Η ΙΕ ρίζα *k’euh1- «σπαργάω»: το κύμα και το κύρος

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω μια ΙΕ ρίζα που έχει δώσει πολλά γνωστά παράγωγα μέσα από την κυριολεκτική και μεταφορική της σημασία.

Η ΙΕ ρηματική ρίζα είναι *k’euh1- «σπαργάω» (είμαι γεμάτος/πρησμένος με κάτι) και οι μεταφορικές σημασίες που προέκυψαν είναι «δυνατός» και «ιερός». Η κυριολεκτική σημασία του ρήματος σπαργάω μπορεί να γίνει κατανοητή από το παράδειγμα par excellence του σπαργῶντος μαστού (σπαργάων > σπαργῶν), δηλαδή του μαστού που είναι πρησμένος με γάλα.

Η σημασία «δυνατός» προέκυψε διότι ο δυνατός είναι «ἔμπλεος δυνάμεως» = «γεμάτος με δύναμη», ενώ η σημασία «ιερός» προέκυψε διότι η δύναμη των θεών ήταν δεινή, δηλαδή προκαλούσε δέος (~ σεβάσμιο φόβο) στους θνητούς.

Ως συνήθως, αρχίζω με αυτά που γράφουν οι Mallory-Adams:

keuh1

Η ρίζα έδωσε όρους με τη σημασία «έγκυος» στην Ελληνική και την Λατινική. Το σύνθετο μόρφημα *en-kuh1-  είναι η πηγή του λατινικού όρου inciēns και των ελληνικών ἔγκυος και ἐγκύμων. Οι ελληνικοί όροι ετυμολογικά θα έπρεπε να είχαν μακρό /ῡ/ (*uh1 > ū) , αλλά δείχνουν βραχύ /υ/ λόγω της βράχυνσης –ūō- > -uō που συνέβη στο ρήμα κύω (< κυέω, λ.χ. ώς > αττικό ως, ῷος κλπ). Στην Ελληνική όταν δύο μακρά φωνήεντα γειτνιάζουν άμεσα υπάρχει η τάση βράχυνσης του πρώτου. Το μακρό /ῡ/ διατηρήθηκε στο *kuh1-mn. > κῦμα = «”φούσκωμα” της θάλασσας, φουσκοθαλασσιά» (και πιο κυριολεκτικά κύημα, σημασία ΙΙ της λέξης κῦμα στο LSJ). Ο μηδενικός βαθμός της ρίζας *k’uh1- έδωσε το σανσκριτικό ρήμα śvayati = «πρήζομαι, γεμίζω δύναμη, δυναμώνω».

Η διπλή σημασία του τελευταίου σανσκριτικού ρήματος μας φέρνει στην πρώτη από τις δύο μεταφορικές σημασίες: «δυνατός ~ ἔμπλεος δυνάμεως». Ο πλήρης ο-βαθμός φαίνεται στο λιθουανικό *k’ouh1-nus > šaunus = «ανδρείος». Ο ίδιος βαθμός ablaut φαίνεται στο κελτικό *k’ouh1-ros > Παλαιά Ιρλανδικά caur = «ήρωας», cōraid ~ «ήρωες» και στο Ουαλικό cawr = «γίγαντας». Ο μηδενικός βαθμός *kuh1-ros έχει δώσει το ελληνικό παράγωγο κύριος = «δυνατός, άρχων» (με κανονικό μακρό /ῡ/), καθώς και το σιγμόληκτο ουδέτερο κῦρος = «δύναμη, εξουσία». Το τελευταίο είναι σίγουρα δευτερογενής ενδοελληνικός σχηματισμός (όπως λ.χ. το *webh-/ubh- > ὕφος), γιατί διαφορετικά θα είχαμε ελληνικά παράγωγα σε *κῡρεσ-, όπως λ.χ. στο *kuHd-es- > σλαβ. čudo ~ κῦδος > ἐρι-κῡδέσ-ς > ἐρικῡδής. Συγγενής των  ελληνικών κύριος και κῦρος είναι ο ινδο-ιρανικός όρος : σανσκ. śūra– ~ αβεστ. sūra  = «δυνατός, ανδρείος, ήρωας». Έχει προταθεί ότι και τα θρακικά ονόματα σε Σ(ο)υρ- (= Sūr-, λ.χ. Σοῦρις, ΣούριοςΣουράτραλις, Συράβῑθυς) έχουν την ίδια ετυμολογική καταγωγή. Ίσως σε αυτά ανήκει και το όνομα «Σύρμος» του βασιλιά των Τριβαλλών που αντιμετώπισε ο Μέγας Αλέξανδρος ( *k’uHr-mos > Sūrma(s) > Syrma(s) ?).

souris

Οι λέξεις κῦρος και κύριος δεν απαντούν στα ομηρικά έπη, αλλά η συχνότητα χρήσης τους αυξάνει συνεχώς από το 500 π.Χ. και έπειτα. Η χρυσή εποχή της λέξης κύριος θα έρθει με τον εκχριστιανισμό των ελληνοφώνων, όταν ο όρος θα γίνει η τυπική ελληνόφωνη προσφώνηση του χριστιανικού θεού (Κύριε = λατινικό Domine = «Θεέ», Κυριακή = Dominica, Κυριάκος = Dominicus).

Στα «βυζαντινά» χρόνια είναι συχνοί και οι τύποι κῦρος/κυρός = κύριος, κυρά = κυρία και το γνωστό μας βραχύ κυρ που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα δίπλα από κάποιο όνομα, όπως λ.χ. ο κυρ-Μανώλης, η κυρα-Δέσποινα και ο κυρ-Παντελής «ο μεγαλέμπορας και μεγαλομπακάλης της γωνίας» στο «της Κακομοίρας»:

[00:38:13-00:39:10]

Έτσι η επιγραφή που υπήρχε στην Σαρκοφάγο του Βασιλείου Β΄ ξεκινούσε με την φράση:

Στίχοι ἐπιτάφιοι εἰς τὸν τάφον κυροῦ Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου καὶ βασιλέως.

Δεν ξέρω πότε ακριβώς αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε το βραχύ «κυρ», αλλά το χρησιμοποιούσαμε ήδη το 1031 μ.Χ. όταν απαντά επιγραφικά ένας «Κῦρ Νικήτας, πάντιμος κατεπάνω, μέγας πατρίκιος, ῥαίκτωρ Ἀντιοχείας».

kyr

Φυσικά, το «κυρ» πέρασε και στις γειτονικές γλώσσες, γιατί στην Βουλγαρική ταινία ο «Πονηρόπετρος» (Hitər Petər), όπου η γλώσσα προσπαθεί να πλησιάσει την δημώδη Βουλγαρική κατά την Τουρκοκρατία, ακούμε τον παπά να λέει για τον τσορμπατζή «Κυρ-Στάμο»:

[00:09:51]

Παραθέτω και το υβριδικό ελληνο-τουρκικό επιφώνημα aşkolsun kirios daskal!” = «μπράβο κύριε δάσκαλε!» που κατέγραψε ο Hristo Danov σε βουλγαρικό γλέντι στο Παζαρτζίκ όταν ο κυρ δάσκαλος τραγούδησε με τρεις μαθητές του.

kirios-daskal

Η άλλη μεταφορική σημασία της ρίζας *k’euh1- = «σπαργάω», σύμφωνα με τους Mallory-Adams, ήταν η εξέλιξη «δυνατός» > «σεβαστός» > «ιερός». Ο μηδενικός βαθμός χωρίς το λαρυγγικό σχημάτισε την παράγωγη ρίζα *k’w-en- «ιερός» που έδωσε το κοινό βαλτο-σλαβικό *k’wen-tos > *śwentas (πρωτοσλαβικό svętŭ, λιθουανικό šventas κλπ) και το αβεστικό spənta, όλα «ιερός», καθώς και το πρωτο-γερμανικό *hunslą = «θυσία» (> αγγλικό housel).

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s