«Η Έλευση των Ελλήνων» του Robert Drews #1: το γενικό υπόβαθρο

Πριν από λίγες μέρες τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου του Robert Drews The Coming fo the Greeks: Indo-European Conquests in the Aegean and the Near East (Princeton Univesity Press, 1988) το οποίο μεταφράστηκε στα Ελληνικά το 1997 από τις Eκδόσεις Οδυσσέας με τίτλο «Η Έλευση των Ελλήνων: Ινδοευρωπαϊκές κατακτήσεις στο Αιγαίο και την Εγγύς Ανατολή».

Drews-CotG

Έχοντας κάνει στο παρελθόν μια ανάρτηση σχετικά με την κριτική της λεγόμενης «Θεωρίας Παλαιολιθικής Συνέχειας», είπα να ολοκληρώσω το θέμα της «Έλευσης των Ελλήνων» (δηλαδή την άφιξη των ομιλητών της Πρωτο-Ελληνικής γλώσσας στον Ελλαδικό χώρο) παραθέτοντας κριτικές παρατηρήσεις για μία άλλη ακραία υπόθεση.

Αν αναπαραστήσουμε γραφικά την κατανομή των χρονολογιών «ελεύσεως των Ελλήνων» που έχουν προταθεί κατά τον τελευταίο αιώνα τότε θα πάρουμε λίγο πολύ μια πλατιά γκαουσιανή καμπύλη της οποίας η κορυφή (συχνότερα προτεινόμενη χρονολογία) θα είναι γύρω στο 2200 π.Χ., η τυπική απόκλιση θα είναι γύρω στα ±400 χρόνια (δηλαδή 2/3 προτεινόμενες χρονολογίες ελεύσεως θα πέφτουν εντός του διαστήματος 2600-1800 π.Χ.) και η γκαουσιανή θα έχει δύο «ουρές» που περιέχουν τις πιο «ακραίες» προτάσεις.

Α) Οι «ακραίως Υπερπρώιμες» προτάσεις είναι οι παρακάτω:

1) Η Θεωρία Παλαιολιθικής Συνέχειας που λίγο πολύ αρνείται την ύπαρξη ΠΙΕ κοιτίδας και θεωρεί ότι οι ΙΕ γλώσσες προέκυψαν in situ στις ιστορικές τους θέσεις ξεκινώντας την διαφοροποίησή τους κατά την Ύστερη Παλαιολιθική εποχή. Προσπάθησα να εξηγήσω τα τεράστια γλωσσολογικά προβλήματα της θεωρίας σε προηγούμενη ανάρτηση, στα σχόλια της οποίας μας τίμησε με την παρουσία του ο Θεόδωρος Γιαννόπουλος που την ασπάζεται στο βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών βιβλίο του «Πόθεν και Πότε οι Έλληνες».

2) Οι δύο Ανατολιακές Υποθέσεις του Colin Renfrew.

Σύμφωνα με την πρώτη και πιο προβληματική υπόθεση του Renfrew, η ΠΙΕ κοιτίδα είναι η Ανατολία γύρω στο 7000 π.Χ. και η Πρωτο-Ελληνική γλώσσα (ή καλύτερα ένας πρόδρομός της) εισέρχεται στην Ελλάδα γύρω στο 6500 π.Χ. με την άφιξη των πρώτων νεολιθικών γεωργών-κτηνοτρόφων.

Αναγνωρίζοντας μερικά από τα τεράστια προβλήματα που επεσήμαναν οι περισσότεροι ΙΕστές γλωσσολόγοι, ο Renfrew, περίπου δέκα χρόνια πριν,αναθεώρησε τις απόψεις του και παρουσίασε μια «βελτιωμένη» εκδοχή της Ανατολιακής Υπόθεσης. Η Ανατολία του 7000 π.Χ. είναι η πρωτογενής κοιτίδα της Ινδο-Χεττιτικής γλώσσας που διασπάστηκε σε δύο κλάδους. Ο Ανατολιακός παρέμεινε στην Ανατολία και ο ΙΕ μετανάστευσε στα Βαλκάνια κατά τον Νεολιθισμό της χερσονησού (6500-5500 π.Χ.) δημιουργώντας μια δευτερογενή ΙΕ κοιτίδα στις Παραδουνάβιες Πεδιάδες κατά την περίοδο 5500-4500 π.Χ. Η διασπορά των ΙΕ γλωσσών ξεκινά γύρω στο 5200 π.Χ. (χρονολογία έναρξης της Νεολιθικής Εποχής στις Ποντο-Κασπικές στέπες) και ο πρόδρομος της Πρωτο-Ελληνικής γλώσσας φτάνει στον Ελλαδικό χώρο στις αρχές της 5ης π.Χ. χιλιετίας.

3) Η τελευταία «Υπερπρώιμη» πρόταση είναι αυτή του John Coleman (2000) που φέρνει τον πρόδρομο της Πρωτο-Ελληνικής γλώσσας από τις Ποντο-Κασπικές Στέπες στην Ελλάδα γύρω στο 3200 π.Χ. Αντίθετα με τις παραπάνω προτάσεις, η πρόταση του Coleman δεν έρχεται σε ρήξη με το κοινό ΠΙΕ λεξιλόγιο της τροχοζωήλατης μεταφοράς (ανάρτηση #1, ανάρτηση #2), ωστόσο οι περισσότεροι γλωσσολόγοι πιστεύουν ότι η χρονολογία απόσχισης είναι πολύ πρώιμη για μια γλώσσα του Ελληνο-Αρίου υποκλάδου όπως η Ελληνική. Αν το 3200 π.Χ. έγινε η είσοδος στην Ελλάδα τότε η αποχώρηση από τις στέπες πρέπει να έγινε γύρω στο 3500 π.Χ. όταν σίγουρα δεν είχαν ακόμα αναπτυχθεί οι καινοτομίες του Ελληνο-Αρίου κλάδου.

Η κριτική του David Anthony πως αν κάποια ΙΕ γλώσσα εισερχόταν στην Ελλάδα γύρω στο 3200 π.Χ. αυτή θα ανήκε στον Ανατολιακό κλάδο, αν και ελαφρώς υπερβολική εκφράζει καλά το γλωσσολογικό πρόβλημα. Οι δύο πρώτοι κλάδοι που αποσχίστηκαν από τον κορμό κατά την περίοδο 4300-3500 π.Χ. στην Στεπική Θεωρία είναι ο Ανατολιακός και ο Τοχαρικός και η Ελληνική γλώσσα δεν έχει ιδιαίτερες σχέσεις με κανέναν από τους δύο. Αντίθετα, ο πλησιέστερος συγγενής κλάδος της Ελληνικής είναι ο Ινδο-Ιρανικός κλάδος, ο οποίος τοποθετείται πρακτικά ομόφωνα από τους μελετητές στους πολιτισμούς Poltavka (πρόδρομος κοινής Ινδο-Ιρανικής, ανατολικές ΠΚΣ ~ 2700-2200 π.Χ.) και, αργότερα, Andronovo γύρω στο 2000 π.Χ. Επομένως, η χρονολογία απόσχισης της Ελληνικής από τον κορμό (δηλαδή η χρονολογία αποχώρησης του προδρόμου της από τις στέπες) εκτιμάται εντός του διαστήματος 3000-2500 π.Χ.

Coleman-3200

Β) Οι προτάσεις που περιέχονται εντός της «τυπικής απόκλισης»:

1) Η Marija Gimbutas στο δικό της Στεπικό μοντέλο χρονολογεί την είσοδο του προδρόμου της Ελληνικής γλώσσας στον Ελλαδικό χώρο κατά την περίοδο 2900-2600 π.Χ.

Γράφει ο Drews για την άποψη της Gimbutas:

[σλδ 45, υποσημ. 44] See, for example, Gimbutas, “Primary and Secondary Homeland of the Indo-Europeans,” 200: “The very latest arrival for Indo-Europeans in Greece can be set in Early Helladic II times, sometime between 2900 and 2600 BC.

2) Η χρονολογία εισόδου που συζητάται περισσότερο τα τελευταία 25 χρόνια είναι η μετάβαση από την Πρώιμη Ελλαδική II (EHII) στην Πρώιμη Ελλαδική ΙΙΙ (EHIII), δηλαδή περίπου 2400-2200 π.Χ.

Greek

3) Η κυρίαρχη χρονολογία ελεύσεως κατά την περίοδο 1930-1980 ήταν αυτή των Carl Blegen & Alan Wace (1900 π.Χ.). Σύμφωνα με τους δύο μελετητές το 1900 π.Χ. ήταν η περίοδος που η «εξωτική και έπηλυς» Μινυακή Κεραμική πρωτοεμφανίζεται απότομα στην αρχή της Μέσης Ελλαδικής Περιόδου, σε πολλούς οικισμούς μετά από σημάδια καταστροφής και, κατά συνέπεια, είναι η πιθανότερη χρονολογία για την έλευση των πρωτο-Ελλήνων.

Γράφει ο Drews για την χρονολογία των Blegen & Wace:

[σλδ 12-15] […] Wace and Blegen introduced what would become the standard terminology for Bronze Age Greece: the Early, Middle, and Late Helladic periods. […] As the diagnostic pottery for their Middle Helladic period, Wace and Blegen settled upon “Minyan Ware.” […] The ware was subsequently found at many sites in Boeotia, Attica, the Peloponnese, and elsewhere. Because of its ubiquity, and because at several sites it appeared above a destruction level, Wace and Blegen found it a convenient feature for distinguishing Middle from Early Helladic levels. An absolute date for this break was eventually furnished by Troy. In the continuing excavations at Troy, it became clear that Minyan Ware began with Troy VI. The wonderfully complete stratigraphy at Troy established the date of this archaeological horizon as ca. 1900 BC. […] In their 1918 article, Blegen and Wace did not yet associate Minyan Ware with “the coming of the Greeks”. They did observe, however, that the sudden appearance of Minyan Ware at the beginning of the Middle Helladic period was one of only two interruptions in the otherwise unbroken evolution of pottery on the Greek mainland from neolithic times to the Mycenaean Age. The only other interruption, they found, was the advent of Minoan and Minoanizing pottery at the beginning of the period they called Late Helladic. Wace and Blegen concluded that “Minyan Ware indicates the introduction of a new cultural strain”, but they did not yet identify this new strain with the Greeks. […] That conclusion Blegen presented in a second influential article, this one written in collaboration with a philologist, J.B. Haley and published in 1928 [J.B. Haley and C. Blegen, “The Coming of the Greeks,” AJA 32 (1928): 141-154] […] At the beginning of the Middle Bronze Age, on the other hand, the Greek mainland diverged radically from Crete and the other areas, with Minyan Ware blanketing southern Greece, while on Crete the older pottery traditions continued to develop. […] The import of all this was clear: a non-Greek people, whose language included many names with suffixes in -nthos, -ssos, and -ndos, occupied much of the Greek mainland, the Cyclades, Crete, and southwestern Asia Minor through the Early Bronze Age; ca. 1900 BC a new people arrived in the Greek mainland, and this new people must have been the first wave of the Greek nation.

[…] As we shall see in the next chapter, Blegen’s date for “the coming of the Greeks” eventually lost its hold on specialists in Aegean prehistory.

Στην χρονολογία ελεύσεως 1900 π.Χ. των Blegen & Wace εντάσσεται και η θεωρία «διπλής εισβολής» των Caskey-Σακελλαρίου την οποία αναλύει εκτενώς ο πρώην διευθυντής του προδρόμου του σημερινού Κέντρου Ελληνο-Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων και πρώην πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Μιχαήλ Σακελλαρίου στο βιβλίου του Les Proto-Grecs (1980). Σύμφωνα με την θεωρία «διπλής εισβολής», στην Ελλάδα πρώτα συνέβη μία Λουβική εισβολή γύρω στο 2100 π.Χ. που ακολουθήθηκε από μια Πρωτο-Ελληνική εισβολή γύρω στο 1900 π.Χ.

Γράφει ο Drews για την θεωρία «διπλής εισβολής»:

[σλδ 20] In Caskey’s more conservative (and therefore more ambiguous) reconstruction of events there are two very similar invasions: a first contingent of Indo-European and Greek-like (but not quite Greek) newcomers arrives at the end of EH II, destroys Lerna and much else, and settles down, especially in the Argolid. At ca. 1900 BC a second and perhaps larger wave of invaders arrives; these are the first people who can trully be called Greek. They are “kindred” to the earlier invaders, however, and speak what the earlier group would have found as “intelligible language”. These invaders therefore spare the EHIII towns of their kinsmen, while destroying the settlements whose populations spoke an altogether alien language [8]. This “two-wave” hypothesis, with invasions distributed between the end of EHII and the beginnings of MH, has most recently been advanced in a lengthy study by M.B. Sakellariou. [9]

[8] Caskey, CAH II, I:136-40. Caskey tentatively identified the invaders at the beginning of EHIII as Luwians, an identification that Mellaart also favored in his “The End of the Early Bronze Age.” The most glaring contradiction in Caskey’s reconstruction is that his EHIII people are responsible for the pre-Greek and non-Greek names of places such as Corinth and Tiryns, but yet speak a language intelligible to the Proto-Greeks.

[9] M.B. Sakellariou, Les Proto-Grecs (Athens: Ekdotike Athenon, 1980)

Μετά το 1980 η χρονολογία των Blegen & Wace άρχισε να χάνει σιγά σιγά υποστηρικτές όταν άρχισε να διαφαίνεται ότι η Μινυακή Κεραμική δεν ήταν ούτε «εξωτική» ούτε «έπηλυς», αλλά προέκυψε από μια γηγενή Ελλαδική μορφή (Πρωτο-Μινυακή) του κεντρικού ελλαδικού χώρου που δέχτηκε ανατολιακές τυπολογικές επιδράσεις. Όπως το συνόψισε πολύ καλά ο Jeremy Rutter το 1983, αν κάποιος θέλει σώνει και καλά να δει την εμφάνιση της Μινυακής Κεραμικής στην Αργολίδα ως «εισβολή»/μετανάστευση, τότε οι εισβολείς αυτοί ήρθαν από την κεντρική Ελλάδα και, ειδικότερα, από την Βοιωτία.

Γράφει ο Drews για την κριτική του Rutter:

[σλδ 18] For almost a generation there was a rough consensus among scholars, based on Blegen’s studies, that the Greeks had arrived in Greece at the beginning of the Middle Helladic period. Dissension eventually arose among archaeologists. […] At this site a destruction level was found not at the interface between Early and Middle Helladic, but between EHII and EH III. Furthermore, an early form of Minyan Ware was here shown to have been in use during EHIII, the final phase of the Early Helladic period. Such were the results of the excavations that John Caskey began in 1952 at Lerna, in the Argolid, a town that may well have been the most important Early Helladic center in all of Greece. […] At that point (ca. 2100 BC), however, Lerna was destroyed, and the subsequent EHIII period was comparatively poor and unaccomplished. And in the postdestruction levels at Lerna, Caskey’s excavations unearthed what has been called “Proto-Minyan” pottery, gray and wheelmade (this is almost the earliest wheelmade pottery known from the Greek mainland).

[σλδ 42-43] Jeremy Rutter goes as far as to say tat the EHIII gray ware “is universally recognized to be the direct ancestor of MH Gray Minyan.” [35] This is not literally the case, since some scholars still adhere to Blegen’s assumption that Minyan Ware was suddently brought into Greece ca. 1900 BC by the first Greeks; but there is no doubt that the old view is on the way out. […] In brief, it is difficult to find anything “alien” in the material record of Middle Helladic Greece. [39] The cultural innovations at the beginning of EHIII, on the other hand, are significant;

[35] J.B. Rutter, “Fine Gray-Burnished Pottery of the Early Helladic III Period: The Ancestry of Gray Minyan,” Hesperia 52 (1983): 349

[39] Cf. Howell, “The Origins of Middle Helladic Culture,” 73-79

[σλδ 43-44] It now seems that Proto-Minyan Ware was an invention of Early Helladic potters, specifically of potters in central Greece. [40] There may well have been an invasion of the Argolid ca. 2100 BC, but if there was, the invasion would have originated not in some distant Indo-European Urheimat, but in nearby Boeotia.[41]

[40] Rutter, “Fine Gray-Burnished Pottery,” presents the argument in detail. He concludes (p 349) that the EHIII Gray Ware originated as “a formal and technological synthesis of Anatolianizing and central Greek elements which occured in central Greece” during the EHII period.

[41] Cf. ibid., 349-50: “The source of such an immigrant population, it is now becoming clear, must have been central Greece in general and probably Boiotia in particular.”

4) Η τελευταία χρονολογία ελεύσεως εντός της «τυπικής αποκλίσης» είναι αυτή της Sylvia Penner (1998, προς την οποία ρέπουν και οι Kristiansen & Larsson, 2005) που βλέπει αρματηγές ΙΕ κατακτήσεις στο Αιγαίο κατά την περίοδο 2000-1700 π.Χ. Η πρόταση αυτή μπορεί να ιδωθεί σαν μια χρονολογικά «βελτιωμένη» εκδοχή της πρότασης του Robert Drews.

Penner

Γ) Οι «ακραίως Υπερύστερες» προτάσεις.

1) Ο Robert Drews υποστηρίζει ως χρονολογία ελεύσεως των Πρωτο-Ελλήνων στην Ελλάδα το 1600 π.Χ., μια χρονολογία που πρότεινε, μεταξύ άλλων, και η Gertrud Hermes στα μέσα της δεκατίας του 30.  Επειδή θα παρουσιάσω λεπτομερώς την θέση του Drews παρακάτω εδώ θα πω μόνο το γενικό συμπέρασμά του: Οι Πρωτο-Έλληνες ήταν σχετικά ολιγάριθμοι αρματηλάτες Ινδοευρωπαίοι που εισήγαγαν το ιππήλατο πολεμικό άρμα στην Ελλάδα γύρω στο 1600 π.Χ. χρησιμοποιώντας τον αρματηγό πόλεμο για να επιβληθούν στον προελληνικό υποστρωματικό πληθυσμό, χωρίς να τον εξοντώσουν ή να τον εκτοπίσουν, όπως οι σχετικά σύγχρονες και επίσης ολιγάριθμες αρματηγές ελίτ (Χεττίτες, Ὑξώς, Μιτάννι, Κασσίτες κλπ) κατάφεραν να επιβληθούν σε αλλόγλωσσους λαούς της Μέσης Ανατολής. Κατά τον Drews, η σημαντικότερη αρχαιολογική μαρτυρία της Έλευσης των Ελλήνων γύρω στο 1600 π.Χ. είναι το ιππήλατο άρμα και οι δύο κύκλοι των περιβόητων Λακκοειδών Ταφών (Shaft Graves) που κατασκευάστηκαν στις Μυκήνες κατά την περίοδο 1600-1450 π.Χ.

2) Οι Ernst Grumach, Sinclair Hood και F. Hampl διατύπωσαν κατά την δεκαετία του 1960 μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία οι Πρωτο-Έλληνες εισήλθαν στην Ελλάδα γύρω στο 1200 π.Χ. ως καταστροφείς του Μυκηναϊκού πολιτισμού τον οποίο θεώρησαν ως  Προελληνικό. Επειδή το μεγάλο αγκάθι στην θεωρία τους υπήρξε η αποκωδικοποίηση της Γραμμικής Β από τους Ventris και Chadwick που έδείξε ότι η Γραμμική Β απέδιδε γραπτά μια πρώιμη μορφή της Νότιας Ελληνικής (κατά την ταξινόμηση των Porzig-Risch), οι μελετητές αυτοί αρνήθηκαν να αποδεχτούν (ο Grumach μάλλιστα μέχρι τον θάνατό του) το γενικά αποδεκτό συμπέρασμα της αποκωδικοποίησης, ισχυριζόμενοι ότι οι Ventris και Chadwick «από τους πολλαπλούς τρόπους ανάγνωσης των κειμένων απλώς διάβαζαν αυτόν που ήθελαν να διαβάσουν». 

Η άποψη των Grumach, Hood και Hampl, μετά το 1975 άρχισε να χάνει και τους λίγους υποστηρικτές που είχε καταφέρει ν΄αποκτήσει. Σήμερα ούτε καν αναφέρεται στα βιβλία που εκδίδονται από τους σοβαρούς ακαδημαϊκούς εκδοτικούς οίκους με θέμα την Ελληνική γλώσσα και τις ΙΕ γλώσσες γενικότερα. Η πιθανότητα όλα αυτά τα χρόνια οι μελετητές να διαβάζουν όλη την ώρα λάθος εκατοντάδες πινακίδες όπως οι παρακάτω και ταυτόχρονα ν΄ανακαλύπτουν ειδικά διαλεκτικά χαρακτηριστικά που αργότερα απαντούν μόνο στην Αρκαδο-Κυπριακή διάλεκτο (όπως λ.χ. το ανώμαλο αρκαδο-κυπριακό -οι του τρίτου προσώπου ενικού όπως εὔχετοι = εὔχεται ή  η εξέλιξη *m./n. > o στα pe-mo = /smermo/ = σπέρμα < *sper-mn. και a2-mo-ta = /harmota/ = ἅρματα < *h2er(s)-mn.-th2 όπως τα Αρκαδικά *dek’m. > δέκο και *dek’m.tos > δέκοτος) νομίζω γίνεται μικρότερη κι από την πιθανότητα να πιάσει κάποιος το τζόκερ.

LinearB

Μετά από αυτήν την παρουσίαση των διαφόρων προτεινόμενων χρονολογιών «Ελεύσεως των Ελλήνων» μπορώ να περάσω στο βιβλίο του Robert Drews. Κατ΄αρχάς πρέπει να πω πως ο τίτλος εξαπατά τον αναγνώστη. Λιγότερο από το 1/3 του βιβλίου είναι αφιερωμένο στο θέμα της «Έλευσης των Ελλήνων», ενώ τα «κυρίως θέματα» που εξετάζονται εκτενώς στα υπόλοιπα 2/3 του βιβλίου είναι το που και πότε εφευρέθηκε το ιππήλατο πολεμικό άρμα και τι συνέπειες είχε η καινοτομία του αρματηγού πολέμου στις κατακτήσεις που συνέβησαν στην Μέση Ανατολή, την Αίγυπτο και την Ινδία κατά την περίοδο 1800-1400 π.Χ. Όσο κι αν διαφωνεί κανείς με τις απόψεις του Drews σχετικά με την «Έλευση των Ελλήνων» και την ΙΕ Κοιτίδα και Διασπορά, το δυνατό μέρος του βιβλίου είναι η λεπτομερής περιγραφή της σημασίας του αρματηγού πολέμου στην Μέση Ανατολή κατά την περίοδο 1800-1400 π.Χ. και της ιστορικής διαδικασίας που ο Drews ονομάζει “take over” = «κατάκτηση από μια στρατιωτικά ισχυρή μειοψηφία ενός ευρύτερου πληθυσμού χωρίς εξόντωση και εκτοπισμό, δηλαδή αντικατάσταση της γηγενούς με μια αλλόγλωσση και αλλοδαπή ελίτ». Από εκεί και μετά, ο ακριβής πληθυσμιακός λόγος ελίτ/μάζας και η επιρροή που η ελίτ μπορεί να προκαλέσει στην υποστρωματική πληθυσμιακή πλειοψηφία καθορίζουν το αν η ελίτ καταφέρει ν΄αφομοιώσει γλωσσικά την πλειοψηφία ή αν η δεύτερη καταφέρει ν΄αφομοιώσει την πρώτη.

Το άλλο καλό σημείο του βιβλίου είναι ότι κάνει μια παρουσίαση των βασικότερων θεωριών «Ελεύσεως των Ελλήνων» που εἰχαν προταθεί μέχρι το 1987. Βέβαια, επειδή το βιβλίο γράφτηκε σχεδόν 30 χρόνια πριν (1988) δεν θα βρείτε ό,τι σημαντικό έχει γραφτεί για το θέμα κατά τα τελευταία 20 χρόνια. Όπως θα δείξω παρακάτω, πολλά από τα συμπεράσματα του Drews μάλλον χρειάζονται αναθεώρηση.

Με άλλα λόγια, ο βασικός σκοπός του Drews είναι να εντάξει την «Έλευση των Ελλήνων» στο γενικότερο πλαίσιο των κατακτήσεων μέσω αρματηγού πολέμου που συνέβησαν στην Μέση Ανατολή κατά την ίδια περίοδο και, επιπλέον, να δείξει ότι οι ΙΕ γλώσσες όπως η Ελληνική και η Σανσκριτική διαδόθηκαν κατά το μέσα της 2ης π.Χ. χιλιετίας από ολιγάριθμες αρματηγές ελίτ που κατάφεραν να επιβάλλουν την εξουσία τους και, μαζί μ΄αυτήν, εν τέλει και την γλώσσα τους, σε αλλόγλωσσα και γηγενή πληθυσμιακά υποστρώματα.

Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω παρακάτω την θεωρία του Drews παραθέτοντας τα ακριβή του λόγια από το βιβλίο του, τα οποία θα έπονται από τις δικές μου κριτικές παρατηρήσεις.

1) Η θέση του Drews στο ζήτημα της ΙΕ κοιτίδας και διασποράς

Όπως είπα παραπάνω, ο Drews έγραψε το βιβλίο του το 1988, μία παράξενη εποχή για τις ΙΕ μελέτες. Το 1985 οι Gamkrelidze & Ivanov πρότειναν την Αρμενία ως ΠΙΕ κοιτίδα, ενώ το 1987 ο Colin Renfrew πρότεινε την πρώτη εκδοχή της Ανατολιακής θεωρίας του. Το 1986 ο David Anthony στην διδακτορική διατριβή του έκανε μια λεπτομερή κριτική της Στεπικής Θεωρίας Κουργκάν της Marija Gimbutas, τονίζοντας κάποια πράγματα που έπρεπε να αλλαχθούν, όπως λ.χ. η πεποίθηση της Gimbutas ότι ο τροχός είχε εφευρεθεί στις στέπες ήδη από την 5η π.Χ. χιλιετία.

Με άλλα λόγια, ο Drews γράφει σε μια εποχή που η προσοχή είχε στραφεί προς την Ανατολία και το παραδοσιακό μοντέλο Κουργκάν της Gimbutas χρειαζόταν βελτίωση. Οι δύο βασικές βελτιωμένες εκδοχές της Στεπικής Θεωρίας, αυτή του Mallory το 1989 και αυτή του David Anthony το 2008, προέκυψαν μετά την συγγραφή του Coming of the Greeks.

O Drews λοιπόν ξεκαθαρίζει αμέσως στον πρόλογο ότι η σύνθεσή του είναι επισφαλής (precarious), στηρίζεται σε έναν αστερισμό δοκιμαστικών (tentative) θέσεων και, στην καλύτερη των περιπτώσεων (at best), θα δράσει σαν ένα χοντροκομμένο (rough) σημείο εκκίνησης για μελλοντικές συνθέσεις.

[σλδ xiv] What is perhaps original in this essay is the general synthesis. That synthesis is admittedly precarious, based as it is on a constellation of tentative positions, and at best it will serve as a rough point of departure for future syntheses.

Αν και παραδέχεται ότι η Στεπική Θεωρία είναι η περισσότερο αποδεκτή και αναγνωρίζει αρκετά λάθη στην Αρμενική θεωρία των Gamkrelidze & Ivanov, ωστόσο «δοκιμαστικά» τοποθετεί την ΠΙΕ κοινότητα στην Αρμενία κατά το τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας. Παίρνει μια Ινδο-Χεττιτική θέση, δηλαδή αποδέχεται ότι ο Ανατολιακός κλάδος είναι η γειτνιάζουσα αδελφή και όχι η πρώτη κόρη της ΠΙΕ γλώσσας. Χρονολογεί την διασπορά των ΙΕ γλωσσών στα μέσα της 2ης π.Χ. χιλιετίας (1700-1100 π.Χ.), δηλαδή δέχεται ότι μέσα σε 600 χρόνια προέκυψαν οι περισσότεροι ΙΕ θυγατρικοί κλάδοι και θεωρεί ως κίνητρο της εξάπλωσης την καινοτομία του αρματηγού πολέμου. Η «έφεση» των ΠΙΕων προς αυτήν την καινούρια μορφή πολέμου οφείλεται κατά τον Drews στο ότι έτυχε να ζούνε στον τόπο όπου εφευρέθηκε το πολεμικό ιππήλατο άρμα.

Ας δούμε τα ακριβή του λόγια:

[σλδ 27] The Pontic steppe, however, seems to have a slight edge among Indo-Europeanists as the most likely site for the PIE community.

[σλδ 32-4] A new direction, however, may have been given to Indo-European studies by a massive study published in 1985. Two Soviet linguists –T.V. Gamkrelidze and V.V. Ivanov- have presented an uneven but plausible case for identifying the land of the PIE speakers with the area just south of the Caucasus […] It is very clear that Gamkrelidze and Ivanov are at their weakest in dealing with matters of chronology, history and archaeology. […] Most of the historical and chronological arguments seem fragile at best, and of those that I am able to judge, some are evidently wrong.

[σλδ 149] […] what evidence we have about the provenance of the chariot warfare fits exactly with the thesis that early in the second millennium the PIE speakers lived in Armenia. […] Our earliest evidence for chariot warfare comes from Anatolia. If the PIE speakers were in large part responsible for the development of chariot warfare, eastern Anatolia is a far more likely Indo-European homeland than either the Carpathian Basin or the Pontic steppes.

[σλδ 197-8] At the end of the third millennium, the PIE-speaking community was no larger than the Hurrian, the Sumerian, the Hattic, or the Proto-Anatolian and was only a fraction the size of the Semitic. The PIE-speaking community remained intact, playing no significant historical role, until the second quarter of the second millennium. In the late seventeenth or early sixteenth century, individuals and then whole communities of PIE speakers begun leaving their native lands (probably in the lake district of eastern Anatolia). […] The PIE speakers’ object in leaving their native lands was to take control of societies that were vulnerable and that could be profitably exploited.

[σλδ 200-1] […] it is increasingly more likely that Proto-Anatolian was an “aunt” rather than a sister of the Indo-European languages.

Finally, our picture of what the PIE did, and when, owes much to the recently proposed hypothesis that the homeland of the PIE speakers was Armenia. Although this identification is problematic, there is much to be said for it. The present essay departs rather widely from the chronological and historical assumptions within which Gamkrelidze and Ivanov constructed their hypothesis,

Παρατηρήσεις:

Γλωσσολογικά η πρόταση του Drews είναι εφιάλτης. Οι 10 θυγατρικοί ΙΕ κλάδοι πρέπει να σχηματιστούν μέσα σε 600 χρόνια (περίπου 1700-1100 π.Χ.) με μια ταχύτητα γλωσσικής αλλαγής που δεν έχει παρατηρηθεί στην καταγεγραμμένη ιστορία των γλωσσών. Αν εφαρμόσουμε την ταχύτητα γλωσσικής αλλαγής που προϋποθέτει ο Drews στην περίπτωση της Ελληνικής γλώσσας τότε μεταξύ 1200 και 600 π.Χ. (δηλαδή στα 600 χρόνια που η Ελληνική εξαπλώθηκε στην Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο με δύο μεγάλα κύματα αποικισμού) έπρεπε να είχαν προκύψει καμιά δεκαριά ελληνογενείς διαφορετικές γλώσσες. Οι Ρωμανικές γλώσσες γεννήθηκαν από την διάσπαση της Λατινικής μέ έναν ρυθμό που έδωσε 3 κλάδους σε 500 χρόνια (200-700 μ.Χ., Σαρδινική, Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική και υπόλοιπο Δυτικο-Ρωμανικό σώμα) και 7-8 Ρωμανικούς κλάδους σε 1500 χρόνια (200-1700 μ.Χ.). Οι σλαβικές γλώσσες γεννήθηκαν από την διάσπαση της πρωτο-σλαβικής με έναν ρυθμό που έδωσε 3 κλάδους σε 500 χρόνια (500-1000 μ.Χ., νότιο, δυτικό και βόρειο) και 9 κλάδους σε 1000 χρόνια (500-1500 μ.Χ.). Με μια ΙΕ διασπορά που σύμφωνα με τον Drews ξεκίνησε περίπου το 1700 π.Χ., γύρω στο 700 π.Χ. οι θυγατρικές ΙΕ γλώσσες θα έπρεπε να έδειχναν την ημιαλληλοκαταληψία (semi-intelligibility) που συνδέει σήμερα τις Ρωμανικές και τις Σλαβικές γλώσσες. Αυτό δεν ισχύει, γιατί οι ΙΕ γλώσσες που απαντούν γραπτά μέχρι το 700 π.Χ. δείχνουν πολύ μεγαλύτερη απόκλιση. Ένας Έλληνας του 700 π.Χ. δεν μπορούσε να συνεννοηθεί «κουτσά στραβά» με έναν σύγχρονό του Λατίνο και ένας Έλληνας του 1400 π.Χ. σίγουρα δεν μπορούσε να συνεννοηθεί «κουτσά στραβά» με έναν Ινδο-Άριο σύγχρονό του.

Το άλλο πρόβλημα της θέσης του Drews είναι πως οι ΙΕ γλώσσες διασπείρονται τόσο γρήγορα ώστε δεν υπάρχει χρόνος για τον σχηματισμό ενδιάμεσων υποκλάδων όπως ο Ελληνο-Άριος και ο Ιταλο-Κελτικός. Δεν υπάρχει τρόπος να εξηγηθούν οι καινοτομίες που συνδέουν αποκλειστικά ορισμένους μόνο θυγατρικούς κλάδους, αφού οι πρόδρομοι όλων των ΙΕ γλωσσών αποσχίζονται πρακτικά ταυτόχρονα. Με άλλα λόγια, το μοντέλο του Drews δεν αναγνωρίζει τις διαφορετικές φάσεις/«ηλικίες» που  οι γλωσσολόγοι αναγνωρίζουν στην ΠΙΕ γλώσσα (Αρχαϊκή/Πρώιμη, Μέση και Ύστερη).

Το μοντέλο διασποράς του Drews δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε την σατεμοποίηση. Δεν εξηγεί γιατί κάποιες μόνο γλώσσες την υπέστησαν (λ.χ. Ινδο-Ιρανικός κλάδος και η Αρμενική, αλλά όχι η Ελληνική ή ο Τοχαρικός κλάδος που αναγκαστικά πρέπει να μεταναστεύσει ανατολικά μαζί με τον Ινδο-Ιρανικό, ο Βαλτο-σλαβικός κλάδος αλλά όχι ο Γερμανικός). Μάλιστα, αν κάποιος υιοθετήσει το μοντέλο διασποράς του Drews θα πρέπει να υποθέσει δύο ανεξάρτητες εστίες σατεμοποίησης: μία για τις Ασιατικές ΙΕ γλώσσες τύπου σάτεμ  (Ινδο-Ιρανικός κλάδος) και μία για τις ευρωπαϊκές ΙΕ γλώσσες τύπου σάτεμ (Βαλτο-Σλαβική, Αλβανική/Δακο-Θρακική και η Αρμενική για την οποία γράφει ότι υπάρχει τάση να θεωρείται «δυτική» γλώσσα σάτεμ που ανέπτυξε τα χαρακτηριστικά της στα Βαλκάνια).

Τέλος, το μοντέλο διασποράς του Drews έχει φτιαχτεί για να εξηγήσει τις μεταναστεύσεις ορισμένων μόνο ΙΕων: αυτών που παίζουν κάποιο ρόλο στο ιστορικό γίγνεσθαι της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής κατά την 2η π.Χ. χιλιετία. Το μοντέλο διασποράς εξηγεί στην ουσία μόνο το πως έφτασαν οι Ινδο-Ιρανοί και οι Έλληνες στις ιστορικές τους θέσεις. Άπό τους υπόλοιπους ΙΕ κλάδους γίνεται μόνο μια μικρή αναφορά στην έλευση της πρωτο-Ιταλικής γλώσσας στην Ιταλία κατά τον 13° π.Χ. αιώνα (θα παραθέσω τα λόγια του Drews στην δεύτερη ανάρτηση) και μια ακόμα πιο μικρή αναφορά στην πιθανή «δυτική» (= Βαλκανική) καταγωγή της Αρμενικής (με άλλα λόγια, οι γλωσσικοί πρόγονοι των Αρμενίων «πήγαν και γύρισαν πίσω» χωρίς όμως να εξηγείται το πως και το γιατί). Για όλους τους υπόλοιπους ΙΕ κλάδους (Τοχαρικός, Κελτικός, Γερμανικός, Βαλτο-Σλαβικός κλπ) δεν γίνεται ούτε η παραμικρή αναφορά.

Τα λόγια του Drews για την Αρμενική λ.χ. είναι τα παρακάτω:

[σλδ 157, υποσημείωση #39] When and under what circumstances Armenian, a satem language, established itself in Armenia remain difficult questions. It is generally believed, however, that much of the evolution of Armenian did not occure within Armenia itself, and specialists have tended to describe the first Armenian speakers in the area as invaders from the west, with linguistic affinities to Thracian and Phrygian (on the fragile foundations for this description see Baldi, An Introduction to the Indo-European Languages, 79-81). As late as the ninth and eighth centuries BC, a non-Indo-European language, Urartian, was spoken in at least a part of what would one day be Armenia.

2) Η θέση του Drews για την εφεύρεση του ιππήλατου πολεμικού άρματος και την σημασία του αρματηγού πολέμου.

Ο Drews πιστεύει ότι το «ελαφρύ» ιππήλατο άρμα με ακτινωτούς τροχούς (spoked wheels) εφευρέθηκε μάλλον στην υποκαυκάσια χώρα (Αρμενία/ ανατολική Ανατολία) κάποια στιγμή γύρω στο 2000 π.Χ. και ότι μέχρι το 1800 π.Χ. είχε εξαπλωθεί μέχρι την Μεσοποταμία ως μέσο μεταφοράς των αριστοκρατών. Η στρατιωτική του σημασία ανακαλύφθηκε αργότερα, γιατί ο Drews χρονολογεί την χαραυγή του αρματηγού πολέμου γύρω στο 1700 π.Χ.. Το ιππήλατο πολεμικό άρμα κατά τον Drews ήταν το μέσο με το οποίο οι ΠΙΕ κατάφεραν να εξαπλωθούν ως στρατιωτικές ελίτ και να επιβάλλουν τις γλώσσες τους στα πληθυσμιακά υποστρώματα που κατέκτησαν.

Στην σελίδα 106 παραθέτει μια ωραία σύνοψη των απόψεων του:

[σλδ 106] Although our chronological framework is tentative and admittedly fragile, it may be useful to present it in concise form:

End of third millennium: proliferation  of the domesticated horse, and increased use of riding horses, in Eurasian steppe; Shulgi of Ur imports riding horses into Messopotamia.

Nineteenth century BC: invention of the spoked wheel; development of a light, horse-drawn “chariot”.

Early eighteenth century BC: in the Fertile Crescent, horse drawn “chariots” sought by kings for rapid transportation and for display; in Anatolia, possible experiments with chariots in battle.

Late eighteenth or early seventheenth century BC: introduction of the bit to the Near East; chariot used in hunting.

Middle decades of seventeenth century BC: with aid of small chariot corps, hyksos chiefs and Hattusilis I make selves Great Kings; advent of chariot warfare.

1468 BC: approximately two thousand chariots clash at Battle of Megiddo.

Σε πολλά σημείο του βιβλίου ξεκαθαρίζει ότι οι Ινδο-Ιρανοί (~ Άριοι) έπαιξαν έναν σημαντικό ρόλο στην διάδοση του πολεμικού άρματος και του αρματηγού πολέμου στην Ανατολή, επειδή πολλές γλώσσες της περιοχής δανείστηκαν την «Άρια» ορολογία για τα άρματα και τον αρματηγό πόλεμο. Έχει διασωθεί η Χεττιτική μετάφραση του ~1400 π.Χ. ενός κειμένου που μάλλον γράφτηκε στην Χουρριτική γλώσσα με θέμα την εκπαίδευση των αρματουλκών αλόγων. Ο συγγραφέας είναι ο Χουρρίτης Kikkuli «αρχι-εκπαιδευτής αλόγων των Μιτάννι» και το κείμενό του είναι γεμάτο Ινδο-Ιρανικούς (και, πολλοί πιστεύουν σήμερα, ειδικότερα πρώιμους Ινδικούς) όρους λ.χ. assussanni = «ιππο-εκπαιδευτής» < σανσκρ. aśva-sana-, aika vartanna = «ένας γύρος/μια στροφή» < πρώιμο σανσκριτικό aika = «ένας» > σανσκρ. eka Hindi ek ~ ρομάνι/γύφτικο (j)ekh κλπ, και vartanna = «γύρος, στροφή», από την ΠΙΕ ρίζα *wert- «περιστρέφομαι» λ.χ. λατινικό vertō , σλαβικό *wert-mn. > vermę = «χρόνος ~ αυτό που κάνει εποχικούς κύκλους») και ελληνικό (Ηλειακή διάλεκτος) ϝρατάνα = «τορύνη, κουτάλα για το ανακάτωμα της σούπας»).

Θυμίζω ότι η Μιταννική ελίτ ήταν μια Ινδο-Ιρανική κάστα αρματηγών πολεμιστών που επιβλήθηκε σε ένα μη ΙΕ (κυρίως Χουρριτικό) πληθυσμιακό υπόστρωμα. Από τις αναλύσεις των ονομάτων που απαντούν στις επιγραφές φαίνεται ότι το 90% αυτών ήταν γηγενή Χουρριτικά με τα Ινδο-Ιρανικά ονόματα (λ.χ. δεύτερα συνθετικά σε -asva = «ίππος» και -ratha = «άρμα») να εκτιμούνται γύρω στο ~5%. Σε μία καταγεγραμμένη συνθήκη με τους Χεττίτες, οι θεότητες της μιταννικής ελίτ είναι τυπικές Ινδο-Ιρανικές (και μάλιστα περισσότερο Ινδικές) θεότητες (λ.χ. Mitra, Varuna, Indra, Nasatyas/Ashvin κλπ).

In a treaty between the Hittites and the Mitanni (between Suppiluliuma and Shattiwaza, ca. 1380 BC), the deities Mitra, Varuna, Indra, and Nasatya (Ashvins) are invoked. Kikkuli‘s horse training text (circa 1400 BC) includes technical terms such as aika (Vedic Sanskrit eka, one), tera (tri, three), panza (pañca, five), satta (sapta, seven), na (nava, nine), vartana (vartana, round). The numeral aika “one” is of particular importance because it places the superstrate in the vicinity of Indo-Aryan proper (Vedic Sanskrit eka, with regular contraction of /ai/ to [eː]) as opposed to Indo-Iranian or early Iranian (which has *aiva; compare Vedic eva “only”) in general.

Γράφει ο Drews για τον σημαντικό ρόλο που έπαιξαν οι πρώιμοι Ινδο-Ιρανοί αρματηλάτες στην διάδοση του πολεμικού άρματος και του αρματηγού πολέμου στην Μέση Ανατολή:

[σλδ 61-2] A treaty on the acclimatizing and training of chariot horses, whose author was Kikkuli of Mitanni, contains a number of Aryan glosses. […] Stated another way, Aryan speakers came to Mitanni before the Aryan-language community was sundered into its Indian and Iranian components, and also before the Aryan conquest of northwest India. […] The Aryan speakers of Mitanni were never more than a minute  minority and were soon completely Hurrianized. Even when the Great Kingdom was established, perhaps ca. 1550 BC, Aryan spekaers may have numbered no more than 2 percent or 3 percent (2-3%) of the population of Mitanni, and by the fourteenth century Aryan was no longer a spoken language in Mitanni.

[σλδ 145] One must go on to ask, however, how it happened that Aryan horse-traning terms came to be held in such reverence by the Hurrians. […] Being illiterate, Aryan speakers must in person have brought such terms as aika vartanna to the attention of the Hurrians. In other words, Aryan-speaking charioteers must at one time have resided in Mitanni. What is more, these Aryan-speaking charioteers were so highly respected that not only their hippological terms but even their gods were taken over by the Hurrians. Quite clearly, the Aryan glosses in the Kikkuli treatise cannot be explained as Hurrian borrowings from a nomadic people passing along Mitanni’s frontier.

Παρατηρήσεις:

Ο Drews πολύ σωστά επεσήμανε τον κεντρικό ρόλο που έπαιξαν οι πρώιμοι Ινδο-Ιρανοί στην διάδοση του ιππήλατου πολεμικού άρματος στην Μέση Ανατολή. Το γενικό του συμπέρασμα όμως ότι το ελαφρύ άρμα εφευρέθηκε στις υποκαυκάσιες χώρες (όπως έγραψα παραπάνω, ο Drews προτιμά αυτήν την περιοχή σαν ΠΙΕ κοιτίδα, χωρίς όμως να έχει ξοδέψει πολλή μελάνη για να το αποδείξει) είναι προβληματικό. Σήμερα, τα παλαιότερα ελαφρά άρματα που έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής είναι αυτά του στεπικού πολιτισμού Sintashta (~2000 π.Χ.). Κατά την σύγχρονη στεπική θεωρία των Mallory-Anthony, ο πολιτισμός Sintashta είναι ο συνδετικός κρίκος που ενώνει τον πολιτισμό Poltavka με τον πολιτισμό Andronovo. Η πολιτισμική αλυσίδα Poltavka > Sintashta > Andronovo σχεδόν ομοφώνως σήμερα θεωρείται η αρχαιολογική έκφραση της Ινδο-Ιρανικής εξόδου από τις στέπες.

Επομένως ο κεντρικός ρόλος των Ινδο-Ιρανών στην διάδοση του ελαφρού άρματος στην Μέση Ανατολή μάλλον οφείλεται στο ότι το άρμα εισήλθε στην περιοχή από τον πολιτισμό Andranovo. Γράφει ο David Anthony:

Sintashta-chariots

Εδώ πρέπει να επισημανθεί ένα άλλο γλωσσολογικό μειονέκτημα στο μοντέλο του Drews, που χρονολογεί την ΙΕ διασπορά γύρω στο 1700 π.Χ., δηλαδή 3 ΑΙΩΝΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ από την υποτιθέμενη ΠΙΕ ανακάλυψη του ακτινωτού τροχού (~ 2000 π.Χ.) στην Αρμενική τους κοιτίδα. Το πρόβλημα με αυτήν την υπόθεση είναι πως στο κοινό ΠΙΕ λεξιλόγιο για την τροχοζωήλατη μεταφορά ΔΕΝ υπάρχει αναδομημένος όρος με τη σημασία «ακτίνα (τροχού), ακτινωτός τροχός». Η έννοια «ακτίνα τροχού» αναπτύχθηκε εντελώς ανεξάρτητα στις θυγατρικές γλώσσες κάτι που δείχνει ότι η διάσπαση της ΠΙΕ ομογλωσσίας συνέβη ΠΡΙΝ την εφεύρεση του «ακτινωτού τροχού». Γράφουν για το θέμα οι David Anthony και Donald Ringe:

spoke

spoke-anthony

Εδώ τελειώνω την πρώτη ανάρτηση της σειράς στην οποία προσπάθησα να περιγράψω το γενικό ιστορικό υπόβαθρο στο οποίο ο Drews τοποθετεί την «Έλευση των Ελλήνων». Μια δεύτερη ανάρτηση θα εξετάσει ειδικά την θέση του στο θέμα της «Ελεύσεως των Ελλήνων».

Advertisements

2 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ιστορία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

2 responses to “«Η Έλευση των Ελλήνων» του Robert Drews #1: το γενικό υπόβαθρο

  1. Simplizissimus

    εκπαίδευση των αρματουλκών αλόγων

    Ωραία λέξη αυτό το αρματουλκός. Την κρατώ 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s