Τα ΙΕ ζωωνύμια #1

Το μεγαλύτερο σε έκταση κεφάλαιο των Mallory-Adams είναι αυτό που περιγράφει τα αποκατεστημένα ΙΕ ζωωνύμια. Τα ζώα που ήταν γνωστά στην ΠΙΕ γλωσσική κοινότητα μπορούν να χωριστούν σε εξημερωμένα και άγρια. Τα εξημερωμένα ζώα και τα Δευτερογενή τους Προϊόντα προϋποθέτουν την νεολιθική μεικτή οικονομία (γεωργία, κτηνοτροφία). Το ότι η ΠΙΕ κοινωνία διέθετε αυτού του είδους την οικονομία μας το δείχνουν αποκατεστημένοι όροι όπως η ρηματική ρίζα *h2erh3- «οργώνω» (λ.χ. ελληνικό ἀρόω, λατινικό arō, πρωτοσλαβικό orati κλπ), η ρηματική ρίζα *h2melg’- «αρμέγω» (λ.χ. ελληνικό ἀμέλγω νεοελληνικό αρμέγω, λατινικό mulgō, αγγλικό milk κλπ), το ουσιαστικό *wl.h2neh2 «μαλλί» (ελληνικό λῆνος, λατινικό lānā, αγγλικό wool, πρωτοσλαβικό vĭlna κλπ) και το ουσιαστικό *pek’u- «κινητή περιουσία = περιουσία σε ζώα» (λ.χ. λατινικό pecu, σανσκριτικό paśu και το πρώτο μέρος στα σύνθετα *pk’u-klōps > Κύκλωψ και *pk’u-peh2-nos «προβατοπροστάτης» > περσικό fšupān > τουρκικό çoban > τσομπάνος). Γύρω στο 3500 π.Χ. η ανακάλυψη του τροχού οδήγησε στο ΙΕ λεξιλόγιο της τροχοζωήλατης μεταφοράς (ανάρτηση #1, ανάρτηση #2) αν και η χρήση των βοδιών ως κινητήρια δύναμη είχε ήδη ξεκινήσει πολύ νωρίτερα με το ζωήλατο άροτρο.

Οι Mallory-Adams χωρίζουν το τεράστιο κεφάλαιο των ζωωνυμίων στα υποκεφάλαια: θηλαστικά, πτηνά, ψάρια/ερπετά/αμφίβια και έντομα/σκουλίκια. Θα ακολουθήσω αυτή την σειρά.

Α. ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

Είναι το μεγαλύτερο υποκεφάλαιο (9 σελίδες).

mammals1

mammals2

mammals3

Ο σύνθετος όρος *kwetwor-pod- «τετράποδο» απαντά στο ελληνικό τετράπους, το λατινικό quadrupēs, το σανσκριτικό catuṣpad-. Ο μερισμός «δίποδα και τετράποδα» είναι ένα κοινό Ιταλο-Ινδικό φράσημα για να δηλωθεί το σύνολο της κινητής/έμψυχης περιουσίας ενός ανθρώπου (δούλοι και ζώα).

Σανσκριτικό dvipade ca catuṣpade ca (= δίποδα τε τετράποδα τε) ~ Oυμβρικό dupursus peturpursus:

merism-2-4-footed

Ο όρος *g’hwēr «αγρίμι, άγριο ζώο» έχει δώσει το ελληνικό θήρ (> θηρίο, αιολικό φήρ ~ θεσσαλικό φείρ), τα λατινικά επίθετα ferus «άγριος, απολίτιστος» και ferox (< *g’hwer-h3okw-s, κυριολεκτικά «θηριόμορφος») και τους απογόνους του Βαλτο-Σλαβικού źwēris (λ.χ. πρωτοσλαβικό zvěrĭ και λιθουανικό žvėris).

Δεν ξέρω κατά πόσο τα θρακικά ονόματα σε Ζερ- περιέχουν τον θρακικό απόγονο της ρίζας (λ.χ. Ζερούλας ~ Θηρύλος, Ζέρις ~ Θῆρις, Ζεράζενις = «Θηραγένης» , όπως στα θεσσαλικά Φειράδας και Φειρούνδας = Θηρωνίδας):

Zeroulas

Ας πάμε όμως στα ζωωνύμια αυτά καθ΄αυτά.

1) Άλογο

Κατά πολλούς μελετητές το αρχετυπικότερο ΙΕ ζώο! Ο βασικός αποκατεστημένος όρος *h1ek’wos μάλλον είναι παράγωγο του επιθέτου *h1ōk’us > ὠκύς (= «ταχύς»), γιατί ο ελληνο-άριος κλάδος δείχνει το κοινό ποιητικό φράσημα *h1ōk’us h1ek’wos : ομηρικό ελληνικό ὠκέϝες ἵπποι ~ σανσκριτικό àśvās .. āśàva ~ νεοαβεστικό aspåŋhō .. āsauuō.

fast-horses

Σύμφωνα με την κυρίαρχη Στεπική Θεωρία της ΙΕ κοιτίδας, οι ΠΙΕοι όχι μόνο ευθύνονται για την εξημέρωση του αλόγου μετά το 4500 π.Χ., αλλά τα ρόπαλα με ιππόμορφες λίθινες κεφαλές ήταν ένα από τα σύμβολα κύρους των ΠΙΕ φυλάρχων.

Οι απόγονοι του *h1èk’wos και του θηλυκού αναλόγου *h1ek’weh2 είναι πολλοί:

– Στον Ανατολιακό κλάδο βρίσκουμε τα Λουβικά aššu- / asuwa και το Λυκικό esbe.

– Στον Τοχαρικό κλάδο βρίσκουμε τα Τοχ. Α yuk και Τοχ. Β yakwe

– Στον Γερμανικό κλάδο βρίσκουμε τους απογόνους του πρωτογερμανικού *ehwaz (λ.χ. παλαιό αγγλικό eoh)

– Στον Κελτικό κλάδο βρίσκουμε τους απογόνους του πρωτοκελτικού *ekʷos (λ.χ. Παλαιο-Ιρλανδικό ech και Γαλατικό epos με παράγωγο το θηλυκό θεωνύμιο Epona).

– Στον Ιταλικό κλάδο, οι πιο γνωστοί απόγονοι είναι τα λατινικά equus και equa = «φοράδα». Στην ύστερη δημώδη Λατινική, το αρσενικό equus αντικαταστάθηκε από το μάλλον κελτικής καταγωγής caballus. Αντίθετα, το θηλυκό equa «ζει και βασιλεύει», λ.χ. πορτογαλικό ègua και το Ανατολικό Βαλκανικό Ρωμανικό (ΑΒΡ, Βλαχική/Αρουμανική και Ρουμανική) iapã ~ iapă . Όποιος ενδιαφέρεται για τα φωνολογικά βήματα στους όρους της ΑΒΡ αυτά είναι:

– διφθογγοποίηση του τονισμένου è> ye (èqua > yèqua)

– τροπή ye > ya πριν από δισυμφωνικό σύμπλεγμα (λ.χ. pètra > ptra > piatră ~ chiatrã

– τροπή του χειλοϋπερωικού qu>p πριν από στρογγυλό φωνήεν (a,o) λ.χ. aqua > apã ~ apă)

– Στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο βρίσκουμε απογόνους του όρου μόνο στον Βαλτικό υποκλάδο όπως λ.χ. το λιθουανικό ašva = «φοράδα» και το παλαιο-πρωσικό aswinan = «γάλα της φοράδας». Στον σλαβικό κλάδο, ο όρος για το άλογο αντικαταστάθηκε από ένα παράγωγο της IE ρίζας *k’em- «νηκέραο ζώο» > *k’om-nis > konjĭ (λ.χ. κεμάς, hind). Κατά πόσο αυτή η ρίζα σχετίζεται με την ρίζα *kob- που έδωσε το πρωτοσλαβικό *kobyla = «φοράδα» και, κατά πόσο, η δεύτερη μπορεί να συσχετιστεί με το μάλλον κελτικής καταγωγής λατινικό caballus που αναφέρθηκε παραπάνω παραμένουν ανοιχτά ερωτήματα.

– Πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι το Θρακικό όνομα Ἔζβενις περιέχει τον θρακικό απόγονο *ezvas/ezbas του ΙΕ *h1ek’wos.

Ezbenis

– Άφησα για το τέλος τους Ελληνο-Άριους απογόνους του όρου *h1ek’wos. O Σανσκριτικός απόγονος είναι áśva και o Αβεστικός και Παλαιοπερσικός (Μηδικό όμως δάνειο) είναι aspa. Tο όνομα του πρωτο-Βούλγαρου ηγέτη Ασπαρούχ είναι Ιρανικής/Σκυθικής καταγωγής και σημαίνει ή «Λεύκιππος/Ξάνθιππος» (αν είναι aspa-rauk- < *h1ek’wo-leuk-) ή «Αλογόψυχος» (αν είναι aspa-rah).

Ο πρώιμος Ελληνικός απόγονος του όρου είναι hikwkwos (λ.χ. i-qo στις πινακίδες της Γραμμικής Β) και ο βασικός μεταγενέστερος απόγονος είναι ο ἵππος. Σε ορισμένες διαλέκτους όμως βρίσκουμε και τον όρο ἵκκος, όπως λ.χ. τα μακεδονικά ονόματα Ἰκκότᾱς = Ἱππότης και Ἰκκότιμος = Ἱππότιμος και το όνομα Ἴκκος που απαντά δύο φορές στην Επίδαυρο και μία στον Τάραντα (Σπαρτιατική αποικία κατά την παράδοση). Ο Ίκκος ο Ταραντίνος ήταν ξακουστός ολυμπιονίκης και, κατόπιν, προπονητής ολυμπιονικών που άφησε το όνομά του στην φράση «Ἴκκου δεῖπνον» = «λιτοδίαιτο δείπνο».

Ikkos

[Πλάτων, Νόμοι 839-40]

Ἀθηναῖος:

ἆρ᾽ οὖν οὐκ ἴσμεν τὸν Ταραντῖνον Ἴκκον ἀκοῇ  διὰ τὸν Ὀλυμπίασί τε ἀγῶνα καὶ τούς γε ἄλλους; ὧν διὰ φιλονικίαν, καὶ τέχνην καὶ τὸ μετὰ τοῦ σωφρονεῖν ἀνδρεῖον ἐν τῇ ψυχῇ κεκτημένος, ὡς λόγος, οὔτε τινὸς πώποτε γυναικὸς ἥψατο οὐδ᾽ αὖ παιδὸς ἐν ὅλῃ τῇ τῆς ἀσκήσεως ἀκμῇ: καὶ δὴ καὶ Κρίσωνα καὶ Ἀστύλον καὶ Διόπομπον καὶ ἄλλους παμπόλλους ὁ αὐτός που λόγος ἔχει. καίτοι τῶν γ᾽ ἐμῶν καὶ σῶν πολιτῶν, ὦ Κλεινία, πολὺ κάκιον ἦσαν πεπαιδευμένοι τὰς ψυχάς, τὰ δὲ σώματα πολὺ μᾶλλον σφριγῶντες.

Έχω αναφέρει σε παλαιότερη ανάρτηση για τα προθήματα *h1su- και *dus- το ΙΕ σύνθετο επίθετο *h1su-h1ek’wos «εύιππος, που διαθέτει καλούς ίππους», το οποίο απαντά στο Ιρανικό όνομα hu-aspa > Hvaspa και στο ελληνικό επίθετο και όνομα εὔιππος, Εὔιππος που, με τη σειρά του, αντιστοιχεί στο σανσκριτικό επίθετο su-aśva- > svaśva (svaśva Aśvina = εὔιπποι Τυνδαρίδαι/Διόσκουροι).

Hvaspa

Γιατί ο όρος *h1’ek’wos κατέληξε ἵππος αντί για το αναμενόμενο *ἔπος; Ίσως ο αναμενόμενος όρος να επιβίωσε στο εθνωνύμιο Ἐπειοί (ομηρικοί κάτοικοι της ιππόβοτης Ήλιδος). Η άνώμαλη δασεία μπορεί να συγκριθεί με τα πάμπολλα άλλα παραδείγματα που δείχνουν μη ετυμολογική δασεία όπως το αττικο-ιωνικό ἧμαρ, η αττική ἅμαξα, η αττική Ἕώς, η ἁρμονία  κλπ. Όλα αυτά δείχνουν ότι σε κάποια φάση ορισμένοι ελληνόφωνοι είχαν την συνήθεια ανώμαλης δασύνσεως. Η τροπή e>i επίσης δεν είναι τεράστιο πρόβλημα δεδομένου ότι οι περισσότεροι Έλληνες έλεγαν την στία στία. Αυτό που ίσως έχει μια πιο ενδιαφέρουσα αιτία είναι το ανώμαλο διπλό -ππ- στην λέξη ἵππος. Η μόνη εξήγηση που μπορώ να φανταστώ είναι η «υψηλή συχνότητα ποιητικής χρήσης» του όρου *ἵπος, γιατί ο Cavert Watkins έχει μαζέψει σε μια σελίδα και άλλους τέτοιους ποιητικούς εκφραστικούς διπλασιασμούς (λ.χ. ὄφις > ὄπφις, ὀχέοντι > ὀκχέοντι, συνεχέως > συννεχέως κλπ).

poetic-gemination

Άλλοι ΙΕ όροι για το «άλογο» είναι οι:

*g’heyos από την ρίζα *g’hei- «άγω» (με σημασιακή εξέλιξη όπως στο ελληνικό κέλλω > κέλης). Ο σανσκριτικός απόγονος hàya θεωρούνταν από τους αρχαίους Ινδούς ποιητές ως το άλογο «στην γλώσσα των θεών» (= εξεζητημένη ποιητική γλώσσα), όπως στην Ιλιάδα [20.74] μαθαίνουμε για τον κύριο ποταμό της Τρωάδος ότι «Ξάνθον καλέουσι θεοί, ἄνδρες δὲ Σκάμανδρον».

haya

*mendyos. Ο όρος αυτός εμφανίζεται στις βόρειες παλαιοβαλκανικές γλώσσες (Δακο-Θρακική, Ιλλυρική) και απαντά στο Μεσσαπικό θεωνύμιο Dis/Iuppiter Menzanas = Ζεύς Ἵππιος και στα σημερινά: Αλβανικό mëz, Ρουμανικό mânz και Βλαχικό mãndzu.

Menzanas

*peh3los. Ο όρος αυτός έχει δώσει το ελληνικό πῶλος (κλυτόπωλος), το αγγλικό foal και το αλβανικό *pōl-neh2 > pōlnā > pelë. Έχω εξηγήσει σε παλαιότερη ανάρτηση την σχέση του αλβανικού όρου με τα δακικά τοπωνύμια Polondava και Pelendova.

2) Σκύλος, Λύκος και Αλεπού

α) Η βασική ΙΕ λέξη για τον σκύλο είναι *k’wōn (με πλάγιο θέμα *k’un-).

Από αυτήν προέρχονται το ελληνικό ὁ κύων / οἱ κύνες , το λατινικό canis (που ως δάνειο έδωσε και το αλβανικό qen), το αγγλικό hound = «λαγωνικό» (< πρωτο-γερμανικό *hundaz), το σανσκριτικό śvā́ (με γενική śúnas = τοῦ κυνός), το αβεστικό spā (και άλλοι ιρανικοί όροι όπως το μηδικό σπάκα που κατέγραψε ο Ηρόδοτος και το νεοπερσικό sak/sag που έχασε το /p/), το λιθουανικό šuo, το πρωτο-σλαβικό *k’un-keh2 > *sǫka (οι ανατολικές σλαβικές γλώσσες έχουν και το μάλλον Σκυθικό/Ιρανικό δάνειο spaka > sobaka).

Ο Calvert Watkins έχει κάνει έναν ωραίο πίνακα με την κλίση ορισμένων απογόνων του ΠΙΕ *k’wōn.

kwon

Σύμφωνα με τον Vladimir Orel, εκτός από το λατινικό canis, η Αλβανική έχει δανειστεί και έναν ιρανικό (μάλλον σκυθικό) όρο που κρύβεται πίσω από τη λέξη shakë (λ.χ. μεσαιωνικό και νεοπερσικό sak/sag). Οι πιθανότεροι Ιρανοί δανειστές είναι οι Ιάζυγες και οι Ρωξολάνοι που έφτασαν μέχρι το μέσο Δούναβη.

Ο γνήσιος αλβανικός όρος για τον «σκύλο» κρύβεται στις παράγωγες λέξεις  *k’wn.-mos > *tšama > samë = «σκυλόσκατα» και *k’unu-abōla > *tsunu-abōla > thënukël ~ «σκυλόμηλο».

alb-dog

β) Η βασική ΙΕ λέξη για τον «λύκο» έχει αναδομηθεί ως *wl.kwos και οι Mallory-Adams πιστεύουν ότι πρόκειται για ουσιαστικοποιημένο επίθετο με αρχική σημασία «επικίνδυνος». Έχει ενδιαφέρον ότι στον Ανατολιακό κλάδο, οι απόγονοι του όρου όρος σημαίνουν «λιοντάρι».

Στην Ελληνική ο ΙΕ όρος ακολούθησε την εξέλιξη: *wl.kwos > *wlokwos > lukwos (o>u λόγω του νόμου του Cowgill) > λύκος (και όχι *λύπος εξαιτίας του «νόμου του Βουκόλου», σύμφωνα με τον οποίο στην Ελληνική, το χειλοϋπερωικό που γειτνιάζει άμεσα με /u/ τρέπεται σε απλό υπερωικό λόγω ανομοίωσης, *gwoukwolos > βουκόλος, αλλά αἴπολος, ἱπποπόλος, ταυροπόλος κλπ). Παράγωγο του λύκου είναι η λύκjα > λύσσα.

Στον Όμηρο η λύσσα δηλώνει το μαχητικό μένος και αυτό ανάγεται πολύ πίσω στην ΠΙΕ κοινωνία όπου ο *koryos = «συμμορία νεαρών πολεμιστών» (και *koryonos > κοίρανος = «αρχηγός μιας συμμορίας») παρομοιαζόταν με μια αγέλη λύκων. Σε παλαιότερη ανάρτηση έχω εξηγήσει γιατί πιστέυω πως ο λυκό-ϝοργος > Λυκοῦργος είναι ο πολεμιστής σε κατάσταση ομηρικής «λύσσας» ~ λύκειας οργής.

[Ιλιάδα, 9.239]

σχήσεσθ᾽, ἀλλ᾽ ἐν νηυσὶ μελαίνῃσιν πεσέεσθαι.
Ζεὺς δέ σφι Κρονίδης ἐνδέξια σήματα φαίνων
ἀστράπτει· Ἕκτωρ δὲ μέγα σθένεϊ βλεμεαίνων
μαίνεται ἐκπάγλως πίσυνος Διί, οὐδέ τι τίει
ἀνέρας οὐδὲ θεούς· κρατερὴ δέ ἑ λύσσα δέδυκεν.

Κι ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, αστράφτοντας, καλότυχα σημάδια
τους δείχνει. Ξεπαρμένος ο Έχτορας μες στην τρανήν ορμή του
μανιάζει, κι έβαλε τα θάρρη του στο Δία, και μήτε ανθρώπους
μήτε θεούς ψηφάει· τι αλάγιαστη τον έχει πιάσει λύσσα.

(μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Στον Ιταλικό κλάδο, ο πιο γνωστός απόγονος του ΠΙΕ όρου *wl.kwos είναι το λατινικό lupus.

Το πρωτο-γερμανικό *wulfaz είναι η πηγή του αγγλικού wolf.

Το πρωτο-κελτικό επίθετο *ulkʷos «κακός» είναι η πηγή του Ιρλανδικού olc και διατηρεί την πρωταρχική σημασία της ρίζας.

Το κοινό Βαλτο-Σλαβικό *wilkas είναι η πηγή του λιθουανικού vilkas και των απογόνων του πρωτοσλαβικού vĭlkŭ

Το κοινό Ινδο-Ιρανικό *vr.ka- είναι ο πρόγονος των ποικίλων ινδο-ιρανικών όρων.

Τέλος, το πρωτο-αλβανικό *ulka είναι ο πρόγονος του αλβανικού ujk.

Μία άλλη ρίζα με τη σημασία «± λύκος» είναι η *dhau-s.

Οι Ελληνικοί απόγονοι είναι οι όροι θαϝός > θαός ~ θώς = «τσακάλι» και θαῦνον = «θηρίο».

Ο φρυγικός απόγονος είναι το λήμμα δάος = λύκος , ενώ ο λατινικός απόγονος είναι ο θεός Faunus και το νεολατινικό παράγωγό του fauna = «πανίδα».

Η ίδια ρίζα έχει δώσει το εθνωνύμιο Δάκαι = «Λύκοι»: *dhau-kos > *daka (δακικό φυτωνύμιο δάκινα = λύκου καρδία) με μονοφθογγοποίηση au>u όπως στο αλβανορουμανικό *dhousom > *dauša «έμψυχον» (λ.χ. σλαβικό duxŭ = «πνεύμα», duša = «ψυχή») > *daša (αλβ. dash = «κριάρι» ~ ρουμαν. daș = «αρνί του σπιτιού, μανάρι».

Dacian-mnphth

γ) Από το ελληνικό ἀλώπηξ, το λατινικό vulpēs, το λιθουανικό lãpė και το αρμενικό ałuēs μπορούμε να φτιάξουμε έναν χονδρικό σκελετό *(h2)wleHp-  ~ «αλεπού», αλλά δεν υπάρχει γενική συμφωνία για την ακριβή μορφή του όρου.

Το ισπανικό zorro/zorra μάλλον είναι βασκικό δάνειο στην γλώσσα, το αγγλικό fox ανάγεται στο πρωτο-γερμανικό *fuhsaz που, με τη σειρά του ανάγεται στο ΠΙΕ *puk’- «ουρά». Με άλλα λόγια, στον γερμανικό κλάδο η αλεπού είναι «αυτή με την ουρά». Το πρωτο-σλαβικό *lisica παραμένει ανετυμολόγητο αν και δεν αποκλείεται να σημαίνει «αυτή με την φουντωτή ουρά» από την ρίζα *leis- «φουντώνω, ανθίζω» που έδωσε το βαλτο-σλαβικό «φύλλο» (laiškas, listŭ) και το αλβανικό lesh «τρίχωμα, δέρας».

3) Αρκούδα

Ο βασικός ΠΙΕ όρος για την «αρκούδα» είναι *h2r.tk’os και θεωρείται παράγωγο της σιγμόληκτης ρίζας *h2r.etk’es- «καταστρέφω».

Απόγονοι είναι το Χεττιτικό ḫartaggas, το Ελληνικό ἄρκτος, το Λατινικό ursus, το Σανσκριτικό ṛkṣá (> γύφτικο/ρόμανι rish), το Αβεστικό arša-, το πρωτο-Κελτικό *artos, το Αρμενικό arǰ και το Αλβανικό ari.

Το αγγλικό bear ανάγεται στο πρωτο-Γερμανικό berô που παραδοσιακά ανάγεται στην ρίζα *bher- «καφέ», αλλά πιο πρόσφατα, ο Ringe πρότεινε καταγωγή από το *g’hwēr = «θηρίο» (λ.χ. *gwhedh- > bidjana και *gwhen- > banô).

Οι πρωτο-Σλάβοι έπλασαν για την αρκούδα τον όρο «μελιτο-φάγος» *medhu-h1ed-is > medvědĭ, από τον οποίο οι Νότιοι Σλάβοι έπλασαν το υποκοριστικό mečka.

4) Λαγός

Η ρίζα *k’asos ~ «γκρι» (λ.χ. λατινικό *k’as-nos > cānus και cānūtus) έχει δώσει όρους με τη σημασία «λαγός» όπως:

– Το πρωτο-γερμανικό *hasô > αγγλικό hare

– Το Ουαλικό ceinach

– Το παλαιο-Πρωσικό sasins

– Το Σανσκριτικό śaśa

5) Ελάφι

Η βασική ρίζα είναι *h1elh1en- και έχει δώσει το πρωτο-σλαβικό *(j)elenĭ , το ελληνικό *h1elh1n.-bhos > ἔλαφος, το αρμενικό ełn και το λιθουανικό elnias.

6) Ποντίκι

Η βασική ρίζα για το ποντίκι είναι *muHs ~ *mūs και σημαίνει «κλέφτης» (ο μικρός κλέφτης του σπιτιού) από την ρίζα *meus- «κλέβω» που, με τη σειρά της, ανάγεται στην γενικότερη ρίζα *meu- «(μετα)κινώ».

Οι απόγονοι είναι πάμπολλοι: ελληνικό μῦς, σανσκριτικό mūṣ, περσικό muš, λατινικό mūs, αγγλικό mouse, πρωτοσλαβικό myšĭ, παλαιο-αρμενικό mukn, αλβανικό mi κλπ.

(συνέχεια στο μέρος #2)

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s