Η Κοινή Ινδο-Ιρανική και οι δύο θυγατέρες της

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τις βασικές φωνολογικές εξελίξεις που συνέβησαν κατά την μετάβαση από την Ύστερη ΠΙΕ στην Κοινή Ινδο-Ιρανική (ΚΙνΙρ ή Πρωτο-Άρια) γλώσσα, καθώς και τις βασικές εξελίξεις που συνέβησαν στη συνέχεια, κατά την διάσπαση της Πρωτο-Άριας σε Πρωτο-Ιρανική (ΠΙρ,κοινός πρόγονος όλων των Ιρανικών γλωσσών) και Πρωτο-Ινδο-Άρια(ΠΙνΑ, κοινός πρόγονος όλων των Ινδο-Αρίων γλωσσών).

Α. Προλεγόμενα

Η ΚΙνΙρ ήταν μια γλώσσα του Ελληνο-Άριου υποκλάδου της Ύστερης ΠΙΕ, δηλαδή εκείνης της ύστερης ΠΙΕης ποικιλίας που ανέπτυξε τους κοινούς νεωτερισμούς που αργότερα κληροδότήθηκαν στις θυγατρικές γλώσσες: Ελληνική, Φρυγική, Αρμενική και Ινδο-Ιρανικές γλώσσες). Η κοινή Ελληνο-Άρια μιλιόταν κατά το διάστημα 3000-2500 π.Χ. και διασπάστηκε σε έναν Ελληνο-Φρυγικό κλάδο που έφτασε στα νοτιοδυτικά Βαλκάνια κατά την περίοδο ~2500-2300 π.Χ. και σε έναν Ινδο-Ιρανικό κλάδο που γύρω στο 2000 π.Χ. ίδρυσε τον αρχαιολογικό πολιτισμό Andronovo. Η ακριβής πορεία που ακολούθησαν οι φορείς του προδρόμου της Αρμενικής παραμένει μυστήριο. Υπάρχουν αυτοί που φέρνουν τον πρόδρομο της Αρμενικής από τις Ποντο-Κασπικές Στέπες στην Αρμενία μέσω των ανατολικών Βαλκανίων και της δυτικής Μικράς Ασίας (~1200 π.Χ.) και υπάρχουν αυτοί που τον φέρνουν μέσω του Καυκάσου κατά την διάρκεια της λεγόμενης Κιμμερικής Εισβολής (~700 π.Χ.).

Γύρω στο 1800 π.Χ. τόσο ο Ελληνο-Φρύγιος υποκλάδος όσο και ο Ινδο-Ιρανικός είχαν ήδη διασπαστεί σε θυγατρικούς υποκλάδους: Ο πρώτος είχε διασπαστεί σε Πρωτο-Ελληνική και Πρωτο-Φρυγική γλώσσα και ο δεύτερος σε ΠΙρ και ΠΙνΑ. Οι φορείς της ΠΙνΑ γλώσσας βρίσκονταν νοτιότερα από τους ΠΙρ συγγενείς τους και ήταν οι πρώτοι που εξαπλώθηκαν νοτίως του πολιτισμού Andranovo. Γύρω στο 1500 π.Χ. μια Ινδο-Άρια ελίτ έχει ήδη επιβληθεί ως άρχουσα τάξη στο βασίλειο των Μιτάννι. Ξέρουμε ότι ήταν Ινδο-Άριοι και όχι Πρωτο-Άριοι από τα θεωνύμια (λ.χ. Indra) που αναφέρονται σε συνθήκη που υπέγραψαν με τους Χεττίτες και από τα δάνεια που άφησαν στους λαούς της Μέσης Ανατολής (λ.χ. η φράση aika vartana = «μία στροφή» στο Εγχειρίδιο του Kikkuli είναι πρώιμη Ινδο-Άρια και όχι KΙνΙρ ή ΠΙρ).

Την ίδια εποχή που η Ινδο-Άρια ελίτ επιβλήθηκε στους Μιτάννι, ο κύριος ΠΙνΑ όγκος κινήθηκε προς την ΒΔ Ινδία και το Πακιστάν (Punjab = η Περιοχή των 5 Ποταμών), ίσως πιεζόμενος από το καθοδικό ΠΙρ κύμα.

Το παλαιότερο κείμενο σε Ινδο-Άρια γλώσσα είναι η συλλογή ύμνων της Rigveda που σχηματίστηκαν προφορικά και κατόπιν καταγράφτηκαν στην ποιητική Βεδική γλώσσα κατά την περίοδο 1500-1200 π.Χ. Ένα από τα μυθικά θέματα που περιγράφονται στην Rigveda είναι οι μάχες μεταξύ των νεήλυδων Ārya και των γηγενών Dāsa.

Η γλώσσα της Rigveda μερικές φορές ονομάζεται και Βεδική Σανσκριτική, αλλά πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι η sensu stricto Σανσκριτική είναι η κωδικοποιημένη κλασική Ινδο-Άρια γλώσσα που περιγράφει η περίφημη Γραμματική του Pāṇini (~400 π.Χ.). Αυτή η «Κλασική Σανσκριτική» δεν είναι απευθείας απόγονος της Βεδικής «Σανσκριτικής» της Rigveda, αλλά «ανιψιά» της, δηλαδή κατάγεται από μια «αδελφή» της Βεδικής γλώσσας.

Η παλαιότερη καταγεγραμμένη Ιρανική γλώσσα είναι η Αβεστική, δηλαδή η γλώσσα της Αβέστα (= συλλογή ιερών κειμένων του Ζωροαστρισμού). Η Αβέστα γράφτηκε γύρω στο ~900 π.Χ. και η Αβεστική ανήκει στον υποκλάδο των Ανατολικών Ιρανικών γλωσσών. Ο παλαιότερος εκπρόσωπος των Δυτικών Ιρανικών Γλωσσών είναι η Αρχαία Περσική των επιγραφών της Αχαιμενιδικής Περσίας (~500 π.Χ.). Έχω αναλύσει σε μια παλαιότερη ανάρτηση ένα δείγμα της Αρχαίας Περσικής. Ο τρίτος Ιρανικός κλάδος είναι λεγόμενες Βορειοδυτικές Ιρανικές Γλώσσες, όπως η αρχαία Μηδική και οι Κουρδικές γλώσσες.

Δυστυχώς δεν έχουμε γλωσσικό δείγμα από τις Σκυθικές Ιρανικές γλώσσες που μιλιούνταν στις Ποντο-Κασπικές Στέπες από τους Σκύθες του Ηροδότου αν και, κατά κανόνα ταξινομούνται ως Ανατολικές Ιρανικές. Η μόνη από αυτές που έχει ζώντα απόγονο είναι η Αλανική που συνεχίζει στην Οσσετική.

Ο Ιωάννης Τζέτζης, του οποίου η μητέρα ήταν Γεωργιανή («της Αλανίας») πριγκήπισσα, εκτός από το ότι ήταν ο πρώτος βυζαντινός λόγιος που αυτοπροσδιορίστηκε ως «Ἔλλην», είναι -απ΄όσο γνωρίζω- και ο πρώτος ελληνόφωνος που κατέγραψε την λέξη «μουνί» και μάλιστα την μετέφρασε στην «Αλανική» γλώσσα της εποχής του:

«Σκύθης» = Κουμάνος/Πατζινάκος

«Λατίνος» = Φράγκος (αν και μάλλον έχει Ιταλούς κατά νου)

«Πέρσης» = Σελτζούκος Τούρκος

«Ἀλανός» = Αλανός/Οσσέτης

«Ἄραψ» = Άραβας

«Ῥῶς» = Ρώσος

«Ἐβραίος» = Εβραίος

Καὶ Σκύθην Σκύθαις εὕροις με, Λατῖνον τοῖς Λατίνοις
καὶ πᾶσιν ἄλλοις ἔθνεσιν ὡς ἕνα γένους τούτων.
Καὶ Σκύθην ἀσπαζόμενος οὕτω προσαγορεύω:
[καλὴ ἡμέρα σου, αὐθέντριά μου, καλὴ ἡμέρα σου, αὐθέντα μου]
σαλαμαλὲκ ἀλτὴ σαλαμαλὲκ ἀλτοῦγεπ.
Τοῖς Πέρσαις πάλιν περσικῶς οὕτω προσαγορεύω:
[καλὴ ἡμέρα σου, ἀδελφέ, ποῦ ὑπάγεις, πόθεν εἶσαι, φίλε;]
ἀσὰν χαΐς κουρούπαρζα χαντάζαρ χαραντάση.
Τῷ δὲ Λατίνῳ προσφωνῶ κατὰ Λατίνων γλῶσσαν:
[καλῶς ἦλθες, αὐθέντα μου, καλῶς ἦλθες, ἀδελφέ.]
βένε βενέστι δόμινε, βένε βενέσι φράτερ,
[πόθεν εἶσαι καὶ ἀπὸ ποίου θέματος ἦλθες;]
οὖνδε ἒς ἒτ δεκούαλε προβίντζια βενέστι;
[πῶς, ἀδελφέ, ἦλθες εἰς ταύτην τὴν πόλιν;]
κόμοδο, φράτερ, βενέστι ἰνίσταμ τζιβιτάτεμ;
[πεζός, καβαλλάριος, διὰ θαλάσσης, θέλεις ἀργῆσαι;]
πεδόνε, καβαλλάριους, περμάρε, βὶς μοράρε;
Τοῖς Ἀλανοῖς προσφθέγγομαι κατὰ τὴν τούτων γλῶσσαν:
[καλὴ ἡμέρα σου, αὐθέντα μου, ἀρχόντισσα, πόθεν εἶσαι;]
ταπαγχὰς μέσφιλι χσινὰ κορθὶ καντά, καὶ τἄλλα.
ἂν δ᾿ ἔχει Ἀλάνισσα παπᾶν φίλον, ἀκοῦσαις ταῦτα:
[οὐκ αἰσχύνεσαι, αὐθέντριά μου, νὰ γαμῇ τὸ μουνίν σου παπᾶς;]
τὸ φάρνετζ κίντζι μέσφιλι καὶτζ φουὰ σαοῦγγε.
Τοῖς δ᾿ Ἄραψιν ὡς Ἄραψιν ἀραβικῶς προσλέγω:
[ποῦ ὑπάγεις, πόθεν εἶσαι, αὐθέντριά μου; αὐθέντα μου, καλὴ ἡμέρα σου]
ἀλενταμὸρ μενένεντε σιτὴ μουλὲ σεπάχα.
Πάλιν τοῖς Ρῶς ὡς ἔχουσιν ἔθος προσαγορεύω:
[ὑγίαινε, ἀδελφέ, ἀδελφίτζα, καλὴ ἡμέρα σου]
τὸ σδρᾶ<στε>, βράτε, σέστριτζα, καὶ δόβρα δένη λέγων:
τοῖς δ᾿ ἄρ᾿ Ἑβραίοις προσφυῶς ἑβραϊκῶς προσλέγω:
[μεμαγευμένε οἶκε στόμα φάραγγα καταπίνων μυίας τυφλὲ]
μεμακωμένε βὴθ φαγὴ βεελζεβοὺλ τιμαῖε
[Ἑβραῖε λίθε, ὁ Κύριος ἦλθεν, ἀστραπὴ εἰς τὴν κεφαλήν σου]
ἔβερ ἐργάμ, μαρὰν ἀθά, βεζὲκ εἰς τὸ χωθάρ σου.
οὕτω τοῖς πᾶσι προσλαλῶ πρόσφορα καὶ πρεπώδη
καλλίστης ἔργον ἐγνωκὼς οἰκονομίας τοῦτο.

Μία τρίτη θυγατέρα της ΚΙνΙρ φαίνεται να είναι ο κλάδος των γλωσσών Nuristani που δεν μπορεί να ταξινομηθεί ούτε ως Ιρανικός ούτε ως Ινδο-Άριος.

Β. Γλωσσολογικά: Από την ΠΙΕ στην ΚΙνΙρ

1) Φωνήεντα. Η ύστερη ΠΙΕ διέθετε ένα σύστημα 5 βραχέων και μακρών φωνηέντων (a/ā,e/ē,o/ō,i/ī,u/ū). Η ΚΙνΙρ το άλλαξε σε σύστημα 3 βραχέων και μακρών φωνηέντων (a/ā,i/ī,u/ū) τρέποντας *e,o>a και *ē,ō>ā.

ΠΙΕ *h1ek’wos > *èk’wos > ΚΙνΙρ aśwas > σανσκ. áśva ~ Aρχαίο Περσικό aspa (μηδικό δάνειο)

Κοινός Ελλ.-Άρ. παρατατικός *e-bher-om > ελληνικό φερον ~ ΚινΙρ abharam > σανσκ. abharam ~ Αρχ. Περσ. abaram

abaram

ΠΙΕ *h1ōk’us > ελληνικό κύς ~ ΚΙνΙρ *āĉús > σανσκ. āśú

ΠΙΕ *meh1 > *mē > ελληνικό μή ~ ΚΙνΙρ *mā > σανσκ. ~ αβεστ.

Αποτέλεσμα της παραπάνω φωνηεντικής συγχώνευσης ήταν και η συγχώνευση των διφθόγγων:

*ei, *oi, *ai > *ai

*eu, *ou, *au > *au

Αργότερα, στην Σανσκριτική οι ΚΙνΙρ δίφθογγοι *ai, *au θα μονοφθογγοποιηθούν σε e και o αντίστοιχα. Η ΠΙνΑ όμως διέθετε ακόμα αυτούσιες αυτές τις διφθόγγους και αυτό φαίνεται από το aika vartana των Μιτάννι Ινδο-Αρίων = σανσκριτικό eka vartanam.

*g’heu- «χέω» > *g’heu-tēr = «αυτός που κάνει τις σπονδές, ιερέας» > Θρακικό Σεύθης (/Zeutēr/) ~ ΚΙνΙρ *ĵʰautār > σανσκ. hotṛ ~ αβεστικό zaotār

Seuthes

2) Ο Νόμος του Brugmann. O Karl Brugmann παρατήρησε ότι πριν γίνουν οι τροπές *o,ō > a,ā στην ΚΙνΙρ συνέβη μία ενδιαφέρουσα φωνολογική τροπή: το ΠΙΕ βραχύ *o σε ανοιχτή συλλαβή (δηλαδή σε συλλαβή που δεν τελειώνει σε σύμφωνο) εκτάθηκε σε μακρό , το οποίο εν τέλει εξέλίχθηκε σε .

λ.χ. ΠΙΕ *doru «ξύλο» (συλλαβοποίηση do.ru) > ελληνικό δόρυ ~ ΚΙνΙρ *dōru > *dāru > σανσκ. dā́ru ~ αβεστικό dā́uru ~ Αρχ. Περσ. dāruv

Ὀταν εφαρμόστηκε ο Νόμος του Brugmann τα λαρυγγικά ήταν ακόμα αυτούσια. Αυτό φαίνεται από τον σανσκριτικό παρακείμενο της ρηματικής ρίζας *kwer- «ποιώ». Ως γνωστόν ο ΙΕ παρακείμενος δείχνει ο-βαθμό ablaut και διπλασιασμό (λ.χ. *derk’- > *de-dork’- στο δέρκομαι > εγώ δέδορκα, αυτός δέδορκε).

Παρακείμενος 1ου ενικού: *kwe-kwor-h2e (συλλαβοποίηση kwe.kwor.h2e) >  *ce-kor-a > cakara

Παρακείμενος 3ου ενικού: *kwe-kwor-e (συλλαβοποίηση kwe.kwo.re) > *ce-kōr-a > cakāra

Επειδή η συλλαβοποίηση του ρήματος στο 1ο ενικό πρόσωπο είναι τέτοια που το *o βρίσκεται σε κλειστή συλλαβή, δεν εφαρμόστηκε ο Νόμος του Brugmann. Αντίθετα, στο 3ο ενικό πρόσωπο η συλλαβοποίηση έθεσε το *o σε ανοιχτή συλλαβή και συνέβη εφαρμογή του νόμου (*o>ō και κατόπιν *ō>ā).

Brugmann

Στο ΙΕ θηλυκό επίθημα *-ih2 (> ελληνικό -ια με βραχύ /α/) η ΚΙνΙρ απώλεσε το λαρυγγικό με αναπληρωματική έκταση του -ih2> -ī. Για το λόγο αυτό αυτή η κατηγορία θηλυκών ονομάζεται «θηλυκά τύπου devī́», από την σανσκριτική λέξη για την «θεά».

Ο όρος *potis = «αφέντης» > ελληνικό πόσις ~ σανσκριτικό pati ~ αβεστικό paiti έχει θηλυκό ανάλογο:

*pot-n-ih2 = «αφέντρα, κυρία» > ελληνικό πότνια ~ σανσκριτικό patnī́ ~ αβεστικό paθnī́

potnih2

3) Σύμφωνα.

I) Η ΚΙνΙρ υπέστη σατεμοποίηση. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα:

α) Τα ΠΙΕ ουρανωμένα υπερωικά *{k’,g’,g’h} ακολούθησαν διαφορετική πορεία από τα απλά υπερωικά *{k,g,gh}, τα οποία συγχωνεύτηκαν με τα χειλοϋπερωικά αντίστοιχά τους *{kw,gw,gwh} και εξελίχθηκαν σε *{k,g}. Τα ΠΙΕ ουρανωμένα υπερωικά σε πρώτη φάση τράπηκαν σε προστριβόμενα *{k’,g’,g’h} > *{ĉ,ĵ,ĵʰ}. Σε δεύτερη φάση, ανεξάρτητα στους δύο κλάδους, τα προστριβόμενα έγιναν τριβόμενα:

– ΚΙνΙρ *ĉ > σανσκριτικό ś ~ ΠΙρ *ts > αβεστικό s ~ αρχαίο περσικό θ (το τελευταίο όπως και στην Αλβανική)

– ΚινΙρ *ĵ > σανσκριτικό j (=dz) ~ ΠΙρ *dz > αβεστικό z ~ αρχαίο περσικό d/δ (το τελευταίο ξανά όπως και στην Αλβανική)

– ΚΙνιρ *ĵʰ > σανσκριτικό h ~ ΠΙρ *dz > αβεστικό z ~ αρχαίο περσικό d/δ

Παραδείγματα:

*dek’m.t- «δέκα» > ΚΙνΙρ daĉa > σανσκριτικό daśa ~ αβεστικό dasa

*k’lew-es- «κλέος» > ΚΙνΙρ *ĉravas > σανσκριτικό śrávas ~ αβεστικό sravah

*k’ens-/*k’eh1- «λέω, ανακοινώνω» > ΚΙνΙρ  *ĉans- > σανσκριτικό śaṃsati ~ αβεστικό saŋh- ~ αρχ. περσ. θanh-/θātiy (~ αλβανικό thom/thotë)

thom

*h2r.g’ «άργυρος, λευκός, λαμπρός» > ΚΙνΙρ *r.ĵ– > σανσκριτικό árjuna ~ αβεστικό ərəzata ~ αρχ. περσ. ardata

*g’heu-ter- > KΙνΙρ *ĵʰau-ter- > σανσκριτικό hotṛ ~ αβεστικό zaotar

Το σύμπλεγμα *-k’t- έδωσε κανονικά –št– στον Ιρανικό κλάδο, ενώ στην Σανσκριτική αντί για το αναμενόμενο ś προέκυψε το ανακεκαμμένο (retroflex) που αφομοίωσε το /t/ επίσης σε ανακεκαμμένο –ṣt– > –ṣṭ-:

*ok’tṓw > σανσκριτικό aṣṭa ~ αβεστικό ašta

β) Κανόνας RUKI. Όλες οι γλώσσες σάτεμ έχουν υποστεί και τον κανόνα RUKI, κατά τον οποίο το *s που βρίσκεται μετά από *r,*u,*k,*i τρέπεται σε παχύ . To ΚΙνιρ εξελίχθηκε σε ανακεκαμμένο (retroflex) στην Σανσκριτική και παρέμεινε š στον Ιρανικό κλάδο.

ΠΙΕ *pṛsto- > ΚΙνΙρ *pṛšta- > σανσκριτικό pṭhá- ~ αβεστικό paršta «πλάτη, ραχοκοκαλιά»

ΠΙΕ *g’eus– «γεύομαι» > ΚΙνΙρ *ĵa– > σανσκριτικό joati ~ αβεστικό zaošō

ΠΙΕ *h1isu- «βέλος» > ΚΙνΙρ *u- > σανσκριτικό iu ~ αβεστικό išu

ΠΙΕ *kwsep- «σκότος, ψέφας» > ΚΙνΙρ *ksep- > ap- > σανσκριτικό kāp- ~ αβεστικό xšap-

II) Τα «απλά» ΚΙνΙρ υπερωικά k,g,gh (προερχόμενα από τα ΠΙΕ απλά υπερωικά και χειλοϋπερωικά) πριν από εμπρόσθια φωνήεντα (i,e) έδωσαν μια δεύτερη σειρά προστριβόμενων č *ǰ *ǰʰ (το σύμβολο εκθέτης σε αυτα είναι “V” ή δεν υπάρχει, και όχι “Λ” ή τόνος, όπως στα ουρανωμένα). Αυτά εξελίχθηκαν στα σανσκριτικά c,j,h και στα Ιρανικά č,ǰ:

ΠΙΕ *kwe-kwl-os > ΚΙνΙρ *kekros > *čekros > *čakras > Σανσκριτικό cakra ~ Αβεστικό čaxra-

III) Ο Νόμος του Bartholomae. Στις ΙΕ γλώσσες, κατά κανόνα, στα δισυμφωνικά συμπλέγματα γίνεται υποχωρητική αφομοίωση ηχηρότητας (regressive assimilation), δηλαδή το δεύτερο σύμφωνο επιβάλλει το είδος της ηχηρότητάς του στο πρώτο (λ.χ. φεύγω, φυγή > ἄ-φυγτος > ἄφυκτος, κρυφός > κρύφδην > κρύβδην , agō > agtōr > actōr κλπ). Η αντίθετη περίπτωση προχωρητικής αφομοίωσης ηχηρότητας (progressive assimilation) είναι πολύ πιο σπάνιο φαινόμενο. Τα δύο περιστατικά που γνωρίζω είναι η σλαβομακεδονική τροπή sv > sf και ο Νόμος του Bartholomae στην ΚΙνΙρ. Σύμφωνα με τον τελευταίο όταν πάνω στο μορφηματικό όριο μετά από ένα ηχηρό δασύ κλειστό ακολουθεί απλό άηχο κλειστό, τότε το δεύτερο ηχηροποιείται και η δασεία του πρώτου μετατίθεται σε αυτό (σχηματικά *-dh-t- > *-ddh-, *-gh-t- > *-gdh- κλπ).

Το τυπικό παράδειγμα είναι η λέξη «Βούδας» (Buddha). Ο όρος είναι ρηματικό επίθετο της ΙΕ ρηματικής ρίζας *bheudh- «μένω ξύπνιος, αγρυπνέω, βρίσκομαι σε εγρήγορση»: *bhudh-tos > bhuddha = «ξύπνιος, πεφωτισμένος». Το ελληνικό ανάλογο είναι το ρηματικό επίθετο πυστός = «πολυμαθής, γνώστης». Η ίδια ρίζα έδωσε τα ρήματα πεύθομαι, πυνθάνομαι (μηδενόβαθμο με ρινικό ένθημα όπως *dheugh- > τεύχω και τυγχάνω) και το ουσιαστικό Πῡθία (με ανετυμολόγητο μακρό /ῡ/, μάλλον προϊόν εκφραστικής εκτάσεως).

Από τον Ιρανικό κλάδο αναφέρω το παράγωγο της ρίζας *webh-/ubh- = «υφαίνω» *ubh-tòs > ΚΙνΙρ *ubdhà- > αβεστικό ubdaēna = «υφαντός». Από ένα σημείο και μετά όμως, ο νόμος έπαψε να εφαρμόζεται στην Αβεστική, η οποία στα μεταγενέστερα παραδείγματα δείχνει την τυπική υποχωρητική ανομοίωση (λ.χ. *-gh-t > *-g-t > -kt- > -χt- στo druxta- ~ σανσκ. drugdhà-).

Bartholomae

IV) Τα Λαρυγγικά. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις που μαρτυρούν ότι τα ΠΙΕ λαρυγγικά *{h1,h2,h3} υπήρχαν ακόμα στην ΚΙνΙρ και συνέχισαν να υπάρχουν στην ΠινΑ. Αυτό που δεν είναι ξεκάθαρο είναι εάν ήταν ακόμα διακριτά ή είχαν όλα εξελιχθεί σε έναν φθόγγο όπως λ.χ. το Ανατολιακό .

Οι παλαιότεροι στίχοι της Rigveda διατηρούν το μέτρο τους μόνον εάν ο όρος *h2weh1n.t-os > vā́ta = «άνεμος» διαβαστεί ως τρισύλλαβο /vàHata/. Επίσης το σανσκριτικό σύνθετο *h1suh2ner- > sūnara = ανδρείος/τρανός (ετυμολογικά συγγενές των ~ εὔανδρος, εὐηνορία) σχηματίστηκε όσο το λαρυγγικό της ρίζας *h2ner- υπήρχε ακόμα (u+h2 >ū). Τέλος, θυμίζω ότι το λαρυγγικό *h2 στο 1ο πρόσωπο ενικού παρακειμένου *kwe-kwor-h2e > cakara ευθύνεται για την ΜΗ εφαρμογή του νόμου του Brugmann.

Τα ένηχα λαρυγγικά φωνηεντοποιούνται σε /i/: *ph2ter- > ΚΙνΙρ *pitar- > σανσκριτικό pitṛ ~ αρχ. περσ. pitā

*dhh1-tos > θετός ~ σανσκ. *dhità- > hità- , *dh3-tos > δοτός ~ σανσκ. dità- , *sth2-tos > στατός ~ σανσκ. sthi

Τα «μακρά συλλαβικά ένηχα» (συνδυασμός συλλαβικού ενήχου και λαρυγγικού, *-R.H-) εξελίσσονται σε -īR-/-ūR- πριν από σύμφωνο και σε -iR-/-uR- πριν από φωνήεν. Οι τύποι με u,ū απαντούν κυρίως στην γειτονιά ενός χειλικού συμφώνου.

*k’erh2- «αναμειγνύω, κεράννῡμι» > ελληνικό *n.-k’r.h2-tos > ἄκρᾱτος ~ σανσκ. *k’r.h2-tos > śīr– «ανάμεικτος»

*pleh1- «γεμίζω» > βαλτο-σλαβικό *pl.h1-nos > *pilnas ~ σανσκ. *pl.h1-nos > pūrṇá

*gwerh2-u- «βαρύς» > *gwr.h2-u- > guru

Τέλος, τα λαρυγγικά μπορούν να δασύνουν το προκείμενο σύμφωνο:

*eg’h2om > ΚΙνΙρ aǰʰam > σανσκ. aham ~ αβεστ. azəm ~ αρχ. περσ. adam

*sth2-tos > σανσκ. sthità-

*roth2os > ΚΙνΙρ *ratha > σανσκ. ratha ~ αβεστ. raθa «τροχός > άρμα»

*dhugh2ter- > ΚΙνΙρ *dhughitar- > σανσκ. dhuhitar- > duhitṛ (εφαρμόστηκε ο Νόμος του Grassmann)

InIr-laryngeals

V) Άλλες συμφωνικές τροπές.

– Τα έρρινα συλλαβικά ένηχα εξελίχθηκαν σε /a(n)/ όπως και στην Ελληνική (*n. , *m. > a):

*dek’m.t- > ΚΙνΙρ *daĉa > σανσκ. daśa ~ αβεστ. dasa

*septm. > ΚΙνΙρ *sapta > σανσκ. saptan ~ αβεστ. hapta (*septm.)

*h1no-mn. > ΚΙνΙρ *noman > *nōman > nāman (λόγω του νόμου του Brugmann) > σανσκ. nā́man ~ αβεστ. nāman

*kwer- «ποιώ, πράττω» > *kwor-mn. > karman = το «κάρμα» (κυριολεκτικά «πράξη», συμβολικά «το σύνολο των πράξεων ενός ανθρώπου σε όλη τη ζωή του από το οποίο θα καθοριστεί το είδος της επόμενης μετενσάρκωσης»)

– Τα ΠΙΕ ηχηρά δασέα προφανώς διατηρήθηκαν αυτούσια στην ΚΙνΙρ και κληρονομήθηκαν αυτούσια στην ΠΙνΑ, ενώ τράπηκαν σε ηχηρά κλειστά στην ΠΙρ.

*e-bher-om > ΚΙνΙρ *abharam > σανσκριτικό abharam ~ αρχαίο περσικό abaram

*dhuh2-mos = «θῡμός» > ΚΙνΙρ *dhūmas > σανσκριτικό dhūmá ~ κουρδικό dû ~ περσικό dud

– Τα συμπλέγματα “thorn” (thorn clusters) είναι τα ΠΙΕ συμπλέγματα *-tk-, *-tk’- και *-dhg(w)h-. Αυτά έγιναν όλα –kṣ– στην Σανσκριτική και στην Αβεστική š, και γž αντίστοιχα.

*dhg’hōm > ελληνικο χθών ~ σανσκριτικό kṣa(m) ~ αβεστικό zā̊

*tk’ei- > ελληνικό κτίζω ~ σανσκριτικό kṣètram ~ αβεστικό šōiθra.

*tkeh1- «άρχω, κατέχω» > ελληνικό κτέομαι/κτάομαι ~ σανκσριτικό kṣayati ~ αρχ. περσ. āyaθiya = «βασιλεύς ~ άρχων»

*dhgwher- «απορρέω, χάνω» > ελληνικό φθείρω ~ σανσκριτικό kṣarati = «ρέω» ~ αβεστικό γžar- = «ρέω»

Γι΄αυτό η ρίζα *dhgwhei- > φθίνω έδωσε το *k’lewos n.-dhgwhi-tomκλέος ἄφθιτον ~ σανσκριτικό śravas àkitam

aphthiton

– Στην πλειοψηφία των Ινδο-Ιρανικών ποικιλιών έγινε τροπή *L>R, αλλά η αλλαγή δεν ήταν καθολική γιατί στις ανατολικότερες Ινδικές ποικιλίες συνέβη η αντίστροφη τροπή *R>L. Αυτές οι τροπές συνέβησαν και στο υγρό συλλαβικό ένηχο *l., λ.χ. *wl.kwos > σανσκ. vṛ́ka.

Αυτές είναι λίγο πολύ οι βασικές φωνολογικές εξελίξεις της Κοινής Ινδο-Ιρανικής. Από εκεί και μετά, ο καθένας από τους δύο θυγατρικούς κλάδους και η κάθε γλώσσα σε καθέναν απ΄αυτούς έχουν αναπτύξει τις δικές τους ειδικότερες εξελίξεις.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s