Η ΙΕ ρίζα *tek’s- «κατασκευάζω, λαξεύω»

Η ΙΕ ρίζα *tek’s- «κατασκευάζω, λαξεύω» είναι από τις πιο διαδεδομένες. Η σημασιακή κατανομή των παραγώγων της δείχνει ότι η αρχική της σημασία περιοριζόταν στις ξύλινες κατασκευές. Με άλλα λόγια, ο αρχικός δράστης της ρηματικής πράξης *tek’s- ήταν ο ξυλουργός. Αυτό εξηγεί γιατί η ρίζα εμφανίζεται σε αναδομημένους όρους με την σημασία «ξύλινο δοχείο», «ξυλοκόπος» και «τσεκούρι».

Ξεκινώ με την παρουσίαση της ρίζας και των απογόνων της από τους Mallory-Adams:

teks

Λοιπόν, η ρίζα *tek’s- «κατασκευάζω, λαξεύω» στην Λατινική έχει δώσει το ρήμα texō = «υφαίνω» και το παράγωγο ουσιαστικό *tek’s-leh2 > tesla > tēla = «ιστός, υφαντό». Στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο η σημασία που επικράτησε ήταν το «λαξεύω» όπως στο Λιθουανικό tašyti και το Εκκλησιαστικό Παλαιοσλαβωνικό (OCS) tesati , ενώ στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο βρίσκουμε το Σανσκριτικό takṣati = «μορφοποιώ, ξυλουργέω» και το Αβεστικό tašaiti (ίδια σημασία) του οποίου ένας Ιρανικός συγγενής εισήλθε ως δάνειο στην Αρμενική (tašem). Στην Χεττιτική βρίσκουμε το taksan- «αρμός, κλείδωση», κάτι που προϋποθέτει μία σημασιακή αλλαγή «κατασκευάζω» > «τοποθετώ διάφορα μέρη μαζί». Στην Παλαιά Άνω Γερμανική (OHG) βρίσκουμε το ουσιαστικό *tok’s-os > dahsa «τσεκούρι» (εργαλείο του ξυλοκόπου ~ ξυλουργού).

Ένα αναδομημένο παράγωγο *tek’s-teh2 = «(ξύλινο) δοχείο» έχει δώσει (ίσως ανεξάρτητα) το λατινικό testa (στην ύστερη Λατινική «δοχείο» > «κεφάλι, κρανίο», γι΄αυτό σήμερα ο όρος σημαίνει «κεφάλι» στις περισσότερες ρωμανικές γλώσσες) και το αβεστικό tašta = «(ξύλινο) κύπελλο».

Η σημασιακή εξέλιξη προς «τσεκούρι» δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό του Γερμανικού κλάδου. Εκτός από το OHG dahsa που ήδη αναφέρθηκε βρίσκουμε το Αβεστικό taša = «τσεκούρι» και το παράγωγο σε *-lo/-leh2 (tek’s-lo-) που απαντά στο Παλαιο-Ιρλανδικό (OIr) tāl, στο OHG dehsala (< *tek’s-o-los) και το tesla = «τσεκούρι» που απαντά στην Παλαιο-εκκλησιαστική Ρωσική και το οποίο φαίνεται να ήταν κάποτε πανσλαβικό, όπως μαρτυρεί το επώνυμο Tesla (~ «Τσεκουράς») του γνωστού Σέρβου Εφευρέτη Nikola Tesla (που κατέληξε να είναι μονάδα μέτρησης της εντάσεως του Μαγνητικού Πεδίου) και  άλλα πανσλαβικά ουσιαστικά με τη σημασία «ξυλουργός~ξυλοκόπος» που έχουν φτιαχτεί από την κοινή σλαβική ρίζα IE *tek’s- > Pr-Slv tes- (λ.χ. σερβο-κροατικό tesar = τσεχικό tesař κλπ).

Πάντως έχει ενδιαφέρον ότι η Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική δανείστηκε τον συγγενικό ελληνικό όρο τέκτων = «ξυλουργός» για να δηλώσει το επάγγελμα του Ιωσήφ.  Ο Ιησούς είναι tektonovŭ synŭ  = «τεκτόνιος υιός» (= ὁ τοῦ τέκτονος υἱός).

Η ρίζα σχημάτισε και το nomen agentis *tek’s-tōr > λατινικό textōr = «ὑφαντήρ ~ ὑφάντης» το οποίο στον Ελληνο-Άριο κλάδο απαντά ως *tek’s-t-ōn : Ελληνικό τέκτων, Σανσκριτικό takṣan- , Αβεστικό tašan-.

Στον Γερμανικό κλάδο, η ρίζα έδωσε το παράξενο *tok’s-us > πρωτο-γερμανικό *þahsuz = «ασβός» (λ.χ. Γερμανικό Dachs), το οποίο έχει εισέλθει ως δάνειο στην Ιταλική ως tasso. Η μόνη λογική εξήγηση που μπορώ να φανταστώ γι΄αυτήν την παράξενη σημασιακή μεταβολή είναι ότι ο όρος πρώτα σήμαινε τον κάστορα (έναν γνωστό «κατασκευαστή» ξύλινων φραγμάτων, λ.χ. η αμερικανική φράση busy beaver = «εργατικός κάστορας» για τα εργατικά άτομα) και δευτερογενώς μεταφέρθηκε στον ασβό.

busy-beaver

Έχω αφήσει για το τέλος τους ελληνικούς απογόνους της ρίζας *tek’s-. Έχω ήδη αναφέρει τον όρο τέκτων (με θηλυκό *tek’s-t-n.-ih2 > *τεκτάνjα > τέκταινα, όπως Λάκων > Λάκαινα και γείτων > γείταινα). Το άλλο βασικό παράγωγο είναι το ουσιαστικό τέχνη και εδώ πρέπει να εξηγήσω πως προέκυψε το /χ/.

Ο πρωτο-ελληνικός τύπος ήταν *tek’s-neh2 > *τέκσνᾱ και η εξέλιξη -ksN- (N = nasal = ρινικό ένηχο /n/ ή /m/) > -khN- > -kʰN- είναι μία από τις μεταπρωτοελληνικές πανελλήνιες μεταβολές η οποία συνέβη κάποια στιγμή μεταξύ 1300 π.Χ. και 800 π.Χ. Στις πινακίδες της Γραμμικής Β, η λέξη αἰχμή απαντά ακόμα ως a3-ka-sa-ma = /aiks/ (η απαντημένη μορφή είναι η αιτιατική πληθυντικού aiksmans > τὰνς αἰχμὰνς > τὰς αἰχμάς, όπως λ.χ. το «τὰνς … τῑμὰνς» στην γραμμή 48 του Νόμου της Γόρτυνας, επειδή η Κρητική διάλεκτος διατήρησε το σύμπλεγμα -νς μέχρι και την Ελληνιστική Περίοδο).

Crete-timans

Ανάλογη εξέλιξη με τα *tek’s-neh2 > τέκσ-νᾱ > τέχνη και αἰκσμά > αἰχμή βρίσκουμε και στο *luks-nos > λύχνος (λύχνος, από τον μηδενικό βαθμό της επαυξημένης ρίζας *leuk-s- που στον ο-βαθμό *louk-s-neh2 έδωσε την λατινική και σλαβική «σελήνη»).

luks-nos

Στην Ελληνο-Άρια ποιητική παράδοση, οι ποιητές έχουν την συνήθεια να αυτοπαρομοιάζονται με τέκτονες ~ επαγγελματίες τεχνήτες.

Ο Πίνδαρος, που ξεκαθάριζε εμμέσως στους υποψήφιους πελάτες του ότι «αντίθετα με την Μούσα του παλιού καιρού που δεν ήταν ούτε φιλοκερδής ούτε εργάτις» (ἁ Μοῖσα γὰρ οὐ φιλοκερδής πω τότ᾽ ἦν οὐδ̓ ἐργάτις), ο ίδιος ήταν μια «φιλοκερδής ἐργάτις Μοῖσα» (= λεσβικός αιολικός τύπος του όρου *mon-t-ih2/*mon-t-uh2 > Μόνσα > Μοῦσα), δηλαδή ένας επαγγελματίας τεχνήτης που απαιτούσε ανταμοιβή μισθό όπως συχνά ο ίδιος λέει) για τον κόπο του, περιγράφει τους ποιητές ως «σοφούς τέκτονες ἐπέων», ενώ ο Αριστοφάνης στους «Ιππείς» θυμάται την φράση του Κρατίνου που θεωρούσε τους ποιητές «τέκτονες εὐπαλάμων ὑμνῶν» (εὐπάλαμος = φτιαγμένος από άνθρωπο με «καλά χέρια» ~ που «πιάνουν τα χέρια του» ~ δαιδάλεος).

[Αριστοφάνης, Ιππείς, 526-30]

εἶτα Κρατίνου μεμνημένος, ὃς πολλῷ ῥεύσας ποτ᾽ ἐπαίνῳ
διὰ τῶν ἀφελῶν πεδίων ἔρρει, καὶ τῆς στάσεως παρασύρων
ἐφόρει τὰς δρῦς καὶ τὰς πλατάνους καὶ τοὺς ἐχθροὺς προθελύμνους:
ᾆσαι δ᾽ οὐκ ἦν ἐν ξυμποσίῳ πλὴν ‘Δωροῖ συκοπέδιλε,’
καὶ ‘τέκτονες εὐπαλάμων ὕμνων οὕτως ἤνθησεν ἐκεῖνος.

Αυτός ο συνδυασμός των όρων τέκτων (< *tek’s-) και ἔπος (< *wekwes-) φαίνεται να είναι κληρονομημένο Ελληνο-Άριο φράσημα, διότι η «εποποιία» είναι vacas-takṣ- στην Σανσκριτική και vačas-tašti- στην Αβεστική και οι αρχαίοι Ινδοί ποιητές αυτοπαρομοιάζονται με «τέκτονες αρμάτων» (αντικείμενο που ήθελε υψηλή ξυλουργική τέχνη για να κατασκευαστεί).

carpentry

chariot

Ο Calvert Watkins χαρακτήρισε τον Πίνδαρο ως τον «Ινδοευρωπαϊκότερο των Ελλήνων ποιητών» και τον διόρθωσε γράφοντας πως και η ΙΕ Μούσα του παλαιού καιρού ήταν το ίδιο «φιλοκερδής εργάτις» όπως και Πίνδαρος. Οι Ινδοί συνάδελφοί του που εμφανίζονται στα παλαιά Ινδικά έπη ανταμοίβονται με άλογα, αγελάδες και ένα σωρό άλλες αμοιβές (dakṣina ~ απο-δοχές < IE *dek’- «δέχομαι, λαμβάνω») από τους βασιλιάδες τους οποίους επαινούν. Με άλλα λόγια, στην ΠΙΕ κοινωνία υπήρχε μια σχέση αμοιβαίου κέρδους που συνέδεε τον επαινούμενο άρχοντα με τον επαινούντα ποιητή. Ο πρώτος κέρδιζε «κλέος ἄφθιτον» μέσα από τα ποιήματα και ο δεύτερος κέρδιζε μεγάλες υλικές ανταμοιβές. Μια παλιά Ιρλανδική παροιμία παρομοιάζει το «τίποτε» με «έναν βασιλιά χωρίς ποιητές». Ο κελτικός όρος βάρδος/bard ετυμολογικά σημαίνει *gwr.Η-dhh1-os = «επαινοθέτης» (όπως λ.χ. ὀνοματοθέτης = ονοματοδότης) και ο Ποσειδώνιος ο Απαμεύς περιγράφει τον ρόλο τους στην Κελτική κοινωνία λέγοντας «βαρδοί: ποιηταὶ δὲ οὗτοι τυγχάνουσι μετ΄ᾠδῆς ἐπαίνους λέγοντες

[Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 246c-d]

Ποσειδώνιος δ᾽ ὁ Ἀπαμεὺς ἐν τῇ κ᾽ καὶ τρίτῃ τῶν ἱστοριῶν ‘Κελτοί,’ φησί, ‘ περιάγονται μεθ᾽ αὑτῶν καὶ πολεμοῦντες συμβιωτάς, οὓς καλοῦσι παρασίτους, οὗτοι δὲ ἐγκώμια αὐτῶν καὶ πρὸς ἁθρόους λέγουσιν ἀνθρώπους συνεστῶτας καὶ πρὸς ἕκαστον τῶν κατὰ μέρος ἐκείνων ἀκροωμένων. τὰ δὲ ἀκούσματα αὐτῶν εἰσιν οἱ καλούμενοι βάρδοι: ποιηταὶ δὲ οὗτοι τυγχάνουσι μετ᾽ ᾠδῆς ἐπαίνους λέγοντες.’

Για την ετυμολογία του κελτικού όρου βάρδος:

bard

Advertisements

3 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

3 responses to “Η ΙΕ ρίζα *tek’s- «κατασκευάζω, λαξεύω»

  1. Petros Papadopoulos

    πολύ ενδιαφέρον το blog σας. Υπάρχει σχέση του tek’s με το “τάξις”; Αναφέρομαι στη σχέση του “τέτκων” και “αρχιτέκτων” με αυτόν που φέρνει την τάξη στη φύση

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s