Η ΙΕ ρίζα *h2ner- = «άνδρας»

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης είναι η ΙΕ ρίζα *h2ner- = «άνδρας», η οποία μπορεί να αναδομηθεί και στη μορφή του αθεματικού ουσιαστικού *h2ner-s > *h2nēr (ύστερα από εφαρμογή του νόμου του Szemerényi). Ο όρος *h2nēr είναι o ένας από τους δύο βασικούς ΙΕ όρους για τη σημασία «άνδρας». Ο άλλος όρος είναι *wiH-ros (λ.χ. λατινικό vir) και έχει εξεταστεί σε παλαιότερη ανάρτηση με θέμα το ομηρικό λογοπαίγνιο Ἶρος Ἄῑρος = «άνδρας άνανδρος»).

Οι Mallory-Adams γράφουν για τον όρο *h2nēr.

h2ner

Η αρχική σημασία της ρίζας *h2ner- ήταν ~ «νεανικό/αρσενικό σθένος» και με αυτή τη σημασία απαντά στο Παλαιό Ιρλανδικό (OIr) nert = «σθένος, ισχύς» και στο Λατινικό neriōsus = «αστεμφής».

Α. Η ρίζα *h2ner- στις θυγατρικές ΙΕ γλώσσες

1) Ελληνική. Στην Ελληνική, ο ολοφάνερος απόγονος της ρίζας είναι η λέξη ἀνήρ. Ο νεοελληνικός τύπος άνδρας προέκυψε από την αιτιατική *h2nr-m. > *ἄνρα > τὸν ἄνδρα (λ.χ. το «ἄνδρα μοι ἔννεπε» = «μίλησέ μου για τον άνδρα» στον πρώτο στίχο της Οδύσσειας), όπως λ.χ. η νεοελληνική νύχτα κατάγεται από την αιτιατική τὴν νύκτα της αθεματικής ονομαστικής ἡ νύξ. Αυτές οι νέες θεματικές ονομαστικές από την αιτιατική δημιουργήθηκαν και στην ύστερη Λατινική/πρωτο-Ρωμανική (λ.χ. nox με αιτιατική noctem > πρωτο-Ρωμανική θεματική ονομαστική *nocte > ιταλικό notte, βλαχο-ρουμανικό noapte κλπ).

Η εξέλιξη –nr– > –ndr– ονομάζεται Ομοργανική Επένθεση (Homorganic Epenthesis) και την βρίσκουμε λ.χ. στο αγγλικό *þunraz > thunder και στο αλβανικό *h3nr-io- > *anrja > ëndërr = «όνειρο».

Στην αλφαβητική Ελληνική (~750 π.Χ. και μετά) η ρίζα *h2ner- εμφανίζεται ως πρώτο συνθετικό στον μηδενικό βαθμό ablaut *h2nr.- > *ἀνρο-/ἀνρα- > ἀνδρο-/ἀνδρα- (με τυπική ελληνική εξέλιξη *r. > αρ/ρα ~ ορ/ρο). Έτσι, το επίθετο *h2nr.-gwhon-os έδωσε τον πανελλήνιο τύπο ἀνδροφόνος, αλλά στους νόμους του Σόλωνα, γραμμένους στην παλαιά Αττική διάλεκτο, σύμφωνα με έναν αρχαίο γραμματικό που επικαλείται πολύ αργότερα ο Φώτιος, απαντά μόνον ο τύπος ἀνδραφόνος.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι στην «μυκηναϊκή» Ελληνική της 2ης π.Χ. χιλιετίας, το πρωτοελληνικό anr.– διατηρούνταν ακόμα άθικτο. Σε ένα φράσημα που χρησιμοποιείται στερεοτυπικά στην Ιλιάδα για να περιγράψει τον θάνατο του Πατρόκλου και του Έκτορα, το μέτρο του στίχου διατηρείται μόνον αν η λέξη ἀνδρότης ~ ἀνδροτής προφερθεί ως *anr.tās. Ο Calvert Watkins χρονολογεί τον σχηματισμό αυτού του φρασήματος (που αργότερα ενσωματώθηκε προκατασκευασμένο στην Ιλιάδα για να περιγράψει τον θάνατο του Πατρόκλου και του Έκτορα) γύρω στο 1400 π.Χ. !!! Στις πινακίδες της Γραμμικής Β το μεταγενέστερο όνομα Ἀνδροφόντης απαντά ως Α-no-qo-ta = /Anorkwhontās/ που δείχνει *h2nr. > anor όπως το *kwtr.-ped-ih2 > to-pe-za = /torpedza/ = τράπεζα.

Fortson anr-

anrtat

Στην Ιλιάδα απαντά ο όρος ἠνορέη = «ανδρεία, παλικαριά». Η λέξη είναι παράγωγο του ο-βαθμού *h2nor- >ἀνορ- που έχει υποστεί μετρική έκταση αν- > ᾱν- > ην-, κάτι συχνό σε αρχικά φωνήεντα πριν από ένηχα (λ.χ. Ἀμαθία > μαθία, Ὄλύμπος > Οὔλυμπος, Ἐρέτρια > Εἰρέτρια κλπ). Πιο δύσκολο είναι να εξηγήσουμε το επίθημα -εη του όρου ἠνορέη. Έχουμε να κάνουμε με έναν αιολισμό ρι>ρε *h2nor-ieh2 > ἀνορίᾱ > ἀνορέᾱ, όπως το θεσσαλικό κρεννέμεν = κρῖναι και το λεσβικό τέρτος/τρέτος = τρίτος; Η τροπή αυτή θυμίζει την νεοελληνική τάση /ir/>/er/ και /in/>//en/ (λ.χ. χείριον > χέρι, πληρώνω > πλερώνω, γίνομαι > γένομαι κλπ).

krennemen

Οι απόψεις διίστανται σχετικά με το εάν η λέξη ἄνθρωπος ~ δρώψ είναι παράγωγο της ρίζας *h2ner-. Ο όρος απαντά ήδη στην Γραμμική Β ως a-to-ro-qo = /anthrōkwos/. O βραχύς τύπος δρώψ μπορεί να αναχθεί τόσο στην μορφή *h2nr.-h3kw-s όσο και στην *h2nro-hokw-s (πρώιμη συναίρεση -oho- > -oo- > -ō-) και η τελευταία μπορεί να έδωσε και την λέξη ἄνθρωπος αν η δασεία του δεύτερου συνθετικού δάσυνε το επενθετικό d>dʰ>tʰ (λ.χ. τέθριππον = τετρα- + hίππος και οὐθείς ~ οὐδείς = οὐδ- + hείς) που προέκυψε από την ομοργανική επένθεση -nr- > -ndr-.

2) Φρυγική. Στο ελληνικό ἀνήρ αντιστοιχεί το φρυγικό ανᾱρ (anār) που ανάγεται στο πρωτο-φρυγικό *anēr. Η εξέλιξη *ē>ā είναι τυπική της Φρυγικής (λ.χ. *meh2tēr > mātār με αιτιατική māteran και το αρσενικό όνομα Ιμν, με γενική Ιμενος και θηλυκό πατρωνυμικό παράγωγο Ιμενεια) και απαντά ενίοτε και στις αρχαίες βορειοελληνικές διαλέκτους (λ.χ. πρωτο-ελληνικό *wr.h1-treh2 > wrētrā > Ηλειακό ϝράτρᾱ = ήτρα).

3) Αρμενική. Ο πρώιμος πρωτο-αρμενικός απόγονος του ΙΕ όρου *h2nēr είναι *anir, δείχνοντας την τυπική αρμενική εξέλιξη *ē>ī>i (λ.χ. *mē > mi = μη). Το πρώιμο πρωτο-αρμενικό *anir εξελίχθηκε στο ύστερο πρωτο-αρμενικό *aynr που είναι ο πρόγονος του Παλαιού Αρμενικού ayr = «άνδρας». Παραθέτω και το στερητικό παράγωγο ayri = «χήρα» που προέρχεται (μέσω απλολογίας anan- > an-) από το πρώιμο πρωτο-αρμενικό *an-anir-iya < *n.-h2nēr-ieh2 ~ «”άνανδρη” ~ δίχως άνδρα».

4) Σανσκριτική. Στην Σανσκριτική βρίσκουμε δύο όρους που σχηματίστηκαν από διαφορετικούς βαθμούς ablaut της ρίζας *h2ner-. Ο πρώτος είναι ο μηδενόβαθμος αθεματικός όρος *h2nr.- > nr. = «άνδρας, ήρωας» και ο δεύτερος είναι ο θεματικός όρος náraḥ, που κατάγεται από κάποιον πλήρη βαθμό (*h2ner-os ή *h2nor-os).

nr-narah

Έχω υπογραμμίσει μερικές ενδιαφέρουσες πτώσεις των δύο όρων, γιατί δείχνουν ανάλογα κλιτικά μορφήματα με αυτά που ξέρουμε από την Ελληνική.

Το αθεματικό nr. έχει δοτική (dative) nr-e (e < ai < *ei) που αντιστοιχεί στην μυκηναϊκή δοτική *h2nr-ei > ἀνδρεϊ που, αργότερα, στην αλφαβητική Ελληνική αντικαταστάθηκε από την τοπική (locative) πτώση *h2nri > ἀνδρί (= σανσκριτική τοπική nari). To μόρφημα –a της γενικής ενικού (naraḥ) έχει την ίδια καταγωγή (*-os) με το ελληνικό μόρφημα *h2nr-os > τοῦ ἀνδρός. Η οργανική (instrumental) πληθυντικού nr.bhiḥ περιέχει το ΙΕ οργανικό μόρφημα *-bhi- που επιβίωσε στο ελληνικό μόρφημα -φι που διατήρησε την οργανική του σημασία στο ἷφι = «δυνατά, με δύναμη» (ἰς):

ἶφι ἀνάσσεις = κυβερνάς με δύναμη

ἶφι μάχεσθαι = πολεμώ σθεναρά, με δύναμη

[Ιλιάδα, 1.35-9]

πολλὰ δ᾿ ἔπειτ᾿ ἀπάνευθε κιὼν ἠρᾶθ᾿ ὃ γεραιὸς
Ἀπόλλωνι ἄνακτι, τὸν ἠΰκομος τέκε Λητώ·
«Κλῦθί μευ ἀργυρότοξ᾿, ὃς Χρύσην ἀμφιϐέϐηκας
Κίλλαν τε ζαθέην Τενέδοιό τε ἶφι ἀνάσσεις,
Σμινθεῦ, εἴ ποτέ τοι χαρίεντ᾿ ἐπὶ νηὸν ἔρεψα

[Ιλιάδα, 1.150-1]

πῶς τίς τοι πρόφρων ἔπεσιν πείθηται Ἀχαιῶν
ἢ ὁδὸν ἐλθέμεναι ἢ ἀνδράσιν ἶφι μάχεσθαι;

Τέλος, η γενική πληθυντικού nr.ṇām / narām δείχνει το ΙΕ επίθημα γενικής πληθυντικού *-om/-ōm που έδωσε και το ελληνικό *h2nr-ōm > ἀνδρῶν.

Στην κλίση του θεματικού *h2ner-os / *h2nor-os > nara, σημείωσα την αιτιατική nàram (~ τὸν λύκον), την γενική narasya (< IE *-osyo > *-ohyo > -oyyo > -οιο ~ Τηλεμάχοιο, Πατρόκλοιο και οι Αρχαίες Περσικές γενικές Aršāmahyā, Vistāspahyā) και την τοπική πληθυντικού nareṣu (< -aisu < IE *-oisu > πρωτοελληνική τοπική πληθυντικού -οισι που έγινε δοτική στην αλφαβητική περίοδο λ.χ. τοῖς λύκοις).

5) Ιρανικός κλάδος. Η Αβεστική επίσης δείχνει μηδενόβαθμους (*h2nr.- > nərə-) και πλήρεις (nar-) απογόνους. Σημειώνω επίσης το Νεοπερσικό nar = «άνδρας» και τους Οσσετικούς μυθικούς ήρωες Nart (nar- άνδρας > ανδρείος > «ήρωας»).

6) Ιταλικός κλάδος. Η ρίζα *h2ner- δεν υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική στον Ιταλικό κλάδο. Οι κυριολεκτικά μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού Ιταλικοί απόγονοι της ρίζας περιλαμβάνουν το λατινικό επίθετο neriōsus = «αστεμφής» και το Σαβινικό όνομα «Νέρων» (*h2ner-h3onh2 > Nerō) που περιέχει το κτητικό επίθημα Hoffman και, κατά συνέπεια, σημαίνει «αυτός που έχει ανδρότητα», δηλαδή ο Ἄνδρων (~ Ἀγάθων, Στράβων, Γάστρων, Cicerō = Κικέρων = «Ρεβιθάς» ή «αυτός που έχει ένα “ρεβίθι“/σπυρί στη μύτη» κλπ).

Nero

7) Κελτικός κλάδος. Το παράγωγο *h2ner-t-os έδωσε το Παλαιό Ιρλανδικό nert = «ισχύς, σθένος» που επιβιώνει στο σημερινό Ιρλανδικό και Γαλλο-Σκωτικό neart.

8) Βαλτο-Σλαβικός κλάδος. Στον σλαβικό κλάδο βρίσκουμε το περίεργο παράγωγο *h2nor-wos > *norvŭ = «έθιμο, συνήθεια» (> OCS nravŭ) που δεν υπάρχει στους Mallory-Adams και το οποίο μπορεί και μην είναι απόγονος της εξεταζόμενης ρίζας, ενώ στον Βαλτικό βρίσκουμε το Λιθουανικό *h2nōr-os > nuoras > noras = «θέληση, βούληση».

9) Αλβανική. Στην Αλβανική βρίσκουμε το παράγωγο *h2ner-os > *nèra > njer ~ njeri = «άνδρας, άνθρωπος».

10) Ανατολιακός κλάδος. Οι Mallory-Adams δίνουν το λουβικό επίθετο annara/annari = «ανδροπρεπής, σθεναρός».

Β. Ενδιαφέρουσες Ελληνο-Άριες αντιστοιχίες.

Μερικά παραδείγματα από τους βεδικούς χαρακτηρισμούς και τις αρετές του θεού Indra που σχετίζονται με τη ρίζα *h2ner– είναι:

nṛ = «ήρωας, ανδρείος»

nṛtama = «ανδρότατος». Το αρχικό ΙΕ υπερθετικό επίθημα ήταν *-m.mos (λ.χ. maximus) που στον Ελληνο-Άριο κλάδο επαυξήθηκε σε *t-m.mos (nr.tama) και στην Ελληνική άλλαξε σε *t-m.tos > -τατος (ἀνδρότατος). Έχω κάνει παλαιότερη ανάρτηση για τα ΙΕ παραθετικά επιθήματα.

nṛmanas/nṛmanā = ανδρομενής. Το επίθετο *h2nr.-menes- «που έχει ανδρείο μένος» απαντά στην Ελληνική στο όνομα Ἀνδρομένης και, στον Ιρανικό κλάδο, στο Αβεστικό όνομα Nərəmanah-.

nṛmṇa = «ανδρεία, θάρρος». Δεν ξέρω αν το -mn- είναι από την ρίζα *men- «είμαι ψυχονοητικά φορτισμένος», δηλαδή αν η λέξη είναι μηδενόβαθμος συγγενής των παραπάνω επιθέτων (*h2nr.-men– > *h2nr.-mn-, αυτό που εμείς στην ελληνική θα λέγαμε *ἀνδρομένεια), ή αν περιέχει τον μηδενικό βαθμό του ΙΕ επιθήματος *-men- (λ.χ. *poh2i-menποιμήν ~ *peh2i-mon– > Λιθουαν. piemuo > ποίμνιον, ποίμνη , βέλος > βέλεμνον, *pleth2-mon– > πλαταμών ~ prathiman).

nṛhan < *h2nr.-gwhon-os > ἀνδροφόνος ~ ἀνδραφόνος (δίπλα στα άλλα επίθετα του Indra όπως Vr.trahan = «Vr.tra-φόνος» και amitrahan = «εχθροκτόνος»).

Indra-h2ner

nr

Στην ελληνική επική παράδοση ο πληθυντικός του όρου *k’lewes- > κλέος, δηλαδή τα κλέϝεα > κλέεα ~ κλέα ~ κλεῖα, σημαίνει «κλεινές ηρωικές πράξεις ~ κλεινοί άθλοι» (ο τύπος κλέεα > κλέα υπέστη απλολογία, όπως το επίθετο κλεεινός > κλεινός, ενώ ο τύπος κλεῖα υπέστη συναίρεση εε>ει λ.χ. βασιλέϝες > βασιλέες > βασιλεῖς). Στην Σανσκριτική ο πληθυντικός śravāsi (śravas = κλέϝος) επίσης χρησιμοποιείται για τους αγακλεείς άθλους του Indra. Ειδικότερα, όταν οι ερικυδείς πράξεις των ηρώων του παρελθόντος γίνονται θέμα ποιημάτων, αυτά στην Ελληνική ήταν γνωστά ως «κλέ(ε)α ἀνδρῶν».

[Ιλιάδα, 9.180-9]

Μυρμιδόνων δ᾽ ἐπί τε κλισίας καὶ νῆας ἱκέσθην,
τὸν δ᾽ εὗρον φρένα τερπόμενον φόρμιγγι λιγείῃ
καλῇ δαιδαλέῃ, ἐπὶ δ᾽ ἀργύρεον ζυγὸν ἦεν,
τὴν ἄρετ᾽ ἐξ ἐνάρων πόλιν Ἠετίωνος ὀλέσσας·
τῇ ὅ γε θυμὸν ἔτερπεν, ἄειδε δ᾽ ἄρα κλέα ἀνδρῶν.

——

Κι ως τέλος στα καλύβια κι άρμενα των Μυρμιδόνων φτάσαν,
να φραίνεται τον βρήκαν με όμορφη, πολύπλουμη κιθάρα,
γλυκόφωνη, που ο καβαλάρης της ξεχώριζε ασημένιος—
κουρσός δικό του, του Ηετίωνα σαν πάτησε το κάστρο.
Με αύτη φραινόταν τώρα κι έψελνε παλικαριές μεγάλες.

[Ιλιάδα, 9.520-5]

ἄνδρας δὲ λίσσεσθαι ἐπιπροέηκεν ἀρίστους
κρινάμενος κατὰ λαὸν Ἀχαιϊκόν, οἵ τε σοὶ αὐτῷ
φίλτατοι Ἀργείων· τῶν μὴ σύ γε μῦθον ἐλέγξῃς
μηδὲ πόδας· πρὶν δ᾽ οὔ τι νεμεσσητὸν κεχολῶσθαι.
οὕτω καὶ τῶν πρόσθεν ἐπευθόμεθα κλέα ἀνδρῶν

ἡρώων, ὅτε κέν τιν᾽ ἐπιζάφελος χόλος ἵκοι·

——

και τους πιο κάλλιους απ᾿ το Αργίτικο ξαπόστειλε τ᾿ ασκέρι
να σου προσπέσουν᾿ και τους διάλεξεν οι πιο ακριβοί σου να ‘ναι.
Τον κόπο μην ντροπιάσεις που ‘καναν μηδέ τα λόγια που ‘παν.
Δε σου ‘ριξε κανένας άδικο για το θυμό σου ως τώρα.
και για πολλούς ηρώους ακούσαμε να μολογούν ο κόσμος,
πως κάποτε άναψε στα φρένα τους θυμός πεισματωμένος᾿

[Οδύσσεια, 8.72-4]

αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο,
μοῦσ᾽ ἄρ᾽ ἀοιδὸν ἀνῆκεν ἀειδέμεναι κλέα ἀνδρῶν,
οἴμης τῆς τότ᾽ ἄρα κλέος οὐρανὸν εὐρὺν ἵκανε,

——

και σύντας του πιοτού θαράπεψαν και του φαγιού τον πόθο,
τον τραγουδάρη η Μούσα εκίνησε παλικαριές να ψάλει
απ΄ το τραγούδι, που ΄χε η δόξα του στα ουράνια φτάσει τότε,

(οι μεταφράσεις είναι αυτές των Κακριδή-Καζαντζάκη)

[Ησίοδος, Θεογονία, 99-101]

ἄζηται κραδίην ἀκαχήμενος, αὐτὰρ ἀοιδὸς 
Μουσάων θεράπων κλέεα προτέρων ἀνθρώπων
ὑμνήσῃ μάκαράς τε θεούς, οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν,

«Όταν όμως ο αοιδός, ο θεράπων (= υπηρέτης) των Μουσών υμνήσει τα ξακουστά κατορθώματα των παλαιότερων ανθρώπων και τους μάκαρες θεούς που κατέχουν τον Όλυμπο, […]»

(δική μου πεζή μετάφραση)

[RV, 3.37.7]

dyumneṣu pṛtanājye pṛtsutūrṣu śravassu ca Indra sākṣvābhimātiṣu

In splendid combats of the hosts, in glories where the fight is won. Indra, be victor over foes.

Κλείνω με την περιγραφή του Ινδο-Ιρανικού όρου σανσκ. narāṃ śaṃsa > μονολεκτ. narāśaṃsa = αβεστ. nairiiō.saŋha = «ἀνδρῶν ἔπαινος» ~ «το θέμα των επαίνων των ανδρών» από τον Calvert Watkins, όπου παραθέτει και μιά όχι τόσο δημοφιλή ετυμολογική πρόταση των Mayrhofer & Heubeck για τα ονόματα Κάσσανδρος και Καστιάνειρα ως παράγωγα της ρίζας *k’ens- «επαινώ, ανακοινώνω» που έδωσε τα ινδο-ιρανικά śaṃsa = saŋha (*k’n.s-ti- > Καστι-/Κασσ-) αντί για την πιο δημοφιλή συσχέτιση με τη ρίζα *(s)k’end- «εξέχω, μεταπρέπω» (* (s)k’n.d-ti- > Καστι-/Κασσ-, Κάσσανδρος = «κέκαστος ἀνδρῶν», κέκασμαι = εξέχω, μεταπρέπω).

naramsamsa

skend-visible

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s