5] Οὕτω γοῦν τοῦτον ὁ δοὺξ σωθέντα θεασάμενος καὶ προσηγορίας ἀξιώσας, ὅπη τε καὶ ὅθεν ἐπερωτήσας καὶ ὅπως αὐτῷ διαπλωζομένῳ τὰ δεινὰ ξυμβέβηκε μαθὼν καὶ ἐπανακτησάμενος χρησταῖς ὑποσχέσεσι τράπεζαν αὐτῷ δαψιλῆ τοῦ λοιποῦ παρατίθησιν. Μετὰ δὲ τὴν εὐωχίαν ἄνετον μέν, οὐκ ἐλεύθερον δὲ παντελῶς εἶχε. Ταχὺ δὲ τῷ αὐτοκράτορι τὰ κατ’ αὐτὸν δηλώσας ἐκαρτέρει τὸ ποιητέον ἐκεῖθεν δέξασθαι. Ἅπαντα δὲ μεμαθηκὼς ὁ αὐτοκράτωρ ὀξέως τὸν Βουτουμίτην πέμπει πρὸς τὴν Ἐπίδαμνον, ἣν πολλάκις Δυρράχιον κατωνομάσαμεν, ἐφ’ ᾧ τὸν Οὖβον ἀναλαβέσθαι καὶ μὴ τὴν εὐθεῖαν βαδίσαι, ἀλλὰ παρεκκλῖναι καὶ διὰ τῆς Φιλιππουπόλεως αὐτὸν ἀγαγεῖν εἰς τὴν μεγαλόπολιν. Ἐδεδίει γὰρ τὰ ὄπισθεν ἐρχόμενα Κελτικὰ πλήθη καὶ στρατεύματα. Δεξάμενος δὲ τοῦτον ὁ βασιλεὺς ἐντίμως καὶ παντοίας φιλοφροσύνης ἀξιώσας χρήματά τε ἱκανὰ ἐπιδοὺς πείθει παραχρῆμα ἄνθρωπον αὐτοῦ γενέσθαι τὸν τοῖς Λατίνοις συνήθη ὅρκον ἐπομοσάμενον.

Στη συνέχεια η Κομνηνή γράφει πως ο Βαϊμούντος διαπεραιώθηκε στην ακτή του «Καβαλίωνα» (Kavajë) κοντά στην εκβολή της «Βοούσης» (Βοούσα = Αώος, Βοβούσα, Vjosë κλπ). Εδώ μάλλον πρέπει να μπέρδεψε τον Αώο με τον Σέμαν ή τον Σκαμπίνο. Το ενδιαφέρον είναι αυτό που γράφει στη συνέχεια. «Ελπίζω», γράφει η Κομνηνή, «να μην με μεμφθείτε για την χρήση αυτών των βαρβαρικών ονομάτων (Καβαλίων, Βοούσα) που μιαίνουν το ύφος της ιστορίας μου. Ακόμα και ο Όμηρος, για χάρη της ιστορικής ακρίβειας, ανέφερε τους Βοιωτούς και τα βαρβαρώδη ονόματα κάποιων νησιών».

[10.8.1] Ἀλλὰ ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὸν Οὖβον ἐκ προοιμίων· ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος, οὗ ἄνωθεν ὁ λόγος πολλάκις ἐμνήσθη, πεντεκαίδεκα ἡμερῶν οὔπω διελθουσῶν διεπέρασεν εἰς τὴν ἀκτὴν τοῦ Καβαλίωνος μετὰ κομήτων διαφόρων καὶ στρατεύματος ἀριθμὸν ὑπερβαίνοντος ἅπαντα. Τόπος δὲ οὗτος ἐγγὺς τῆς Βοούσης· ὀνόματα δὲ ταῦτα τῶν ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις τόπων. Καὶ μεμφέσθω μηδεὶς ἡμῖν τοιούτοις χρωμένοις ὀνόμασι βαρβαρικοῖς καὶ ἀφ’ ὧν ἔστι τὸ ὕφος τῆς ἱστορίας καταμιαίνεσθαι· οὐδὲ γὰρ οὐδ’ Ὅμηρος ἀπηξίωσε Βοιωτοὺς ὀνομάζειν καί τινας βαρβαρώδεις νήσους διὰ τὴν τῆς ἱστορίας ἀκρίβειαν.

Το παραπάνω χωρίο είναι ενδιαφέρον για διάφορους λόγους:

α) Είναι η πρώτη φορά που η Κομνηνή θεωρεί ως βάρβαρα μη ελληνικά τοπωνύμια εντός της Ρωμαΐδος. Συνήθως αυτήν την αττάκα την πετάει για τα δυσκολοπρόφερτα «Κελτικά» και Τουρκικά ονόματα, ενώ τα μη ελληνικά τοπωνύμια που βρίσκονται εντός της Ρωμαΐδος (λ.χ. Πολοβοί = Πόλογκ, Πρεσθλάβα, Ξερίγορδος κλπ) κατά κανόνα αναφέρονται άμεμπτα. Αυτό εμμέσως δείχνει ότι θεωρεί τις μη Ελληνικές γλώσσες που μιλιούνταν εντός της Ρωμαΐδος από αλλόγλωσσους πολιτικούς Ρωμαίους ως «βάρβαρες» αν και, όπως εξήγησα σε παλαιότερη ανάρτηση, κατά κανόνα αποφεύγει να χαρακτηρίσει ως «βάρβαρους» τους αλλόγλωσσους πολιτικούς Ρωμαίους.

β) Έχει την εντύπωση ότι οι ομηρικοί Βοιωτοί ήταν «βάρβαροι». Νομίζω πως αυτή της η πεποίθηση προέκυψε για δύο λόγους:

i) Οι ομηρικοί Θηβαίοι ήταν γνωστοί ως «Καδμίωνες» και η παράδοση αναγνώριζε ως επώνυμο ιδρυτή τους τον «Φοίνικα» (άρα μη Έλληνα) Κάδμο.

ii) Στην Ιλιάδα γίνεται σε κάποια φάση αναφορά στην ανδρεία του Τυδέα που στον πόλεμο των «ἑπτά ἐπὶ Θήβας» πήγε να μιλήσει με τους «Καδμίωνες» ολομόναχος, χωρίς να έχει κανέναν άλλο «Αχαιό» μαζί τουΣε αυτήν την εθνοτική αντιπαράθεση «Αχαιών» και «Καδμιώνων», η Κομνηνή διέπραξε το σύνηθες σφάλμα να εκλάβει τον όρο «Ἀχαιοί» ως «Ἕλληνες», κάτι που αναγκαστικά κάνει τους Καδμίωνες «βάρβαρους». Λέω «σύνηθες σφάλμα» γιατί σε πολλές παλιές/πρόχειρες «φράγκικες» πεζές διηγήσεις της Ιλιάδας θα δείτε τους όρους «Αχαιοί, Αργείοι, Δαναοί» να αποδίδονται ως «Γραικοί» (Greeks, Greci κλπ). Η αναχρονιστική αυτή δυσμετάφραση είναι εθνολογικός βιασμός της Ιλιάδας, όμοιος με τον εθνολογικό βιασμό της απόδοσης του όρου «Ῥωμαίος» ως «Βυζαντινός/Γραικός/Έλληνας», για τον οποίο έχω μιλήσει πολλάκις αλλού. Λ.χ. στην παρακάτω Ιταλική εξιστόρηση της Ιλιάδας ο Αγαμέμνων είναι “capo dei Greci” (= «αρχηγός των Γραικών»).

Greci

Άντε τώρα κάποιος που μαθαίνει να βλέπει τους ομηρικούς «Αχαιούς» ως «Έλληνες/Γραικούς» να καταλάβει ότι στην ψευδοησιοδική γενεαλογία, ο «Ηπειρώτης/Δωδωναίος» Γραῖκος (ανιψιός του Έλληνος) ήταν διαφορετικό πρόσωπο από τον «Θεσσαλό» Έλληνα και τον «Πελοποννήσιο» Αχαιό (εγγονός του Έλληνος και αδελφός του Ίωνος), κάτι που σημαίνει ότι οι «Γραικοί», οι «Έλληνες» και οι «Αχαιοί» εκλαμβάνονταν κατά την αρχαϊκή περίοδο ως διαφορετικά, αλλά σαφώς συγγενικά φύλα (λ.χ. «μηδίζω» = συμμαχώ με τους Πέρσες, αλλά οι Μήδοι δεν ήταν οι Αχαιμενίδες Πέρσες αν και αμφότεροι φυσικά ήταν «Άριοι»/Ιρανοί).

Στο συγκεκριμένο χωρίο με τον Αχαιό Τυδέα και τους Καδμίωνες, όπως και σε μερικά άλλα της Ιλιάδας, ο όρος «Ἀχαιός» φαίνεται να σημαίνει «Πελοποννήσιος» και, ειδικότερα, sensu stricto «Αργείος». Θυμίζω πως ο Τυδεύς αν και Αιτωλός βρέθηκε σώγαμπρος στο Άργος και, με την εξαίρεση του Θηβαίου Πολυνείκη, οι υπόλοιποι των «Ἑπτά ἐπὶ Θήβας» ζούσαν όλοι τους στην Πελοπόννησο και, ειδικότερα, στην Αργολίδα και τις τριγύρω περιοχές (Άδραστος, Αμφιάραος, Καπανεύς, Ιππομέδων, Τυδεύς, Παρθενοπαίος).

Έχω περιγράψει αυτές τις διακυμάνσεις σημασίας του όρου «Ἀχαιός» σε παλαιότερη ανάρτηση.

Ας γυρίσουμε όμως στην διήγηση της Κομνηνής.

Η άλλη διαπεραίωση ήταν αυτή του «κόμητος της Πρεβέντζας» ο οποίος ναύλωσε έναν πειρατικό (ληστρικό) στόλο με σκοπό ν΄αποβιβαστεί στον Αυλώνα (Vlorë), όπως και τα λοιπά Λατινικά στρατεύματα, αλλά μόλις οι πειρατές είδαν τον Ρωμαϊκό στόλο παρέκκλιναν για την Χιμάρα ~ Χειμάρρα. Προσπαθώντας όμως να ξεφύγουν από τον καπνό έπεσαν στην φωτιά, δηλαδή έπεσαν πάνω στον δούκα όλου του Ρωμαϊκού στόλου Νικόλαο Μαυροκατακαλών που περιπολούσε την όχθη γύρω από τον Καβαλίωνα και τον «Άσωνα» (εκβολή Seman/Osum). Ο καπετάνιος της πειρατικής νηός/νεώς ειδοποίησε τον κόμητα της Πρεβέντζας ότι δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τον «ἐκ Συρίας» στόλο (υποθέτω ότι ο όρος σημαίνει κάτι σαν «ερχόμενος από τα νοτιοανατολικά ~ που έχει τον άνεμο με το μέρος του») και κινδυνεύουν να θανατωθούν.

[10.8.2] Κατὰ πόδας δὲ τούτου καὶ ὁ κόμης Πρεβέντζας ταῖς ἀκταῖς τοῦ πορθμοῦ Λογγιβαρδίας προσπελάσας, ἐπεὶ διαπερᾶν καὶ αὐτὸς ἐβούλετο, μυριοφόρον ναῦν λῃστρικὴν μισθωσάμενος τριάρμενον ἑξακισχιλίων χρυσίνων στατήρων, ἐν ᾗ ἐρέται μὲν διακόσιοι, ἐφόλκια δὲ τὰ συνεφεπόμενα ταύτῃ τρία. Τὸν ἀπόπλουν οὐ πρὸς τὰ μέρη τοῦ Αὐλῶνος ἐπεποίητο καθὼς τὰ λοιπὰ τῶν Λατίνων στρατεύματα, ἀλλὰ τὸν ῥωμαϊκὸν ὑφορώμενος στόλον λύσας τὰ πρυμνήσια μικρὸν παρεκκλίνας κατευθὺ Χιμάρας τὸν ἀπόπλουν ἐποιεῖτο οὐρίου τυχὼν πνεύματος.

[10.8.3] Φεύγων δὲ τὸν καπνὸν εἰς πῦρ ἐπεπτώκει. Καὶ γὰρ οὐχὶ τοῖς σποράδην ἐνεδρεύουσι τὸν τῆς Λογγιβαρδίας πορθμὸν ναυτικοῖς περιέτυχεν, ἀλλ’ αὐτῷ τῷ δουκὶ τοῦ ὅλου ῥωμαϊκοῦ στόλου Νικολάῳ τῷ Μαυροκατακαλών. Ὃς πόρρω περὶ τῆς λῃστρικῆς ἐκείνης νηὸς μεμαθηκώς, τὰς τοῦ ὅλου στόλου διήρεις καὶ τριήρεις καί τινας δρομάδας ἀναλαβόμενος ναῦς ἀπελθὼν ἵστατο εἰς Καβαλίωνα ἀντικρὺ τοῦ Ἄσωνος, ἐξ οὗπερ ἐξεληλύθει τὸν μέγαν ἐκεῖσε στόλον καταλιπών. Καὶ ἀπέστειλε τὸν καλούμενον δεύτερον κόμητα μετὰ τοῦ ἰδίου κατέργου ἐξκουσσάτου παρὰ τοῖς ναυτικοῖς καλουμένου ἐπισκήψας αὐτῷ, ἵν’ ὁπηνίκα τὰ πρυμνήσια τῆς ἤδη ῥηθείσης νηὸς οἱ ἐρέται λύσαντες εἰς κῦμα θαλάσσης ἐμβάλωσι, πυρσὸν ἀνάψῃ. Ὁ δὲ ἀπελθὼν παραχρῆμα τὸ κελευσθὲν ἐποίει.

[10.8.4] Ὁ δὲ δοὺξ Νικόλαος τοῦτο θεασάμενος τὰς μὲν τῶν νηῶν τοῖς ἱστίοις παραχρῆμα ἐπτέρου, τὰς δὲ καὶ οἷον πολύποδας ταῖς κώπαις ἀπεργασάμενος κατὰ τοῦ διαπερῶντος χωρεῖ κόμητος. Οὔπω δὲ τρεῖς σταδίους ἀπὸ τῆς χέρσου διαπλῳσάμενον καταλαμβάνει τοῦτον πρὸς τὴν περαίαν Ἐπιδάμνου σπεύδοντα, ἐνόπλους μὲν στρατιώτας ἔχοντα χιλίους πρὸς τοῖς πεντακοσίοις, ἵππους δὲ τῶν ἐκκρίτων ὀγδοήκοντα. Ὃν θεασάμενος ὁ πηδαλιοῦχος τῆς νεώς φησι πρὸς τὸν κόμητα Πρεβέντζας· «Ἐκ Συρίας ὁ ἤδη καταλαμβάνων ἡμᾶς στόλος ἐστὶ καὶ κίνδυνος μαχαίρας καὶ ξιφῶν παρανάλωμα γενέσθαι.» Παραχρῆμα γοῦν ὁ κόμης θωρήξασθαί τε ἐκέλευεν ἅπαντας καὶ καρτερῶς μάχεσθαι.

Το περίεργο στην συνέχεια της διήγησης είναι πως προέκυψε ναυμαχία Ρωμαίων και Λατίνων (το λογικό θα ήταν να τιμωρηθούν μόνο οι παράνομοι πειρατές και να μην πειραχθούν οι Λατίνοι επιβάτες των πειρατικών πλοίων). Δεν αποκλείεται αυτή η ναυμαχία να είναι επινόηση της Κομνηνής, γιατί την χρησιμοποιεί για να (ξανα-)περιγράψει την ανδρεία του Αδριανουπολίτη Μαριανού Μαυροκατακαλών (η πρώτη περιγραφή των πολεμικών του κατορθωμάτων ήταν στην Κουμανική πολιορκία της Αδριανουπόλεως) αλλά, κυρίως, για να περιγράψει την διαφορά Ρωμαίων και «βάρβαρων Λατίνων». Στην προσπάθειά της να περιγράψει τους ορθόδοξους Ρωμαίους ως «καλύτερους Χριστιανούς», γράφει πως αντίθετα με τα θρησκευτικά έθιμα των «βάρβαρων Λατίνων», τα «ἡμέτερα» εκπορεύονται «κατευθείαν» από τον Ααρών και τον Μωϋσή. Στην περιγραφή αυτής της ναυμαχίας γίνεται και η αναφορά στην «τζάγγρα» ως βάρβαρο όπλο, στην οποία έχω αφιερώσει ξεχωριστή ανάρτηση που δεν θα την επαναλάβω εδώ (10.8.6). Ο Μαριανός λέει στους Λατίνους «τῇ ἑκείνων ἀποχρώμενος διαλέκτῳ» (δηλαδή γνώριζε την γλώσσα τους αν και θα ήταν καλό να γνωρίζαμε ποια ακριβώς ήταν η ρωμανική ποικιλία που γνώριζε) πως δεν είναι σωστό ομόπιστοι (Χριστιανοί) να μάχονται στη θάλασσα ανήμερα του Αγίου Νικολάου (προστάτης των ναυτικών) και, την ίδια στιγμή, ένας Λατίνος του ρίχνει με την «τζάγγρα», χωρίς να καταφέρει να τον σκοτώσει. Με άλλα λόγια, ο Ρωμαίος Μαριανός πάλι παρουσιάζεται ως «καλύτερος Χριστιανός». Τελικά η μάχη διακόπηκε και όλοι βγήκαν στην στεριά, απ΄όπου ο κόμης της Πρεβέντζας συνέχισε για την Κων/πολη.

[10.8.5] Κἂν δὲ μέσος χειμὼν ἦν, ὁπότε ἡ μνήμη τοῦ ἐν ἱεράρχαις μεγίστου Νικολάου τελεῖται, ἀλλ’ ὅμως νηνεμία ἔτυχε παντελὴς καὶ ἡ νὺξ πανσέληνος φαίνουσα τότε μᾶλλον ἢ ἐν ἔαρι. Πεπαυμένων δὲ παντάπασι τῶν ἀνέμων οὐκέτι ἡ λῃστρικὴ ναῦς κινεῖσθαι πρὸς ἰσχύος εἶχε καὶ συνέβαινε ταύτην ἀτρεμεῖν ἐν τοῖς ὕδασιν. Ἀλλ’ ἐνταυθοῖ τοῦ λόγου γενομένη βουλοίμην ἂν τὴν γλῶτταν ἐπαφεῖναι τοῖς τοῦ Μαριανοῦ κατορθώμασιν. Ὃς παρα χρῆμα <παρὰ> τοῦ δουκὸς τοῦ στόλου καὶ ἰδίου πατρὸς τὰ κουφότερα τῶν πλοίων αἰτήσας κατευθὺ τῆς νεὼς ἐκείνης ἵεται καὶ τῇ πρώρᾳ συνεισπεσὼν ταύτης ἀπεπειρᾶτο. Συνέρρεον δὲ παραχρῆμα ἐκεῖσε οἱ ἔνοπλοι καρτερῶς τοῦ τον ἐξωπλισμένον πρὸς μάχην θεασάμενοι. Ὁ δὲ Μαριανὸς τοῖς Λατίνοις τῇ ἐκείνων ἀποχρώμενος διαλέκτῳ παρεκελεύετο μὴ δεδιέναι μηδὲ μάχεσθαι πρὸς ὁμοπίστους. Βάλλει δέ τις τοῦτον τῶν Λατίνων διὰ τῆς τζάγγρας κατὰ τῆς κόρυθος.

[10.8.7] Τὸ μὲν οὖν ἀπὸ τῆς τζάγγρας βέλος ἐμπεσὸν τῷ ἄκρῳ τῆς κόρυθος διήλασεν αὐτὴν ἀποπτὰν οὐδ’ ἄχρι τριχὸς τοῦ Μαριανοῦ ἐφαψάμενον· πρόνοια γὰρ ἀπεῖρξεν. Ὁ δὲ γοργῶς ἄλλον κατὰ τοῦ κόμητος ἐπαφεὶς ὀϊστὸν πλήττει τοῦτον κατὰ τοῦ βραχίονος· ὃς τὴν ἀσπίδα διατρήσας τόν τε φολιδωτὸν διεληλυθὼς θώρακα καὶ αὐτῆς ἥψατο τῆς πλευρᾶς. Ἱερεὺς δέ τις Λατῖνος τρισκαιδέκατος τυγχάνων τῶν σὺν αὐτῷ μαχομένων τοῦτο θεασάμενος πρυμνόθεν ἱστάμενος πολλὰς βολίδας κατὰ τοῦ Μαριανοῦ ἐξέπεμψεν. Ἀλλ’ οὐδ’ ὁ Μαριανὸς ἐνεδίδου αὐτός τε ἐκθύ μως μαχόμενος καὶ τοῖς ὑπ’ αὐτὸν τοῦτο παρακελευόμενος, ὡς τρισσάκις τοὺς μετὰ τοῦ Λατίνου ἱερέως ὑπαλλαχθῆναι τιτρωσκομένους τε καὶ κοπιῶντας. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἱερεύς, κἂν πολλὰς τὰς πληγὰς δεδεγμένος ἦν καὶ τῷ ἰδίῳ αἵματι περιρρεόμενος, ἀλλ’ ὅμως ἄτρεστος ἦν.

[10.8.8] Οὐ γὰρ κατὰ τὰ αὐτὰ ἡμῖν τε καὶ τοῖς Λατίνοις περὶ τῶν ἱερωμένων δέδοκται· ἀλλ’ ἡμεῖς μὲν ἐντετάλμεθα παρά τε τῶν κανόνων καὶ νόμων καὶ τοῦ εὐαγγελικοῦ δόγματος· «Μὴ θίξῃς, μὴ γρύξῃς, μὴ ἅψῃ· ἱερωμένος γὰρ εἶ». Ὁ δέ τοι βάρβαρος Λατῖνος ἅμα τε τὰ θεῖα μεταχειριεῖται καὶ τὴν ἀσπίδα ἐπὶ τοῦ λαιοῦ θέμενος καὶ τὸ δόρυ τῇ δεξιᾷ ἐναγκαλισάμενος ὁμοῦ τε μεταδίδωσι τοῦ θείου σώματός τε καὶ αἵματος καὶ φόνιον ὁρᾷ καὶ αἱμάτων ἀνὴρ κατὰ τὸν Δαυιτικὸν ψαλμὸν γίνεται. Οὕτως ἐστὶ τὸ βάρβαρον τοῦτο γένος οὐχ ἧττον ἱερατικὸν ἢ φιλοπόλεμον. Οὗτος τοίνυν ὁ ῥέκτης μᾶλλον ἢ ἱερεὺς ὁμοῦ τε καὶ τὴν ἱερατικὴν στολὴν ἐνεδι δύσκετο καὶ τὴν κώπην μετεχειρίζετο καὶ πρὸς ναυτικὸν πόλεμον καὶ μάχην ἀφώρα κατὰ ταὐτὸν καὶ θαλάττῃ καὶ ἀνδράσι μαχόμενος. Τὰ γὰρ ἡμέτερα, καθάπερ ἔφθην εἰρηκυῖα, τῆς … Ἀαρὼν καὶ Μωσέως καὶ τοῦ καθ’ ἡμᾶς πρώτου ἀρχιερέως ἐξήρτηται.

[10.8.9] Ἀλλὰ τῆς μάχης ἐξ ἑσπέρας αὐτῆς μέχρι μέσης τῆς ἐπιφαινούσης ἡμέρας καρτερᾶς γεγονυίας ὑπείκουσι κἂν μὴ ἐβούλοντο οἱ Λατῖνοι τῷ Μαριανῷ λόγον ἀπαθείας ἐξ αὐτοῦ αἰτησάμενοι καὶ τυχόντες. Ὁ δέ γε μαχιμώτατος ἱερεὺς ἐκεῖνος οὐδὲ τῶν εἰρηνικῶν σπονδῶν τελουμένων τῆς μάχης ἐπέπαυτο, ἀλλὰ τὸν γωρυτὸν βελῶν ἐκκενώσας χερμάδα ἀναλαβόμενος λίθον πέμπει κατὰ τοῦ Μαριανοῦ, τοῦ δὲ τὴν κεφαλὴν διὰ τῆς ἀσπίδος περιφράττοντος πλήξας τὴν ἀσπίδα διεῖλε τετραχῇ καὶ τὴν κόρυθα κατέθραυσεν. Ὁ δὲ Μαριανὸς τῇ τοῦ λίθου βολῇ συγχυθεὶς ἀπολωλεκὼς τὸ φρονοῦν τῆς ψυχῆς ἄναυδος παραχρῆμα ἐφ’ ἱκανὸν ἔκειτο, ὥσπερ ὁ Ἕκτωρ ἐκεῖνος ὑπὸ τῆς τοῦ λίθου βολῆς τοῦ Αἴαντος μικροῦ δεῖν ἐψυχορράγει. Μόλις δ’ ἀνενεγκὼν καὶ ἑαυτὸν συναγαγὼν τρισσάκις τὸν παίσαντα ἔπληξε βέλεμνα κατ’ αὐτοῦ ἐπα φείς. Ὁ δὲ πολέμαρχος ἐκεῖνος μᾶλλον ἢ ἱερεὺς μηδέποτε μάχης κορεννύμενος, ἐπεὶ καὶ τοὺς λίθους ἅπαντας ἀπεπέμψατο τῶν χειρῶν καὶ ἁπλῶς ἦν καὶ λίθων κενὸς καὶ βελῶν, οὐκ ἔχων ὅ τι καὶ δράσειεν οὐδὲ δι’ ὧν ἀμυνεῖται τὸν ἀντίπαλον, ἐσφάδᾳζε μὲν ἐνταῦθα καὶ ἐξεφλέγετο καὶ ἐμεμήνει καθάπερ θηρίον εἰς ἑαυτὸν συστρεφόμενος. Τοῖς γοῦν παρατυχοῦσιν αὐτίκα καὶ ἀποχρώμενος ἦν. Σάκκον οὖν μάζης μεστὸν ἐφευράμενος ἐκεῖθεν ἀπὸ τοῦ σάκκου καθάπερ χερμάδας τὰς μάζας ἔβαλλεν, ὥσπερ ἱερατεύων καὶ τελετήν τινα ποιούμενος καὶ ἱεροτελεστίαν τὸν πόλεμον. Μᾶζαν γοῦν τινα μίαν ἀναλαβόμενος καὶ ὅλῃ χειρὶ πιθήσας ἐπαφίησι ταύτην κατὰ τῆς τοῦ Μαριανοῦ ὄψεως καὶ πλήττει τοῦτον κατὰ τῆς παρειᾶς.

[10.8.10] Ταῦτα μὲν οὖν τὰ κατὰ τὸν ἱερέα ἐκεῖνον καὶ τὴν ναῦν καὶ τοὺς ἐπιβάτας· ὁ δὲ κόμης Πρεβέντζας πιστεύσας ἑαυτὸν σὺν αὐτῇ τῇ νηῒ καὶ τοῖς ὑπ’ αὐτὸν προθύμως τῷ Μαριανῷ εἵπετο τοῦ λοιποῦ. Ἐπεὶ δὲ κατὰ τὴν χέρσον γενόμενοι ἀπέβαινον τῆς νηός, πολλὰ καὶ πολλάκις ὁ ἱερεὺς ἐκεῖνος ἐζήτει τὸν Μαριανὸν τὴν κλῆσιν μὲν αὐτοῦ μὴ γινώσκων, ἀπὸ δὲ τοῦ χρώματος τῶν ἀμφίων τοῦτον ἀνακαλούμενος. Προσελθὼν δὲ τούτῳ περιχυθεὶς κατησπάζετο ἐγκαυχώμενος ἅμα ὡς «Εἴ μοι κατὰ τὴν χέρσον ἐντετυχήκατε, πολλοὶ ἂν ταῖς ἐμαῖς χερσὶν ἀνῃρέθητε». Ἐκβαλὼν δ’ ἐπι δίδωσι τούτῳ ἀργυροῦν θηρίκλειον τιμῆς στατήρων ἑκατὸν πρὸς τοῖς τριάκοντα. Ταῦτα δὲ ὁμιλῶν καὶ διδοὺς ἐξεπεπνεύκει.

(συνεχίζεται)

Advertisements

4 Comments

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

4 responses to “Παρατηρήσεις στα βιβλία 9-10-11 της Αλεξιάδας #Γ2: Η Πρώτη Σταυροφορία

  1. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Μια άλλη υπόθεση ίσως θα μπορούσε να ήταν ότι αφού η Άννα γνώριζε Πλάτωνα

    “σπούδασε «ἐς ἄκρον» μαζίμε την ρητορική, τις Αριστοτελικές τέχνες και τους Πλατωνικούς διαλόγους(…)ῥητορικῆς οὐκ ἀμελετήτως ἔχουσα καὶ τὰς Ἀριστοτελικὰς τέχνας εὖ ἀναλεξαμένη καὶ τοὺς Πλάτωνος διαλόγους”
    https://smerdaleos.wordpress.com/2015/02/14/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9-5/

    παρασύρεται από εδώ που είχαμε συζητήσει στου sarant

    «[245ξ] τῆς ἀποστάσεως. καὶ τῶν μὲν ἄλλων συμμάχων ἐψεύσθη: ἠθέλησαν γὰρ αὐτῷ ἐκδιδόναι καὶ συνέθεντο καὶ ὤμοσαν Κορίνθιοι καὶ Ἀργεῖοι καὶ Βοιωτοὶ καὶ οἱ ἄλλοι σύμμαχοι, εἰ μέλλοι χρήματα παρέξειν, ἐκδώσειν τοὺς ἐν τῇ ἠπείρῳ Ἕλληνας: μόνοι δὲ ἡμεῖς οὐκ ἐτολμήσαμεν οὔτε ἐκδοῦναι οὔτε ὀμόσαι. οὕτω δή τοι τό γε τῆς πόλεως γενναῖον καὶ ἐλεύθερον βέβαιόν τε καὶ ὑγιές ἐστιν καὶ φύσει μισοβάρβαρον,
    [245δ] διὰ τὸ εἰλικρινῶς εἶναι Ἕλληνας καὶ ἀμιγεῖς βαρβάρων. οὐ γὰρ Πέλοπες οὐδὲ Κάδμοι οὐδὲ Αἴγυπτοί τε καὶ Δαναοὶ οὐδὲ ἄλλοι πολλοὶ φύσει μὲν βάρβαροι ὄντες, νόμῳ δὲ Ἕλληνες, συνοικοῦσιν ἡμῖν, ἀλλ᾽ αὐτοὶ Ἕλληνες, οὐ μειξοβάρβαροι οἰκοῦμεν, ὅθεν καθαρὸν τὸ μῖσος ἐντέτηκε τῇ πόλει τῆς ἀλλοτρίας φύσεως. ὅμως δ᾽ οὖν ἐμονώθημεν πάλιν»
    http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.01.0179%3Atext%3DMenex.%3Asection%3D245d

    και γενικά τους Βοιωτούς δεν τους εκτιμούσαν στην αρχαιότητα.

    “ἐρωτηθεὶς δ᾽ ὑπό τινος τίνες εἰσὶν οἱ μοχθηρότατοι, τῶν ἐν Παμφυλίᾳ Φασηλίτας μὲν ἔφησε μοχθηροτάτους εἶναι, Σιδήτας δὲ τῶν ἐν τῇ οἰκουμένῃ. πάλιν δ᾽ ἐπερωτηθείς, ὥς φησιν Ἡγήσανδρος ῾FHG IV 415′,’ πότερα Βοιωτοὶ βαρβαρώτεροι τυγχάνουσιν ὄντες ἢ Θετταλοί, Ἠλείους ἔφησεν.”

    Στην Παμφυλία οι Φασηλίτες ήταν οι μοχθηρότατοι, αλλά στην οικουμένη οι Σιδήτες. Και όταν ρώτησαν ποιοι είναι οι βαρβαρότεροι, οι Βοιωτοί ή οι Θεσσαλοί, είπε οι Ηλείοι. 🙂 🙂 🙂

    http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A2013.01.0001%3Abook%3D8%3Achapter%3D42

    Κάποτε πήγε στην Βοιωτία ο Ανταγόρας να τους διαβάσει την Θηβαίδα του, και επειδή οχλαγωγούσαν τους είπε
    “Καλά σας λένε Βοιωτούς αφού έχετε αφτιά βοδιών.” 🙂 🙂
    ——————————————————————————————–
    Την εικόνα που έχεις την έχω δει και εδώ
    http://www.politeianet.gr/books/9789607261151-omiros-stratikis-omirou-iliada-205863
    και μου κακοφαινόταν και εμένα το “Έλληνες” κατά Τρώων (για άλλους λόγους βέβαια 🙂 ).
    Ένα άλλο λάθος που κάνει είναι που λέει (και δείχνει) τον Έκτορα να σκοτώνεται από το σπαθί του Αχιλλέα και όχι από το κοντάρι που του είχε δώσει πίσω η Αθηνά (μπαμπεσιά 😦 ).
    ———————————————————–
    “να καταλάβει ότι στην ψευδοησιοδική γενεαλογία, ο «Ηπειρώτης/Δωδωναίος» Γραῖκος (ανιψιός του Έλληνος) ήταν διαφορετικό πρόσωπο από τον «Θεσσαλό» Έλληνα”

    Σ’αυτό όμως φταίνε ήδη οι αρχαίοι

    [Μετεορολογικά, 352a,33-34] ἀλλ’ ὥσπερ ὁ καλούμενος ἐπὶ Δευκαλίωνος κατακλυσμός· καὶ γὰρ οὗτος περὶ τὸν Ἑλληνικὸν ἐγένετο τόπον μάλιστα, καὶ τούτου περὶ τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀρχαίαν. Αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ περὶ Δωδώνην καὶ τὸν Ἀχελῷον· Oὗτος γὰρ πολλαχοῦ τὸ ῥεῦμα μεταβέβληκεν· ᾤκουν γὰρ οἱ Σελλοὶ ἐνταῦθα καὶ οἱ καλούμενοι τότε μὲν Γραικοὶ νῦν δ’ Ἕλληνες.

    https://smerdaleos.wordpress.com/2013/12/06/%ce%b7-%ce%b5%cf%84%cf%85%ce%bc%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%84%ce%bf%cf%80%cf%89%ce%bd%cf%85%ce%bc%ce%af%ce%bf%cf%85-%e1%bc%91%ce%bb%ce%bb%ce%ac%cf%82/#comments

    • Σ’αυτό όμως φταίνε ήδη οι αρχαίοι

      Ναι όντως. Καλά που το ανέφερες. Ο Αλκμάνας που ήταν σύγχρονος της της ψευδοησιοδικής γενεαλογίας θεωρούσε πως οι «Γραικές» ήταν οι «μητέρες» των Ελλήνων (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό).

  2. Ψέκκας

    όμοιος με τον εθνολογικό βιασμό της απόδοσης του όρου «Ῥωμαίος» ως «Βυζαντινός/Γραικός/Έλληνα
    _
    1. Υπάρχει κάποια ομοιότητα αλλά η βασική διαφορά είναι ότι στην περίπτωση “Ελληνες=Αχαιοί” μιλάμε για έννοια του παρόντος που πάει να μεταφερθεί στο παρελθόν ενώ στην περίπτωση “Ρωμαίοι=Έλληνες” έχουμε ένοια του παρελθόντος που συγκρίνεται με έννοια του παρελθόντος
    2. Και η Κομνηνη και όλοι φυσικά διαχωρίζουν τον Ρωμαίο (Βυζαντινό) από τον Λατίνο άρα Ρωμαίοι είναι τελικά οι Έλληνες της εποχής άρα δεν υπάρχει βιασμός των εννοιών. Βιασμός τέτοιου είδους είναι το σημερινό φαινόμενο να διακρίνουμε τον Ρωμαίο (βυζαντινό) απο τον Έλληνα ενώ είναι ο ίδιος στην συγκεκριμένη εποχή

    • 2. Και η Κομνηνη και όλοι φυσικά διαχωρίζουν τον Ρωμαίο (Βυζαντινό) από τον Λατίνο άρα Ρωμαίοι είναι τελικά οι Έλληνες της εποχής άρα δεν υπάρχει βιασμός των εννοιών. Βιασμός τέτοιου είδους είναι το σημερινό φαινόμενο να διακρίνουμε τον Ρωμαίο (βυζαντινό) απο τον Έλληνα ενώ είναι ο ίδιος στην συγκεκριμένη εποχή
      —-

      Ψέκκα οι Μεσαιωνικοί Ρωμαίοι ήταν (μεσαιωνικοί) Ρωμαίοι. Δεν ήταν αβγό kinder έκλπηξη που είχε μέσα παιχνιδάκι-έκπληξη «Έλληνες». Τα τριτοκοσμικά σου παραμύθια για Ρωμαίους kinder έκπληξη «Έλληνες» να τα συζητήσεις με τους συντοπίτες σου στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, στο Ρωμαϊκό θέμα της Βουλγαρίας και στην Βουλγαρική αυτοκρατορία που πιστεύουν ότι η Ύστερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία του Σαμουήλ ήταν το «Μακεδονικό κράτος του Σαμουήλ» …

      Αγγλική βικιπαίδεια: The Cometopuli dynasty (Bulgarian: Династия на комитопулите; Byzantine Greek: Κομητόπουλοι) was the last royal dynasty in the First Bulgarian Empire, ruling from ca. 976 until the fall of Bulgaria under Byzantine rule in 1018.[1]

      Μακεντόνκα βικιπαίδεια:

      Комитопули (Византиско-грчки: Κομητόπουλοι – млади кнезови) била македонска кралска династија која што траела од почетокот на создавањето на Македонската словенска држава па се до до паѓањето на Македонија и Самоиловото царство под византиска власт со Петар Делјан. Прв член на династијата бил Комес Никола [се бара извор] и последен бил Петар Делјан [1].

      Και σε σένα και στους Μακεντόντσι που ψάχνετε αβγουλάκια kinder έκπληξη (εσύ Ρωμαίοι = Έλληνες, αυτοί Βούλγαροι = Μακεδόνες) απαντάει πολύ ωραία ο Slavi Trifonov.

      Στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Utrinski Vesnik των Σκοπίων «Ο Ιβάν Βάζοφ έγραψε στην Μακεδονική γλώσσα!» ο Σλάβι απαντά: [00:24]

      «Ναι αδέλφια Μακεδόνες έτσι είναι όπως τα λέτε! Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός που στο σχολείο τραγουδούσαμε το ποίημα του Βάζοφ «Είμαι Βουλγαρόπουλο» στα «Μακεδονικά» (“as sam Bugarče” na “Makedonski”)». Δυναμώστε τον ήχο της τηλεόρασής σας, για να σας το τραγουδήσω «στην δική σας γλώσσα» (vaša ezik).» 🙂 🙂 🙂 🙂

      Στο [01:38] λέει ένα καλό για όσους βλέπετε τις μεσαιωνικές ταυτότητες σαν αβγά kinder έκπληξη που μέσα περιέχουν τις δήθεν «διηνεκείς» νεωτερικές σας ταυτότητες που ηλιθιωδώς προβάλλετε στο παρελθόν, όταν διαβάζετε το Ρωμαίοι σαν «Έλληνες» και το Βούλγαροι σαν «Μακεδόνες». Λέει ο Σλαβί:

      Να τα πάρετε όλα όσα είναι δικά σας!

      Τον πύργο της Πίζας που τον λέτε «O Eτοιμοθάνατος Πύργος» (kula)
      Τον πύργο του Άιφελ που τον λέτε «Το Mεταλλικό Kαφέ»
      Τις Πυραμίδες της Αιγύπτου ή, όπως τις λέτε εσείς, “Site Kameni Naednu” = «Όλες-οι-πέτρες-μαζί»
      Την Αφροδίτη της Μήλου που την λέτε «η κοπέλα που έτρωγε τα νύχια της και τελικά έφαγε τα χέρια της»

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s