Δείγμα Αρχαίας Περσικής γλώσσας

Η Αρχαία Περσική γλώσσα (Old Persian, OPers) είναι η Δυτική Ιρανική γλώσσα που απαντά σε επιγραφές της Αχαιμενιδικής Περσίας. Η παλαιότερη Αβεστική (~ 900±100 π.Χ.) ήταν μια Ανατολική Ιρανική γλώσσα.

Σε αυτή την ανάρτηση θα περιγράψω ένα τμήμα της Επιγραφής Μπεχιστούν (~500 π.Χ.) του Δαρείου Α΄ που παραθέτει ο Benjamin Fortson ως δείγμα της Αρχαίας Περσικής μαζί με μια συνοπτική γλωσσολογική ανάλυση του κειμένου.

Darius-OPers

[Στίχοι 1-3]

adam Dārayavauš xšāyaθiya vazarka, xšāyaθiya xšāyaθiyānām,

xšāyaθiya Pārsaiy, xšāyaθiya dahyūnām,

Vištāspahyā puça Aršāmahyā napa, Haxāmanišiya

Εγώ ο Δαρείος ο Μέγας Βασιλεύς, ο Βασιλεύς των Βασιλέων,

βασιλεύς Περσίας, βασιλεύς των (ξένων) χωρών,

γιος του «Υστάσπη» [και] εγγονός του «Αρσάμη», Αχαιμενίδης …

Ανάλυση:

adam = «εγώ» εκ του ΠΙΕ *eg’h2om/*eg’oh2m όπως το Αβεστικό azəm, το Σανσκριτικό aham και το Ελληνικό ἐγώ(ν).

Ένα από τα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της Αρχαίας Περσικής είναι ότι ενίοτε τρέπει τα σατεμοποιημένα IE ουρανωμένα υπερωικά *k’>ts>θ και *g'(h)> dz>d/δ, όπως και η Αλβανική (λ.χ. *k’or-kos > *tsarka > thark και *g’ombhos > *dzamba > dhëmb). Οι άλλες Ιρανικές γλώσσες δίνουν τα αναμενόμενα προϊόντα σατεμοποίησης *k’>ts>s και *g'(h)>dz>z. Γι΄αυτό στο αρχαίο περσικό adam αντιστοιχεί το αβεστικό azəm, όπως στα αλβανικά *weg’h-ulos > *vjedzula > vjedull/vjedhullë αντιστoιχεί το ρουμανικό viezure.

Dārayavauš = «Δαρείος», ετυμολογικά «αυτός που [υπο]στηρίζει το καλό» (Περσ. dāraya– = σανσκρ. dhārayati = [υπο]στηρίζω, vahuš < *wesu- = «καλό»).

xšāyaθiya = «βασιλεύς, άρχων» από το ΠΙΕ *tkeh1- «άρχω» που στην Ελληνική έδωσε το ρήμα κτέομαι ~ κτάομαι (λ.χ. κτήτωρ = ιδιοκτήτης, κατακτητής κλπ) και στην Σανσκριτική, μεταξύ άλλων, το ουσιαστικό kṣatrá = «Αρχή, εξουσία, κράτος». Από την ίδια ρίζα και ο περσικός «Σατράπης» = αρχ. περσ.  xšaçapāvan ~ xšaθra-pā(van) = «Προστάτης του Βασιλέα/Βασιλείου».

shah

Στο φράσημα xšāyaθiya xšāyaθiyānām = Βασιλεύς τῶν Βασιλέων βλέπουμε το ΙΕ επίθημα γενικής πληθυντικού *-ōm που στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο έχει αποκτήσει ένα επιπλέον /n/ (*n-ōm > –nām). Έτσι η γενική πληθυντικού *h2nr-ōm έδωσε το ελληνικό *ἀνρῶν > ἀνδρῶν και το σανσκριτικό *h2nr.-n-ōm > nr.ām (nr. ~ ἀνήρ).

nrnam

Το επίθετο vazarka = «μέγας» είναι επαυξημένη μορφή του επιθέτου *weg’-eros > *vazara που ετυμολογικά σημαίνει «ισχυρός». Από την ίδια ρίζα *weg’- «σφύζω από ζωή/ενέργεια» προέρχεται και το λατινικό vigor = «σφρίγος, δύναμη» που είναι η πηγή του αγγλικού vigorous = «σθεναρός, δραστήριος».

xšāyaθiya Pārsaiy xšāyaθiya dahyūnām= «βασιλεύς Περσίας [και] βασιλεύς των (ξένων) χωρών». Βλέπουμε πάλι μια έρρινη γενική πληθυντικού σε nām του ουσιαστικού dahyu– ~ Αβεστικό daxiiu- = «(ξένη) χώρα». Το ουσιαστικό ανάγεται στην Ελληνο-Άρια ρίζα *des- «ξένος, εχθρός, κακός» που έχει δώσει και το όνομα του Ιρανικού αρχετυπικού κακού δράκου Aži Dahāka = «Κακός Όφις». Στην Σανσκριτική η ίδια ρίζα έδωσε τον όρο Dasa/Dasyu = «μη Άριοι» που οι Ινδο-Άριοι (Arya) χρησιμοποίησαν για να περιγράψουν τον γηγενή πληθυσμό που βρήκαν στην Ινδία. Στην Ελληνική, η ίδια ρίζα έχει προταθεί για την ετυμολογία της λέξης δοῦλος < δόελος (= Γραμμική Β do-e-ro = /dohelos/ < *dos-elos ~ «αιχμαλωτισμένος εχθρός»).

des

Vištāspahyā puça Aršāmahyā napa, Haxāmanišiya = γιος του «Υστάσπη», εγγονός του «Αρσάμη», Αχαιμενίδης.

Το όνομα Vištāspa σημαίνει Λύσιππος (ή αν το θέλετε ανάποδα Ἱππόλυτος). Ο όρος aspa = ἵππος είναι Μηδικό δάνειο στην Αρχαία Περσική. Τα επιθήματα γενικής ενικού –ahyā κατάγονται από το ΠΙΕ επίθημα γενικής ενικού *-osyo των θεματικών ονομάτων σε *-os. Το ΙΕ αυτό επίθημα είναι ο πρόγονος και του ελληνικού επιθήματος γενικής ενικού των δευτεροκλίτων (-ος) -οιο ~ -ου (λ.χ. τοῦ Λυσίππου):

*-osyo > *-ohyo > *-oyyo > -οιο > -οο > -ου (ύστερα από συναίρεση).

Έτσι στις μετέπειτα Αττικο-Ιωνικές γενικές Τηλεμάχου, Πριάμου και Πατρόκλου αντιστοιχούν οι ομηρικές γενικές Τηλεμάχοιο, Πριάμοιο και Πατρόκλοιο.

[Ιλιάδα, 2.259-260]

μηκέτ᾽ ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆϊ κάρη ὤμοισιν ἐπείη,

μηδ᾽ ἔτι Τηλεμάχοιο πατὴρ κεκλημένος εἴην,

[Ιλιάδα, 1.18-9]

ὑμῖν μὲν θεοὶ δοῖεν Ὀλύμπια δώματ᾿ ἔχοντες
ἐκπέρσαι Πριάμοιο πόλιν, εὖ δ᾿ οἴκαδ᾿ ἱκέσθαι·

[Ιλιάδα, 16.451-2]

ἤτοι μέν μιν ἔασον ἐνὶ κρατερῇ ὑσμίνῃ
χέρσ᾽ ὕπο Πατρόκλοιο Μενοιτιάδαο δαμῆναι·

Στις Ιρανικές γενικές σε -ahyā αντιστοιχούν οι Σανσκριτικές σε -asya:

PIE *h1èk’wos / h1ek’wosyo > ἵππος / ἵπποιο ~ ἵππου , aspa / aspahyā , áśva / vasya

asvasya

Το όνομα Aršāma ~ R.šāma (< R.ša-ama < *r.šn.-omos) είναι παράγωγο της ιρανικής λέξης r.šan = «ήρωας», που  προέρχεται από την ΙΕ *r.s-en- που έδωσε το ελληνικό ἄρσην/ἄρρην = «αρσενικός». Έχω περιγράψει την ρίζα προσφάτως σε μια ανάρτηση για το μακεδονικό όνομα Ἄρραβαῖος. Ο ιρανικός αυτος όρος απαντά και στο όνομα του Ξέρξη (Xšaya-r.šā = «άρχων των ηρώων»).

Arsames

Ο Περσικός όρος puça = γιος προέρχεται από τον πρωτο-Ιρανικό puθra που, μαζί με τον σανσκριτικό putras ανάγονται στο ΠΙΕ *ph2u-tlos. H ρίζα *ph2u- «μικρός» έχει δώσει τους ελληνικούς όρους *ph2w-id- > παϝίς ~ παῖς (και *ph2us > παῦς) και *ph2u-ros > παῦρος.

Ο Περσικός όρος napā = «εγγονός» προέρχεται από την ΙΕ ρίζα *nepōt-s «απόγονος» που έχει δώσει το σανσκριτικό nápāt, το ελληνικό ἀνεψιός και το λατινικό népōs/nepōtem (> νεοελληνικό γαλλικό δάνειο νεποτισμός).

Το πατρωνυμικό επίθετο Haxāmanišiya = Αχαιμένειος ~ Αχαιμενίδης (απόγονος του Haxāmaniš ~ «Φιλομένους», *sokw-h2-(y)os > haxa ~ socius) έχει σχηματιστεί από το συσχετιστικό ΙΕ επίθημα *-yos (λ.χ. λίθος > λίθιος, Κόρινθος > Κορίνθιος) όπως τα ελληνικά πατρωνυμικά επίθετα του τύπου Αἴας ὁ Τελαμώνιος. Έχω κάνει παλαιότερη ανάρτηση για τα ΙΕ πατρωνυμικά επίθετα.

[Στίχοι 20-24]

[…] θātiy Dārayavauš xšāyaθiya,

atar imā dahyāva martiya haya āgriya āha avam ubartam abaram,

haya arika āha avam ufrastam aparsam. vašna Auramazdāha,

imā dahyāva tayanā manā dātā apariyāya yaθāšām hacāma

aθahya avaθā akunavayatā […]

[…] ανακοινώνει ο Δαρείος ο βασιλεύς,

σε αυτές τις (ξένες) χώρες τον άνθρωπο που ήταν νομοταγής τον «έφερα εύφερτο» (του φέρθηκα καλά),

αυτόν που ήταν κακός, τον «ετιμώρησα ευτιμώρητο» (τον τιμώρησα για τα καλά). Με την εύνοια του Ahura Mazda,

αυτές οι χώρες επορεύθηκαν ακολουθώντας τους νόμους μου [και] ό,τι τους ελέχθη από εμένα να κάνουν έτσι και έγινε.

θātiy = «ανακοινώνει/λέει επισήμως» και, στην τελευταία γραμμή, aθahya = «ελέχθη». Το ρήμα προέρχεται από τον εκτεταμένο βαθμό *k’ēns- της ΙΕ ρηματικής ρίζας *k’ens- «ανακοινώνω, λέω δημόσια/επίσημα» που έδωσε το λατινικό ρήμα cēnseō, το σανσκριτικό śaṃsati = «ανακοινώνω, επαινώ» και το αλβανικό *k’ēns-mi > *tsēns-mi > *tsāns-mi > thom = «λέω». Προσέξτε πάλι την κοινή εξέλιξη *k’>ts>θ στην Αλβανική και την Αρχαία Περσική (λ.χ. ισπανικό Barcelona = /Bartselona/ > /Barθelona/). Γράφει ο Vladimir Orel για το αλβανικό thom = «λέω»:

thom

Το aθahya = ελέχθη περιέχει την Ελληνο-Άρια παρελθοντική αύξηση *e- όπως τα abaram = φερον (= σανσκ. abharam), aparsam = ετιμώρησα, akunavayatā ~ έγινε και η περίεργη διπλή αύξηση (a curious form, apparently containing a double augment*e-peri-e-h1ei– >  a-pariy-a-ay- > apariyāya(n) = «επορεύθηκαν ακολουθώντας ~ υπάκουσαν» (το ρήμα είναι συγγενής του ελληνικού περί-ειμι).

abaram

Η περίεργη διπλή παρελθοντική αύξηση απαντά ενίοτε και στην Ελληνική σε εκείνους που προσπαθούν να λογιοποιήσουν την γλώσσα τους. Το μπέρδεμα προκύπτει από το ότι υποπίπτουν στο «σφάλμα» να βάζουν συνειδητά την αύξηση πριν από την πρόθεση (λ.χ. επροσκάλεσαν = προσεκάλεσαν ή το εσυμφάγαμεν = συνεφάγαμεν στα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη) όταν ταυτοχρόνως έχουν ασυνείδητα ήδη βάλει την αύξηση στην «σωστή» θέση μετά την πρόθεση. Παραθέτω το παράδειγμα επροσέφεραν = προσέφεραν που βρήκα στην μετάφραση του Θουκυδίδη από τον Ιωάννη Ζερβό.

11. Μετά ταύτα τον Βρασίδαν όλοι οι σύμμαχοι παρακολουθούντες ένοπλοι έθαψαν δημοσία εντός της πόλεως εις το μέρος όπου είναι σήμερον η αγορά· και ακολούθως, οι Αμφιπολίται περιτειχίσαντες το μνημείον αυτού επροσέφεραν θυσίας ως εις ήρωα και εψήφισαν προς τιμήν του αγώνας και θυσίας ετησίας· τω αφιέρωσαν επίσης την αποικίαν ως εις οικιστήν, κατηδάφισαν τα οικοδομήματα του Άγνωνος, και εξηφάνισαν παν μνημείον δυνάμενον να ανακαλή την μνήμην της οικίσεώς του, νομίζοντες ότι ο Βρασίδας υπήρξε σωτήρ των.

Όσο για το εσυμφάγαμεν = συνεφάγαμεν του Κολοκοτρώνη:

esymfagamen

Σημειώνω εδώ ότι στην γλωσσολογία δεν υπάρχει «σωστό» και «λάθος», υπάρχουν μόνον αρχαϊσμοί και προβλεπόμενοι και απρόβλεπτοι νεωτερισμοί. Στην αγγλική ορολογία λέγεται πολύ ωραία πως η γλωσσολογία είναι περιγραφική (descriptive) και όχι καθοδηγητική (prescriptive) επιστήμη. Τα «λάθη» και τα «σωστά» είναι έννοιες που χρησιμοποιούν όσοι νομίζουν πως «σωστή» είναι η κωδικοποιημένη γλώσσα που εντελώς αυθαίρετα έχει επιλεχθεί ως πρότυπη για να διδάσκεται στην κρατική εκπαίδευση. Η συγκριτική ανάλυση των Ελληνο-Αρίων γλωσσών δείχνει ότι η προσθήκη της παρελθοντικής αυξήσεως στα σύνθετα ρήματα μετά την πρόθεση είναι η αρχαϊκή κατάσταση (λ.χ. ενδίδω > ενέδωσα ~ φρυγικό ενεπαρκες ~ σανσκριτικά vy-a-pothayām, vy-a-vardhayām κλπ). Επίσης κοινή είναι η τάση μη χρήσης της παρελθοντικής αυξήσεως (λ.χ. νεοελληνικά κάναμε, φάγαμε = εκάναμε, εφάγαμε, augmentless imperfect = αναύξητος παρατατικός παρακάτω στην Σανσκριτική).

optional

ubartam = «εύφερτον» (= στον οποίο φέρθηκα καλά), ufrastam = «ευτιμώρητον» (= που τον τιμώρησα για τα καλά). Αιτιατικές που περιέχουν την «ψιλωτική» εκδοχή του προθήματος u- = hu- < *h1su– > ελληνικό εὐ- ~ σανσκριτικό su- (λ.χ. αβεστ. Hvaspa ~ σανσκ. svaśva ~ ελλην. εὔιππος/Εὔιππος). Έχω κάνει μια παλαιότερη ανάρτηση για τους ΠΙΕ προγόνους και συγγενείς των ελληνικών προθημάτων εὐ- και δυσ-.

Να σημειωθεί τέλος ότι ούτε το /h/ του Ahura Mazda έχει γραφτεί. (Auramazdāha).

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s