Η Ιοχέαιρα Άρτεμις

Στα ομηρικά έπη το επίθετο Ἰοχέαιρα χαρακτηρίζει αποκλειστικά την Αρτέμιδα, αλλά οι μεταγενέστεροι Έλληνες αγνοούσαν την ακριβή ετυμολογία του επιθέτου.

Οι αρχαίοι καταλάβαιναν ότι πρόκειται για σύνθετο όρο με πρώτο συνθετικό το ουσιαστικό ἰός = «βέλος» (με μακρό /ῑ/), αλλά δεν μπορούσαν να κατανοήσουν το δεύτερο συνθετικό –χέαιρα. Επειδή η Άρτεμις ήταν ξακουστή τοξεύτρια, ο άγνωστος όρος θεωρήθηκε παράγωγο του ρήματος χέω και, κατά συνέπεια, το επίθετο ερμηνεύθηκε ως « ἰοὺς χέουσα» δηλαδή αυτή που «χέει» βέλη. Μια άλλη απόπειρα ήταν η συσχέτιση με το ρήμα χαίρω κάτι που έκανε την ἱοχέαιρα = «ἡ βέλεσι χαίρουσα» ~ «αυτή που χαίρεται να εκτοξεύει βέλη». Ο Ησύχιος που συνέγραψε το λεξικό του στις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα γράφει:

Ἰοφῶσσα· ἡ Χαλκιόπη, ὥς φησι Φερεκύδης (3,25 J.)

ἰοχέαιρα· τοξοφόρος. ἢ ἰοὺς χέουσα. ἢ ἰσχυρά. ἡ βέλεσι χαίρουσα (Ε 53)

Ἰόψαφος· Ἀπόλλωνος ἐπίθετον

Γλωσσολογικά δεν στέκει καμία από τις δύο προτεινόμενες ερμηνείες. Αν η Άρτεμις ήταν η «ἰοὺς χέουσα» θα ήταν *ἰοχόος (λ.χ. ὑδροχόος, οἰνοχόος κλπ), ενώ αν ήταν η «βέλεσι χαίρουσα» θα ήταν *ἰοχαρής (λ.χ. βελεσσιχαρήςαἱμοχαρής/αἱματοχαρής κλπ).

Η σωστή ετυμολόγηση προέκυψε όταν έγινε η σύγκριση με το σανσκριτικό επίθετο του Indra íṣuhasta = «με βέλη στα χέρια του». Στην Ινδο-Ιρανική παράδοση είναι συχνή η χρήση σύνθετων επιθέτων με πρώτο συνθετικό το όπλο και δεύτερο ένα παράγωγο των ΙΕ ριζών *g’hos-tos = «χέρι» και *bheh2g’hus = «πήχυς». Τον πρώτο όρο τον έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση. Εδώ λέω συνοπτικά ότι η ΙΕ ρίζα *g’hes- «χέρι» απαντά σε δύο μορφές: *g’hes-r. > χείρ και *g’hos-tos > ἀγοστός («παλάμη», με ανώμαλο για την ελληνική *g’h> γ).

Το τυπικό όπλο του Indra είναι το vajra (j=/dz/), όρος που προέρχεται από το ΙΕ *wag’ros = «θραύστης» («όπλο, ρόπαλο», από την ρίζα *wag’- «σπάω» που έδωσε το ελληνικό ϝἄγνῡμι). Το vajra του Indra εν τέλει συσχετίστηκε με τον κεραυνό.

Για τον λόγο αυτό, ο Indra αποκαλείται vajrahasta και vajrabāhu- («με το vajra στο χέρι/πήχυ»). Στην Ιρανική Αβέστα υπάρχει το επίθετο aēsmō-zasta = «με πυρακτωμένο ξύλο στα χέρια».

Το σανσκριτικό επίθετο íṣuhasta περιέχει τον όρο íṣu«βέλος» που είναι ΙΕ συγγενής του ελληνικού *h1isw-os > *iswòs > *ihwòs > īwòs > ἰός (το μακρό /ῑ/ προέκυψε κατά την Πρώτη Αναπληρωματική Έκταση ihw- > īw-).

h1isus

Επομένως, αν το σύνθετο επίθετο IE *h1isu-g’hos-tos > σανσκ. íṣuhasta = «με βέλη στα χέρια»

τότε το σύνθετο επίθετο

IE *h1iswo-g’hesr.-ih2 > īwo-khehar-ia > Ἰοχέαρ-jα > Ἰοχέαιρα σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα.

isuhasta-west

isuhasta

Advertisements

5 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

5 responses to “Η Ιοχέαιρα Άρτεμις

  1. Γιάννης Ιατρού

    για την Αφροδίτη, κάτι στο -χέαιρα δεν είχαν;

    • Ρωτάς την ετυμολογία του θεωνύμου «Αφροδίτη» ή για κάποιο επίθετό της;

      Το θεώνυμο Αφρδοίτη παραμένει ανετυμολόγητο.

      Τώρα ένα ομηρικό επίθετό της Αφροδίτης άξιο γλωσσολογικού σχολιασμού είναι το φιλομμειδής = «που της αρέσει να χαμογελάει».

      Το διπλό /μμ/ είναι ενδιαφέρον αρχαϊσμός γιατί το δεύτερο συνθετικό μμει-δής περιέχει την ΙΕ ρίζα *smey(h2)- «χαμογελάω» (λ.χ. αγγλικό smile).

      Το διπλό «μμ» δείχνει την εξέλιξη του συμπλέγματος σμ>μμ, όπως στο επίθετο του Ολύμπου Ἀγάννιφος = «με πολύ χιόνι» (*m.g’h2-snigwh-os) που περιέχει την ΙΕ ρίζα *sneygwh- «χιόνι/χιονίζω» (*snigwh-ad- > νιφάς ~ αγγλικό snow).

  2. Γιάννης Ιατρού

    περισσότερο για τι να κρτατούσε στο χέρι (-χέαιρα) ρωτούσα, π.χ. εδώ

  3. Γιάννης Ιατρού

    παντόφλα, τσόκαρο που λέμε (στα αρχαία σάνδαλο ;;; ), για το δεξί χέρι μιλώ, αφού είπες να διευκρινίζω 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s