Ετυμολογικές Προτάσεις: η νήσος

Την ιδέα για την παρούσα ανάρτηση μου την έδωσε η σημερινή ανάρτηση του Νίκου Σαραντάκου με τίτλο «Νησιά και Νησιωτικότητα». Ο σκελετός της ανάρτησής μου είναι το σχόλιο #127 που έκανα στα σχόλια της ανάρτησης.

Η ελληνική λέξη νῆσος (μη αττικο-ιωνικός και πρώιμος πανελλήνιος τύπος νᾶσος) είναι αγνώστου ετύμου, δηλαδή δεν γνωρίζουμε την ετυμολογία της. Η προσωπική μου γνώμη είναι πως, όπως και πολλοί άλλοι όροι που σχετίζονται με τη θάλασσα (με πρώτο και καλύτερο τον προελληνικό όρο θάλασσα), η λέξη νῆσος μάλλον είναι και προελληνική και μη ΙΕ.

Αυτό που θα κάνω σε αυτήν την ανάρτηση είναι να καταθέσω μια δοκιμαστική ετυμολογική πρόταση ΙΕ καταγωγής του όρου.

Α. Γενικές Γλωσσολογικές Παρατηρήσεις

Με το που πρωτοβλέπει κάποιος τον όρο νῆσος αμέσως παρατηρεί το μεσοφωνηεντικό -σ- που δεν μπορεί να κατάγεται από ένα ΠΙΕ *-s- γιατί, κατά την προϊστορία της, η Ελληνική γλώσσα απέβαλε το μεσοφωνηεντικό -s- μέσα από την τροπή s>h>∅.

Παραδείγματα:

*dhh1s-os > *dhesos > *thehos > θεός, αλλά *dhh1s-bhh2-tos > θέσφατος = «ειπωμένος από θεό»

*nes «επιστρέφω/μεταφέρομαι σώος» > *nos-tos > νόστος, αλλά *nes-omai > *nehomai > νέομαι

*tweis «ταρακουνώ» > *tseih > σείω, αλλά σεισμός, σείστης, σειστός

*h1su- > *esu > *ehu- > εὖ (έχω κάνει παλαιότερη ανάρτηση γι΄αυτήν την ρίζα).

Το ενδιάμεσο /h/ της τροπής s>h>Ø προφερόταν ακόμα κατά την Μυκηναϊκή περίοδο, γιατί ενίοτε καταγράφεται στην Γραμμική Β, όπως λ.χ. στο παράδειγμα του πληθυντικού pa-we-a2 = /pharweha/ (< ΙΕ *bhr.w-es-h2, τὸ φάρϝος > φᾶρος, τὰ φάρεα > φάρη). Αυτό σημαίνει ότι η αποβολή του μεσοφωνηεντικού /h/ συνέβη κατά την Ύστερη Μυκηναϊκή και Υπομυκηναϊκή περίοδο (~1250-1050 π.Χ.).

pawea2

Αντίθετα, το πρώτο βήμα *s>h της εξέλιξης s>h>Ø συνέβη πολύ νωρίτερα, μάλλον πριν την Έλευση των Πρωτο-Ελλήνων στην Ελλάδα (περισσότερο αποδεκτή χρονολογία ελεύσεως ~2300 π.Χ.), γιατί η συγκεκριμένη τροπή είναι ιδιαίτερα συχνή στα μέλη του Ελληνο-Αρίου κλάδου της ΙΕ οικογένειας γλωσσών. Bέβαια δεν συνέβη μόνο σε αυτόν τον κλάδο και ως φωνολογικός νεωτερισμός δεν αποτελεί σημαντικό δείκτης φυλογενετικής συγγένειας. Πάντως είναι γεγονός ότι η τροπή *s>h τόσο σε αρκτική (λ.χ. *septm. >ελληνικό hepta = ἑπτά ~ αβεστικό hapta-, *seh2l- > hal- > ἅλς ~ αρμενικό ) όσο και σε μεσοφωνηεντική θέση συνέβη με μεγαλύτερη συχνότητα εντός του Ελληνο-Αρίου κλάδου, κάτι που είναι ενδεικτικό κοινής έναρξης της φωνολογικής διαδικασίας.

Ο φρυγικός όρος δεος = θεός στην συχνή φράση «με δεως κε ζεμελως κε» ~ «ὑπὸ θεῶν τε θνητῶν τε» = «από θεούς και θνητούς» (ζεμελος = χθαμαλός ~ «ἐπιχθόνιος») είναι ΙΕ συγγενής του ελληνικού όρου θεός και έχει επίσης απωλέσει το μεσοφωνηεντικό *-s- όπως και ο δεύτερος. Η μεσοφωνηεντική τροπή *s>h είναι τυπικό χαρακτηριστικό και του Ιρανικού κλάδου (λ.χ. *dus-k’lewes-ih2 > *dus-k’lewehya > δυσκλέϝεια > δύσκλεια = αβεστικό duš.sravah).

deos-zemelos

dussravahya

Επομένως, είναι πολύ πιθανόν η τροπή *s>h να ξεκίνησε ήδη κατά την κοινή Ελληνο-Άρια φάση και να ολοκληρώθηκε μετά την διασπορά των θυγατρικών γλωσσών, όπως λ.χ. η τροπή *a>o ξεκίνησε στην κοινή Σλαβική κοιτίδα γύρω στο 600 μ.Χ. και ολοκληρώθηκε δύο αιώνες αργότερα ανεξάρτητα σε κάθε σλαβική γλώσσα μετά την σλαβική διασπορά. Γι΄αυτό όλες οι Σλαβικές Γλώσσες σήμερα δείχνουν την τροπή *a>o (λ.χ. ΠΙΕ *at- > *otĭcĭ «πατέρας»), αλλά υπάρχουν «απολιθωμένα» σλαβικά τοπωνύμια στην Ελλάδα που δείχνουν το παλαιό /α/ (λ.χ. Γαρδίκι < *gardĭkĭ > *gordĭcĭ , Αράχωβα < *arěxova > Orehovo), όπως υπάρχουν προσλαβικά βαλκανικά τοπωνύμια που στο στόμα των νεήλυδων σλάβων υπέστησαν την τροπή a>o (Καστοριά > Kostur, Τίμαχος > Timok, Salonae > Solin κλπ).

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω μπορούμε να βγάλουμε κάποια γενικά συμπεράσματα για τους αρχαιοελληνικούς όρους που περιέχουν μεσοφωνηεντικό -σ-:

1) Μερικά μεσοφωνηεντικά -σ- που βρίσκονται σε μορφηματικό όριο έχουν «αναστηθεί» δευτερογενώς από αναλογικές διαδικασίες: λ.χ. *h3er-es- > ὄρος > *h3eres-i- > *orehi- > ὀρει- στα παραδείγματα ὀρείτης και ὀρειβάτης, αλλά με αναλογικά «αναστημένο» /σ/ στα ορεσίβιος και ὀρεσίτροφος υπό την επίδραση των όρων όπως ὀρέσ-της και ὀρέσ-βιος.

2) Πολλοί όροι που περιέχουν μεσοφωνηεντικό -σ- και αβέβαιη ετυμολογία μάλλον είναι προελληνικής και εν γένει μη ελληνικής καταγωγής (λ.χ. Apaša > Ἔφεσος, Aššuwa > Ἀσία κλπ, σάμινθος με την προελληνική κατάληξη -νθος κλπ).

3) Το –σι– των «νοτίων» διαλέκτων (κατά την ταξινόμηση των Porzig-Risch, «νότιες» είναι η Αττικο-Ιωνική και η Αρκαδο-Κυπριακή που κατάγοντια από την «μυκηναϊκή» των πινακίδων της Γραμμικής Β) προέρχεται από το Πρωτο-Ελληνικό *-ti– (λ.χ. *potis > πόσις, πότιμος ~ πόσιμος κλπ), το οποίο εν γένει διατηρήθηκε στις «βόρειες» διαλέκτους (Δωρικές, Βορειοδυτικές και Αιολικές, λ.χ. θεσσαλο-δωρικά δίδωτι, φέροντι = εν γένει νότιο δίδωσι, αρκαδικό φέρονσι ~ αττικο-ιωνικό φέρουσι κλπ).

4) Ένα μεσοφωνηεντικό -σ- μπορεί να είναι κατάλοιπο της Δεύτερης Αναπληρωματικής Εκτάσεως (ΑΕ2) σε μεσοφωνηεντικό *-nty- λ.χ. *mon-t-ih2 > *montya > *montsa > Μόνσα > Μοῦσα ~ Μοῖσα ~ Μῶσα, *pant-ih2 > *pantya > *pantsa > πάνσα > πᾶσα ~ παῖσα, *pher-ont-ih2 > pherontya > pherontsa > φέρονσα > αττικο-ιωνικό φέρουσα κλπ.

5) Υπάρχει μια ομάδα όρων με μεσοφωνηεντικό -σ- που ανάγονται στο πρώιμο ελληνικό -ts- που, με τη σειρά του, μπορεί να αναχθεί σε πρωτο-ελληνικό -t(h)y-. Η «φυσιολογική» εξέλιξη αυτών των συμπλεγμάτων σε μεσοφωνηεντική θέση είναι η γνωστή διτυπία -σσ-/-ττ- (λ.χ. *melit-ih2 > mèlitya > mèlitsa > μέλισσα/μέλιττα). Ωστόσο, σε μερικούς όρους βρίσκουμε την διαλεκτική διτυπία -σ-/-σσ-.

– IE *mèdhyos > *mèthyos > *mètsos > μέσος ~ μέσσος ~ μέττος

– *totyos > tòtsos > τόσος ~ τόσσος (στην Γραμμική Β to-so)

– *yotyos > *yotsos > hotsos > σος ~ ὅσσος ~ ὅττος (στο αρχαϊκό Κρητικό ὅζος = /hotsos/ το «ζ» είναι μια προσπάθεια απόδοσης του παλαιού προστριβόμενου /ts/, ενώ στην Γραμμική Β yo-qi = /yokwi/ = ὅτι)

– IE *kwot- > *kwotyos > *kwotsos > πόσος ~ κόσος (το δεύτερο είναι αποκλειστικά ιωνικό της Ιωνίας), λεσβικό πόσσος και κρητικό και βιοωτικό ὁπόττος = ὁπόσσος = ὁκόσος = ὁπόσος.

Η γνώμη των γλωσσολόγων είναι πως τα παραδείγματα με μονήρες -σ- αποτελούν μια πρώτη φάση ουράνωσης, η οποία συνέβη νωρίτερα ως προς την δεύτερη φάση ουράνωσης που έδωσε τα παραδείγματα με το διπλό -σσ-. Ο Holt Parker πιστεύει πως η ουράνωση που έδωσε τα παραδείγματα με μονήρες -σ- όχι μόνον συνέβη νωρίτερα, αλλά συνέβη αποκλειστικά στις «νότιες» («Μυκηναϊκές») διαλέκτους του Ernst Risch. Οι «βόρειες» διάλεκτοι διατήρησαν το προστριβόμενο -ts- περισσότερο και εν τέλει το έτρεψαν σε διπλό -σσ- κατά την δεύτερη φάση ουράνωσης, όταν πια αυτή ήταν η πανελλήνια εξέλιξη.

2-phase-palatalization

Ο λόγος που κάνει τον Parker να πιστεύει πως η πρώτη φάση ουράνωσης -t(h)y- > ts > -σ- συνέβη μόνο στις «νότιες»/«μυκηναϊκές» διαλέκτους είναι γιατί μοιάζει πολύ σε γενικές γραμμές με την τροπή *-ti- > -tsi- > -σι- που είναι αποκλειστική αυτών των διαλέκτων (λ.χ πρώιμο πανελλήνιο και μετέπειτα «βόρειο» ἔχοντι ~ Γραμμική Β e-ko-si = /ekhonsi/, αρκαδικό ἔχονσι, αττικο-ιωνικό ἔχουσι).

parker

Β. Δοκιμαστική ΙΕ Ετυμολόγηση του όρου νῆσος

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω ας εξετάσουμε τον ελληνικό όρο νῆσος. Πρώτα απ΄όλα, πριν από την Αττικο-Ιωνική τροπή ᾱ>η (~900 π.Χ.) υπήρχε μόνον ο πανελλήνιος τύπος νᾶσος.

Όπως είπα και στην αρχή της ανάρτησης, κατά πάσα πιθανότητα ο όρος είναι προελληνικό μη ΙΕ δάνειο στην Ελληνική και, επομένως, δεν μπορούμε να πούμε τίποτα για την ετυμολογία του. Μπορούμε ωστόσο να διερευνήσουμε την λιγότερο πιθανή περίπτωση ΙΕ και Πρωτο-Ελληνικής καταγωγής του όρου. Σε αυτήν την δεύτερη περίπτωση, το μεσοφωνηεντικό -σ- του όρου νᾶσος πρέπει να αναχθεί σε κάποια από τις 5 κατηγορίες «επιτρεπτών» μεσοφωνηεντικών -σ-.

Οι μόνη πιθανή περίπτωση κατά τη γνώμη μου είναι η τελευταία κατηγορία της πρώιμης και αποκλειστικά «νότιας» ουράνωσης που έδωσε ως αποτέλεσμα ένα μονήρες -σ-. Την πέριπτωση (4) της ΑΕ2 *νάνσος > νᾶσος την αποκλείω, διότι η ΑΕ2 συνέβη μετά την αττικο-ιωνική τροπή ᾱ>η και, κατά συνέπεια ο όρος θα ήταν νσος και στην Αττικο-Ιωνική όπως το πάνσα > πσα.

Φυσικά, αν δεχτούμε αυτό το σενάριο τότε θα περιμέναμε να βρούμε σε κάποια βόρεια διάλεκτο την ποικιλία *νᾶσσος με διπλό -σσ- (λ.χ. μέσσος, τόσσος, ὅσσος κλπ).

Αλλά αν σκεφτούμε ότι οι ομιλητές της «νότιας» Ελληνικής εποίκισαν τα ελληνικά νησιά πολύ νωρίτερα σε σχέση με τους ομιλητές της «βόρειας» Ελληνικής που ήταν σχετικά περιορισμένοι στην βορειοελλαδική ηπειρωτική ενδοχώρα, τότε ο όρο νᾶσος μπορεί να είναι νότιο ελληνικό δημιούργημα που πέρασε αργότερα ως δάνειο στις βόρειες διαλέκτους. Κάτι ανάλογο έχει προταθεί για τον επίσης αγνώστου ετύμου όρο βασιλεύς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι προέκυψε από τον τύπο *gwatileus > gwasileus = qa-si-re-u, αλλά σε καμμία βόρεια διάλεκτο δεν απαντά η αναμενόμενη μορφή **βατιλεύς. Ο Richard Janko πιστεύει πως όποια κι αν είναι η απώτερη ετυμολογία του όρου βασιλεύς, αυτός ανήκε αποκλειστικά στο λεξιλόγιο της μυκηναϊκής γραφειοκρατίας που μιλούσε «νότια» Ελληνική και ήταν αρχικά άγνωστος στους ομιλητές των «βορείων» διαλέκτων. Σε αυτές εισήλθε αργότερα ως «νότιο» δάνειο. Γι΄αυτό δεν υπάρχει απάντηση του «βορείου» αναμενόμενου τυπου **βατιλεύς.

Οι ομιλητές των «βορείων» διαλέκτων φυσικά ήξεραν τους «σημαντικούς» ΙΕ και Πρωτο-Ελληνικούς όρους ϝἄναξ, λᾱϝᾱγέτᾱς, κοίρανος, πότις/πότνια κλπ, αλλά ο μυκηναϊκός (και μάλλον μη ελληνικός) όρος *gwatileus > *gwasileus = qa-si-re-u που περιέγραφε μια σχετικά ασήμαντη θέση στην μυκηναϊκή ιεραρχία (~ πρόεδρος σωματείου, χωριού) αρχικά δεν ανήκε στο λεξιλόγιό τους.

Janko-Basileus

Κάτι ανάλογο μπορεί να συνέβη και με την λέξη νᾶσος. Αν ήταν αποκλειστικά «νότιος» ελληνικός σχηματισμός τότε μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα πίσω και ν΄αναζητήσουμε την ετυμολογία της στην μορφή *nātyos.

Στην απέναντι όχθη του Αιγαίου, οι Λούβιοι (διαβάστε αν θέλετε το παλαιότερο ζεύγος αναρτήσεων για τις Ανατολιακές Γλώσσες) χρησιμοποίησαν την επαυξημένη ΙΕ ρίζα *(s)ker-s- «κόβω» (λ.χ. ἀκερσεκόμης = «που δεν έχει ακόμα κόψει τα μαλλιά του, έφηβος») για να φτιάξουν το ετερόκλιτο ουδέτερο r/n *(s)kr.s-wr. > kuršawar = «νησί» (κυριολεκτικά «αποκομμένο (από την ξηρά)», kuršai = «κόβω»). Αργότερα, στην ύστερη Λατινική ο όρος insula = «νησί» (επίσης αγνώστου ετύμου) χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή του όρου insulātus = «απομονωμένος (σαν νησί)» (λ.χ. αγγλικό insulate = «(απο)μονώνω»).

Αντίθετα, για τους σλάβους το νησί είναι «περίρρυτο»: *ob+strovŭ (< *srow-os ~ ῥόος ~ ῥοῦς) > *ostrovŭ.

Υπάρχει περίπτωση οι πρώτοι ελληνόφωνοι νησιώτες που μιλούσαν «νότια» Ελληνική να σκέφτηκαν το νησί σαν κάτι το «απομονωμένο» και «αποκομμένο» από την ξηρά και να δημιούργησαν τον όρο *nātyos > nātsos > νᾶσος;

Υπάρχει μια τέτοια περίπτωση και την παραθέτω δοκιμαστικά ως θεωρητική δυνατότητα. Αν δούμε τα επίθετα ἀπρόσιτος και ἀπρόσβατος θα δούμε ότι είναι στερητικά ρηματικά επίθετα των ρημάτων *h1ei- > εἶμι > *proti-h1ei-mi > *protj-eimi > πρόσειμι και *gwem- > *gwm.-yō > βάν-jω > βαίνω > προσβαίνω. Το ἀπρόσιτος έχει σηματιστεί από τον μηδενικό βαθμό *h1i- > i- όπως το πρόειμι > προϊόν και ο «παντελῶς ἀπρόιτος ὤν» (= όντας εντελώς ανίκανος να περπατήσει) του Μιχαήλ Ατταλειάτη.

Υπάρχει μία ΙΕ ρηματική ρίζα *h2et- «πηγαίνω» που, μεταξύ άλλων, έχει δώσει το λατινικό *h2et-nos > annus = «έτος» = «αυτό που “πηγαίνει” τον κύκλο του, που εξελίσσεται “πηγαίνοντας” από την μία εποχή στην άλλη».

Αν θα θέλαμε να πλάσουμε ένα στερητικό σύνθετο επίθετο από την ρίζα *h2et- «πάω» με σημασία ανάλογη με αυτήν των επιθέτων απρόσιτος και απρόσβατος τότε θα σχηματίζαμε τον όρο *n.-h2t-yos (λ.χ. *n.-budh-yos > ἀβύθjος > ἄβυσσος = «δίχως πάτο»).

Τι εξέλιξη θα είχε στην Ελληνική ο υποθετικός όρος *n.-h2t-yos;

α) Το «μακρό συλλαβικό ένηχο» *n.h2-  θα έδινε νᾱ-, όπως στα παραδείγματα:

*h2enh1mos > ἄνεμος και *n.-h2enh1m-ieh2 > νᾱνεμία > αττικο-ιωνικό νηνεμία

*h2emr.t- > ἀμαρτάνω και *n.-h2mert-es- > νᾱμερτής > αττικο-ιωνικό νημερτής = «αλάνθαστος».

β) Το *-ty- θα έδινε στους πρώιμους ομιλητές της νότιας Ελληνικής *-ty- > -ts- > -s- όπως τα μέσος, τόσος, ὅσος, πόσος που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Με άλλα λόγια, ο υποθετικός όρος *n.-h2t-yos = «απρόσιτος, απρόσβατος (από ξηρά)» θα γινόταν στην πρώιμη νότια Ελληνική *nātsos > *νᾶσος, δηλαδή θα έδινε μια ακριβώς παρόμοια λέξη με τον πρόγονο του αττικο-ιωνικού νῆσος.

Όπως είπα σε πολλά σημεία της ανάρτησης, πιστεύω ότι ο όρος νᾶσος > νῆσος μάλλον είναι προελληνικό μη ΙΕ δάνειο στην πρώιμη Ελληνική. Αν θα έπρεπε όμως να καταθέσω μια δοκιμαστική ετυμολογική πρόταση ΙΕης καταγωγής, θα κατέθετα την ετυμολογία *n.h2t-yos > νᾶσος > νῆσος = «μέρος απρόσιτο/απρόσβατο από ξηρά», λέξη που θα υπέθετα ότι σχηματίστηκε από τους πρώτους ελληνόφωνους εποίκους των νησιών που μιλούσαν την «νότια» διάλεκτο του Risch.

Κλείνω την ανάρτηση με την περιγραφή της ρηματικής ρίζας *h2et- «πηγαίνω» από τους Mallory-Adams:

h2et

O μόνος γνωστός ελληνικός απόγονος της ρίζας είναι το ἀτάρ = «αλλά, από την άλλη, ωστόσο», του οποίου η αρχική σημασία πρέπει να ήταν «πηγαίνοντας όμως στην άλλη μεριά».

Advertisements

17 Comments

Filed under Uncategorized

17 responses to “Ετυμολογικές Προτάσεις: η νήσος

  1. Kostas

    Όταν διάβασα την αδύνατη ετυμολόγηση στο άρθρο το πρωί σκέφτηκα να σε ρωτήσω αλλά λέω σιγά, θα κάνει μόνος του ποστ… Μέσα έπεσα!

    Γιατί νομίζεις ότι είναι προελληνικό ?

    • Ο βασικός λόγος που με ωθεί προς τα εκεί είναι γιατί ανήκει στην ορολογία της θάλασσας που έχει πολλούς τέτοιους δυσκολοετυμολόγητους όρους που θεωρούνται συνήθως «προελληνικοί».

      Στην λίστα πιθανών προελληνικών όρων της Yves Duhoux (σλδ 177 του «Η Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής: Από τις Αρχές ως την Ύστερη Αρχαιότητα») βρίσκουμε όρους με «ανώμαλο» /σ/ όπως ο ἀσάμινθος, η σίμβλος = κυψέλη, η σαγήνη = δίχtυ ψαρέματος, το ιχθυωνύμιο σαργός και το ἄλεισον = «ποτήρι, κύπελλο» που γνωρίζουμε ότι είναι ΙΕ καταγωγής (*h2lei- «ρέω, χέω»), αλλά έχει ένα ανετυμολόγητο για την Ελληνική μεσοφωνηεντικό -σ-.

      Ρέπω προς την «προελληνική» καταγωγή, επειδή δεν έχω βρει πουθενά κάποιον σεβαστό ΙΕστή να κάνει πειστική ΙΕ ετυμολογία.

      Φυσικά δεν απορρίπτω την περίπτωση ΙΕ (και πρωτο-ελληνικής) καταγωγής, αλλιώς δεν θα έκανα την ανάρτηση. 🙂

      • Kostas

        Πάντως όπως βλέπεις οι υπόλοιποι δεν δυσκολεύτηκαν να φτιάξουν δικές τους λέξεις. Το θέμα είναι ότι το νησί είναι φυσικός σχηματισμός. Δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα για να χρειάζεσαι κάποιον αναγκαστικά να σε φέρει σε επαφή μαζί του. Όυτε είναι “ενδημικό” στην ελλάδα. Επίσης είναι λίγο αφηρημένος όρος ενώ τα δάνεια τείνουν να είναι πιο concrete. Φαντάζομαι εύκολα να δανείζεσαι το όνομα ενός νησιού αλλά όχι και την ίδια την έννοια. Δηλαδή φαντάζεσαι να μιλάει κάποιος με τους ντόπιους και να του λένε συνέχεια νησί νησί και όταν π.χ. αυτός τα μεταφέρει σε ελληνόφωνους να πει νησί αντί να πει κάτι σαν “ξερά” ή “βράχια” ή κάτι σαν “πέρα” ή τους αντίστοιχους ? Στα τουρκικά υπάρχουν πχ ένα σωρό θαλασσινά δάνεια από τα ελληνικά αλλά το νησί είναι ada.

      • Το ίδιο όμως δεν ισχύει και με την λέξη θάλασσα; Οι Έλληνες έφεραν έναν ΙΕ όρο *seh2l-s > ἡ ἅλς/τῆς ἁλός, ωστόσο δανείστηκαν και τον προελληνικό όρο.

        Τέλος πάντων, η αλήθεια είναι πως μια λέξη θεωρείται «προελληνική» μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Υπάρχουν πολλές από τις λέξεις της λίστας της Duhoux που πιστεύω ότι δεν είναι προελληνικές. Θα τις αναφέρω σε μελλοντική ανάρτηση.

  2. Kostas

    Πολύ με ενδιαφέρει να μάθω το ποσοστό των μη ΙΕ λέξεων στα ελληνικά σε σχέση με τις άλλες γλώσσες. Θέλω να δω αν έχει βάση αυτό που λένε ότι τα ελληνικά έχουν περισσότερα δάνεια. Η μόνη αναφορά που έχω βρει σε βιβλίο είναι από το Black Athena Revited όπου απλά λέει ότι τα δάνεια είναι περισότερα από των σανσκριτικών λιγότερα από των χεττιτικών και περίπου ίσα με των λατινικών.

    • Αυτό με ενδιαφέρει και εμένα και η αλήθεια είναι πως δεν ξέρουμε. Η άποψη που κυκλοφορεί για «μισό» προελληνικό λεξιλόγιο είναι του 1900 και σίγουρα δεν ευσταθεί. Εγώ δεν πιστεύω ότι οι προελληνικοί όροι ξεπερνούν το 30% του λεξιλογίου.

      • Σωτήρης#

        Για το προελληνικό λεξιλόγιο μπορείτε να βρείτε πλούσια στοιχεία στο πρόσφατο βιβλίο του R. Beekes, Pre-Greek: Phonology, Morphology, Lexicon, Brill 2014, όπου εξετάζει αναλυτικά όλο το λεξιλόγιο που θεωρεί προελληνικό και προσπαθεί να συστηματοποιήσει τα χαρακτηριστικά του. Αρκετά στοιχεία έχει και στην εισαγωγή του ετυμολογικού λεξικού του: R. Beekes, Etymological Dictionary of Greek, Brill 2010. και τα δύο βιβλία είναι εξαιρετικά, ακόμη κι αν δεν συμφωνεί κανείς πάντα με την οπτική του Beekes.

        Θα συμφωνήσω μαζί σας ότι η λέξη “νῆσος” είναι μάλλον προελληνική, αν και η δοκιμαστική ετυμολογία σας είναι αρκετά ευρηματική. Θα ήθελα να σας ρωτήσω όμως γιατί την παραγώμενη λέξη την ταυτίζετε σημασιολογικά με το ρηματικό επίθετο “απρόσιτος”. Μου φαίνεται πιο φυσική η σημασία “αυτό που δεν προχωρά, που δεν κινείται”.

      • Γειά σου Σωτήρη και ευχαριστώ για την πληροφορία περί του Beekes και για τον πληθυντικό, αλλά μπορείς να μου μιλάς στον ενικό.

        Ο αναδομημένος όρος *n.-h2t-yos μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί και ως «απρόιτος, ακίνητος» όπως προτείνεις εσύ. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Εγώ διάλεξα το «απρόσιτος, απρόσβατος (από ξηρά)» για να είμαι πιο κοντά στην Λουβική σημασία «αποκομμένο (απ΄την ξηρά)» kuršawar.

        Μερικές φορές ο ίδιος συνδυασμός μορφημάτων μπορεί να δώσει παρεμφερείς αλλά όχι ακριβώς ταυτόσημες έννοιες.

        Λ.χ. ο συνδυασμός του στερητικού *n.-/ne- με τη ρίζα *h3lem- «σπάω» έδωσε το ελληνικό νωλεμής = «αδιάκοπος, ακατάπαυστος» και το σερβο-κροατικό nelomljiv = «άθραυστος».

        Ο συνδυασμός του στερητικού *n.- με την ρίζα *h2ner- έδωσε το ελληνικό ἄνανδρος = «δειλός, που δεν έχει ανδρεία», αλλά στην Αρμενική έδωσε λέξη για την «χήρα» = «αυτή που έμεινε δίχως άνδρα».

        Ο συνδυασμός του μορίου *h1su- με τη ρίζα *h2ner- έδωσε το ελληνικό εὔανδρος = «τόπος που βγάζει καλούς άνδρες», αλλά το σανσκριτικό επίθετο sūnara = «τρανός, ανδρείος».

        Επομένως, κάθε αναδόμηση ενέχει πάντοτε και μια μικρή αβεβαιότητα σημασίας.

  3. Σωτήρης#

    Στη δεύτερη παράγραφό μου, διορθώστε μερικά παροράματα: παραγώμενη = παραγόμενη, αυτό = αυτός
    Ευαχαριστώ

  4. Σωτήρης#

    Σμερδαλέε, σε ευχαριστώ για την απάντησή σου και θα σου φορτωθώ με μια ερώτηση ακόμη. Επειδή βλέπω κι από άλλες αναρτήσεις σου ότι έχεις ασχοληθεί με τις σχέσεις της ελληνικής με την λουβική, μήπως γνωρίζεις κάποιο πρόσφατο έργο που να εξετάζει κάπως συστηματικά τις σχέσεις αυτές; Ο ίδιος έχω υπόψη μου μόνο κάποιες γενικές πληροφορίες που είχα διαβάσει παλιότερα στο έργο της M. Finkelberg, Greeks and Pre-Greeks: Aegean Prehistory and Greek Heroic Tradition.

    • Υπάρχουν δύο βιβλία ειδικά αφιερωμένα στους Λούβιους:

      Ένα Ετυνολογικό λεξικό της Λουβικής του Craig Melchert: Cuneiform Luvian Lexicon

      The Luwians” επιμέλεια Craig Melchert (όχι μόνο Γλώσσα αλλά και Ιστορία) (υπάρχει στο scribd για κατέβασμα)

      Και, τέλος, ένα πιο πρόσφατο που κινείται στις ίδιες γραμμές με το “The Luwians” είναι το “Luwian Identities“.

      Ένα πολύ παλιό βιβλίο στο οποίο γίνεται μια απόπειρα εξήγησης της Μινωικής Γραμμικής Α ως «Λουβικής» είναι το Luvian and Linear A του Leonard Palmer.

  5. pu2keqiri

    Καλησπέρα Σμερδαλέε!

    Ένα μεγάλο ευχαριστώ για τον χρόνο που έχεις αφιερώσει για όλες αυτές τις υπέροχες αναρτήσεις σχετικά την ΠΙΕ θεματολογία. Εννοείται πως τις έχω διαβάσει όλες.

    Μιας και συζητάτε για την Λουβική μία σύντομη ερώτηση:
    Aν θυμάμαι καλά κάπου ανάμεσα σε αυτά τα βιβλία που πρότεινες υπάρχει και το υποθετικό *kursatta για το προελληνικό τοπωνύμιο Κρήτη (LB: ke-re-te = Κρήτες) ως ασθενέστερος υποψήφιος του *kaphtara (KFTW/kpt3r) στο οποίο τείνουν οι περισσότεροι ερευνητές (και ίσως κρύβει μια ρίζα ανάλογη του ai-ku-pi-ti-jos/hwt-k3-pth). Το πιο πειστικό στοιχείο μέχρι σήμερα για εμένα παρέμενε το “a-pa-ta-wa” για την αρχαία Άπτερα που ίσως παρετυμολογικά αργότερα συσχέτισαν με την Νίκη. Το γεγονός βέβαια πως έχουν προταθεί σχεδόν τα πάντα (μέχρι και σχέση με το ΙΕ *ghebh-alos) που όμως προσκρούουν σε αγεφύρωτες φωνολογικές δυσκολίες
    με κάνει να ψάχνω για εναλλακτικά σενάρια. Αναρωτιόμουν λοιπόν διαβάζοντας το “kursawar” αν μας λέει κάτι το “nase” στο λουβ. “krzzanase” = pen-insula ή δεν πρόκειται καν για δεύτερο συνθετικό;

    • Καλώς τον Φύγεβρι!
      Έχεις κάποιο σύνδεσμο με τον Λουβικό όρο “krzzanase”;

      • pu2keqiri

        Μια γρήγορη αναζήτηση μου δίνει αυτό αλλά θα το κοιτάξω πιο ενδελεχώς και θα σου πω (ίσως να είναι και στο βιβλίο του Arbeitman).

      • Ωραίος!

        Λοιπόν απ΄ότι καταλαβαίνω ο Melchart εδώ μιλάει για την Λυκική τροπή ᾱw>ᾱ και δίνει ως παράδειγμα το kuršᾱ-wn- > kurzzᾱn-ase.

        Άρα δεν έχιε σχέση με το «νησί» γιατί το -n- είναι το μορφήματος -wr.-~ wn.- και το ase είναι διαφορετικό μόρφημα

  6. pu2keqiri

    Ωχ πως την πάτησα έτσι, σε ευχαριστώ!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s