Οι ΙΕ ρίζες *h1esu- «καλός» και *dus- «κακός»

Οι ΙΕ ρίζες *h1esu- «καλός» και *dus- «κακός» είναι οι πρόγονοι των γνωστών μας ελληνικών αντιθετικών μορίων ευ- και δυσ- (λ.χ. εὐμενής και δυσμενής).

Όπως συνήθως, ξεκινώ πάντα με αυτά που γράφουν οι Mallory-Adams:

h1esu-dus

Σημείωσα με πράσινο και την ρίζα *wesu- «καλός» που αν και ταυτόσημη και σχεδόν ταυτόμορφη με την *h1esu-, στην πραγματικότητα είναι διαφορετική ρίζα.

Η ρίζα *h1esu-, στον μηδενικό βαθμό της *h1su-, σχημάτιζε πρόθημα σε σύνθετες λέξεις.

Η ΙΕ ρίζα *h1su- «καλός» έδωσε τους εξής απογόνους:

1) Ελληνική: *h1su- > εὖ με τρία φωνολογικά βήματα:

-Προ-Πρωτο-Ελληνικό βήμα #1: *h1su- > *esu- (φωνηεντοποίηση του αρκτικού λαρυγγικού *h1- > e- όπως λ.χ. *h1rudh-ros > ρυθρός).

– Πρωτο-Ελληνικό βήμα #2: *esu > ehu (τροπή του αρκτικού και μεσοφωνηεντικού *s σε δασεία *s>h).

– Πρώιμο Ελληνικό βήμα #3: *ehu- > eu- = εὖ (απώλεια της μεσοφωνηεντικής δασείας h>∅, η οποία υπήρχε ακόμα στην Μυκηναϊκή Ελληνική λ.χ. pa-we-a2 = /pharweha/ > φἀρεα ~ φάρη).

Ως παράδειγμα της συνολικής εξέλιξης *s>h>∅ παραθέτω τα *dhh1s-òs > thehòs > θεός και *tweis > *tseih > σείω, με το *s της ΙΕ ρίζας να διατηρείται σε μη μεσοφωνηεντική θέση όπως λ.χ. στα θέσ-φατος (θεός, φήμι) και σεισ-μός/σεισ-τός.

Κατά ορισμένους μελετητές, το επίθετο ὑγιής ανάγεται στο πρωτο-ελληνικό *ehu-gwies-s (*h1su- και *gweyh3- «ζω») και αρχικά σήμαινε «αυτός που έχει καλή ποιότητα ζωής». Αν και το «γ» εξηγείται από τον «νόμο του Βουκόλου» (λόγω γειτνίασης με «υ») το πρόβλημα με αυτήν την ετυμολογία είναι η μοναδικά παράξενη τροπή *ehu- > hu- αντι για ευ- (λ.χ. εὔβιος, εὐβίωτος). Μία εναλλακτική ετυμολόγηση (αυτή που θα βρείτε στο Βικιλεξικό) εξηγεί το επίθετο ὑγιής ως «μακρόβιος» ή, καλύτερα, «αἰωνόβιος» και το ανάγει στο *h2yu-gwih3- με πρώτο συνθετικό τον μηδενικό βαθμό της ρίζας *h2eyu- που έχει δώσει την λέξη αἰών.

2) Σανσκριτική (Ινδικός κλάδος): *h1su- > su- απλώς δεν φωνηεντοποιήθηκε το αρκτικό λαρυγγικό (λ.χ. *h1rudh-ros > σανσκ. rudhirá ~ρυθρός).

Η πιο γνωστή σανσκριτική λέξη που περιέχει αυτό το μόριο είναι ο όρος που καπηλεύθηκαν και σπίλωσαν οι Ναζί, δηλαδή η «σβάστικα». Το Σανσκριτικό svastika είναι παράγωγο σε -ka του φρασήματος *h1su- *h1estisu-àsti ~ εὖ ἐστί και σήμαινε κάτι σαν «φυλαχτό για καλή τύχη».

3) Ιρανικός κλάδος: *h1su- > hu- , με δύο φωνολογικά βήματα:

– Κοινό Ινδο-Ιρανικό *h1su- > su- όπως και στην Σανσκριτική

– Πρωτο-Ιρανική εξέλιξη *su- > hu- με τροπή του αρκτικού *s-> h- όμοια με αυτήν που συνέβη και στην Ελληνική (λ.χ. ΠΙΕ *septm. > λατινικό septem ~ ελληνικό ἑπτά (/heptà/) ~ αβεστικό hapta ~ σημερινό περσικό haft ~ κουρδικό heft).

4) Αρμενική. *h1su- > h-

Δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο αν πρόκειται για «γνήσιο» αρμενικό όρο ή για Ιρανικό δάνειο (θυμίζω πως σχεδόν το μισό αρμενικό λεξιλόγιο περιέχει ιρανικά δάνεια). Πάντως η φωνολογική εξέλιξη *h1su- > (e)su- > hu- > h- ταιριάζει φωνολογικά και στην «γνήσια» αρμενική περίπτωση και στην περίπτωση Ιρανικού δανεισμού.

5) Κελτικός κλάδος: *h1su- > su-

Το Πρωτο-Κελτικό *su-, με τη σειρά του, εξελίχθηκε στο Ουαλικό hy-/hi- και στο Ιρλανδικό so-.

6) Σλαβικός κλάδος. Η παραδοσιακή ετυμολογία του πρωτο-σλαβικού επιθέτου *sŭdorvŭ «υγιής» (λ.χ. OCS sŭdravŭ >  σημερινό νοτιοσλαβικό zdrav) το εξηγεί ως σύνθετο *h1su-dorw-os = «καλό ξύλο/γερό σκαρί» (λ.χ. *derw-es- > Pr-Slv. *dervo = «ξύλο»). Το πρόβλημα με αυτήν την ετυμολογία είναι πως δεν εφαρμόστηκε ο Βαλτο-Σλαβικός νόμος του Winter (θα περιμέναμε *h1su-dorwos > Βαλτ-Σλαβ. **sūdarwas > Pr-Slv. sydorvŭ > σημερινό νοτιοσλαβικό **sidrav). Πάντως παραμένει η πιο αποδεκτή ετυμολογία.

7) Ανατολιακός και Λατινικός κλάδος. Ο πλήρης βαθμός *h1esu- έδωσε το Χεττιτικό  āssu- «καλός» (ίσως λουβικό δάνειο γιατί δείχνει τον νόμο του Čop) και μάλλον το Λατινικό erus = «αφέντης ~ ευγενής/αριστοκράτης» (~ Κελτικό θεωνύμιο Esus).

8) Τοχαρικός κλάδος. Στην Τοχαρική Β υπάρχει ο όρος ΠΙΕ *h1su-suHò- «ευ-γενής» > saswe = «κύριος, αφέντης».

Την αντίθετη ρίζα *dus- «κακός» θα την περιγράψω συντομότερα. Την βρίσκουμε ως πρόθημα στο ελληνικό δυσ- , στο Ινδο-Ιρανικό duš- , στο Ιρλανδικό do-, στον Γερμανικό κλάδο (πρωτο-γερμανικό *tuz- λ.χ. παλαιό αγγλικό πρόθημα tor- ~ Γερμανικό zer-), ίσως (δεν με πείθει η πρόταση) στο Λατινικό πρόθημα dif-/dis- , στην Αρμενική υπάρχει κάτι όπου πάλι δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν πρόκειται για «γνήσιο» όρο ή Ιρανικό δάνειο και, τέλος, στην Σλαβική επιβιώνει σε έναν απολιθωμένο όρο με την σημασία «βροχερή ημέρα ~ κακός καιρός/ουρανός» (λ.χ. OCS dŭždĭ < *dus+*dei-, ετυμολογικά αντίθετο το ελληνικού εὔδιος = αίθριος καιρός).

Θα κλείσω την ανάρτηση με μερικά παραδείγματα από τον Ελληνο-Άριο κλάδο.

Στην ανάρτηση για τα σιγμόληκτα ουδέτερα ανέφερα ότι στα ελληνικά επίθετα εὐμενής και δυσμενής αντιστοιχούν τα σανσκριτικά ομόλογα sumanās, durmanās και τα αβεστικά humanah- και dušmanah-.

h1su-menes-

Η λέξη Σατράπης είναι (δυτικό) Ιρανικό (Περσικό) δάνειο στην Ελληνική. Ο γνήσιος περσικός όρος ήταν xšaθra-pāvan «προστάτης του βασιλείου/του βασιλέα» (στον συμβολισμό του Ιρανικών φθόγγων “x” = /χ/ όπως το δικό μας «χ»). Το πρώτο συνθετικό xšaθra– «άρχων, βασιλέας» ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *tkeh1- «εξουσιάζω» που έχει δώσει το ελληνικό κτάομαι/κτέομαι = «αποκτώ, έχω κυριότητα/ιδιοκτησία», το αβεστικό ρήμα xšayati = «άρχω, εξουσιάζω», το σανσκριτικό ρήμα kṣàyati = «κτάομαι, άρχω» και ένα σωρό Ινδο-Ιρανικά παράγωγα όπως λ.χ. το Παλαιοπερσικό xšāyaθiya = «Βασιλιάς» που εξελίχθηκε στο Νεοπερσικό šāh το οποίο περιέχεται στην έκφραση του σκακιού “šāh māt” = «ο βασιλιάς [σου] πέθανε» > αγγλικό checkmate. O τίτλος των Αχαιμενιδών Περσών βασιλέων ήταν Xšâyathiya Xšâyathiyânâm = Βασιλεύς [τῶν] Βασιλέων, ενώ το όνομα «Ξέρξης» (<Xšaya-ṛšā) σημαίνει «αυτός που άρχει ήρωες», δηλαδή «ο Άρχων των Ηρώων».

shah

Παρατηρήστε την παρακάτω Αβεστική (αρχαία ανατολική Ιρανική) φράση:

huxšaθrā xšə̄ṇtąm, mā nə̄ dušxšaθrā xšə̄ṇtā

«Αφήστε τους καλούς άρχοντες (hu-xšaθrā ~ εὐ-άρχοντες) να μας άρχουν, αλλά μην (mā nə̄) [αφήσετε] τους κακούς άρχοντες (duš-xšaθrā ~ δυσ-άρχοντες) να άρχουν».

Το Ιρανικό όνομα «Χοσρόης» (Xusrav) που έφεραν δύο Σασσανίδες βασιλείς ετυμολογικά σημαίνει IE *h1su-k’lewes- «ευκλεής» > Ιρανικό hu-sravah- = εὐκλεϝής. Με άλλο λόγια, ο «Χοσρόης» (Xusrav) είναι το Ιρανικό ανάλογο του ελληνικού ονόματος Εὐκλῆς και του Σανσκριτικού Suśrávas. Στην παρακάτω σελίδα υπογράμμισα και την τριάδα *h1su-ek’wos > Εὔιππος = ιραν. Hvaspa = σανσκ. Svaspa.

Chosroes

Όπως η θηλυκή αφηρημένη έννοια εὐγένεια (< *ehu-geneh-ia*h1su-g’enh1es-ih2) είναι παράγωγο του σύνθετου επιθέτου εὐγενής (< *h1su-g’enh1es-s), έτσι και το αβεστικό θηλυκό ουσιαστικό duš.sravahyā = «δύσκλεια» (< *dus-k’lewes-ih2) προϋποθέτει το επίθετο duš.sravah- = δυσκλεής.

dus-sravahya

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s