Παρατηρήσεις στα βιβλία 9-10-11 της Αλεξιάδας #Β2: housekeeping

Στην προηγούμενη συνάρτηση (Β1) περιέγραψα τα γεγονότα του Βιβλίου 9. Στην σημερινή έχουν σειρά τα γεγονότα “housekeeping” του Βιβλίου 10 ως την Α΄ Σταυροφορία, την οποία θα περιγράψω στην επόμενη ανάρτηση.

Βιβλίο 10

Το βιβλίο 10 ξεκινάει με τον αιρετικό Νείλο. Θυμίζω πως η Κομνηνή έχει κατασκευάσει ένα πρώτης τάξεως προσωπείο Υπερασπιστή της Ορθοδοξίας για τον Αλέξιο, όπως αρμόζει σε έναν πρώτης τάξεως Βασιλέα τῶν Ῥωμαίων. Ο Αλέξιος έχει ήδη αντιμετωπίσει τον αιρετικό Ιωάννη Ιταλό, κατάφερε να φέρει πίσω στην Ορθοδοξία πολλούς αιρετικούς «Μανιχαίους» (Παυλικιανούς) των Βαλκανίων και συμβούλευε τους φιλομαθείς νέους να μελετήσουν πρώτα τις Θείες Βίβλους και κατόπιν να στραφούν στην «Ελληνική» [κλασική] παιδεία.

Ενώ ο Ιωάννης Ιταλός αναθεματίστηκε επειδή προσπάθησε να ερμηνεύσει τα Ιερά κείμενα με την Ελληνική Παιδεία, ο Νείλος τοποθετείται στο άλλο άκρο από την Κομνηνή. Δεν μπορούσε να κατανοήσει τα Ιερά Κείμενα επειδή «ἁμύητος δὲ πάσης Ἑλληνικῆς παιδείας ὤν» και, κατά συνέπεια, «ἄγευστος δὲ πάσης λογικῆς παιδείας ὤν». Ακουστές του Νείλου έγιναν πολλοί νέοι από τις αριστοκρατικές οικογένειες, αλλά και αρκετοί από τους πολλούς Αρμένιους που τότε ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη, όπως οι γνωστοί («ἐκεῖνοι») Τικράνης και Αρσάκης. Τελικά ο Αλέξιος συγκάλεσε σε σύνοδο τον Πατριάρχη Νικόλαο Γραμματικό και τους λογάδες της Εκκλησίας, για να αναθεματίσουν την «κακοδοξία/ψευδοδοξία» αυτών των «Ενθουσιαστών».

[10.1.1] Ἐπεὶ δὲ τὴν ἐκκλησίαν ὥσπερ τι ῥεῦμα κακίας ὁ Νεῖλος ἐκεῖνος ἐπικλύζων πολὺν τὸν σάλον ταῖς τῶν ἁπάντων ἐνεποίει ψυχαῖς μετ’ οὐ πολὺ τῆς τῶν τοῦ Ἰταλοῦ δογμάτων καθαιρέσεως ἀναφανείς, καὶ πολλοὺς ταῖς δίναις τῆς αὐτοῦ κακοδοξίας ἐβύθισεν. Ἀνὴρ δὲ οὗτος δεξιὸς μὲν τὴν ἀρετὴν ὑποκρίνασθαι οὐκ οἶδα μὲν ὅθεν, τέως δ’ οὖν τῇ μεγαλοπόλει ἐφοίτησε καὶ ἐγγωνιάζων Θεῷ μόνῳ δῆθεν καὶ ἑαυτῷ προσανεῖχε διὰ παντὸς ταῖς ἱεραῖς βίβλοις ἐνασχολούμενος. Ἀμύητος δὲ πάσης ἑλληνικῆς παιδείας ὢν καὶ μηδὲ καθηγητήν τινα ἐσχηκὼς ἀρχῆθεν τὸν ὑφαπλοῦντα τούτῳ τὸ τῆς θείας γραφῆς βάθος ἐνεκε κύφει μὲν τοῖς τῶν ἁγίων συγγράμμασιν, ἄγευστος δὲ πάσης λογικῆς παιδείας ὢν ἐπεπλάνητο περὶ τὸν νοῦν τῶν γραφῶν.

[10.1.2] Οὐκ ἀγεννῆ δέ τινα χορὸν ὑποσυρόμενος ἐν μεγάλαις οἰκίαις εἰσέδυ διδάσκαλος αὐτοχειροτόνητος, τὸ μέν τι διὰ τὴν ἐπιφαινομένην αὐτῷ ἀρετὴν καὶ τὸ κατε σκληκὸς ἐκεῖνο ἦθος, τὸ δὲ καὶ διὰ τὴν ὑποκεκρυμμένως ἐμφαινομένην αὐτῷ τάχα γνῶσιν· ἔνθεν τοι καὶ τὴν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἀγνοήσας μυστηρίου καὶ μήθ’ ὅ τι ἐστὶν ἕνωσις ἁπλῶς συνιέναι δυνάμενος μήθ’ ὅ τι ἐστὶν ὅλως ὑπόστασις εἰδὼς οὔτε διακεκριμένως ὑπόστα σιν ἢ ἕνωσιν νοεῖν δυνάμενος μήτ’ αὖθις ἡνωμένως καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν μήθ’ ὅπως ἐθεώθη τὸ πρόσλημμα παρὰ τῶν ἁγίων διδασκόμενος, πόρρω τοῦ ὄντος ἐξενεχθεὶς φύσει τοῦτο θεωθῆναι ἐδόξαζεν ἀπατώμενος.

[10.1.3] Οὐδὲ τοῦτο διέλαθε τὸν αὐτοκράτορα· ἀλλ’ ὡς ᾔσθετο τὰ περὶ τούτου ὀξύρροπον ἐπινοεῖ τὴν βοήθειαν καὶ τὸν ἄνδρα μετακαλεσάμενος πολλὰ τοῦ θράσους καὶ τῆς ἀμαθίας ἐμέμφετο καὶ πολλὰ τοῦτον ἐλέγξας τήν τε καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν τοῦ θεανθρώπου λόγου τρανῶς ἐδίδασκε καὶ τὸν τῆς ἀντιδόσεως τρόπον παρίστα καὶ ὅπως ἐθεώθη τὸ πρόσλημμα μετὰ τῆς ἄνωθεν ἐδίδασκε χάριτος. Ὁ δὲ τῆς ἰδίας ψευδοδοξίας ἀπρὶξ εἴχετο καὶ πρὸς πᾶσαν κάκωσιν, στρέβλας τε καὶ δεσμὰ καὶ ξεσμοὺς σαρκὸς ἑτοιμότατος ἦν ἢ ἀποστῆ ναι τοῦ μὴ θεωθῆναι φύσει διδάσκειν τὸ πρόσλημμα.

[10.1.4] Εἶχε δὲ τότε καὶ πολλοὺς τῶν Ἀρμενίων ἡ μεγαλόπολις, οἷς τῆς ἀσεβείας ὑπέκκαυμα ὁ Νεῖλος ἐκεῖνος ἐγίνετο· ἐντεῦθεν διαλέξεις τε συχναὶ πρὸς τὸν Τικράνην ἐκεῖνον καὶ τὸν Ἀρσάκην, οὓς ἐπὶ πλέον τὰ τοῦ Νείλου δόγματα πρὸς ἀσέβειαν ἠρέθιζε. Τί τὸ ἐντεῦθεν; Τὴν ἀσέβειαν πολλῶν ἐπινεμομένην ψυχὰς ὁρῶν ὁ αὐτοκράτωρ καὶ ἀλλήλοις τὰ τοῦ Νείλου καὶ τῶν Ἀρμενίων ἐπιπλεκόμενα καὶ ἁπανταχῇ τὸ φύσει θεωθῆναι τὸ πρόσλημμα λαμπρᾷ φωνῇ κηρυττόμενον ἀθετουμένας τε τὰς τῶν ἁγίων πατέρων περὶ τούτου γραφὰς καὶ τὴν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν ἀγνοουμένην σχεδόν, στῆσαι τὴν σφοδρὰν τοῦ κακοῦ ῥύμην βουληθεὶς τοὺς τῆς ἐκκλησίας λογάδας συναγαγὼν σύνοδον περὶ τούτου γενέσθαι κοινῇ συνεσκέψατο.

[10.1.5] Καὶ παρῆν τηνικαῦτα ἅπαν τὸ τῶν ἀρχιερέων πλήρωμα καὶ αὐτὸς ὁ πατριάρχης Νικόλαος. Καὶ ὁ Νεῖλος εἰς τὸ μέσον μετὰ τῶν Ἀρμενίων ἵστατο, καὶ τὰ τούτου ἀνεκαλύπτοντο δόγ ματα, καὶ ὃς λαμπρᾷ τῇ φωνῇ ταῦτα ἐδίδασκε καὶ ἰσχυρῶς αὐτῶν διὰ πλειόνων ἀντείχετο. Τί τὸ ἐντεῦθεν; Ἡ σύνοδος, ἵνα πολλῶν ἀπαλλάξῃ ψυχὰς τῆς διεφθαρμένης αὐτοῦ διδαχῆς, αἰωνίῳ τούτου καθυπέβαλεν ἀναθέματι καὶ τὴν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν κατὰ τὰς τῶν ἁγίων παραδόσεις ἐμφανέστερον ἀνεκήρυξε.

[10.1.6] Μετὰ τοῦτον ἢ μᾶλλον εἰπεῖν σὺν τούτῳ καὶ ὁ Βλαχερνίτης δεδημοσίευτο ἀσεβῆ καὶ ἔκφυλα τῆς ἐκκλησίας φρονῶν, κἂν ἱερωμένος ἦν. Ἐνθουσιασταῖς γὰρ ὁμιλήσας καὶ τῆς τούτων λύμης μετασχὼν πολλούς τε ἐξαπατῶν καὶ μεγάλας τῶν ἐν τῇ μεγαλοπόλει οἰκίας ὑπορύττων καὶ παραδιδοὺς τὰ τῆς ἀσεβείας δόγματα, ἐπεὶ πολλὰ πολλάκις μεταπεμπόμενος καὶ διδασκόμενος παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος οὐδ’ ὅλως τῆς οἰκείας κακοδοξίας ἀφίστατο, τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ τοῦτον ὁ αὐτοκράτωρ παρέπεμψεν. Οἱ δὲ ἐπὶ πλέον τοῦτον ἐξετά σαντες, ὡς ἀμετάθετον καὶ αὐτοὶ ἐγνώκεσαν, αὐτόν τε αἰωνίῳ ἀναθέματι καὶ τὰ τούτου δόγματα καθυπέβαλον.

Μετά την αντιμετώπιση των αιρετικών «Ενθουσιαστών», ο Αλέξιος αντιμετώπισε έναν «ἐξ ανατολῆς πένητα και σισυροφορούντα» “απατεώνα” που ισχυριζόταν ότι ήταν ο Λέων Διογένης, γιος του αυτοκράτορα Ρωμανού Διογένη και κατάφερε να πείσει τους «κωφότερους» ότι ήταν ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου. Θυμίζω πως στο προηγούμενο βιβλίο, ο Νικηφόρος Διογένης επιχείρησε να σκοτώσει τον Αλέξιο και τιμωρήθηκε με τύφλωμα. Επομένως, ίσως ο «απατεώνας» να ήταν όντως ο αδελφός του Νικηφόρου Διογένη Λέων και η Κομνηνή να το απέκρυψε εσκεμμένα. Τελικά ο Αλέξιος τον εξόρισε στην Χερσώνα όπου ήρθε σε επαφή με τους Κουμάνους που σύχναζαν στην Χερσώνα για εμπορικές συναλλαγές. Οι τελευταίοι τον φυγάδευσαν από τη Χερσώνα στη χώρα τους και τελικά αποφάσισαν να τον χρησιμοποιήσουν ως «Πατρόκλεια πρόφαση» για να εισβάλουν στην Ρωμαΐδα με σκοπό να λεηλατήσουν την «ἡμεδαπή» χώρα και να τοποθετήσουν τον «απατεώνα» στον «πατρώο» του θρόνο.

[10.2.2] Καὶ γὰρ ἄνθρωπός τις οὐ τῶν ἐπιφανῶν, ἀλλὰ τῆς κάτω τύχης ἐκ τοῦ χάρακος ὁρμώμενος τὸν τοῦ Διογένους υἱὸν ἑαυτὸν εἶναι ἔλεγε, κἂν ἐκεῖνος φθάσας ἀνῃρέθη, ὁπηνίκα τὸν μετὰ τῶν Τούρκων κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν πόλεμον ὁ Κομνηνὸς Ἰσαάκιος καὶ αὐτάδελφος τοῦ αὐτοκράτορος συνεκρότησεν· ὅπως δὲ τῷ λεπτομερέστερον ἐθέλοντι μανθάνειν ἐξέσται ἀπὸ τῶν τοῦ κλεινοῦ Καίσαρος συγγραμμάτων διεντυχεῖν. Παρὰ πολλῶν μὲν οὖν ἐπιστομιζόμενος ὁ τοιοῦτος ἐπαύετο οὐδαμῶς. Καὶ γὰρ ἦλθε μὲν οὗτος ἐξ ἀνατολῆς πένης τε καὶ σισυροφορῶν, πανουργότατος δὲ ὢν καὶ τὸ ἦθος πολύτροπος περιενόστει τὴν πόλιν κατ’ οἴκους τε καὶ ῥυμοτομίας περὶ ἑαυτοῦ ὑψηλά τινα διαγγέλλων καὶ ὡς εἴη τοῦ προβεβασιλευκότος Διογένους υἱὸς Λέων ἐκεῖνος, ὃς κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν ὑπὸ βέλους, ὡς εἴρηται, πληγεὶς ἐτετελευτή κει. Ἀναβιώσκων τοίνυν τὸν τεθνηκότα οὗτος ὁ ἀλαζὼν τοὔνομά τε ἐκείνου ἑαυτῷ περιετίθει καὶ φανερῶς ἐβασιλεία καὶ τοὺς κουφοτέρους ὑπήγετο. Καὶ ἦν ἄρα καὶ τοῦτο τὸ δεινὸν ἐπιθήκη τῶν τοῦ βασιλέως συμφορῶν, ὥσπερ τι δρᾶμα ἐπιτραγῳδούσης αὐτῷ τῆς Τύχης τοῦτον τὸν κακο δαίμονα. Καὶ ὥσπερ, οἶμαι, οἱ τρυφῶντες μετὰ τὸν κόρον ἐπιτραγηματίζονται τῶν μελιπήκτων τινὰ προσφερόμενοι, οὕτω δῆτα καὶ ἡ τῶν Ῥωμαίων Τύχη πολλοῖς ἐπορχησαμένη κακοῖς καὶ διακορὴς γεγονυῖα τοῖς τοιούτοις ψευδοβασιλεῦσι τὸν βασιλέα προσέπαιζεν.

[10.2.3] Ὁ μέντοι αὐτοκράτωρ κατεφρόνει τῶν λεγομένων παντάπασιν. Ἐπεὶ δ’ ὁ χαρακηνὸς κἀν ταῖς ἀγυιαῖς κἀν ταῖς ἀμφόδοις ἐν παντὶ καιρῷ τοιαῦτα ληρῶν οὐκ ἐπαύετο, ἦλθε ταῦτα εἰς ἀκοὰς τῆς Ἀλεξίου τοῦ κρατοῦντος ἀδελφῆς Θεοδώρας καὶ ὁμεύνου τοῦ ἀναιρεθέντος ἐκείνου υἱοῦ τοῦ Διογένους. Ἡ δὲ τοὺς λήρους ἐκείνους μὴ φέρουσα ἤχθετο. Ἐπὶ τῇ σφαγῇ γὰρ τἀνδρὸς τὸν μονήρη βίον ἠλλάξατο τὸν ἀσκητικὸν ἀκριβέστατα μετεληλυθυῖα βίον καὶ Θεῷ μόνῳ προσανέχουσα. Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ, ἐπεὶ μετὰ δευτέραν καὶ τρίτην παραίνεσιν ὁ λῆρος ἐκεῖνος οὐχ ἡσύχαζεν, ἐς Χερσῶνα τοῦτον ἀποστείλας ἔμφρουρον εἶναι παρεκελεύσατο. Ἐκεῖσε δὲ παραγενόμενος, νυκτὸς ἀνερχόμενος διὰ τοῦ τείχους καὶ προκύπτων, τοῖς συνήθως φοιτῶσι Κομάνοις ἐμπορίας χάριν καὶ τοῦ τὰ πρὸς χρείαν ἐκεῖθεν κομίζεσθαι ἅπαξ καὶ δὶς ὁμιλήσας καὶ πίστεις δοὺς καὶ λαβὼν διὰ καλῳδίων νυκτὸς ἑαυτὸν δεσμήσας ἐχαλάσθη τοῦ τείχους.

[10.2.4] Συμπαραλαβόντες δὲ τοῦτον οἱ Κόμανοι πρὸς τὴν ἰδίαν ἀπῄεσαν χώραν. Συναυλιζόμενος δὲ τούτοις ἐφ’ ἱκανόν, ἐς τοσοῦτον συνήλασεν ὡς καὶ βασιλέα αὐτὸν κατονομάζειν ἤδη. Οἱ δὲ αἵμασιν ἀνθρώπων λαφύξαι ἱμειρόμενοι καὶ κρεῶν ἀνθρωπείων ἐμφορηθῆναι καὶ λείαν πολλὴν ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς ἐπισυνάξαι, Πάτροκλον εὑρηκότες τοῦτον πρόφασιν κατὰ τῆς Ῥωμαίων πανστρατιᾷ χωρῆσαι ἐβουλεύοντο ὡς δῆθεν τῷ πατρῴῳ τοῦτον ἐγκαθιδρῦσαι θρόνῳ.

Η ορολογία που θα χρησιμοποιήσει η Κομνηνή γι΄αυτή την νέα σειρά μαχών με τους Κουμάνους είναι το γνωστό αντιθετικό δίπολο Ρωμαίοι-βάρβαροι και το βασικό “identikit” των βαρβάρων έχει ήδη επισημανθεί στο μπλε χωρίο παραπάνω (10.2.4):

α) Ιμείρουν (= επιθυμούν) να λαφύξουν (= καταβροχθίσουν) αίμα ανθρώπων και να εμφορηθούν (~ χορτάσουν/κορεστούν) με ανθρώπινο κρέας και

β)  να επισυνάξουν λείαν πολλὴν ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς

Εδώ θα προοικονομήσω λίγο ένα χωρίο από το τέλος του 11ου βιβλίου, όπου η Κομνηνή παραθέτει για τον Βαϊμούντο τον ακριβέστερο ρωμαιοκεντρικό ορισμό του «βαρβάρου», έτσι όπως τον καταλάβαιναν οι Ρωμαίοι («βυζαντινοί») ιστορικοί:

[11.12.3] Τέχνη μὲν οὖν τοῦ βαρβάρου αὕτη πρώτη καὶ μόνη κατὰ τὴν καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένην πέφηνεν εἰς καταστροφὴν ἀποβλέπουσα τῆς Ῥωμαίων ἡγεμονίας.

Η πρώτη και μόνη τέχνη του βαρβάρου αυτού ήταν να εμφανίζεται στην καθ’ ημάς οικουμένη αποβλέποντας στην καταστροφή της Ηγεμονίας των Ρωμαίων. 🙂 🙂

Ο σκοπός ύπαρξης των βαρβάρων = μη Ρωμαίων, κατά την ρωμαιοχριστιανική «κοσμοαντίληψη», ήταν να βλάψουν τους Ρωμαίους, συνήθως ως όργανα του Θεού που προσπαθεί να συνετήσει τον παραστρατίσαντα «Περιούσιο» Ρωμαϊκό λαό του. Όπως γράφει πολύ ωραία ο Καλδέλλης, ο «βάρβαρος» των βυζαντινών ιστορικών είναι «απρόσωπος», στην ουσία περισσότερο ζώο παρά άνθρωπος, με μόνα «ένστικτα» τον φθόνο για τους Ρωμαίους και την επιθυμία του να τους βλάψει. Ο Καλδέλλης πολύ ωραία συγκρίνει αυτήν την βυζαντινή κοσμοαντίληψη με το σλόγκαν της κυβέρνησης Bush για τον Ισλαμικό κόσμο “they hate our freedoms” (= μισούν τις ελευθερίες μας). Όταν ενίοτε καταφέρνουν να εκπληρώσουν την επιθυμία τους οι βάρβαροι είναι γιατί τους χρησιμοποιεί ως όργανο συνετήσεως των Ρωμαίων ο Θεός. Με άλλα λόγια, το βιβλίο 10, έτσι όπως θα το διάβαζε ένας σύγχρονος της Κομνηνής ξεκινάει με μια σχέση αιτίας-αιτιατού. Η αιτία ήταν η αίρεση των «Ενθουσιαστών» και το αιτιατό (το θείο συνετιστικό «παίδευμα» κατά την Ιουδοχριστιανική παράδοση) ήταν η Κουμανική εισβολή.

Kaldellis-barbarians

Επειδή όμως ο «πάνσοφος» Θεός αγαπάει το «περιούσιο» ποίμνιό του (George Carlin [00:36-01:20] “but he loves you!” 🙂 )

και δεν θέλει να το καταστρέψει εντελώς, αλλά απλά να το παιδέψει = συνετίσει εφήμερα και παροδικά, έχει στείλει ως εγγύηση της επιβίωσής του ποιμνίου τον «θεόσταλτο και θεοφύλακτο» Defensor Christianitatis Αλέξιο, για να επαναφέρει – όπως ο Bruce Willis στα Die Hard 🙂 – την κοσμική τάξη (ο Αλέξιος αντιμετώπισε τόσο την αιτία = αίρεση Ενθουσιαστών όσο και το αιτιατό = Κουμανική εισβολή). Ο ρόλος του Βασιλέα των Ρωμαίων ως Defensor Christianitatis (= Υπερασπιστής της [Ορθόδοξης] Χριστιανοσύνης) εκφράζεται πλήρως όταν ο βάρβαρος εχθρός τυχαίνει να είναι αλλόπιστος, επειδή σ΄αυτή την περίσταση η εξίσωση Ρωμαίοι = Χριστιανοί αποκτά πλήρη υπόσταση.

Defensor

[10.2.4] Καὶ ἀπαιωρουμένην εἶχον τέως ταυτηνὶ τὴν βουλήν· οὐκ ἔλαθε ταῦτα τὸν αὐτοκράτορα. Ἔνθεν τοι καὶ τὰς δυνάμεις ὡς δυνατὸν ἐξώπλιζέ τε καὶ πρὸς τὴν τῶν βαρβάρων μάχην ἡτοιμάζετο. Τὰ γὰρ τέμπη, ἅπερ κλεισούραςἰδιῶτις οἶδε γλῶττα καλεῖν, ὡς ἔφαμεν, φθάσας ἤδη κατωχυρώσατο. Καιροῦ δὲ παρεληλυθότος ἐπεὶ τὸ Παρίστριον τοὺς Κομάνους μετὰ τοῦ ψευδωνύμου καταλαβεῖν μεμαθήκοι, τοὺς τὰ πρῶτα τοῦ στρατιωτικοῦ συντάγματος φέροντας καὶ αὐτοὺς δὴ τοὺς καθ’ αἷμα καὶ ἐξ ἀγχιστείας αὐτῷ προσήκοντας συναγαγών, εἰ χρὴ κατ’ αὐτῶν ἐξιέναι ἐβουλεύετο. Πάντες δὲ πρὸς τοῦτο αὐτὸν ἀπεῖργον.

Στο παραπάνω χωρίο, η κοινή/καθημερινή γλώσσα ονομάζεται «ἱδιώτις» (ορισμοί 2,3) = «άτεχνη, ανεπιτήδευτη, αμαθής»: τα «τέμπη» στην «ἱδιώτιδα γλῶττα» ονομάζονται «κλεισούρες». Ο Αλέξιος και ο Πατριάρχης Νικόλαος σκαρφίστηκαν ένα τέχνασμα από το οποίο φάνηκε ότι ήταν θέλημα θεού να οργανωθεί εκστρατεία κατά των Κουμάνων.

[10.2.5] Τοίνυν αὐτὸς ἑαυτῷ πιστεύειν οὐκ εἶχεν οὔτε μὴν τοῖς οἰκείοις ἤθελε λογισμοῖς χρήσασθαι, ἀλλὰ τὸ πᾶν τῷ Θεῷ ἀναθέμενος ἐξ ἐκείνου τὴν κρίσιν ᾐτεῖτο. Τοιγαροῦν ἅπαντας μετακαλεσάμενος τοῦ ἱερατικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ καταλόγου εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ μεγάλην ἐκκλησίαν ἑσπέρας φοιτᾷ καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ πατριάρχου Νικολάου παρόντος. […] Ἐν δυσὶ δὲ πυκτίοις τὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ εἰ δεῖ ἐξεληλυθότα τοῖς Κομάνοις ἐπιθέσθαι ἢ μή, ἐνσημηνάμενος τῷ κορυφαίῳ πάντων παρεκελεύσατο καταθέσθαι εἰς τὴν ἱερὰν τράπε ζαν. Παννύχου δὲ τῆς ὑμνῳδίας τελουμένης κατὰ τὸ περίορθρον εἴσεισιν ὁ τεθεικὼς καὶ ἀναλαμβάνεται τὸν χάρτην καὶ ἐξαγαγὼν καὶ λύσας ἐνώπιον πάντων ὑπανεγίνωσκε. Τὸ ἐνδόσιμον οὖν ἐκεῖθεν ὥσπερ ἐκ θείας ὀμφῆς ὁ αὐτοκράτωρ λαβὼν ὅλος ἐγεγόνει τῆς ἐκστρατείας καὶ διὰ γραφῶν ἁπανταχόθεν ἀνεκαλεῖτο τὸ στράτευμα.

Η εκστρατεία λοιπόν ξεκίνησε για την Αγχίαλο και η Κομνηνή αναφέρει τα ονόματα των διοικητών:

[10.2.6] Καλῶς τοίνυν παρασκευασάμενος τῆς κατὰ τῶν Κομάνων ὁδοῦ εἴχετο. Ἅπαν οὖν τὸ στράτευμα μετακαλεσάμενος καὶ καταλαβὼν τὴν Ἀγχίαλον τὸν μὲν ἴδιον γαμβρὸν Καίσαρα Νικηφόρον τὸν Μελισσηνὸν καὶ τὸν Παλαιολόγον Γεώργιον καὶ τὸν ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ Ἰωάννην τὸν Ταρωνίτην μεταπεμψάμενος, εἰς Βερόην ἐκπέμπει ἐφ’ ᾧ ἐπαγρυπνεῖν καὶ ἀσφάλειαν αὐτῆς τε καὶ τῶν παρακειμένων αὐτῇ ποιεῖσθαι. Τοὺς δέ γε λοιποὺς τῶν ἐκκρίτων διελὼν τὰ στρατεύματα καὶ ἡγεμόνας τούτων αὐτοὺς καταστήσας τὸν Δαβατηνόν, τὸν Εὐφορβηνὸν Γεώργιον καὶ Κωνσταντῖνον τὸν Οὐμπερτόπουλον εἰς φυλακὴν τῶν περὶ τὸν Ζυγὸν διακειμένων κλεισουρῶν ἐκπέπομφεν. Ἐκεῖθεν δὲ τὴν Χορταρέαν καταλαβών (κλείσουρα δὲ τοῦ Ζυγοῦ οὑτωσί πως ὀνομαζομένη) τὸν ὅλον περιῄει Ζυγὸν κατασκεπτόμενος, εἰ πάντα τὰ πρῴην παρ’ αὐτοῦ ἐντεταλμένα οἱ τὴν τούτων οἰκονομίαν ἀναδεξάμενοι τετελέκασι καὶ εἴ τι ἡμιτελὲς ἢ ἐνδέον ἐστί, καὶ τοῦτο ἐπανορθώσασθαι, ὡς μὴ ῥᾳδίως διὰ τούτων ἐξεῖναι τοῖς Κομάνοις διελθεῖν. Πάντα γοῦν οἰκονομήσας κᾆθ’ οὕτως ἐκεῖθεν ὑποστρέψας περὶ τὴν Ἱερὰν καλουμένην Λίμνην τὸν χάρακα ἐπήξατο τῆς Ἀγχιάλου ἀγχοῦ διακειμένην. Νυκτὸς δὲ καταλαβόντος Πουδίλου τινὸς ἐκκρίτου τῶν Βλάχων καὶ τὴν τῶν Κομάνων διὰ τοῦ Δανούβεως διαπεραίωσιν ἀπαγγείλαντος, δέον ἔκρινεν αὐγαζούσης τῆς ἡμέρας μετακαλεσάμενος τοὺς ἐκκρίτους τῶν συγγενῶν τε καὶ ἡγεμόνων βουλεύσασθαι ὅ τι δεῖ ποιεῖν. Ἐπεὶ δὲ εἰς τὴν Ἀγχίαλον πάντες παραγενέσθαι δεῖν ἔλεγον, παρα χρῆμα τὸν μὲν Καντακουζηνὸν καὶ τὸν Τατίκιον εἰς τὰ καλούμενα Θερμὰ ἐξαπέστειλε μετὰ καί τινων ἐθνικῶν, τοῦ τε Σκαλιαρίου τοῦ Ἐλχὰν καὶ ἑτέρων τῶν ἐκκρίτων, ἐφ’ ᾧ τὴν φυλακὴν τῶν ἐκεῖσε ποιεῖσθαι μερῶν. Αὐτὸς δὲ ἀπέρχεται εἰς Ἀγχίαλον.

Τα ονόματα που διαβάζουμε είναι:

– Ο καίσαρ Νικηφόρος Μελισσηνός

– Ο Γεώργιος Παλαιολόγος

– Ο Ιωάννης Ταρωνίτης

– Ο Δαβατηνός

– Ο Γεώργιος Ευφορβηνός

– Ο Νορμανδός («Κελτός») Κωνσταντίνος Ουμπερτόπουλος (= ο γιος του Ουμβέρτου ~ Humbert)

– Ο Καντακουζηνός (ο πρώτος καταγεγραμμένος φορέας του αριστοκρατικού αυτού επωνύμου) και ο πιστός στον Αλέξιο εκρωμαϊσμένος Τούρκος Τατίκιος (ο πατέρας του Αλέξιου Ιωάννης είχε αιχμαλωτίσει τον Τούρκο πατέρα του Τατίκιου και ο τελευταίος μεγάλωσε από παιδί μαζί με τον Αλέξιο, όπως αργότερα ο εκρωμαϊσμένος Τούρκος Ιωάννης Αξούχ θα γίνει Μέγας Δομέστικος και ο πιο πιστός φίλος του αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνού) ήταν διοικητές των «ἐθνικῶν» = μη χριστιανών μισθοφόρων (συνήθως στεπαίοι και ασιατικοί Τούρκοι).

– Ο Σκαλιάριος του Ελχάν: «Ελχάν» είναι η έλληνική απόδοση του τουρκο-μογγολικού Il-khan = «ύπαρχος του Khan»

– Ο Βλάχος έκκριτος Πούδιλος (ἔκκριτος = πρόκριτος) πληροφόρησε τον Αλέξιο ότι οι Κουμάνοι είχαν ήδη διαβεί τον Δούναβη. Αργότερα στην διήγηση θα δούμε τους Κουμάνους να χρησιμοποιούν Βλάχους οδηγούς, για να διαβούν τον Αίμο. Προφανώς, ο Βλαχικός πληθυσμός του ανατολικού Αίμου είχε διαχωριστεί σε νομιμόφρονες και φιλοκουμάνους. Είναι η ίδια περίοδος που, κατά τους περισσότερους ιστορικούς, οι γλωσσικοί πρόγονοι των Ρουμάνων εποικίζουν τις περιοχές βορείως του Δούναβη, εποικισμός που προϋποθέτει ένα modus vivendi με τους Κουμάνους. Θυμίζω ότι, όπως έχω δείξει σε παλαιότερη ανάρτηση, στην μάχη του Λεβουνίου, οι Βούλγαροι και Βλάχοι νεόλεκτοι που συνέλεξε ο Νικηφόρος Μελισσηνός από την περιοχή της Θράκης συγκαταλέγονται στους Ρωμαίους στρατιώτες, όταν αυτοί διακρίνονται από τους «Κελτούς» και «ἐθνικοῦς» μισθοφόρους και τους Κουμάνους συμμάχους.

Αυτό το modus vivendi μεταξύ υποδουνάβιων Βουλγάρων, Βλάχων και υπερδουνάβιων «Σκυθών» ξεκίνησε με την εγκατάσταση Πετσενέγκων/Πατζινάκων στο υποδουνάβιο Παρίστριον, του οποίου ο πληθυσμός περιγράφεται από τον Ατταλειάτη (περιγράφοντας γεγονότα που συνέβησαν λίγα μόνο χρόνια πριν την ενθρόνηση του Αλεξίου) ως «σκυθοποιημένος», «μιξοβάρβαρος» και ως αποστάτες που κάλεσαν τους υπερδουνάβιους Πατσινάκους σε εισβολή. Ο πιστός διοικητής του Αλεξίου που η Κομνηνή ονομάζει πολλάκις «μιξοβάρβαρο Μοναστρά», που γνώριζε την γλώσσα των «Σκυθών», ήταν προϊόν αυτής της ωσμώσεως.

[Ατταλειάτης, 26.1 στην αρίθμηση των Καλδέλλη-Κράλλη] Ἐθρυλλεῖτο δὲ καὶ τὸ παρὰ τὸν Ἴστρον κατοικοῦν  μιξοβάρβαρον. Παράκεινται γὰρ τῇ ὄχθῃ τούτου πολλαὶ καὶ μεγάλαι πόλεις, ἐκ πάσης γλώσσης συνηγμένον ἔχουσαι πλῆθος, καὶ ὁπλιτικὸν οὐ μικρὸν ἀποτρέφουσαι. Πρὸς αἷς οἱ περαιωθέντες Σκύθαι τὸ πρότερον τὸν Σκυθικὸν ἐπιφέρουσι βίον. Παρὧν καταληιζόμεναι, καὶ τὰς ἐκ τῶν βασιλικῶν ταμείων ἀποστελλομένας ἐτησίως φιλοτιμίας σπουδῇ τοῦ Νικηφόρου περιεκόπτοντο. καὶ κατὰ τοῦτό τινες τῶν τοιούτων πόλεων εἰς ἀποστασίαν ἀπέβλεψαν καὶ εἰς τὸ ἔθνος τῶν Πατζινάκων παρήγγελλον.

Κλεισούραι του «Ζυγού»: εδώ «Ζυγός» είναι ο [ανατολικός] Αίμος (Stara Planina) και όχι ο «Ζυγός» = Kopaonik του προηγούμενου βιβλίου. Ο Αλέξιος επάνδρωσε και επιδιόρθωσε τις οχυρώσεις των Κλεισούρων του Αίμου, για να μην είναι εύκολη η διέλευση των Κουμάνων.

Πάμε παρακάτω.

Ο Αλέξιος όντας στην Αγχίαλο (Ἀγχί-αλος > βουλγ. Po-morje) έμαθε πως οι Κουμάνοι χρησιμοποιώντας Βλάχους οδηγούς είχαν διαβεί τον «Ζυγό» = Αίμο και ήταν καθ’ οδόν για την Αδριανούπολη, ενώ οι «ἔποικοι» = κάτοικοι της Γολόης (Lozarevo) είχαν αιχμαλωτίσει τον διοικητή τους και τον παρέδωσαν στους Κουμάνους.

[10.2.7] Ἐπεὶ δὲ πρὸς Ἀδριανούπολιν τὸ ὅρμημα τῶν Κομάνων μεμαθήκοι, μεταπεμψάμενος τοὺς ἐκκρίτους τῶν Ἀδριανουπολιτῶν ἅπαντας, ὧν ὑπερέχοντες ὅ τε Κατακαλὼν ὁ Ταρχανειώτης λεγόμενος καὶ Νικηφόρος ὁ υἱὸς τοῦ πάλαι τυραννήσαντος Βρυεννίου, καὶ αὐτὸς τυραννήσας καὶ τῶν ὀφθαλμῶν στερηθείς, τού τοις πολλὴν τὴν τοῦ κάστρου φυλακὴν ἐνετείλατο ποιεῖσθαι καὶ τῶν Κομάνων καταλαβόντων μὴ μετὰ μικροψυχίας τὸν μετ’ αὐτῶν συναίρειν πόλεμον, ἀλλὰ μετὰ σκοποῦ καὶ ἐκ διαστήματος τὰς κατ’ ἐκείνων βολὰς ποιεῖσθαι, τὰ δὲ πλεῖστα κεκλεισμένας τὰς πύλας ἔχειν, πολλὰς ὑποσχόμενος εὐεργεσίας εἰ τὰ προστεταγμένα τηρήσαιεν. Ταῦτα μὲν οὖν πρὸς τὸν Βρυέννιον καὶ τοὺς ἄλλους ὁ αὐτοκράτωρ παρεγγυησάμενος οἷον μετὰ χρηστῶν τῶν ἐλπίδων πρὸς Ἀδριανούπολιν ἐκπέπομφε. Τῷ δέ γε Κατακαλὼν τῷ Εὐφορβηνῷ Κωνσταντίνῳ διὰ γραμμάτων προσέταξεν ἀναλαβέσθαι τὸν καλούμενον Μοναστρᾶν (μιξοβάρβαρος δὲ οὗτος ἀνὴρ πολλὴν τὴν περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐμπειρίαν κεκτημένος) καὶ Μιχαὴλ τὸν Ἀνεμᾶν μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς τεταγμένων στρατιωτῶν, καὶ ἐπὰν τοὺς Κομάνους τὰς κλεισούρας διελθόντας μάθοιεν, παρέσπεσθαι ὄπισθεν αὐτῶν καὶ ἀξυμφανῶς αὐτῶν ἀποπειρᾶσθαι.

[10.3.1] Τῶν γοῦν Κομάνων παρὰ τῶν Βλάχων τὰς διὰ τῶν κλεισουρῶν ἀτραποὺς μεμαθηκότων καὶ οὕτω τὸν Ζυγὸν ῥᾳδίως διεληλυθότων ἅμα τῷ τῇ Γολόῃ προσπελάσαι εὐθὺς οἱ ἔποικοι ταύτης δεσμήσαντες τὸν τὴν φυλακὴν τοῦ κάστρου πεπιστευμένον παραδεδώκασι τοῖς Κομάνοις, αὐτοὶ δὲ εὐφημήσαντες ἄσμενοι τούτους ὑπεδέξαντο.

Στο χωρίο γίνεται αναφορά στον εμπειροπόλεμο «μιξοβάρβαρο Μοναστρά» που ανέφερα και στον Μιχαήλ Ανεμά, απόγονο του  «Ἀνεμᾶ» = Al-Numan = γιος του τελευταίου εμίρη της Κρήτης «Κουρουπᾶ» (Abd al-Aziz ibn Shuayb II). Ο ομώνυμος πρόγονός του βαπτίστηκε Χριστιανός και έγινε υπασπιστής του Ιωάννη Τσιμισκή στους πολέμους κατά των Ρως για την κατοχή της ανατολικής Βουλγαρίας.

Anemas

Γράφει ο Σκυλίτσης:

καὶ τὴν πασῶν ὀχυρωτέραν πόλιν, ἣν ἐγχωρίως Χάνδακα ἐκάλουν, πεπορθηκώς, καὶ τὸν ἀμηρεύοντα τῆς νήσου Κουρούπην ὄνομα λαβὼν αἰχμάλωτον καὶ Ἀνεμᾶν τὸν μετ’ αὐτὸν ἐν τῇ νήσῳ πρωτεύοντα, καὶ τὴν νῆσον ὅλην δουλωσάμενος

οἱ Ῥωμαῖοι δὲ ἐπιδραμόντες καὶ τοῖς Ῥῶς συμπλακέντες […] τοῦτον ἰδὼν Ἀνεμᾶς ὁ τῶν Κρητῶν τοῦ βασιλέως υἱὸς Κουρουπᾶ, εἷς ὢν τῶν βασιλικῶν σωματοφυλάκων,

Να σημειωθεί πως ο Σκυλίτσης αν και αποφεύγει «δια πυρός και σιδήρου» να χρησιμοποιήσει τον όρο «βασιλεύς» για τους δυτικούς/Φράγγους ηγεμόνες, για τους οποίους συστηματικά χρησιμοποιεί τον λατινικό όρο rex > «ῥήξ» (= ρήγας), δεν έχει πρόβλημα να χαρακτηρίσει ως «βασιλέα» τον Εμίρη της Κρήτης (ἀμηρεύοντα τῆς νήσου) Κουρουπά. Προφανώς, ο Άραβας Εμίρης δεν ηταν απειλή για την «βυζαντινή» πεποίθηση ότι ο Βασιλεύς Ρωμαίων ήταν ο μόνος αληθινός διάδοχος του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Ας γυρίσουμε όμως στον Αλέξιο που βρίσκεται στην Αγχίαλο και στους Κουμάνους που πλησιάζουν στην Αδριανούπολη.

Ο Κωνσταντίνος Κατακαλών νίκησε μια μοίρα Κουμάνων που χορτολογούσε έχοντας ζωγρήσει τους περισσότερους και τιμήθηκε αμέσως με τον τίτλο του Νωβελίσσιμου από τον Αλέξιο, αλλά οι κάτοικοι της Διαμπόλεως (Yambol) και των γειτονικών πολιχνίων ακολούθησαν το παράδειγμα της Γολόης και συνθηκολόγησαν με τους Κουμάνους επευφημώντας τον «Ψευδώνυμο» Διογένη ως βασιλέα. Εν τω μεταξύ, ο τελευταίος έφερε ἄπαν τὸ Κομανικὸν στράτευμα στην Αγχίαλο όπου ήταν ο Αλέξιος. Ο βασιλέας όντας εμπειροπόλεμος γνώριζε ότι η Αγχίαλος ήταν απόρθητη και γι΄αυτό έβγαλε τα στρατεύματα εκτός των τειχών και ενεμπλάκη σε μάχη. Η «Κομανική παράταξις» αντιπαραβάλλεται στην «Ῥωμαϊκή φάλαγγα». Μετά την πρώτη μικρή ρωμαϊκή νίκη, τα δύο στρατεύματα παρέμειναν ακίνητα για 3 ημέρες.

[10.3.1] Ὁ δὲ Κατακαλὼν Κωνσταντῖνος ἐναύλους τὰς τοῦ βασιλέως ὑποθημοσύνας ἔχων Κομάνοις ἐντυχὼν εἰς προνομὴν ἐξερχομένοις καὶ προσβαλὼν θαρσαλέως ζωγρίαν εὐθὺς ἐκ τού των ἄγει εἰς ἑκατὸν ποσουμένους. Τοῦτον ὁ βασιλεὺς ὑπο δεξάμενος εὐθὺς τῷ τοῦ νωβελλισίμου τιμᾷ ἀξιώματι. Κατασχόντας δὲ τὴν Γολόην τοὺς Κομάνους θεασάμενοι οἱ τῶν παρακειμένων πόλεων ἔποικοι, Δαμπόλεώς τε καὶ τῶν λοιπῶν, προσεληλυθότες αὐτοὺς ἄσμενοι ὑπεδέχοντο καὶ παρεδίδουν τὰς πόλεις ἐπευφήμουν τε τὸν ψευδώνυμον Διογένην. Ὃς μετὰ τὸ πάντων ἐγκρατὴς γενέσθαι ἀναλαβόμενος ἅπαν τὸ Κομανικὸν στράτευμα καταλαμβάνει τὴν Ἀγχίαλον ἀποπειρᾶσθαι τάχα βουλόμενος τῶν ταύτης τειχῶν.

[10.3.2] Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐντὸς ὢν καὶ πολλὴν ἐμπειρίαν περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐκ νηπίου κεκτημένος, ἐπεὶ τὴν τοῦ τόπου θέσιν διέγνω τοὺς μὲν Κομάνους ἀπείργουσαν τῆς ὁρμῆς, ὀχύρωμα δὲ τοῦ τείχους οὖσαν, διελὼν τὰς δυνάμεις καὶ τὰς πύλας ἀναπετάσας τοῦ κάστρου ἔξωθεν τούτους συνησπικότας ἰλαδὸν κατέστησε, περὶ δὲ τὸ ἄκρον τῆς Κομανικῆς παρατάξεως … ἐγκεκραγότος μέρους τῆς ῥωμαϊκῆς φάλαγγος … ἐτρέψαντο μέχρις αὐτῆς θαλάττης διώξαντες. Τοῦτο ὁ αὐτοκράτωρ θεασάμενος καὶ πρὸς τοσαῦτα πλήθη μὴ ἐξαρκούσας ἔχων δυνάμεις μήτε ἀντι καταστῆναι δυνάμενος ἐκέλευσε τοῦ λοιποῦ συνησπικότας ἅπαντας ἵστασθαι καὶ μηδένα προθέειν τῆς παρατάξεως. Οἱ δὲ Κόμανοι παραταξάμενοι ἵσταντο καὶ αὐτοὶ προμετώπιοι τῆς ῥωμαϊκῆς φάλαγγος, μὴ προσβάλλοντες δὲ ὅμως μηδὲ αὐτοί. Τοῦτο δὲ ἐτελεῖτο ἐπὶ τρισὶν ἡμέραις ἐκ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, τῆς τε τοῦ τόπου θέσεως ἀπειργούσης τούτους ἐθέλοντας μάχεσθαι καὶ τοῦ μηδένα τῆς ῥωμαϊκῆς φάλαγγος προεκτρέχειν κατ’ αὐτῶν.

Στην συνέχεια, οι Κουμάνοι εγκατέλειψαν την θέση τους και έφυγαν για την Αδριανούπολη, επειδή τους είχε εξαπατήσει ο Ψευδώνυμος λέγοντάς τους ότι ο Νικηφόρος Βρυέννιος θα τους άνοιγε τις πύλες. Ακολουθούν μερικά χωρία όπου οι Κουμάνοι χαρακτηρίζονται «βάρβαροι» και επεξηγούνται ορισμένα χαρακτηριστικά του «βάρβαρου» χαρακτήρα τους.

[10.3.3] Τὸ δὲ κάστρον ἡ Ἀγχίαλος τοιαύτης ἔτυχε θέσεως. Δεξιόθεν μὲν τὴν Ποντηρὰν εἶχε θάλασσαν, ἐξ εὐωνύμου δὲ τραχύν τινα τόπον καὶ δύσβατον καὶ ὑπάμπελον καὶ τοῖς ἱππόταις εὔοδον τὸν δρόμον μὴ παρέχοντα. Τί τὸ ἐπὶ τούτοις; Τὴν τοῦ βασιλέως θεασάμενοι καρτερίαν οἱ βάρβαροι καὶ τὰ βεβουλευμένα ἀπηλπικότες ἐφ’ ἑτέραν ἀτραπὸν τὴν πρὸς Ἀδριανούπολιν ἐτράποντο, ἐξαπατῶντος αὐτοὺς τοῦ ψευδωνύμου καὶ λέγοντος ὡς «Ὁπηνίκα με τὴν Ἀδριανούπολιν καταλαβόντα ὁ Βρυέννιος Νικηφόρος ἀκούσει, ἀνοίξας τὰς πύλας μετὰ περιχαρείας ὑποδέξεται χρήματά τε παρέξει καὶ παντοίας φιλοφροσύνης ἀξιώσει. Κἂν γὰρ μὴ ἐκ φύσεως, ἀλλά γε ἐκ προαιρέσεως τὴν πρὸς τὸν ἐμὸν πατέρα ἀδελφικὴν ἔσχε διάθεσιν. Ἐπὰν δὲ τὸ κάστρον ἡμῖν παραδοθῇ, οὕτω τῆς ἐπὶ τὰ ἔμπροσθεν καὶ πρὸς τὴν βασιλεύουσαν φερούσης ἁψόμεθα.» Θεῖον δὲ τὸν Βρυέννιον ὠνόμαζε παράκουσμά τι ἔχων ἀληθοῦς ὑποθέσεως. Καὶ γὰρ ὁ πάλαι βεβασιλευκὼς Ῥωμανὸς ὁ Διογένης ἄνδρα τουτονὶ τὸν Βρυέννιον γινώσκων φρονήσει τε ὑπερέχοντα ἁπάντων τῶν τότε εὐθῆ τε τὴν γνώμην καὶ ἐπαληθεύοντα ὡς ἐπίπαν ἐν λόγοις καὶ πράξεσι τοῦτον ἀκριβῶς ἐπιστά μενος ἀδελφὸν εἰσποιήσασθαι ἠβουλήθη· καὶ δὴ καὶ τὸ ἔργον τετέλεστο ἀμφοῖν τούτου συνδόξαντος. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἀληθῆ καὶ παρὰ πάντων οὕτω γινώσκεται, ὁ δέ γε ψευδώνυμος τοσοῦτον ἀπηναισχύντησεν, ὡς καὶ θεῖον ἐπ’ ἀληθείας τοῦτον κατονομάζειν.

[10.3.4] Οὕτω μὲν οὖν τὰ τοῦ ψευδωνύμου τεχνάσματα· οἱ δὲ Κόμανοι ὡς βάρβαροι τὸ κοῦφον καὶ εὐμετάβλητον ὡς φυσικόν τι παρακολούθημα κεκτημένοι πείθονται τοῖς αὐτοῦ λόγοις καὶ καταλαβόντες τὴν Ἀδριανούπολιν ἔξωθεν τῆς πόλεως ταύτης ηὐλίσαντο. Ἐπὶ δὲ τεσσαράκοντα καὶ ὀκτὼ ἡμέραις καθ’ ἑκάστην πολέμων συγκροτουμένων (καὶ γὰρ οἱ νεώτεροι καὶ πρὸς πόλεμον σφαδᾴζοντες καθ’ ἡμέραν ἐξερχόμενοι πολέμους συχνοὺς μετὰ τῶν βαρβάρων συνεκρότουν) Νικηφόρος ὁ Βρυέννιος, ἐπεὶ κάτωθεν παρὰ τοῦ ψευδωνύμου ἐζητεῖτο, πυργόθεν προκύψας, ὅσα γε ἀπὸ τῆς φωνῆς τοῦ ἀνδρὸς τεκμαιρόμενος ἔλεγε μήτε υἱὸν αὐτὸν ἐπιγινώσκειν Ῥωμανοῦ τοῦ Διογένους, τοῦ ἐκ προαιρέσεως ἀδελφοῦ αὐτοῦ χρηματίσαντος, ὡς εἴρηται, ὁποῖα φιλεῖ πολλάκις γίνεσθαι, καὶ ὅτι ὁ ἐπ’ ἀληθείᾳ υἱὸς αὐτοῦ εἰς Ἀντιόχειαν ἀνῃρέθη. Ταῦτα εἰπὼν μετ’ αἰσχύνης τὸν ὑποκριτὴν ἀπεπέμψατο.

Τελικά, όταν άρχισαν να μειώνονται αισθητά οι προμήθειες των πολιορκημένων Αδριανουπολιτών, οι τελευταίοι ζήτησαν την βοήθεια του Αλέξιου, ο οποίος διέταξε τον Κωνσταντίνο Ευφορβηνό να πάρει τους Κόμητές του και να πάει στην Αδριανούπολη/Ορεστιάδα «από την μεριά των Καλαθάδων». Την γλωσσολογική σημασία του τοπωνυμίου «Καλαθάδες» την έχω εξηγήσει σει σε παλαιότερη ανάρτηση. Η Κομνηνή εδώ βρίσκει την ευκαιρία να παινέψει τον γιο του Ευφορβηνού Νικηφόρο που σκότωσε έναν «Σκύθη» = Κουμάνο διώκτη του και που αργότερα παντρεύτηκε την αδελφή της Μαρία. Ήταν τόσο καλός στην ιππασία που όποιος τον έβλεπε «ἱππαζόμενο» τον νόμιζε για Νορμανδό αντί για Ρωμαίο!

«καὶ ἱππαζόμενον ἄν τις αὐτὸν ἐθεάσατο, οὐ Ῥωμαῖον εἴκασεν εἶναι, ἀλλὰ Νορμανόθεν ἥκειν!»

Εμμέσως, η φράση δείχνει ότι οι Νορμανδοί Ιππότες με την «ανύποιστη» (< ἀν+ὑπό+οἴσω ~ ἀνυπόφερτη, εδώ ειδικά αμαιμάκετη, ακατάσχετη, ανεπίσχετη) πρώτη τους έφοδο ήταν οι καλύτεροι της εποχής της Κομνηνής.

[10.3.5] Ἐπεὶ δὲ οἱ ἐντὸς παρεκτεινομένου τοῦ καιροῦ ἐστενοῦντο ἤδη, διὰ γραφῆς ᾐτήσαντο βοήθειαν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος. Ὁ δὲ παρευθὺ παρακελεύεται Κωνσταντίνῳ τῷ Εὐφορβηνῷ ἀποχρῶσαν ἀποδιελέσθαι δύναμιν τῶν ὑπ’ αὐτὸν κομήτων καὶ διὰ νυκτὸς μετ’ αὐτῶν εἰς Ἀδριανούπολιν διὰ τοῦ μέρους τῶν Καλαθάδων εἰσελθεῖν. Καὶ ὁ Κατακαλὼν παραχρῆμα τῆς πρὸς τὴν Ὀρεστιάδα φερούσης εἴχετο μετ’ ἀγαθῶν τῶν ἐλπίδων λήσεσθαι τοὺς Κομάνους οἰόμενος. Ἀλλὰ διημάρτανε τοῦ σκοποῦ. Αἰσθόμενοι γὰρ τούτου πολλαπλάσιοι τηνικαῦτα ἐξιππασάμενοι καὶ προσβαλόντες ἀπώσαντό τε εἰς τοὐπίσω καὶ ὀξέως ἐδίωκον. Ὁπηνίκα καὶ ὁ τούτου υἱὸς Νικηφόρος καὶ ἐμὸς ἐν ὑστέροις χρηματίσας γαμβρὸς ἐπὶ τῇ μετ’ ἐμὲ ἀδελφῇ τῇ πορφυρογεννήτῳ Μαρίᾳ δόρυ μακρὸν ἐναγκαλισάμενος καὶ συναντήσας ἐξ ὑποστροφῆς τὸν διώκοντα αὐτὸν Σκύθην πλήττει κατὰ τὸ στέρνον, ὁ δ’ εὐθὺς νεκρὸς ἔκειτο. Οἶδε γὰρ ἐπ’ ἀληθείᾳ δόρυ κραδαίνειν καὶ ἀσπίδι περιφράττεσθαι· καὶ ἱππαζόμενον ἄν τις αὐτὸν ἐθεάσατο, οὐ Ῥωμαῖον εἴκασεν εἶναι, ἀλλὰ Νορμανόθεν ἥκειν. Θαῦμα γὰρ ἦν ὁ νεανίσκος ἐκεῖνος ἐξιππαζόμενος καὶ ὄντως φιλοτίμημα φύσεως· τὴν πρὸς Θεὸν εὐσέβειαν πολύς, τὰ πρὸς ἀνθρώπους ἡδὺς καὶ μειλίχιος.

Την 48η ημέρα της πολιορκίας ο διοικητής της Αδριανουπόλεως Νικηφόρος Βρυέννιος αποφάσισε να βγάλει τα στρατεύματα εκτός των τειχών για μάχη. Η Κομνηνή γράφει πως στην μάχη σκοτώθηκαν πολλοί Ρωμαίοι, αλλά πολλοί περισσότεροι Κουμάνοι, ενώ ο γενναίος μεῖραξ (= νεανίας, ΠΙΕ *meryos = «νεαρός πολεμιστής») Μαριανός Μαυροκατακαλών, καταγόμενος από γενναίους προγόνους, παραλίγο θα σκότωνε τον «υπερέχοντα ηγεμόνα» της Κουμανικής στρατιάς Τογορτάκ, αν δεν τον έσωζαν οι σωματοφύλακές του που παραλίγο θα σκότωναν τον Μαριανό. Εκεί που πολεμούσε «μετὰ τῶν βαρβάρων», ο Μαριανός είδε τον «απατεώνα» και άρχισε να τον μαστιγώνει κατακέφαλα αποκαλώντας τον «ψευδώνυμο βασιλέα».

[10.3.6] Οὔπω τεσσαράκοντα πρὸς ταῖς ὀκτὼ διῆλθον ἡμέραι, καὶ παρακελευσαμένου Νικηφόρου τοῦ Βρυεννίου (ἐν ἐκείνῳ γὰρ ἡ πᾶσα ἐξουσία τῆς Ἀδριανουπόλεως ἦν) τὰς πύλας ἀθρόον ἀναπετάσαντες ἐξῆλθον κατὰ τῶν Κομάνων γενναῖοι στρατιῶται. Καὶ πολέμου καρτεροῦ συρραγέντος πίπτουσι μὲν ἱκανοὶ τῶν Ῥωμαίων γενναίως ἀγωνιζόμενοι καὶ τῆς ἑαυτῶν ζωῆς ἀφειδήσαντες, πλείους δὲ κτείνουσιν. Ὁπηνίκα καὶ Μαριανὸς ὁ Μαυροκατακαλὼν τοῦ Τογορτὰκ καταστοχασάμενος (ἡγεμὼν δὲ οὗτος ὑπερέχων τῆς τῶν Κομάνων στρατιᾶς), δόρυ μακρὸν ἐναγκαλισάμενος ὅλας τε τῷ ἵππῳ δοὺς τὰς ἡνίας εὐθὺ κατ’ αὐτοῦ ἤλαυνε καὶ μικροῦ ἂν τοῦτον ἀνεῖλεν, εἰ μὴ προφθάσαντες οἱ περὶ αὐτὸν τυχόντες Κόμανοι τοῦτον ἐξείλοντο, μικροῦ καὶ τὸν Μαριανὸν ἀποκτείναντες. Οὗτος δὲ ὁ Μαριανός, κἂν νέος τὴν ἡλικίαν ἦν καὶ ἐς μείρακας ἄρτι παραγγέλλων, ἀλλὰ πολλάκις τῶν τῆς Ὀρεστιάδος πυλῶν ἐξερχόμενος μετὰ τῶν Κομάνων ἐμάχετο καὶ τοσαυτάκις πλήττων ἢ καὶ κτείνων νικητὴς ἀνθυπέστρεφεν. Ἦν γὰρ ὡς ἀληθῶς μαχητὴς γενναιότατος, καθάπερ τινὰ κλῆρον πατρῷον τὴν ἀνδρείαν κληρωσάμενος ἐκ γενναιοτάτων ἀνδρῶν γενναιότερος παῖς γεννηθείς. Ἐξ ὑπογύου δὲ τοῦ θανάτου ῥυσθείς, ἀναζέσας τῷ θυμῷ κατὰ τοῦ Ψευδοδιογένους ἐχώρησε πέραθεν παρὰ τῷ χείλει τοῦ ποταμοῦ καὶ αὐτοῦ ἱσταμένου, ὅπου ὁ Μαριανὸς μετὰ τῶν βαρβάρων ἐμάχετο· καὶ θεασάμενος ἐρυθροφοροῦντα καὶ βασιλικῶς ἐσταλμένον καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν σκεδασθέντας, ἀνατείνας τηνικαῦτα τὴν μάστιγα ἔπαιε τοῦτον κατὰ κεφαλῆς ἀφειδῶς ψευδώνυμον ἀποκαλῶν βασιλέα.

Τελικά ο Αλέξιος εξουδετέρωσε τον «ψευδώνυμο» Διογένη «δόλῳ, οὔ τι κράτεΐ γε» (Ιλιάδα, 7.142). Έστειλε κάποιον Αλακασέα που ο πατέρας του ήξερε τον πατέρα του ψευδωνύμου, ο οποίος τον έπεισε να πάει στο πολίχνιον Πούτζα, όπου δήθεν ο διοικητής ήταν «δικός» τους. Εκεί τόσο ο ψευδώνυμος και οι Κουμάνοι που τον συνόδευαν μέθυσαν και οι δεύτεροι θανατώθηκαν όντας μεθυσμένοι από τους προσποιούμενους νομιμόφρονες. Ο Αλακασεύς πήρε τον ψευδώνυμο καβάλα στο άλογο και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη μέσω της Τζουρουλού. Στην μεγαλόπολη, ο ψευδώνυμος τυφλώθηκε από τον Καμύρη, τον Τούρκο δούλο/σύντροφο (;) του Δρουγγάριου του Στόλου, δηλαδή του «εκτομία» (=ευνούχου) Ευστάθιου Κυμινειανού.

[10.4.1] Ὁ δὲ βασιλεὺς τὴν περὶ τὴν Ἀδριανούπολιν καρτερίαν τῶν Κομάνων μανθάνων καὶ τοὺς συχνοὺς ἐκεῖσε πολέμους δέον ἔκρινε καὶ αὐτὸς ἐξ Ἀγχιάλου κεῖθι παρα γενέσθαι. Μεταπεμψάμενος οὖν τοὺς ἐκκρίτους τῶν ἡγεμόνων καὶ προέχοντας τοῦ λαοῦ ἐβουλεύετο τί ἂν ποιήσειεν. Εἰσελθὼν δέ τις ἀνὴρ Ἀλακασεὺς ὀνομαζόμενος ἔφη· «Ὁ ἐμὸς πατὴρ συνήθης πάλαι τῷ τοῦ ψευδωνύμου πατρὶ ἔτυχεν ὤν. […]»

[10.4.2] Καὶ ἵνα πλατύτερον τὰ κατ’ αὐτὸν διηγήσωμαι, λαβὼν τὸ ἐνδόσιμον παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου καὶ γραφὰς ὡσαύτως παραδηλούσας πρὸς τὸν τὴν φυλακὴν πολιχνίου τινὸς Πούτζης ὠνομασμένου […]

[10.4.5] Ὁ δὲ Ἀλακασεὺς τῶν Κομάνων ἁπανταχοῦ διασπαρέντων οὐκ ἐθάρρησε δηλῶσαι περὶ τού του τῷ αὐτοκράτορι, ἀλλὰ ἀναλαβόμενος τοῦτον τὴν κατευθὺ Τζουρουλοῦ ἤλαυνεν ὡς πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἀπερχόμενος. Μεμαθηκυῖα δὲ τοῦτο ἡ τοῦ βασιλέως μήτηρ καὶ δέσποινα περὶ τὰ βασίλεια ἐνδιατρίβουσα εὐθὺς τὸν δρουγγάριον τοῦ στόλου Κυμινειανὸν τὸν ἐκτομίαν Εὐστάθιον διὰ τάχους ἀπέστειλεν ἐφ’ ᾧ τὸν τοιοῦτον παραλαβεῖν καὶ εἰσαγαγεῖν εἰς τὴν μεγαλόπολιν. Ὁ δὲ ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ Τοῦρκόν τινα Καμύρην ὀνομαζόμενον εἰς τὴν τούτου ἐκτύφλωσιν τῷ τοιούτῳ ἐχρήσατο.

Ο Αλέξιος αποφάσισε να φύγει από την Αγχίαλο και να επιτεθεί στους Κουμάνους που λεηλατούσαν τα μέρη γύρω από τον «αυχένα» του Ταυροκώμου. Έστειλε έμπειρους Τούρκους τοξότες να επιτεθούν στους Κομάνους και να υποχωρήσουν, φέρνοντάς τους προς την Ρωμαϊκή φάλαγγα.

[10.4.6] Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ ἔτι εἰς Ἀγχίαλον ἐγκαρτερῶν, μεμαθηκὼς τὸν ἐπὶ τῇ προ νομῇ τῶν παρακειμένων χωρῶν σκεδασμὸν τῶν Κομάνων, ἀπάρας ἐκεῖθεν καταλαμβάνει τὴν μικρὰν Νίκαιαν. Ὡς δὲ μεμαθήκοι ὅτι ὁ Κιτζῆς, ἡγεμὼν δὲ οὗτος εἷς τῶν τοῦ Κομανικοῦ στρατεύματος, ἀναλαβόμενος Κομάνους ποσου μένους εἰς δώδεκα χιλιάδας καὶ εἰς προνομὴν τούτους διασπείρας λείαν τε πολλὴν συναγαγὼν τὸν αὐχένα τοῦ Ταυροκώμου κατείληφε, τὰς ὑπ’ αὐτὸν ἀναλαβόμενος δυνάμεις κατελθὼν παρὰ τῷ χείλει εἱστήκει τοῦ ποταμοῦ τοῦ κατὰ τὴν πεδιάδα τὴν κάτωθεν τοῦ τοιούτου αὐχένος δια κειμένην ῥέοντος. Τόπος δὲ οὗτος πλήρης χαμαιδρύων καὶ ἀρτιφυῶν δένδρων. Ἐκεῖσε γοῦν τὰς δυνάμεις καταστησάμενος ἀπόμοιραν Τούρκων ἱκανὴν ἀποτεμόμενος τῆς τοξείας ἐκκρίτους εἰδήμονας κατὰ τῶν Κομάνων ἐπαφίησιν, ὥστε τὸν μετ’ αὐτῶν συναραμένους πόλεμον καὶ ἱππασίας τινὰς ποιησαμένους ἐπισπάσασθαι τούτους πρὸς τὸ πρανές. Οἱ δὲ Κόμανοι προσβαλόντες τούτοις ἐδίωκον ἀκρατῶς μέχρι τῆς ῥωμαϊκῆς φάλαγγος· εἶτα μικρὸν τοὺς ἵππους ἀνασειράσαντες καὶ κατὰ τῆς ῥωμαϊκῆς ἐξορμῆσαι φάλαγγος ἡτοιμάζοντο καθιστῶντες τὰς παρατάξεις.

Ο Αλέξιος σκότωσε έναν βάρβαρο Κουμάνο και η πράξη του ενθάρρυνε τους Ρωμαίους και αποθάρρυνε τους βάρβαρους «Σκύθες» οι οποίοι διασκεδάστηκαν πανικοβλημένοι. Η περιγραφή δείχνει την τυπική διάκριση μεταξύ Ρωμαίων και βαρβάρων «Σκυθών».

[10.4.7] Ἐπεὶ δὲ Κόμανόν τινα ἀγέρωχον ἱππότην τῆς φάλαγγος προπηδήσαντα ὁ αὐτοκράτωρ ἐθεάσατο καὶ τὰς παρατάξεις παραθέοντα καὶ μονονοὺ τὸν μετ’ αὐτοῦ μαχεσόμενον ἀναζητεῖν ἐοικότα, οὐκ ἔφερεν οὔτε τὸ δεξιὸν καρτερεῖν οὔτε τὸ εὐώνυμον κέρας, ἀλλ’ αὐτὸς πρὸ πάντων ὅλας τὰς ἡνίας χαλάσας τὸν ἀναζητοῦντα τὸν πόλεμον βάρβαρον πρώτως παίει διὰ τοῦ δόρατος καὶ ἀμφὶ στήθεσι διαμπερὲς ἐλάσας τὸ ξίφος τοῦ ἵππου κατέβαλε κατὰ ταυ τηνὶ τὴν ἡμέραν στρατιώτην μᾶλλον ἢ στρατηγὸν ἑαυτὸν ἀποδείξας. Μέγα τοίνυν ταῖς ῥωμαϊκαῖς παραυτίκα θάρσος ἐμβαλὼν παρατάξεσιν, οὐχ ἥσσονα δὲ τοῖς Σκύθαις φόβον, ὡς πύργος τούτοις προσβαλὼν διεῖλε τὸ στράτευμα. Οὕτω γοῦν τῆς ὁμαιχμίας τῶν βαρβάρων διασπασθείσης διασπαρέντες ἁπανταχῇ ἔφευγον ἀκρατῶς. Κόμανοι μὲν οὖν τηνικαῦτα πίπτουσιν ὡσεὶ χιλιάδες ἑπτά, ἄγονται δὲ καὶ ζωγρία τρισχίλιοι.

Οι Ρωμαίοι είχαν πια στα χέρια τους όλη την λεία που είχαν συλλέξει οι Κουμάνοι αλλά, αντίθετα με ό,τι γινόταν συνήθως, αυτή τη φορά η λεία δεν μοιράστηκε στους στρατιώτες, επειδή ήταν πολύ πρόσφατη και ο Αλέξιος διέταξε να επιστραφεί στους «εποίκους» (= κατοίκους της περιοχής) από τους οποίους είχε σκυλευθεί.

[10.4.8] Τὴν μέντοι λείαν ἅπασαν ἀφελόμενοι οἱ τοῦ ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος οὐ συνεχωρήθησαν παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος κατὰ τὸ εἰωθὸς ταύτην ἐπιμοιράσασθαι, καθὸ ἐξ ὑπογύου τῶν παρακειμένων χωρῶν ἐσκυλεύθη, ἀλλὰ δοθῆναι τοῖς ἐποίκοις. Τοῦ γοῦν βασιλικοῦ προστάγματος πτηνοῦ δίκην εἰς ἅπασαν τὴν περίχωρον διαδεδραμηκότος ἕκαστος τῶν σκυλευθέντων παραγενόμενος ἐπιγινώσκων τὸ ἴδιον ἀνελαμβάνετο. Στερνοτυποῦντες οὖν καὶ χεῖρας ἱκετίδας εἰς οὐρανὸν αἴροντες τῷ αὐτοκράτορι τὰ λῴονα ἐπηύχοντο. Καὶ ἦν ἀκούειν φωνὴν σύμμικτον ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν μέχρις αὐτῆς σεληνιακῆς σφαίρας φθάνουσαν.

Μετά τη νίκη ο Αλέξιος πήγε στην Αδριανούπολη, όπου φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Σιλβέστρου (= «Άγριος ~ δασύβιος», λ.χ.  silvaticus > αγγλικό savage ~ ρουμανικό sălbatic). Εκεί οι Κουμάνοι αρχηγοί κατέφτασαν με σκοπό να κωλυσιεργήσουν καθηλώνοντας τον Αλέξιο με διαπραγματεύσεις, ώστε να μπορέσει να ξεφύγει το εναπομείναν Κουμανικό στράτευμα. Όταν ο Αλέξιος μυρίστηκε το κουμανικό κόλπο έστειλε τους αρχηγούς των «ἐθνικῶν», δηλαδή τον «Σαυρομάτη» Ουζά, τον «Σκύθη» Καρατζά και τον «μιξοβάρβαρο» Μοναστρά να στήσουν άδειες σκηνές ώστε οι Κουμάνοι να τρομάξουν νομίζοντας ότι τους κυνηγάει πολυάριθμο Ρωμαϊκό στράτευμα. Τελικά έφτασε και ο Αλέξιος και έγινε μια νέα σκληρή μάχη, όπου οι Ρωμαίοι ήταν ξανά οι νικητές. Η μάχη ήταν κοντά στην Σιδηρά Κλεισούρα και ο αυτοκράτορας επέστρεψε στο παλάτι μέσω της Γολόης, όπου τίμησε τους άνδρες που πολέμησαν.

[10.4.9] Ἀλλὰ ταῦτα μὲν οὕτω· ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ χαίρων τὰς δυνάμεις ἀνακτησάμενος εἰς τὴν εἰρημένην μικρὰν Νίκαιαν αὖθις ἐπανα ζεύγνυσιν. Ἐκεῖσε γοῦν ἐπὶ δυσὶν ἡμέραις ἐγκαρτερήσας τριταῖος ἐκεῖθεν ἐξελθὼν καταλαμβάνει τὴν Ἀδριανούπολιν περὶ τὴν οἰκίαν τοῦ Σιλβέστρου ἱκανὰς ἐνδιατρίψας ἡμέρας. Τῶν γοῦν Κομάνων οἱ λογάδες ἅπαντες ἀποκριθέντες τοῦ λοιποῦ στρατεύματος βουληθέντες τοῦτον ἀπατῆσαι προσέρχονται τούτῳ ὡς αὐτόμολοι σπείσασθαι τάχα μετ’ αὐτοῦ προσποιούμενοι, ἵνα τριβομένου τοῦ μετ’ εἰρήνης καιροῦ προχωροίη τὸ Κομανικὸν στράτευμα τοῖς ἔμπροσθεν. Ἐπὶ τρισὶν οὖν ἡμέραις ἐγκαρτερήσαντες μετὰ τὴν τρίτην ἡμέραν νυκτὸς τῆς πρὸς τὰ οἴκοι φερούσης ἥψαντο.

[10.4.10] Αἰσθόμενος δὲ τῆς τῶν Κομάνων ἀπάτης ὁ αὐτοκράτωρ ὑποπτέρους ἀποστείλας δηλοῖ τοῦτο τοῖς πεπιστευμένοις τὴν φυλακὴν τῶν τοῦ Ζυγοῦ ἀτραπῶν ἐφ’ ᾧ μὴ ἀναπίπτειν, ἀλλ’ ἐγρηγορέναι διὰ παντός, εἴ που τούτους κατάσχοιεν. Αὐτὸς δὲ τὸ ὅλον στράτευμα τῶν Κομάνων μεμαθηκὼς ἐπὶ τὰ πρόσω τὴν πορείαν ποιούμενον εὐθὺς ἀναλαβόμενος τοὺς παρατυχόντας τῶν στρατιωτῶν καταλαμβάνει τόπον τινὰ Σκουτάριον καλούμενον σταδίους τῆς Ἀδριανουπόλεως ἀπέχοντα ὀκτωκαίδεκα, τὴν δὲ μετ’ αὐτὴν εἰς Ἀγαθονίκην. Ἐπεὶ δὲ μεμαθήκοι τὸ Κομανικὸν φοσσάτον ἔτι κατὰ τὸν Ἀβριλεβὼ διακείμενον (τόπος δὲ οὗτος οὐ πορρωτέρω τῶν εἰρημένων πόλεων κείμενος), ἐνταῦθα γενόμενος καὶ τὰ ἄπειρα ἅπερ ἀνῆψαν πυρὰ πόρρωθεν ἐξιδὼν καὶ κατασκεψάμενος ἀποστείλας μετεπέμψατο Νικόλαον τὸν Μαυροκατακαλὼν καὶ ἑτέρους τῶν ἐκκρίτων ἡγεμόνων τοῦ ὁπλιτικοῦ καὶ τί χρὴ ποιεῖν διεσκοπεῖτο. Δέον οὖν τηνικαῦτα ἐκρίθη μεταπέμψασθαι τοὺς τῶν ἐθνικῶν ἀρχηγούς, τόν τε Οὐζᾶν (ἐκ Σαυροματῶν δὲ οὗτος) καὶ Καρατζᾶν τὸν Σκύθην καὶ τὸν  μιξοβάρβαρον Μοναστρᾶν, καὶ παρασκευάσασθαι ἵνα ἀπελθόντες παρασκευάσωσιν ἐφ’ ἑκάστῃ σκηνῇ πεντεκαίδεκα καὶ πλείους ἀνάψαι πυρσούς, ὥστε τοὺς Κομάνους τοὺς τοσούτους πυρσοὺς θεασαμένους ἀπειροπληθὲς τὸ ῥωμαϊκὸν νομίσαι στράτευμα κἀντεῦθεν ἐκδειματωθέντες τοῦ λοιποῦ μὴ θαρσαλέως τούτοις προσβαλεῖν. Τοῦτο δὲ γεγονὸς ταῖς τῶν Κομάνων ψυχαῖς φόβον μέγαν ἐνίησιν. Ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ πρωΐας ὁπλισάμενος καὶ τὰς ὑπ’ αὐτὸν δυνάμεις ἀναλαβόμενος ἵεται κατ’ αὐτῶν· πολέμου δὲ ἐξ ἑκατέρων συρραγέντος οἱ Κόμανοι τὰ νῶτα διδόασιν. Ὁ δὲ βασιλεὺς διελὼν τὸ στράτευμα τοὺς μὲν ψιλοὺς ἔμπροσθεν διώκειν ἐκπέπομφεν, αὐτὸς δὲ φευγόντων ἀκρατῶς ἐλαύνων ἐδίωκε. Τούτους δὲ περὶ τὴν Σιδηρᾶν Κλείσουραν καταλαβὼν πολλοὺς μὲν ἀναιρεῖ, πλείστους δὲ καὶ ζωγρίαν ἄγει.

[10.4.11] Οἱ δέ γε προπεμφθέντες τῶν Κομάνων τὴν λείαν πᾶσαν ἀναλαβόμενοι ὑπεχώρησαν. Ὁ δὲ βασιλεὺς περὶ τὴν ἀκρολοφίαν τῆς Σιδηρᾶς Κλεισούρας παννύχιος διατελέσας χειμῶνος ὄντος σφοδροῦ, αὐγαζούσης ἤδη ἡμέρας τὴν Γολόην κατείληφεν. Ἐκεῖσε δὲ ἡμερονύχθιον ἓν διακαρτερήσας ἐφ’ ᾧ τιμῆσαι πάντας τοὺς ἀνδρικῶς ἀγωνισαμένους καὶ δωρεῶν μεγίστων ἀξιῶσαι καὶ τὸ βουλευθὲν εἰς ἔργον ἀγαγὼν καὶ μετ’ εὐφροσύνης πάντας ἐκπέμψας οἴκαδε ἐν δυσὶ νυχθημέροις κατείληφε τὰ βασίλεια.

Εδώ το θέατρο πολέμου μεταφέρεται στην Μικρά Ασία και στους Τούρκους που λεηλατούσαν την Βιθυνία. Η πόλη που απειλούνταν περισσότερο ήταν η Νικομήδεια και ο Αλέξιος αποφάσισε να ολοκληρώσει την εκσκαφή μίας παρατημένης τάφρου που είχε ξεκινήσει να κατασκευάζει αιώνες πριν ο αυτοκράτορας Αναστάσιος ο Δίκουρος, ώστε να κόψει την ορμή των «βαρβάρων» και ανέκαθεν πονηρών «Ισμαηλιτών» γειτόνων.

[10.5.1] Καὶ μικρὸν ἑαυτὸν ἀνακτησάμενος τῶν πολλῶν μόχθων, ἐπεὶ τοὺς Τούρκους τὰ ἐντὸς Βιθυνίας κατατρέχοντας εὗρε καὶ λῃζομένους ἅπαντα, τῶν δυτικῶν πραγμάτων ἐκ θατέρου μέρους πρὸς ἑαυτὰ ἐπισπωμένων τὸν αὐτοκράτορα, πλέον ἐν τούτοις ἢ ἐν ἐκείνοις κάμνων (πρὸς γὰρ τὸ κατεπεῖγον μᾶλλον ὁ πόνος ἦν) ἐπίνοιαν ἐπινοεῖται μάλα μεγαλουργὸν καὶ ἀξίαν τῆς ἐκείνου ψυχῆς καὶ πρὸς ἀσφάλειαν Βιθυνίας ἀποταφρεύει τὰς ἐκείνων καταδρομὰς διὰ τοιαύτης κατασκευῆς· ἄξιον δὲ καὶ τὴν κατασκευὴν ἐκείνην διηγήσασθαι.

[10.5.2] Ὁ γὰρ Σάγγαρις ποταμὸς καὶ ἡ παραλία ἡ μέχρι τοῦ χωρίου Χηλῆς ἰθυτενῶς καταφερομένη καὶ ἡ πρὸς βορρᾶν ἀνακάμπτουσα πολλὴν ἔνδον περι κλείουσι χώραν. Ταύτην τοίνυν τὴν χώραν πονηροὶ γείτονες γεγονότες ἡμῖν ἀνέκαθεν οἱ τοῦ Ἰσμαὴλ κατὰ πολλὴν ἐρημίαν τῶν κωλυόντων διά τε Μαρυανδηνῶν καὶ τῶν πέραν Σαγγάρεως ῥᾳδίως κατελῄζοντο καὶ μᾶλλον τὴν Νικομήδους ἐπέθλιβον τὸν ποταμὸν διαπεραιούμενοι. Τὴν τοιαύτην τοίνυν ὁρμὴν ἀνακόπτων τῶν βαρβάρων ὁ βασιλεὺς καὶ τὴν τῆς χώρας καταδρομὴν καὶ μάλιστα τὴν Νικομήδους ἀσφαλιζόμενος κατωτέρω τῆς Βαάνης λίμνης μακρότατον ὄρυγμα κατιδὼν καὶ παρακολουθήσας αὐτῷ μέχρι πέρατος κατενόει ἀπό τε τῆς θέσεως καὶ τοῦ σχήματος, ὡς ἄρα ὁ τόπος οὐκ ἐκ ταὐτομάτου διαβεβόθρωται οὐδὲ συσσεσηράγγωται φυσικῶς, ἀλλὰ χειρός τινος ὑπῆρχε μηχάνημα. Πολυπραγμονήσας οὖν τὸ τοῦ τόπου μανθάνει παρά τινων, ὡς ἄρα τῆς τοιαύτης διώρυχος Ἀναστάσιος ὁ Δίκουρος ἐπεστάτησε. Τί μὲν βουλόμενος, οὐκ εἶχον λέγειν· ἐφαίνετο δ’ οὖν τῷ βασιλεῖ Ἀλεξίῳ, ὡς δὴ ὁ αὐτοκράτωρ ἐκεῖνος ἐβούλετο ἀπὸ τῆς λίμνης ὕδωρ μετοχετεύειν ἐς ταυτηνὶ τὴν χειροποίητον χαράδραν. Πρὸς τοιαύτην τοίνυν ἐνθύμησιν ἀναχθεὶς ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος τήν τε τάφρον εἰς βάθος ἱκανώτατον διορύσσειν ἐκέλευε.

Φοβούμενος για την ασφάλεια του σημείου όπου τα νερά της Λίμνης διοχετεύονται στην διώρυγα/τάφρο αποφάσισε να κτίσει εκεί ένα απόρθητο «πολίχνιο» (= φρούριο που ονομάστηκε «Σιδηρούν Πυργίον» (Σιδηρόκαστρο). Πρόσφερε τόσο καλούς μισθούς που εκτός από εργάτες δέχτηκε να δουλέψει κάθε άνδρας, στρατιώτης τε και υπηρέτης, αυτόχθων τε και αλλοδαπός.

[10.5.3] Δεδοικὼς δὲ μή ποτε καὶ πορεύσιμα γένοιτο τὰ τῶν ποταμῶν κατὰ τὰς συναφὰς τῶν ῥευμάτων, ἀνιστᾷ φρούριον ἐρυμνότατον, πανταχόθεν τὸ ἀσφαλὲς καὶ τὸ ἀνεπιχείρητον ἔχον ἀπό τε τοῦ ποταμοῦ καὶ τῆς εἰς ὕψος καὶ πάχος τειχοποιίας· ὅθεν καὶ τὴν σιδηρᾶν ἀπηνέγκατο κλῆσιν. Καὶ ἔστι νῦν τὸ Σιδηροῦν τουτὶ Πυργίον πόλις πρὸ πόλεως καὶ τείχους προτείχισμα. Αὐτὸς δὲ ὁ αὐτοκράτωρ ἐφίστατο τῇ τοῦ πολιχνίου οἰκοδομῇ ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, καίτοι πολλῆς τῆς ἀλέας οὔσης τὸν θερινὸν τροπικὸν τοῦ ἡλίου διαπορευομένου, καὶ καύσωνος ἠνείχετο καὶ κονίας. Καὶ πολλὴν τὴν δαπάνην κατεβάλλετο ὡς ἐντεῦθεν ἐρυμνότα τον γεγονέναι τὸ τεῖχος καὶ ἀπρόσμαχον, τοὺς σύροντας ἕκαστον τῶν λίθων, εἰ ἔτυχεν εἶναι πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν ἄνδρας, δαψιλῶς ἐπιφιλοτιμούμενος. Ἐντεῦθεν δὲ οὐ τῶν τυχόντων, ἀλλὰ καὶ στρατιώτης ἅπας καὶ ὑπηρέτης αὐτόχθων τε καὶ ἐξ ἀλλοδαπῆς ὁρμώμενος πρὸς τὴν τῶν τοιούτων λίθων ὁλκὴν ἐκεκίνητο δαψιλεῖς ὁρῶντες τοὺς μισθοὺς καὶ αὐτὸν τὸν αὐτοκράτορα καθάπερ ἀθλοθέτην τινὰ ἐφιστάμενον. Τέχνη γὰρ ἦν καὶ τοῦτο ἵνα πολλῶν συρρεόντων ῥᾷον ἡ ὁλκὴ τῶν παμμεγέθων ἐκείνων λίθων γίνοιτο. Οὕτως ἦν ἐκεῖνος καὶ ἐπινοῆσαι βαθύτατος καὶ καταπρᾶξαι μεγαλουργότατος.

Σε αυτό το σημείο τελειώνουν οι “housekeeping” δραστηριότητες του Αλέξιου και αρχίζει η διήγηση των γεγονότων της Α΄ Σταυροφορίας που θα περιγράψω στην επόμενη ανάρτηση.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Εθνολογία, Ιστορία, Μεσαίωνας

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s