Τα ΙΕ ζωωνύμια #2

(συνέχεια από μέρος #1)

7) Βοοειδή

Ο βασικός ΙΕ όρος για το βοοειδές είναι *gwous.

Στον Ανατολιακό κλάδο το βρίσκουμε στο Λουβικό *gwow-eh2 > wawa, στην Ελληνική ο βασικός απόγονος είναι ο βοῦς, στον Ιταλικό κλάδο το λατινικό bōs, ενώ από το πρωτο-γερμανικό *kūz προέκυψε το αγγλικό cow. Άλλοι απόγονοι του ΙΕ *gwous είναι το αρμενικό kov, το λεττονικό govs, οι απόγονοι του πρωτο-σλαβικού *govędo, το σανσκριτικό go, το περσικό gāv (και αβεστικό gāuš), το Ιρλανδικό και τα Τοχαρικά ko και keu.

Στην Αλβανική η ρίζα άλλαξε σημασία σε «αγριογούρουνο»: *gwou-kos > gauka > gak, μια σημασιακή αλλαγή που ίσως απαντά και στο αρχαίο μακεδονικό λήμμα γοτάν = ὗν (ονομαστική γοτάς = ὗς 😉 που δείχνει την εξέλιξη *ou>o όπως στο παιονικό *dheub- > *dhoubes-ros > Δόβηρος.

Όπως στην Ιλιάδα ο ηγέτης περιγράφεται ως «ποιμήν λαῶν» έτσι και ο Indra στην Rigveda είναι gopā janasya = «βουκόλος λαών».

[Ιλιάδα, 1.263 και 2.85]

οἷον Πειρίθοόν τε Δρύαντά τε ποιμένα λαῶν
Καινέα τ᾽ Ἐξάδιόν τε καὶ ἀντίθεον Πολύφημον

οἳ δ᾽ ἐπανέστησαν πείθοντό τε ποιμένι λαῶν
σκηπτοῦχοι βασιλῆες: ἐπεσσεύοντο δὲ λαοί.

[RV, 3.43.5]

kuvin mā gopāṃ karase janasya kuvid rājānaṃ maghavan nṛjīṣin

Wilt thou not make me cowherd of the people, make me, impetuous Maghavan, their ruler?

gopa

Ειδικά για τον «ταύρο» στις δυτικές ΙΕ γλώσσες υπάρχει η κοινή ρίζα *tauros η οποία φαίνεται να είναι σημιτικό δάνειο (πρωτο-σημιτικό *θawr-) που έφτασε στους ανατολικούς πρόποδες των Καρπαθίων με το κύμα εξάπλωσης της νεολιθικής οικονομίας.

Ο ΙΕ όρος απαντά στο ελληνικό ταῦρος, το λατινικό taurus, στους απογόνους του πρωτο-κελτικού *tarwos, στο λιθουανικό tauras, το πρωτοσλαβικό turŭ κλπ.

Εναλλακτικοί όροι για την «αγελάδα» είναι τα θηλυκά *wok’eh2 (λατινικό vacca, σανκριτικό vaśā) και *leh2peh2 (λιθουανικό lùopas, λεττονικό lùops και αλβανικό lopë). Ο λατινικός όρος vacca έχει δώσει τον υστερολατινικό/πρωτο-ρωμανικό όρο vaccar(i)us = «βουκόλος» (λ.χ. ιταλικό vaccaro, ρουμανικό văcar, βλαχικό vãcar[u] κλπ).

Ο ΙΕ όρος *uksḗn = «βόδι» είναι μεταξύ άλλων η κοινή πηγή του αγγλικού ox (< πρωτο-γερμανικό *uhsô), του σανσκριτικού ukṣán = «ταύρος» και του αβεστικού uχšan = «ταύρος». Η Οξφόρδη (Oxford) είναι ο «Βουπόρος» (ford = πόρος = πέρασμα ποταμού).

Η ΙΕ ρίζα *porΗ-t- «νεαρό ζώο, μοσχάρι» είναι ο κοινός πρόγονος του ελληνικού πόρτις, του σανσκριτικού pr.thuka και του αρμενικού ordi = «παιδί» (παλαιό αρμενικό ortʿ = «μοσχάρι»).

Τέλος, το αγγλικό bull = «ταύρος» (< πρωτο-γερμανικό *bulô) και το θρακικό λήμμα βόλινθος (< bulint-) ~  «ταύρος/βόνασσος» κατάγονται από την ρίζα *bhl.-nos που έχει δώσει και το ελληνικό φαλνός > φαλλός = «πέος». Με άλλα λόγια, οι όροι σημαίνουν «μπουγάς».

8) Γουρούνι

Ο βασικός ΙΕ όρος για το «γουρούνι» είναι *suHs ~ *sūs. O όρος έχει δώσει τα ελληνικά σῦς ~ ὗς (λ.χ. σύαγρος, συβώτης), τα λατινικά sūs και suīnus = «χοιρινός», τα πρωτο-γερμανικά *swīną (λ.χ. αγγλικό swine*suH-keh2 > sugō (λ.χ. αγγλικό sow) , το πρωτο-σλαβικό svinija, το λεττονικό sivens, το σανσκριτικό sūkará, το περσικό χuk, το τοχαρικό suwo και το αλβανικό thi.

Ένας άλλος όρος για το γουρούνι είναι το *pork’os «σκάφτης» («που σκάβει με τη μουσούδα»), παράγωγο της ρίζας *perk’- «σκάβω» (λ.χ. αγγλικό furrow = «αυλάκι», σανσκριτικό párśānas = «χάσμα»). Απόγονοι αυτής της ρίζας είναι το λατινικό porcus, οι απόγονοι του πρωτο-γερμανικού *farhaz (λ.χ. το αγγλικό farrow) και οι απόγονοι του πρωτο-σλαβικού *porsę (λ.χ. OCS prasę).

Η ΙΕ ρίζα *g’hor-yos «γουρούνι» έχει δώσει το ελληνικό χοῖρος και το αλβανικό derr (< PA *darja).

derr

9) Αιγοπρόβατα

Η «μείζων πρόβασις» περιλαμβάνει τα μεγαλόσωμα βοοειδή και τα άλογα, ενώ η «ελάσσων πρόβασις» περιλαμβάνει τα μικρότερα σε μέγεθος αιγοπρόβατα. Ο ελληνικός όρος μῆλα = «αιγοπρόβατα» ετυμολογικά σχετίζεται με το παλαιό ιρλανδικό mīl = «μικρό ζώο», το αγγλικό small και το παλαιοσλαβικό malŭ = «μικρός».

[Οδύσσεια, 12.301]

εὕρωμεν, μή πού τις ἀτασθαλίῃσι κακῇσιν
βοῦν ἠέ τι μῆλον ἀποκτάνῃ: ἀλλὰ ἕκηλοι
ἐσθίετε βρώμην, τὴν ἀθανάτη πόρε Κίρκη.

Οι Λατίνοι έκαναν την ίδια διάκριση μεταξύ pecus maius και pecudes minores.

pecudes-minores

Ο βασικός ΙΕ όρος για το «πρόβατο» είναι *h2owis (κατ΄άλλους *h3ewis). Απόγονοί του είναι το χεττιτικό ḫawis, το ελληνικό ϝις > ὄις ~ οἶς, το λατινικό ovis, τα σανσκριτικά ávi και avikā, οι απόγονοι του πρωτο-γερμανικού *awiz (λ.χ. αγγλικό ewe), το λιθουανικό avis, οι απόγονοι των πρωτο-σλαβικών *ovĭca και *ovĭnŭ (λ.χ. ovčar = «βοσκός προβάτων»), το αρμενικό hoviw = «βοσκός» (< *h2owi-peh2- «προβατοπροστάτης», όπως το σανσκριτικό avi-pā-lá-) κλπ.

Ένας εναλλακτικός όρος για το πρόβατο είναι *h2egwnos. Απόγονοί του είναι το ελληνικό *ἀβνός > ἀμνός (λ.χ. ἔρεβος > ἐρεμνός), το λατινικό agnus, το πρωτο-σλαβικό agnę , το αγγλικό yean κλπ.

Παράγωγο του λατινικού agnus είναι το υποκοριστικό agnellus που στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική έγινε κανονικά *amnjèlu (λ.χ. cognātus > cumnat, līgnum > lemn[u]). Το τελευταίο είναι ο πρόγονος του βλαχικού njelu και του ρουμανικού miel. Το νεοελληνικό μιλιόρι = «πρόβατο 2 ετών» έχει την ίδια καταγωγή (λ.χ. βλαχικό nijor[u] ~ ρουμανικό mior).

To πρωτο-γερμανικό *lambaz «αρνί» (> αγγλικό lamb) προέκυψε μέσω σημασιασής αλλαγής από την ρίζα για το ελάφι (*h1lh1on-bhos).

Το ελληνικό ϝἀρήν (η ρίζα του νεοελληνικού όρου αρνί, λ.χ. ἀρνός και τα επίθετα πολυ-ϝρην-> πολύρρην ~ πολύρρηνος και η Κρητική πόλη Πολυρρήνια) ανάγεται στην ρίζα *wr.h1ēn μαζί με το σανσκριτικό úraṇa και το αρμενικό gaṙn.

Η ρίζα *h1eri- έχει δώσει το ελληνικό ἔριφος, το λατινικό ariēs = «κριάρι» και τα αρμενικά  aroǰ και erinǰ.

Για την «γίδα» υπάρχουν επίσης διάφορες ρίζες.

Η ρίζα *h2eig’-s έχει δώσει το ελληνικό αἴξ (τὴν αἶγα > αἰγίδιον > γίδι/γίδα), το αρμενικό ayc, το σανσκριτικό eḍa, το λιθουανικό ožys, Δακο-Θρακικά τοπωνύμια σε Αἰζ- όπως Αἰζική και Αἰζισις και, τέλος, το αλβανικό edh.

H ρίζα *ghaidos έχει δώσει το πρωτο-γερμανικό *gaits (λ.χ. αγγλικό goat) και το λατινικό haedus = «τράγος».

Η ρίζα *kog’heh2 έχει δώσει το σλαβικό *koza και το αλβανικό kedh.

Το λατινικό caper = «τράγος» (> capra = «γίδα») κατάγεται από μια ρίζα για «αρσενικό/ἔνορχο ζώο» (*k’apr. = «πέος») που στην Ελληνική έδωσε το κάπρος = «αγριόχοιρος».

Η ρίζα *bhug’os «κερασφόρο ζώο» έχει δώσει το αγγλικό buck = «αρσενικό ελάφι» (πρωτο-γερμανικά *bukkaz και *bukkô), το Περσικό boz = «γίδα» (Αβεστικό būza- «κριάρι»), το αρμενικό buc = «κατσικάκι ~ αρνάκι που θηλάζει» και, ίσως κρύβεται πίσω από το θρακικής καταγωγής τοπωνύμιο Βυζάντιον (Κεράτιος κόλπος/Χρυσόν Κέρας).

10) Κάστορας και Σκαντζόχοιρος

Η βασική ΙΕ λέξη για τον κάστορα *bhe-bhruHs είναι προϊόν διπλασιασμού της ρίζας *bhruH- «καφέ». Με άλλα λόγια, ο Κάστορας είναι «αυτός με την καφέ γούνα». Το σανσκριτικό επίθετο babhrú «ανοιχτός καφέ, κοκκινόφαιος» διατηρεί την αρχική σημασία. Στις άλλες γλώσσες, ο διπλασιασμένος τύπος πήρε την σημασία «κάστορας»: λατινικό fiber, αγγλικό beaver, λιθουανικό bebras, πρωτοσλαβικό bobrŭ και το Θρακικό εθνωνύμιο Βέβρυκες.

Για τον σκαντζόχοιρο υπάρχουν δύο ρίζες:

Η μία είναι *h1eg’his και έχει δώσει το ελληνικό *h1eg’his-nos > ἐχῖνος, τους απογόνους του πρωτο-γερμανικού *igilaz, του πρωτοσλαβικού *ežĭ, το λιθουανικό ežys και το λεττονικό ezis, το φρυγικό ἔζις, το αρμενικό ozni και μάλλον το αλβανικό esh (< *ets-ka < *edzi-ka, αν και η περίπτωση σλαβικού δανεισμού δεν μπορεί να αποκλειστεί, γιατί το βουλγαρικό προφέρεται λόγω ληκτικής αποηχηροποίησης ως /eš/, λ.χ. grad, hlyab = /grat/, /hlyap/).

esh

Η άλλη ρίζα για τον σκαντζόχοιρο είναι *g΄hēr- και έχει δώσει το ελληνικό χήρ και το «ψιλωτικό» (*gh>h>Ø) λατινικό ēricius (το /h/ χάθηκε όπως στο *g’hans- > hānser > ānser).

B. ΠΤΗΝΑ

Αφού παρουσίασα τους βασικότερους αποκατεστημένους όρους για τα θηλαστικά μπορώ να περάσω σε αυτούς για τα πτηνά.

birds

Η βασική ΙΕ ρίζα για το «πτηνό» είναι *h2ewei-. Το λατινικό avis διατήρησε την γενική σημασία «πτηνό» (και έδωσε τους λατινογενείς αγγλικούς όρους aviation = «αεροπορία», Aviator = Αεροπόρος), αλλά στην Eλληνική ο όρος εξειδικεύτηκε σε «αετό»: *h2ewi-etòs >ϝιετός > αἰϝετός > αἰετός (και με δίγαμμα στο λήμμα του Ησυχίου αἰβετός). Άλλοι απόγονοι της ρίζας είναι το σανσκριτικό vi, το αβεστικό viš, το αλβανικό *h2weit-eh2 vidë και vitο/vidο = «περιστέρι», το αρμενικό haw, το ουαλικό hwyad = «πάπια» και η βαλτική «κότα» višta (λιθουανικός και λεττονικός όρος με απλό /s/).

Παράγωγο της ίδιας ρίζας *h2ewei- είναι το ΙΕ «αυγό» *h2ōwyom , λ.χ. ᾠόν ~ λατιν. ōvum , αγγλικό egg (σκανδιναβικό δάνειο) κλπ.

Ο άλλος σημαντικός ΙΕ όρος είναι *h3er- «αετός» που έδωσε το χεττιτικό ḫāras- «αετός», το πρωτο-γερμανικό arô (λ.χ. παλαιό αγγλικό erne = «αετός», γερμανικο Aar), το πρωτο-σλαβικό *orĭlŭ, το παλαιό ιρλανδικό irar κλπ. Στην Ελληνική, η ρίζα άλλαξε σημασία «αετός» > «πτηνό»: *h3er-n-i-dh- > ὄρνῑς/ὄρνῑθες και ὄρνεον. Με άλλα λόγια, στην Ελληνική ο ΙΕ όρος για το πτηνό εξειδικεύθηκε σε αετό και ο ΙΕ όρος για τον αετό γενικεύθηκε σε πτηνό! Στην Αρμενική η ίδια ρίζα έδωσε oror = «γλάρος».

Ένας άλλος όρος για τον αετό που απαντά στον Εληνο-Άριο κλάδο είναι ο *h2erg’-i-pyo-. Ο Ησύχιος κατέγραψε τον περσικό απόγονο ἄρξιφος = αετός, αλλά σε κάποια μεταγραφή το «ζ» της αρχικής λέξης ἄρζιφος αντικαταστάθηκε με «ξ». Το πρώτο συνθετικό της ρίζας απαντά και στο μακεδονικό λήμμα ἀργι-όπους = αετός που μάλλον σημαίνει «ο βλέπων με εναργή όψη = «καθαρή όραση»» (λ.χ. ὀφθαλμίας). Ο Calvert Watkins γράφει για την ρίζα:

arzifos

Οι απόγονοι του όρου είναι το αρμενικό arcui, το σανσκριτικό r.jipya- και το αβεστικό ərəzifiya ~ περσικό «ἄρζιφος». Η πρόταση του Watkins ότι το αἰγυπιός μπορεί να είναι παραφθορά του όρου *ἀργιπιός μου φαίνεται λίγο παρακινδυνευμένη. Είναι πιο πιθανό να είναι ο ἀργιόπους η παραφθορά του αναμενόμενου ελληνικού απογόνου *ἀργιπιός αλλά, όπως είπα, το ἀργιόπους (< *h2r.g’-i-h3okw-ont-) έχει μια πολύ καλή ετυμολογία ως «ὀφθαλμίας» ~ eagle eye.

Η άλλη βασική ΙΕ ρίζα είναι ο όρος *g’hans- «χήνα». Ο όρος έδωσε το ελληνικό χήν (δωρικό χάν), το σανσκριτικό haṃsa, το λατινικό ānser, το αβεστικό , τους απογόνους του πρωτο-γερμανικού *gans (λ.χ. αγγλικό goose), τους απογόνους του πρωτο-σλαβικού *g’hans-is > *gǫsĭ (λ.χ. σερβο-κροατικό guska ~ βουλγ. gəska), το λιθουανικό žąsis και το αλβανικό gatë = «ερωδιός».

Η ρίζα *h2neh2-ti(e)h2 = «πάπια» έχει δώσει το ελληνικό νῆσσα/νῆττα, το λατινικό anas/anatem, το αγγλικό ennet και, μεταξύ άλλων, το πρωτο-αλβανικό *arātja > *arātsa που συνεχίζει στο ρουμανικό rață και στο αλβανικό rosë. Ο ρωτακισμός που δείχνει η ρίζα υπήρξε παραγωγικός στην Τοσκική (αλλά όχι στην Γκεγκική λ.χ. λατιν. arēna > rë ~ në) και απαντά ενίοτε στην Ρουμανική (λ.χ. minūtus > δημώδες λατινικό *minūntus > runt και, αναλόγως, cānūtus > cānūntus > runt).

Η ρίζα *h1orHd-eh2 = «ερωδιός ~ νεροπούλι» έχει δώσει το ελληνικό ἐρωδιός, το λατινικό ardea, το σερβο-κροατικό roda κλπ.

Υπάρχουν ένα σωρό άλλα αναδομημένα ορνιθωνύμια (λ.χ. *wortokw- > ὄρτυξ ~ σανσκρ. vartaka-, *gerh2- > γερανός ~ crane, *kopso- > κόψιχοςκόσσυφος ~ kosŭ > Κόσοβο κλπ) που μπορείτε να τα διαβάσετε στις σελίδες που έχω παραθέσει.

Γ. ΛΟΙΠΑ ΖΩΑ

Ψάρια, ερπετά, αμφίβια, έντομα και σκουλίκια θα τα παραθέσω εδώ.

loipa1

loipa2

Οι βασικοί όροι για «ψάρι» είναι το *pik’-skos «διάστικτος» (μάλλον λόγω των λεπιών) από την ρίζα *peik’- «ζωγραφίζω, στίζω» (λ.χ. ποικίλος) και *dhg’huH-. Η πρώτη ρίζα έχει δώσει το αγγλικό fish, το λατινικό piscis και το παλαιο-ιρλανδικό íasc, ενώ η δεύτερη έχει δώσει το ελληνικό ἰχθύς, το αρμενικό jukn και το λιθουανικό žuvis.

O όρος *lok’sos μπορεί να αναδομηθεί με σημασία περίπου «σολομός~πέστροφα» από την σύγκριση του πρωτο-γερμανικού *lahsaz μει το πρωτο-σλαβικό *lososĭ και κάποιους άλλους όρους.

Από το αγγλικό whale και το λατινικό squalus μπορούμε να αναδομήσουμε τον όρο *(s)kwalos ~ «κήτος, μεγάλο ψάρι».

Ο βασικός όρος για το φίδι είναι *h1ogwhis (κατ΄άλλους *h3egwhis) και έχει δώσει τα ελληνικά ὄφις, ἔχις, ἔχιδνα, το σανσκριτικό ahi, το αβεστικό aži (λ.χ. Aži Dahaka = «Κακό Φίδι»), το αρμενικό κλπ.

Ο όρος απαντά στο φράσημα κλειδί του ΙΕ οφιοφονικού μύθου *gwhen- *h1ogwhim = «θείνω/πέφνω τὸν ὄφι» που είναι το κύριο θέμα του βιβλίου του Calvert Watkins “How to Kill a Dragon”.

Μία ρίζα για το «χέλι» μπορεί να αναδομηθεί από τη σύγκριση του ελληνικού ἔγχελυς,του λατινικού anguilla και του πρωτοσλαβικού *ǫgorjĭ αν και η ακριβής μορφή της ρίζας είναι αβέβαιη.

Ένα άλλο Ελληνο-Σλαβικό ισόγλωσσο είναι η χρήση ενός παραγώγου *g’hel-uH- της ρίζας *g’hel- «πράσινο ~ κίτρινο» (λ.χ. χλωρός ~zelenŭ) για την «χελώνα»: χέλῡς ~ OCS žely.

Μία ρίζα *bhi- «μέλισσα» μπορεί να αναδομηθεί από τη σύγκριση του πρωτο-γερμανικού *bijō (λ.χ. αγγλικό bee), του λιθουανικού bitė και του πρωτο-σλαβικού *bĭčela.

Η ρίζα *webh- «υφαίνω» φαίνεται να κρύβεται πίσω από τον αναδομημένο όρο *wobhseh2 «σφήκα» που έχει δώσει το λατινικό *vepsa > vespa, το αγγλικό wasp και το πρωτοσλαβικό *(v)osa.

Από την άλλη το «κέρατο ~ κεντρί» *k’erh2s φαίνεται να κρύβεται πίσω από τον όρο *k’r.h2s-ro/no «σφήκα» που έχει δώσει το λατινικό crābrō και το πρωτο-γερμανικό hurznutō (λ.χ. αγγλικό hornet).

Μία υπερβολικά ασταθής ρίζα *PorP- (P = χειλικά m,w,f) «μυρμήγκι» μπορεί να αναδομηθεί από τα ελληνικά μύρμηξ, ϝὄρμικᾱς > ὅρμικας, το λατινικό formica, το πρωτο-σλαβικό *morvŭ > νοτιοσλαβικό mrav , το σανσκριτικό vamra και το αρμενικό mrǰiwn.

Τέλος, δύο αναδομημένοι ΙΕ όροι για το «σκουλίκι» είναι *wr.mis > αγγλικό worm, λατινικό vermis κλπ και *kwr.mis > σανσκριτικό kr.mi- και βαλτο-σλαβικό *kirmis.

Advertisements

9 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

9 responses to “Τα ΙΕ ζωωνύμια #2

  1. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    “και το Θρακικό εθνωνύμιο Βέβρυκες.”

    Και κοίτα σύμπτωση. Ο Πολυδεύκης ( ο Ρόκυ Μαρτσιάνο της αρχαιότητας ), που έδειρε τον αρχηγό των Βεβρύκων, είχε αδελφό που τον έλεγαν Κάστορα.

    • Ο Πολυδεύκης ο Διόσκουρος;

      Γιατί αν λες αυτόν τότε το όνομα του αδελφού του Κάστωρ δεν πρέπει να έχει σχέση με τον κάστορα το ζώο.

      Ο Διόσκουρος Κάστωρ είναι *(s)k’n.d-tor- «πολύφαντος ~ αρίζηλος όπως το Καστι- της Καστιάνειρας.

      Το ζώο ο κάστωρ μάλλον σημαίνει «καστανός» και σχετίζεται με τη λέξη κάστανο και την καστανέα = καστανιά.

      Πάντως, αν και η Ελληνική δεν διατήρησε την ρίζα *bhe-bhruHs για τον κάστορα, συνέχισε να τον θεωρεί ως το «καστανό ~ καφέ» ζώο.

      • Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

        Στανταράκι ?

        Ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του λέει

        “κάστορας < αρχ. κάστωρ < *κάδ-τωρ < *kad-, που συνδέεται με το σανσκριτικό sasaduh "υπερέχω, ξεχωρίζω". Το όνομα του ζώου προέρχεται από τον μυθικό ήρωα Κάστορα, γυιο του Δία, ο οποίος ήταν προστάτης των γυναικών, καθώς το ζώο κάστορας είναι γνωστό για τα τρυφερά μητρικά του αισθήματα."

        Και το λεξικό της Πάπυρος συνδέει κάστορα και Κάστορα. Για την ετυμολογία λέει τα ίδια

        "Η λέξη ανάγεται πιθανώς στην ΙΕ ρίζα *kad- "διαπρέπω, διακρίνομαι", οπότε θα είχε την σημασία "αυτός που διαπρέπει" και συνδέεται με παρακμ. "κέκασμαι, κεκαδμένος", "διακρίνομαι" και "καστιάνειρα" και αρχ. ινδικό sasadun "διαπρέπω"."

        Το κάστανο λέει αβέβαιης ετυμολογίας , μάλλον μικρασιατικής προέλευσης.

      • Το ίδιο πράγμα λένε με εμένα ο Μπαμπινιώτης και ο Πάπυρος, απλά η ρίζα δεν είναι *kad- αλλά *(s)k’end- με μηδενικό βαθμό *(s)k’n.d- που στην Ελληνική και στην Σανσκριτική έγινε kad-/sad-.

      • Ένα άλλο μυθικό όνομα που μπορεί να αναχθεί στην ίδια ρίζα είναι ο Κόδρος.

        Αν πίσω από το όνομα κρύβετια το επίθετο *κοδρός τότε το το θέμα κοδ- πρέπει να είναι μηδενικός βαθμός (λ.χ. λευγ-αλέος = λυγ-ρός).

        Άρα το /ο/ πρέπει να είναι αρκαδο-αιολίζουσα εκδοχή της φωνηεντοποίησης *n.>a , δηλαδή *(s)k’n.d-ròs > κοδρός, όπως τα αρκαδιά *dek’m.t- > δέκο και δέκοτος και τα μυκηναϊκά pe-mo = σπέρμο (*sper-mn.) και a2-mo-ta = ἅρμοτα (h2er(s)-mn.th2).

        Αφού λοιπόν είναι γλωσσολογικά δυνατόν το κοδρός να συνδέεται με την ρίζα *(s)k’end- «κέκασμαι = υπερέχω, εξέχω» τότε μένει να δούμε αν υπάρχουν ενδείξεις τέτοιας σημασίας. Ο Ησύχιος γράφει:

        Κόδρος· Ἀθηναῖος, λαμπρὸς τῷ γένει

  2. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Τελικά το ζώο κάστορας προήλθε από τον Κάστορα ή όχι ? Και γι’αυτό που λέει ότι ο Κάστορας ήταν προστάτης των γυναικών στέκει ή είναι μούφα ?

    • Για τον κάστορα το ζώο δεν ξέρω. Εγώ πιστεύω ότι μάλλον έχει διαφορετική ετυμολογία από τα κέκαδμαι και Κάστωρ, η οποία πρέπει να συσχετιστεί με τον όρο κάστανο. Ενδεχομένως από πίσω να κρύβεται μια μη ΙΕ ρίζα με τη σημασία «καφέ».

  3. Κουκόηλ'ς

    Kαλησπέρα. Το γεράκι, (ιέραξ) από το *h3er δόθηκε;

    • Καλώς τον Κοκόλια! Που χάθηκες;

      το ἱέραξ > γεράκι είναι από το ἱερός, επειδή θεωρούνταν ιερό πουλί του Απόλλωνα.

      Γράφει ο Αριστοφάνης στις Όρνιθες:

      ὃ δὲ δεινότατόν γ᾽ ἐστὶν ἁπάντων, ὁ Ζεὺς γὰρ ὁ νῦν βασιλεύων
      αἰετὸν ὄρνιν ἕστηκεν ἔχων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς βασιλεὺς ὤν,
      ἡ δ᾽ αὖ θυγάτηρ γλαῦχ᾽, ὁ δ᾽ Ἀπόλλων ὥσπερ θεράπων ἱέρακα.

      Το πουλί του Δία είναι ο αετός, της θυγατέρας του Αθηνάς η γλαύξ = κουκουβάγια και του Απόλλωνα το γεράκι.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s