Ο Σπάρτακος και οι Μαίδοι

Ο Σπάρτακος είναι γνωστός σε όλον τον κόσμο ως ο θρυλικός μονομάχος που ηγήθηκε της επαναστάσεως των δούλων (73-71 π.Χ.) κατά των Ρωμαίων στην Ιταλική χερσόνησο. Η ιστορία του έγινε ταινία με πρωταγωνιστή τον Kirk Douglas.

Παραθέτω ένα ντοκυμαντέρ για την ιστορία του Σπάρτακου και την δράση του στην Ιταλία.

Εγώ θα αχοληθώ περισσότερο με την ανάλυση του ονόματός του.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Σπάρτακος ήταν «ἀνήρ Θράξ τοῦ νομαδικοῦ γένους». Πολλές άλλες πηγές επιβεβαιώνουν την Θρακική του καταγωγή. Το 1955 ο Konrad Ziegler πρότεινε πως ο όρος «νομαδικοῦ γένους» στην παραπάνω φράση είναι προϊόν παραφθοράς του όρου «Μαιδικοῦ γένους». Οι Μαίδοι κατοικούσαν στον μέσο Στρυμόνα επί της Θρακο-Παιονικής μεθορίου. Ο Αππιανός παρέχει την ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι ο Σπάρτακος είχε υπηρετήσει στις Auxilia του Ρωμαϊκού στρατού, πριν πουληθεί ως δούλος επειδή είχε λιποτακτήσει. Επομένως, είναι βέβαιο ότι ο Σπάρτακος ήταν Θρακικής καταγωγής (όπως θα δείξω το όνομα είναι τυπικά θρακικό), αλλά δεν είναι τόσο βέβαιο το ότι ήταν Μαίδος.

Ziegler-Appian

Οι Μαίδοι συνήθως θεωρούνται ως «Θρακικό» φύλο, αλλά δεν αποκλείεται να προέκυψαν από την ώσμωση Θρακικών και Παιονικών στοιχείων. Γνωρίζουμε δύο Μαιδικές πόλεις. Η πρωτεύουσά τους λεγόταν Ιαμφορύννα Φορούννα του Στέφανου Βυζαντίου), ενώ ο Λίβιος περιγράφει και την Δεσουδάβα (Desudāva) που κάποιοι τοποθετούν στο σημερινό Σαντάνσκι, αλλά μάλλον ήταν βορειότερα γιατί, σύμφωνα με τον Λίβιο, ο Περσέας πήγε στα Παιονικά Βυλάζωρα για να συναντήσει εκπροσώπους των Βασταρνών που ερχόταν από τη Δεσουδάβα. Τόσο ο Θουκυδίδης όσο και ο Αριστοτέλης περιγράφουν τους Μαίδους ως γείτονες των Σιντών. Ο Θουκυδίδης περιγράφει το όρος Κερκίνη ως το μεθόριο Σιντών και Παιόνων, ενώ ο Αριστοτέλης αναφέρει τον ποταμό «Πόντο» (ο Στρωμνιτσιώτης😉 στην χώρα των Σιντών και των Μαιδών και περιγράφει το όρος Μεσσάπιον (μάλλον το Οσόγκοβο στα σύνορα μεταξύ Βουλγαρίας και Μακεδονίας του Βαρδάρη) ως το μεθόριο μεταξύ Παιονίας και Μαιδικής.

Maidoi

[Θουκυδίδης, 2.98]  Σιτάλκης μὲν οὖν χώρας τοσαύτης βασιλεύων παρεσκευάζετο τὸν στρατόν. καὶ ἐπειδὴ αὐτῷ ἑτοῖμα ἦν, ἄρας ἐπορεύετο ἐπὶ τὴν Μακεδονίαν πρῶτον μὲν διὰ τῆς αὑτοῦ ἀρχῆς, ἔπειτα διὰ Κερκίνης ἐρήμου ὄρους, ὅ ἐστι μεθόριον Σιντῶν καὶ Παιόνων· ἐπορεύετο δὲ δι’ αὐτοῦ τῇ ὁδῷ ἣν πρότερον αὐτὸς ἐποιήσατο τεμὼν τὴν ὕλην, ὅτε ἐπὶ Παίονας ἐστράτευσεν. τὸ δὲ ὄρος ἐξ ᾿Οδρυσῶν διιόντες ἐν δεξιᾷ μὲν εἶχον Παίονας, ἐν ἀριστερᾷ δὲ Σιντοὺς καὶ Μαιδούς. διελθόντες δὲ αὐτὸ ἀφίκοντο ἐς Δόβηρον τὴν Παιονικήν.

[Αριστοτέλης, Περὶ Θαυμασίων Ακουσμάτων, 841b] Λέγεται δὲ καὶ περὶ τὴν τῶν Σιντῶν καὶ τῶν Μαιδῶν χώραν καλουμένην τῆς Θράκης ποταμὸν τίνα είναι Πόντον προσαγορευόμενον […]

Pontos

Ο Αριστοτέλης επίσης στο «Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν» μιλάει για τον βόνασο (που οι Παίονες τον λένε Μόναπο) που ζει στο όρος Μεσσάπιον που, όπως είπα παραπάνω, είναι το μεθόριο της Παιονίας και της Μαιδικής.

[500] Διχαλὰ δ’ ἅμα καὶ χαίτην ἔχοντα καὶ κέρατα δύο κεκαμμένα εἰς αὑτά ἐστιν [500a] ἔνια τῶν ζῴων, οἷον ὁ βόνασος, ὃς γίνεται περὶ τὴν Παιονίαν καὶ τὴν Μαιδικήν.

[630] Ὁ δὲ βόνασος γίνεται μὲν ἐν τῇ Παιονίᾳ ἐν τῷ ὄρει τῷ Μεσσαπίῳ, ὃ ὁρίζει τὴν Παιονικὴν καὶ τὴν Μαιδικὴν χώραν, καλοῦσι δ’ αὐτὸν οἱ Παίονες μόναπον. Τὸ δὲ μέγεθός ἐστιν ἡλίκον ταῦρος, καὶ ἔστιν ὀγκωδέστερον ἢ βοῦς· οὐ γὰρ πρόμηκές ἐστιν. Τὸ δὲ δέρμα αὐτοῦ κατέχει εἰς ἑπτάκλινον ἀποταθέν. Καὶ τὸ ἄλλο δ’ εἶδος ὅμοιον βοΐ, πλὴν χαίτην ἔχει μέχρι τῆς ἀκρωμίας ὥσπερ ἵππος· μαλακωτέρα δ’ ἡ θρὶξ τῆς τοῦ ἵππου, καὶ προσεσταλμένη μᾶλλον.

Ο Λίβιος αναφέρει την Δεσουδάβα στην Μαιδική και γράφει ότι ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας εξεστράτευσε κατά των Μαιδών, πολιορκώντας την πρωτεύουσά τους Ιαμφορύννα, για να τους αποδυναμώσει, γιατί οι Μαίδοι είχαν την συνήθεια να επιδράμουν στην Μακεδονία κάθε φορά που ο βασιλιάς έλειπε με το στρατό σε εκστρατεία.

[44.26.7] ad Almanam urbem pervenit et in ripa fluminis Axi posuit castra. circa Desudabam in Maedica exercitus Gallorum consederat, mercedem pactam opperiens.

[26.25.6-15] ipse, priusquam maioribus occuparetur rebus, in Macedoniam atque inde in Thraciam exercitum ac Maedos duxit.Ιncurrere ea gens in Macedoniam solita erat, ubi regem occupatum externo bello ac sine praesidio esse regnum sensisset.  Αd frangendas igitur vires vastare agros et urbem Iamphorynnam, caput arcemque Maedicae, oppugnare coepit. […] per haec incitatis animis castra in extremis finibus suis obvia hosti posuerunt. nuntiis ad Philippum missis, quanto res in discrimine esset, omittere Philippum id, quod in manibus erat, coegerunt bellum Iamphorynna per deditionem recepta et prospero alio successu rerum.

Ο Πλούταρχος, όπως είπα, γράφει για τον Σπάρτακο πως αν και «ἀνήρ Θράξ τοῦ νομαδικοῦ γένους», σε σύνεση και πραότητα ήταν «τοῦ γένους Ἑλληνικώτερος» (= ως προς τους [άλλους Θράκες] ομογενείς του «Ελληνικότερος»). Ανέφερα επίσης την πρόταση του Ziegler για αντικατάσταση του όρου «νομαδικοῦ» με τον όρο «Μαιδικοῦ».

[Βίος Κράσσου, 8.2] γενομένης δὲ μηνύσεως οἱ προαισθόμενοι καὶ φθάσαντες ὀγδοήκοντα δυεῖν δέοντες ἔκ τινος ὀπτανείου κοπίδας ἀράμενοι καὶ ὀβελίσκους ἐξεπήδησαν, ἐντυχόντες δὲ κατὰ τὴν ὁδὸν ἁμάξαις ὅπλα κομιζούσαις μονομάχων εἰς ἑτέραν πόλιν ἀφήρπασαν καὶ ὡπλίσαντο: καὶ τόπον τινὰ καρτερὸν καταλαβόντες ἡγεμόνας εἵλοντο τρεῖς, ὧν πρῶτος ἦν Σπάρτακος, ἀνὴρ Θρᾷξ τοῦ νομαδικοῦ γένους, οὐ μόνον φρόνημα μέγα καὶ ῥώμην ἔχων, ἀλλὰ καὶ συνέσει καὶ πρᾳότητι τῆς τύχης ἀμείνων καὶ τοῦ γένους Ἑλληνικώτερος,

Σε αυτό το σημείο θα κάνω μερικές γλωσσολογικές παρατηρήσεις στους όρους που έχουν αναφερθεί μέχρι στιγμής.

Οι αρχαίες πηγές διαχωρίζουν τους Παίονες τόσο από τους Μακεδόνες όσο και από τους Ιλλυριούς και τους Θράκες. Δυστυχώς η Παιονική είναι η λιγότερο γνωστή παλαιοβαλκανική γλώσσα. Θα κάνω μια άλλη ανάρτηση για τα «ψίχουλα» της Παιονικής γλώσσας που μπορούμε να αποκαταστήσουμε.

Αυτό που θέλω εδώ να τονίσω είναι ότι, αντίθετα με την Θρακική, την Δακο-Μυσική και την Ιλλυρική που έτρεψαν το ΠΙΕ *o>a (λ.χ. θρακικά *swobhodyos > Σαβάζιος, *skol-meh2 > σκάλμη, Ιλλυρικό υδρωνύμιο *k’lou- > Clausal κλπ), η Παιονική φαίνεται να έχει διατηρήσει το *o, όπως η Ελληνική και η Φρυγική. Φυσικά αυτό είναι ένα πολύ αβέβαιο συμπέρασμα που προκύπτει από ορισμένες ετυμολογικές υποθέσεις πάνω στο ισχνό υλικό. Αν ο παιονικός «μόναπος» = βόνασος (με την μεγάλη χαίτη) περιέχει την ρίζα *mon- «προεξέχω > χαίτη» (λ.χ. πρωτογερμανικό *ma > αγγλικό mane = χαίτη) τότε φαίνεται να έχουμε διατήρηση του ΠΙΕ *o.

Στο ίδιο συμπέρασμα περί διατήρησης του ΙΕ *o καταλήγουμε εξετάζοντας το υδρωνύμιο Πόντος. Αν προέρχεται από το ΙΕ *pon-k-tos (*pen- «νερό») όπως το πρωτο-γερμανικό *funhtijaz (< μηδενοβαθμο *pn.kto-) = «υγρός, βρεγμένος» (σανσκ. panku- «λάσπη») τότε δείχνει δύο χαρακτηριστικά:

– Διατήρηση του ΙΕ *o (κάτι που σημαίνει ότι το υδρωνύμιο είναι Παιονικό παρά Θρακικό)

– Απλοποίηση kt>t, κάτι που περιμένουμε στον Δακο-Θρακικό κλάδο, δεδομένης της ίδιας τάσης στην Αλβανική (*nokwtis > *naktis > natë) και το Ρουμανικό υποστρωματικό λεξιλόγιο (λ.χ. *k’euk- > *k’uk-teh2 > *tšuktā > ciută).

penk

Το ορωνύμιο Μεσσάπιον έχει μια εξίσου ενδιαφέρουσα ετυμολογία. Επειδή «χωρίζει» τα νερά του Αξιού από αυτά του Στρυμόνα, μπορούμε να το ετυμολογίσουμε ως «υδροκρίτη» (watershed, spartiacque). Το ενδιαφέρον/παράξενο όμως είναι πως, για να δεχτούμε αυτήν την πολύ πιθανή ετυμολογία, πρέπει να παραδεχτούμε την αποκλειστικά Ελληνική φωνολογική τροπή *-dh- > -*-th-, όταν όλες οι άλλες παλαιοβαλκανικές γλώσσες δείχνουν την εξέλιξη *dh>d.

Αν ξεκινήσουμε από το ΙΕ σύνθετο *medhyo-h2p-iom  = «ανάμεσα (*medhyos) στα νερά/ποτάμια ( *h2ep- , Punjab = «Πενταπόταμος»)» έχουμε την εξέλιξη:

*medhyo-h2p-iom > medhyoh2piom > medhyāpiom (λαρυγγικός χρωματισμός και απώλεια με έκταση oh2 > ah2 > ā)  methyāpion > metsāpion > Μεσσάπιον.

Το πρόβλημα όμως είναι πως στις παλαιοβαλκανικές γλώσσες της περιοχής που εξετάζουμε (*dh>d, *dy > dz ~ «ζ») η αναμενόμενη γλωσσολογικά εξέλιξη είναι:

*medhyo-h2p-iom > *medyo-h2p-iom > *medzopio-/medzapia- > *Μεζάπιο-/Μεζάπια-.

Λ.χ. Θρακικό swobhodyos > Σαβάζιος, Ιλλυρικό *bheudh-i-ant- > Beudyant- > Beudzant- > Beuzas/Beuzantem κλπ.

Ο Joachim Matzinger, πρόσφατα (2014) σε ένα πόνημά του για την Μεσσαπική Γλώσσα, βασισμένος στο χωρίο του Στράβωνα που λέει ότι ειδικά οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον όρο «Μεσσάπιοι, Μεσσαπία» για τους Ιάπυγες και την Ιαπυγία και οι ίδιοι οι «ἐπιχώριοι» (κάτοικοι του τόπου) δεν χρησιμοποιούσαν τους όρούς «Μεσσαπία, Μεσσάπιοι», αλλά Ιαπυγία, Καλαβρία και Σαλεντίνοι», κάνει την ίδια ακριβώς ετυμολογία για την Μεσσαπία της Ιταλίας, δεχόμενος ότι πρόκειται για ελληνικό όρο με τη σημασία «υδρoκρίτης» («χερσόνησος ανάμεσα σε δύο θάλασσες: το Ιόνιο Πέλαγος και τον Ταράντιο Κόλπο).

Matzinger-Messapia

[Στράβων, 6.3.1] ἐπεληλυθόσι δ᾽ ἡμῖν τὰ περὶ τὴν ἀρχαίαν Ἰταλίαν μέχρι Μεταποντίου τὰ συνεχῆ λεκτέον. συνεχὴς δ᾽ ἐστὶν ἡ Ἰαπυγία: ταύτην δὲ καὶ Μεσσαπίαν καλοῦσιν οἱ Ἕλληνες, οἱ δ᾽ ἐπιχώριοι κατὰ μέρη τὸ μέν τι Σαλεντίνους καλοῦσι τὸ περὶ τὴν ἄκραν τὴν Ἰαπυγίαν, τὸ δὲ Καλαβρούς. ὑπὲρ τούτους πρόσβορροι Πευκέτιοί τέ εἰσι καὶ Δαύνιοι κατὰ τὴν Ἑλλάδα διάλεκτον προσαγορευόμενοι, οἱ δ᾽ ἐπιχώριοι πᾶσαν τὴν μετὰ τοὺς Καλαβροὺς Ἀπουλίαν καλοῦσι: τινὲς δ᾽ αὐτῶν καὶ Ποίδικλοι λέγονται, καὶ μάλιστα οἱ Πευκέτιοι.

Ο Matzinger δεν είναι ο πρώτος που θεωρεί τους όρους Μεσσαπία και Μεσσάπιον ελληνικούς. Tον έχει προλάβει ο Bakhuizen (1989) που επίσης εστίασε στο χωρίο του Στράβωνα, αλλά ο Matzinger παρέχει πολύ καλύτερη γλωσσολογική εξήγηση (η αποκλειστικά ελληνική τροπή ΙΕ *dhy>thy>ts >ss λ.χ. *n.-bhudh-yos > abuthyos > abutsos > ἄβυσσος = «αβύθιος/απύθμενος, δίχως πάτο») και πιο ξεκάθαρη ετυμολογία.

Bakhuizen-Messapion

Επομένως, οι όροι Μεσσαπία και Μεσσάπιον είναι ενδιαφέροντες, αλλά δυστυχώς μας παρέχουν πληροφορίες για την Ελληνική γλώσσα και όχι για την Παιονική,την Θρακική και την Μεσσαπική γλώσσα. Ενώ για την Ιταλική Μεσσαπία υπάρχουν πολλοί Ελληνες υποψήφιοι για την ονοματοδοσία (Ηπειρώτες, επτανήσιοι, Κορίνθιοι και Ευβοιείς άποικοι), στην περίπτωση του Μεσσαπίου όρους στην Θρακο-Παιονική μεθόριο ο βασικός υποψήφιος πιστεύω πως είναι οι Μακεδόνες, τα πολιτικά σύνορα των οποίων ήδη στην εποχή των Ελληνο-Περσικών πολέμων έφταναν ως το όρος Δύσωρον.

[Ηρόδοτος, 5.17] [1] Παιόνων μὲν δὴ οἱ χειρωθέντες ἤγοντο ἐς τὴν Ἀσίην. Μεγάβαζος δὲ ὡς ἐχειρώσατο τοὺς Παίονας, πέμπει ἀγγέλους ἐς Μακεδονίην ἄνδρας ἑπτὰ Πέρσας, οἳ μετ᾽ αὐτὸν ἐκεῖνον ἦσαν δοκιμώτατοι ἐν τῷ στρατοπέδῳ· ἐπέμποντο δὲ οὗτοι παρὰ Ἀμύντην αἰτήσοντες γῆν τε καὶ ὕδωρ Δαρείῳ βασιλέι. [2] ἔστι δὲ ἐκ τῆς Πρασιάδος λίμνης σύντομος κάρτα ἐς τὴν Μακεδονίην· πρῶτον μὲν γὰρ ἔχεται τῆς λίμνης τὸ μέταλλον ἐξ οὗ ὕστερον τούτων τάλαντον ἀργυρίου Ἀλεξάνδρῳ ἡμέρης ἑκάστης ἐφοίτα, μετὰ δὲ τὸ μέταλλον Δύσωρον καλεόμενον ὄρος ὑπερβάντα εἶναι ἐν Μακεδονίην.

dysoron

Η πόλη Δεσουδάβα μας δείχνει το τυπικό Δακο-Μυσικό τοπωνυμικό επίθημα *-dheh1-weh2 > -dēvā «θέση, οικισμός» που έχει υποστεί το πρώτο βήμα *ē>ā της εξέλιξης -deva > -dava- > -dova (Pulpudeva, Polondava > Pelendova) που θυμίζει την αλβανική εξέλιξη *ē>ā>ο (λ.χ. *plētos > plāta > plo , *meh1-kwe > ελληνικό μήτε ~ αλβανικό *mētše > *mātš > mos).

Desudaba

Για την Ἰαμφορύννα δεν κατάφερα να βρω μια ξεκάθαρη ετυμολογία. Οι μόνες παρατηρήσεις που έχω να κάνω είναι οι εξής:

1) Μήπως το /ο/ αντιστοιχεί σε θρακικό /u/ (λ.χ. θρακικό *ph2u-ris > «-πορις», Μοκάτραλις ~ Μουκάτραλις); Οι Έλληνες απέδιδαν ως «υ» τον φθόγγο /ü/, ο οποίος στην Θρακική προέκυψε από το μακρό */ū/ (λ.χ. *puh2r-ulos > Pūrulas > Πυρούλας). Μήπως το τοπωνύμιο ήταν /Yampurünna/ = Yampu-rūnna;

2) Tο διπλό -nn- προέρχεται από -sn- (Iampu-rūs-nā) ή από -ny- (Iampu-rūn-,*-n-i(e)h2 > -nya/-nyā > -nʲnʲa > -nna); Και τα δύο φαινόμενα απαντούν και στην Ελληνική (το πρώτο πανελλήνιο, το δεύτερο αιολικό).

Για την πρώτη περίπτωση (*Iampu-rūs-nā) υπάρχει η ρίζα *reuH-es- «ανοιχτός χώρος, πλατύ ίσιωμα», ο διπλός μηδενικός βαθμός της οποίας *ruHs- μπορεί θεωρητικά να εξηγήσει το μόρφημα –rūs– (λ.χ. λατινικό rūs «εξοχή, επαρχία» και rūsticus = «επαρχιώτης, χωρικός», Παλαιό Ιρλανδικό roe = «πλατύ ίσιωμα», πρωτο-γερμανικό *rūmaz > αγγλικό room).

Αν δεχτούμε ότι η Ἰαμφορύννα είναι *Yampu-ruHs-nā και περιέχει την ρίζα *reuH-es- «ανοιχτός χώρος, πλατύ ίσιωμα» τότε ένα τέτοιο πλατύ ίσιωμα υπάρχει επί του Μέσου Στρυμόνα μεταξύ Džumaya/Blagoevgrad και Boboševo που οι Βούλγαροι το ονομάζουν “Belo Pole” = «Ασπρόκαμπο». Για το πρώτο συνθετικό Yampu- δεν έχω κάτι το ασφαλές για να προτείνω, αλλά δεδομένου του βουλγαρικού «Ασπρόκαμπου/Belo Pole» μήπως πρέπει να ψάξουμε για κάποια ρίζα με σημασία «άσπρος, λευκός»; Βρίσκω ελκυστική την περίπτωση να κρύβεται από πίσω ένας όρος συγγενής του ελληνικού λαμπρός (< *lh2-n-p-, προϊόν ρινικής ενθέσεως στην ρίζα *leh2p- «λάμπω», μόνο που οι Μαίδοι το έκαναν υ-ληκτο επίθετο *lh2mp-us), όπου το /L/ ουρανώθηκε και τράπηκε σε /y/ (λ.χ. λατινικό clarus > ιταλικό chiaro, clamo > chiamo , λατινικό Leporem > ρουμανικό iepure και ο όρος μάρτυρες > *μάλτυρες (λόγω ρωτικής ανομοίωσης του τύπου ἄροτρον > αλέτρι) > μαίτυρες σε μερικές αρχαίες επιγραφές, καθώς και τα αλβανικά παραδείγματα όπως ulk > ujk και falcōnem > τοσκ. fajkua ~ γκεγκ. fajkue).

maitur

Iamphorynna

leh2p

Εντελώς δοκιμαστικά και με πλήρη αβεβαιότητα καταθέτω την ετυμολογική πρόταση *lh2mpu-ruHs-neh2 > **Lampu-rūsnā > Lʲampu-rūnnā > Yampurūnnā ~ Ἰαμφορύννα = «Ασπρόκαμπος» (~ Belo Pole).

Ασπρόκαμπος, Belo Polje, Whitefield

Εναλλακτικές στο πρώτο συνθετικό είναι:

*h1lh1on-pu-ruHs-neh2 > (A)Lampurūnnā > Yampurūnnā = «Ελαφόκαμπος» (*h1lh1en- = «ελάφι»)

*h3lom-pu-ruHs-neh2 > (A)Lampurūnnā > Yampurūnnā = «Ανοιχτό/Πλατύ Αλώνι» (η ρίζα *h3lem- «σπάω» στην Αλβανική έδωσε ουσιαστικό με τη σημασία «αλώνι», *h3lom-eh2 > (a)lamā > lëmë) ~ «Αλώνια».

h3lem

Πάμε τώρα στο όνομα Μαῖδοι. Δεδομένου του ότι κατοικούσαν στην Θρακο-Παιονική μεθόριο υπάρχει μια ενδιαφέρουσα, κατά τη γνώμη μου, πιθανή ετυμολογία που εξηγεί το εθνωνύμιο Μαῖδος ως «ενδιάμεσος, μεθόριος, ανάμεικτος». Η ΙΕ ρίζα από την οποία ξεκινώ είναι η *h2meigw- «ανταλλάσσω, αναμειγνύω, διαπερνώ ένα όριο». Στην Ελληνική έχει δώσει τα γνωστά ἀμείβω και ἀμοιβή. Προσέξτε την σημασία Α3 του ρήματος ἀμείβω στο LSJ “to pass, cross” = «διαπερνώ, διαβαίνω» (ιδίως το κατώφλι του σπιτιού).

[Αισχύλος, Πέρσαι, 68-69]

λινοδέσμῳ σχεδίᾳ πορθ-
μὸν ἀμείψας

= διέσχισε τον πορθμό με λινόδεσμη σχεδία

Στον Ιρανικό κλάδο, η ρίζα *h2meigw- έδωσε ρήματα με τη σημασία «αναμειγνύω δύο ουσίες για να φτιάξω μια καινούρια».

h2meigw

Επομένως, έχουμε έναν λαό που ζούσε εκατέρωθεν του Στρυμόνα (τον οποίο διέσχιζε συχνά), επί του θρακο-παιονικού μεθορίου, που μπορεί να προέκυψε από την ανάμειξη Παιονικών και Θρακικών στοιχείων.

*h2moigw-yos > *maigyas > *maidzas > maidas ~ Μαῖδος

Η «αλβανοειδής» εξέλιξη dz>d (λ.χ. *weg’h- > *wedza > vjedh) απαντά και στα θρακικά ονόματα σε *g’enh1-tos > *dzenta- > –δένθης/ζένθης (~ σλαβικό *g’enh1-tis > zętĭ και vjedull ~ viezure)

denthes

Το όνομα Σπάρτακος

Το όνομα Σπάρτακος είναι αναμφίβολα θρακικό και ανήκει σε μια κατηγορία θρακικών ανθρωπωνυμίων που εμφανίζουν την εξής ενδιαφέρουσα πολυτυπία:

1) Το /τ/ εναλάσσεται με /δ/

2) Το δεύτερο /α/ ενλλάσσεται με /ο/

-τακος ~ -τοκος

-δακος ~ -δοκος

Spartakos-takos

Ἀμάτοκος ~ Ἀμάδοκος

Μήτοκος ~ Μήτακος ~ Μήδοκος ~ Μάδακος

Πάτακος ~ Πάδακος

Σάτοκος ~ Σάδοκος

Σπάρτοκος ~ Σπάρτακος ~ Σπαράδοκος

Για να περιπλέξω περισσότερο την κατάσταση, πολλοί πιστεύουν ότι οι δύο πρώτες σειρές (Ἀμάτοκος, Μήτοκος) είναι το ίδιο όνομα και, ενδεχομένως, το ίδιο ιστορικό πρόσωπο (βασιλέας Οδρυσών).

Βασιλείς των Οδρυσών ήταν επίσης και ο Σπαράδοκος και ο Σάτοκος/Σάδοκος, ενώ στον Κιμμέριο Βόσπορο υπήρχε η δυναστεία των Σπαρτοκιδών.

Amadokos

Πως μπορούμε να εξηγήσουμε την πολυτυπία του δεύτερου συνθετικού; Για την εναλλαγή α~ο μπορεί να ευθύνονται οι Έλληνες που ταύτισαν το θρακικό μόρφημα με το ελληνικό -δοκος (< δέκομαι/δέχομαι) των όρων όπως ο Δημόδοκος και ο ξενοδόκος.

Επομένως, αν εφαρμόσουμε τον κανόνα της “forma difficilior” του Jose Luis Garcia Ramon τότε, αφού οι Έλληνες που κατέγραψαν αυτά τα ονόματα είχαν δικά τους ονόματα σε -δοκος, τότε ο πιθανότερος θρακικός τύπος είναι η forma difficilior με το /α/.

difficilior

Επομένως, το δεύτερο /α/ του ονόματος Σπάρτακος είναι μάλλον αυθεντικό θρακικό.

Για την εναλλαγή τ~δ υπεύθυνοι μπορεί να είναι οι ίδιοι οι Θράκες, γιατί είναι ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί και σε άλλους θρακικούς όρους, όπως λ.χ. στον ποταμό Utus (< *ud– «νερό», δακικό Salmorude = «αλμυρό ύδωρ») και στην απηχηροποίηση *gwel-neh2 > *gellā > kellā = «πηγή» (Σαλδοκελλῆνος < Σαλδακέλλα = «Χρυσοπηγή»).

Επομένως, τα θρακικά αυτά ονόματα αρχικά πρέπει να είχαν *d = δ. Μάλιστα νομίζω πως η αρχική μορφή του ονόματος είχε και ένα /α/ όπως το όνομα Σπαράδοκος. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως τυπικό ΙΕ σύνθετο με το πρώτο συνθετικό να λήγει σε θεματικό *o>a (λ.χ. ἱππο-πόλος).

Άρα, η αρχική μορφή του ονόματος «Σπάρτακος» πρέπει να ήταν *Σπαράδακος [Spara-daka(s)].

Υπάρχει ένας πολύ καλός υποψήφιος για το πρώτο συνθετικό Σπάρα-. Είναι ο όρος *sph1ros = «πλούσιος, παχύς», παράγωγο της ρίζας *speh1-s = «ευημερία» που, μεταξύ άλλων, έχει δώσει τα λατινικά spēs = «ελπίδα» (dum spiro spero) και το επίθετο prosperus = «ευδαίμων», το αγγλικό ρήμα spare (< πρωτογερμανικό *sparaz), καθώς και το πρωτο-σλαβικό *sporŭ = «πλούσιος, άφθονος».

sph1ros

Πιο κοντά στην αρχαία Θράκη, τον Σπάρτακο και τον Οδρύση βασιλιά Σπαράδοκο, η ρίζα *sph1ros έχει δώσει το αλβανικό ρήμα *sparja > shperr = «κερδίζω χρήματα».

shperr

Αν ήταν μόνον ο Σπάρτακος, το όνομα θα μπορούσε να ερμηνευθεί τέλεια μέσω το πρωτο-αλβανικού *spara-dauka > Sparadaka = «πλούσιος σε αιγοπρόβατα/μήλα» (πολύμηλος, πολύρρηνος, εὔμηλος) με δεύτερο συνθετικό το αλβανικό *dhou-kos > *dauka > *daka > dak «κριάρι» (παράλληλος τύπος του *dhous-om > *dauša > *daša > dash ~ υποστρωματικό ρουμανικό daș = «μανάρι, αρνί του σπιτιού».

Dacian-mnphth

Eumelos

Λέω αν ήταν μόνον ο Σπάρτακος, διότι ο Σπάρτακος έζησε στις αρχές του 1ου π.Χ. αιώνα, και ο Καίσαρας, γράφοντας γύρω στο 50 π.Χ. αναφέρει τον όρο «Δάκαι» ήδη μονοφθογγοποιημένο (*dhh2u-kos > *dhaukos > Dauka > Daka = «Λύκος»). Αλλά δυστυχώς υπάρχει και ο Σπαράδοκος που έζησε στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα και, επομένως, θα πρέπει να παραδεχτούμε το σχετικά απίθανο σενάριο ότι η αλβανική/δακο-θρακική μονοφθογγοποίηση *au>a ήταν ενεργή 400 χρόνια μιας και απαντά και στα λατινικά δάνεια paucus > pak, aurum > ar, gaudium > gaz, Paulus > Pal που δεν μπορεί να είναι νωρίτερα της περιόδου ~50 π.Χ.- 50 μ.Χ.

Επομένως, όσο ενδιαφέρουσα και αν βρίσκω την ετυμολογία του ονόματος Σπάρτακος/Σπαράδοκος ως *sph1ro-dhou-kos > Sparadauka > Sparadaka ~ Εὔμηλος ~ Πολύμηλος νομίζω πως, για να ισχύει, θα έπρεπε ο Οδρύσης βασιλιάς Σπαράδοκος των τελών του 5ου π.Χ. αιώνα να ήταν *Σπαράδαυκος.

Γι΄αυτό αφήνω το δεύτερο συνθετικό -τακος/δακος του ονόματος Σπάρτακος/Σπαράδοκος ανετυμολόγητο και κρατώ το πιο σίγουρο πρώτο συνθετικό *sph1ro- > Σπαρα- = «πλούσιος».

Κλείνω την ανάρτηση με την λίστα όλων των ονομάτων σε Σπαρ-. για να ξεχωρίζετε τα Ελληνικά (λ.χ. Σπάρτυχος) από τα Θρακικά, τα περισσότερα των δευτέρων είναι στο “Volume 4” του LGPN, αλλά δεν μπορούν να διακριθούν από αυτά του Κιμμερικού Βοσπόρου όπου κυβερνούσαν οι Σπαρτοκίδες (κάποιος είχε την φαεινή ιδέα να βάλει μαζί στο Vol 4 Μακεδονία, Θράκη, βόρεια ακτή Μαύρης Θάλασσας)

Spartakos-spar

Eκτός από τον Σπαρά-δοκο βρίσκουμε επίσης τα ονόματα Σπαρό-βαϊς, Σπαρο-πάδης, Σπαρό-φοτος και, τέλος, το «σκέτο» Σπάρος. Τα περισσότερα από αυτά είναι από τον Κιμμερικό Βόσπορο.

***Συμπλήρωμα***

Ο Simplizissimus πρότεινε και το Ιρανικό spara = «ασπίδα» που έχει δώσει σύνθετα του τύπου:

Spara-vanya = «αυτός που υπερβαίνει της ασπίδες των αντιπάλων του»

Spara-vistva = «αυτός που διατρυπάει ασπίδες»

Τα ονόματα που περιέχουν την ρίζα του «πλούτου» *speh1-/*sph1ros στον Ιρανικό κλάδο σχηματίζουν σύνθετα σε Spāra- με μακρό /ᾱ/, λ.χ. Spārō.dāšta = «που έχει προικιστεί με πλούτο/ευδαιμονία».

spara

Advertisements

18 Comments

Filed under Βαλκανικές γλώσσες, Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

18 responses to “Ο Σπάρτακος και οι Μαίδοι

  1. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Πολύ ωραία ανάρτηση !!!

    Ο Μέζαπος Λακωνίας να συνδέεται καθόλου με το Μεσσάπιον ?

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AD%CE%B6%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%82_%CE%9B%CE%B1%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82

    Από μερικούς έχει ετυμολογηθεί ως Μέζαπος=Mesa-Porto=Λιμάνι της Μέσσης(: επαρχία της Μάνης ).

    • Στην αρχαία Λακωνία υπήρχε ένα τοπωνύμιο Μεσσαπέαι που κατέγραψε ο Θεόπομπος. Λες να είναι το ίδιο με τον σημερινό Μέζαπο;

      Αν ήταν στην Χερσόνησο της Μάνης τότε ήταν «μεταξύ δύο θαλασσών» επομένως το *medhyo-h2p- > Μεσσᾱπ- ταιρίαζει γάντι.

      Δες αν Μέζαπος είχε υπάρξει βενετσιάνικο λιμάνι, γιατί η βενετσιάνικη/ιταλική μπορεί να εξηγήσει την ηχηροποίηση του μεσοφωνηεντικού s>z (λ.χ. μουσική > musica = /mùzika/).

      • Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

        Α, πολύ ωραίος !!! Σε ευχαριστώ πολύ ! Βρίσκω παρακάτω να λέει και για “Δίας Μεζαπεύς” τώρα που το κοιτάω καλύτερα. Δεν ξέρω πότε πρωτοαναφέρεται το τοπωνύμιο. Μάλλον το 1805 από τον Leake. Με Βενετούς και βενετικά πλοία που άραζαν στην Μάνη είχαν συνεχώς σχέση οι Μανιάτες.΄

        Τοπογραφικά ο Μέζαπος είναι κοντά στην χερσόνησο στο Τηγάνι.

        Μοιάζει λίγο η χερσόνησος με αυτήν της Μονεμβασιάς σε μικρογραφία.

      • Καλά, σίγουρα, δεν χρειάζεται να είναι στα χέρια των Βενετών ένα μέρος για να «κολλήσει» το βενετσιάνικο όνομα.

        Πάντως, τώρα που το σκέφτομαι δεν χρειάζεσαι κατ΄ανάγκη βενετική διαμεσολάβηση.

        Δεν ξέρω καλά την φωνολογία της μανιάτικης διαλέκτου, αλλά ένα /σ//μετά από ένηχο /μ,ν,ρ,λ/ μπορεί θεωρητικά να ηχηροποιηθεί σε /ζ/ λόγω «μεταβίβασης ηχηρότητος» (είδος προχωρητικής αφομοίωσης).

        Το τυπικό παράδειγμα είναι το βορειοελλαδίτικο «σ΄αρέζ΄;» (=σ΄αρέσει;) που ακούγεται καμιά φορά (r..s > r..z).

      • Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

        Το σκουριάζω το λένε ζγουριάζου .

      • Καλά αυτού του είδους η υποχωρητική αφομοίωση είναι πανελλήνια.

        συμπέθερος > σμπέθιρους > ζμπέθ(ι)ρους
        σπρώχνω > σbρώχνω > ζμπρώχνω

        Όπως το ζμπρώχνω έτσι και το σκουρ- > σgουρ > ζγκουριάζου (το «ρ» μεταφέρει την ηχηρότητά του προς τα πίσω).

  2. Simplizissimus

    Η λκέξη spara υπάρχει στην αρχαία περσική και σημαίνει ασπίδα. Βλ. εδώ και εδώ.

    • Ωραίος ο Simplizissimus!!! Βλέπω ότι έχει δώσει και σύνθετα σε spara-!

      Είναι από την ίδια ρίζα *sph1ros;

    • Ok Simpl. Ἐγραψα ένα συμπλήρωμα για το ιρανικό spara- = ινδικό sphara- = «ασπίδα»

      Στο βιβλίο έχει και το ιρανικό όνομα Spārō.dāšta = «που έχει προικιστεί με ευδαιμονία/πλούτο»

      Υποθέτω ότι είναι από την ίδια ρίζα (λ.χ. αγγλικό spare = γλιτώνω, εξοικονομώ), γιατί οι ινδικοί συγγενείς και των δύο τύπων δείχνουν δάσυνση sp+H- > sph- (λ.χ. *roth2os > ratha)

      Ιρανικό spara = Ινδικό sphara = «ασπίδα»
      Ιρανικό spāra = Ινδικό sphāra = «πλούτος, ευδαιμονία»

  3. Simplizissimus

    Άρα η διαφορά είναι απλά μεταξύ μακρού και βραχέος a;
    Ευχαριστώ για το κομπλιμέντο, Σμερδαλέε. Φυσικά δεν έχω γνώσεις αρχαίας περσικής. Απλά έτυχε να γνωρίζω ότι το πεζικό του περσικού στρατού των Αχαιμενιδών, αυτό που στην παράταξη σχημάτιζε ένα τεράστιο τείχος από ασπίδες, όπως π.χ. στη μάχη των Πλαταιών, αυτοί που ο Ξενοφώντας τους ονομάζει γερροφόρους (γέρρον = ασπίδα από βέργες λυγαριάς, wicker shield) ονομα΄ζονταν στα περσικά sparabara (όπου το -bara = φορέας, ρημ. ~ φέρω).

    • sparabara … όπως takabara = «ασπιδοφόρος». Οι Μακεδόνες στις επιγραφές του Δαρείου ονομάζονται “Yauna Takabara” = Οι Yauna (= Ίωνες = Έλληνες/ελληνόφωνοι) που φοράνε τα καπέλλα που μοιάζουν με ασπίδες. Εννοούσαν την Καυσία.

  4. Χρήστος

    γεια σου smerd,
    δεν προλάβαινα τις προηγούμενες βδομάδες να σε διαβάσω και τα διαβάζω τωρα. Έβαζες και κάθε μέρα.

    ——-*medhyo-h2p-iom > medhyoh2piom > medhyāpiom (λαρυγγικός χρωματισμός και απώλεια με έκταση oh2 > ah2 > ā) methyāpion > metsāpion > Μεσσάπιον.——-

    Είναι λάθος αυτό ”oh2 > ah2 > ā” , το -ο- δεν “χρωματίζεται” ποτέ από τα λαρυγγικά. Μένει αμετάβλητο.

    • Είναι λάθος αυτό ”oh2 > ah2 > ā” , το -ο- δεν “χρωματίζεται” ποτέ από τα λαρυγγικά. Μένει αμετάβλητο.

      Είσαι σίγουρος Χρήστο; Γιατί εγώ ξέρω ότι μόνο τα u,i δεν χρωματίζονται από τα λαρυγγικά.

      Λ.χ.ο παρακείμενος *steh2 > *se-stoh2- > hestā- > ἕστηκα.

      Αλλά *deh3- > de-doh3- > δέδωκα.

    • Λοιπόν εκτός από τους παρακειμένους, υπάρχει και το *h2oyw-on- > αἰών που οι Mallory-Adams το δίνουν σαν ο-βαθμο, αλλά θεωρητικά μπορείς να το ανάγεις στον ε-βαθμό *h2eyw-on-.

      Βέβαια, υπάρχουν και πάρα πολλά παραδείγματα που δεν δείχνουν χρωματισμό (λ.χ. ὀστέον, ὄις, ὄρχις, ὄζος, όλα από *h2o- σύμφωνα με τους Mallory-Adams, όπως και το poh2i-men- > ποιμήν).

  5. Χρήστος

    Ναι ρε. Ο Beekes το λέει ξεκάθαρα στην σελίδα 197. “Ho>o (δηλαδή, το ο παρέμενε πάντοτε αμετάβλητο)” . Ακριβώς από το βιβλίο του.
    Και ο Fortson όμως στην σελίδα 57 λέει το ίδιο. …as laryngeal coloring. This refers to the effects that two of the laryngeals , h2 and h3, induced on an adjacent short *e κλπ. Μιλάει μόνο για το e και όχι για το ο.
    Αλλά και συ στο άρθρο σου για τα λαρυγγικά αυτό λες !!! Δεν μιλάς για χρωματισμό του ο..
    Γιατί μπερδεύτηκες?

    • Λοιπόν Χρήστο, το έψαξα λίγο.

      Όντως ο Beekes πιστεύει αυτό που λες, δλδ ότι *h2o > o και *oh2>ō και όχι ā

      To πρώτο το δέχομαι γιατί είναι σαφώς πολύ περισσότερα τα αχρωμάτιστα παραδείγματα (ὀστέος, ὄις, ὄρχις, ὄζος, ὄγκος/uncus κλπ).

      Για το δεύτερο όμως και ο ίδιος παραδέχεται ότι είναι πολύ λίγα τα παραδείγματα που μπορεί να επικαλεστεί για την έλλειψη χρωματισμού και σε αυτά έχουν διατυπωθεί και αντίθετες απόψεις/εναλλακτικές εξηγήσεις από άλλους μελετητές.

      Λ.χ. ο Beekes πιστεύει ότι η φωνή είναι *bhoh2-meh2, ενώ άλλοι την ετυμολογούν ως *bhh2-oneh2 > φαονά > φωνή (και κάποιος θα μπορούσε να προτείνει και τον ω-βαθμό μίας εντελώς διαφορετικής ρίζας *g’hwon-).

      Ο Beekes απορρίπτει την ετυμολόγηση *bhh2-oneh2 γιατί λέει πως τα ὀθόνη, σφενδόνη, βελόνη, περόνη και η ἡδονή είναι «προελληνικά». Εδώ σφάλλει γιατί η σφενδόνη, η βελόνη και η ἡδονή είναι σίγουρα ΙΕ όροι (*(s)bhendh-, *gwelh1- και *sweh2d- αντίστοιχα).

      Ωστόσο, η Αλβανο-Βαλτική αγελάδα *loh2peh2 > *lāpā > lopë, προϋποθέτει *oh2>ā>o, γιατί αλλιώς -αν δεκτούμε την θεώρηση του Beekes- τότε θα έπρεπε να βρίσκαμε *loh2peh2 > *lōpā > **lepë, γιατί στην Αλβανική ō>e, λ.χ. πῶλος pelë

      H αλβανο-βαλτική αγελάδα και ο ελληνικός παρακείμενος *se-stoh2- > *he-stā- > ἕστηκα (και όχι *dedoh3- > δέδωκα) δείχνουν χρωματισμό oh2>ah2>ā.

      Έχουμε, επομένως, να διαλέξουμε μεταξύ δύο διαφορετικών διαδικασιών:

      Κατά Beekes: *bhoh2-neh2 > φωνή (αλλά θα περιμέναμε την αλβανική αγελάδα *lepë και θα πρέπει να βρούμε μια εναλλακτική εξήγηση του παρακειμένου ἕστηκα)
      Κατά τους «χρωματιστές»: *loh2peh2 > *lāpā > lopë και πρέπει να απορρίψουμε την ετυμολογία της φωνής του Beekes και να ψάξουμε για μια εναλλακτική/διαφορετική ετυμολόγηση.

  6. Χρήστος

    χαχαχα κοίτα θέμα που βγήκε από κάτι που νόμισα για αβλεψία. Τώρα είναι σαν να μπαίνεις σε θάλασσα με LSD.
    Δεν χαλάει η ομοιομορφία αν το λαρυγγικό έχει διαφορετική δράση πάνω στο -ο- ανάλογα αν βρίσκεται μπροστά ή πίσω? Δηλαδή γιατί h2o να μένει αχρωμάτιστο και oh2 να χρωματίζεται?
    Και αν ισχύει όντως ότι χρωματίζεται σε α γιατί δεν το διατυπώνει κανείς σε κανόνα αλλά τηρείται σιγή ιχθύος? Και προκύπτει αμέσως το ερώτημα για το τι δράση έχει το h1 στο ο. Δηλαδή οh1>?

    • χαχαχα κοίτα θέμα που βγήκε από κάτι που νόμισα για αβλεψία.

      Βγήκε πολύ ωραίο θέμα και, ως συνήθως, με την εύστοχη παρατήρησή σου μου έδωσες ιδέα για την επόμενη ανάρτηση. Όντως οι μελετητές σε αυτό το θέμα έχουν μπερδέψει τα μπούτια τους σε.

      Σίγουρα, η θεωρία του Beekes έχει μια «συμμετρία», γιατί βάζει τις δύο περιπτώσεις (h2o και oh2) σε μια γενική αρχή.

      Το *oh1 γίνεται κανονικά «ω», θυμίζω πως το *h1 δεν χρωματίζει (*dhoh1-mos > θωμός εκ του *dheh1- > τίθημι και *moh1ros > ἐγχεσίμωρος και *g’hoh1ros > χώρος, χωρίς, αλλά *g’heh1r-eh2 > χήρα).

      Λοιπόν ξεκινάω να γράφω την ανάρτηση. Δες και εσύ τι άλλο λέει ο Beekes και το συζητάμε.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s