Τα ΙΕ σιγμόληκτα ουδέτερα

Τα σιγμόληκτα γραμματικά ονόματα είναι μέρος των συμφωνόληκτων ονομάτων. Συμφωνόληκτα ονομάζονται εκείνα τα γραμματικά ονόματα (ουσιαστικά και επίθετα) το θέμα των οποίων λήγει σε σύμφωνο λ.χ. *wekw- > *wōkw-s > ὄψ ~ vōx. Στην ρίζα *wekw- «μιλώ» του παραδείγματος το θέμα λήγει στο χειλοϋπερωικό σύμφωνο *kw και σε αυτό προστίθενται τα κλιτικά επιθήματα (λ.χ. ὁ κλώπ-ς > κλώψ , τοῦ κλωπ-ός > κλωπός κλπ). Εκείνα τα συμφωνόληκτα ονόματα που έχουν ως ληκτικό σύμφωνο στο θέμα τους το σίγμα ονομάζονται σιγμόληκτα. Στην αγγλική ορολογία χρησιμοποιείται ο όρος s-stems ~ «σιγμόρριζα».

Τα σιγμόληκτα ουδέτερα ουσιαστικά που θα περιγράψω είναι αυτά που το θέμα τους τελειώνει σε *-es- και είναι τα γνωστά ουδέτερα όπως γένος, μένος, νέφος, ἔπος. Τα ουδέτερα αυτά απαντούν σε όλες τις ΙΕ γλώσσες και η συγκριτική εξέτασή τους στους διάφορους θυγατρικούς κλάδους είναι ιδιαίτερα διδακτική σε όποιον θέλει να κατανοήσει την φυλογενετική συγγένεια των ΙΕ γλωσσών και την αναδόμηση της μητρικής ΠΙΕ.

Πριν περάσουμε στα ΙΕ δεδομένα πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο εντός της Ελληνικής. Τα ουσιαστικά που ανέφερα παραπάνω (γένος, μένος, νέφος, πος) συμφωνούν στο ότι δείχνουν τον ε-βαθμό ablaut του θέματος που υπάρχει πριν από το μόρφημα *-es-. Υπάρχουν όμως ένα σωρό άλλα ουδέτερα όπως θράσος, κράτος, βάθος, πλάτος που δείχνουν ένα /α/ που προέρχεται από τον μηδενικό βαθμό της ρίζας (*R. > aR/Ra και *n. > a). Αυτά πως προέκυψαν;

Η δεύτερη σειρά επιθέτων είναι αποτέλεσμα αναλογικής επίδρασης από τα υ-ληκτα επίθετα των ίδιων ριζών που, κατά κανόνα, σχηματίζονται με τον μηδενικό βαθμό της ρίζας. Η αρχική κατάσταση στην Ελληνική ήταν η εξής:

*dhers- > dhers-es- > θέρσος , αλλά *dhr.s-us > θρασύς

*kert- > *kert-es- > κέρτος/κρέτος , αλλά *kr.t-us > κρατύς

*bendh-es- > βένθος , αλλά *bn.dh-us > βαθύς

*pleth2- > pleth2-es- > **πλέτος, αλλά *pl.th2-us > πλατύς

Από την αναλογική επίδραση των επιθέτων θρασύς, κρατύς, βαθύς, πλατύς κλπ τα ουσιαστικά θέρσος, κέρτος/κρέτος, βένθος και **πλέτος έγιναν θράσος, κράτος, βάθος και πλάτος αντίστοιχα. Γράφει η Anna Morpurgo-Davies στο βιβλίο Greek Personal Names: Their Value as Evidence (OUP, 2000) για τα Αρκαδο-Κυπριακά και Λεσβικά ονόματα σε -κρέτης:

kretos

Άλλες φορές το /e/ της IE ρίζας είναι «κρυμμένο» από τον λαρυγγικό «χρωματισμό»:

*meh2k’-es- > *māk’es- > μκος (> αττικο-ιωνικό μῆκος)

*h2eidh-es- > *aidhes- > αἶθος

Τέλος, επειδή οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν ΙΕστές γλωσσολογοί, σε κάποια φάση άρχισαν να σχηματίζουν πιο ελεύθερα τα σιγμόληκτα ουδέτερα και έτσι προέκυψαν «ανώμαλες» μορφές όπως το σκότος (< IE *skot-) και το ὕφος ( < IE *ubh- < *webh-).

Πάμε τώρα στα ΙΕ δεδομένα.

Στην μητρική ΠΙΕ γλώσσα τα σιγμόληκτα ουδέτερα σχηματίζονταν με την προσθήκη του μορφήματος *-es- στον ε-βαθμό της ρίζας:

*wekw- «μιλάω» > *wekw-es- «λόγος, λέξη» > ελληνικό ϝἔπος ~ σανσκριτικό vàcas ~ αβεστικό vàčah

*men- «σκέφτομαι, είμαι ψυχονοητικά ενεργός» > *men-es- «σκέψη, ψυχονοητική φόρτιση» > ελληνικό μένος ~ σανσκριτικό mànas

Η Ελληνική και η Σανσκριτική συμμερίζονται το φράσημα *{ ish1rom menes- }> ἱερὸν μένος = iṣirèna mànasā .

ish1ros

*k’leu- «ακούω» > *k’lew-es- «κλέος» > ελληνικό κλέος ~ σανσκριτικό ṣravas ~ αβεστικό sravah ~ σλαβικό slovo (δείχνει «ανώμαλο» /o/ όπως το σκότος και η σημασία έγινε «λέξη, ήχος»). Η τροπή *k’>s στα τρία τελευταία οφείλεται στο ότι είναι γλώσσες τύπου satem.

Η Ελληνική και η Σανσκριτική συμμερίζονται το φράσημα *{ k’lewes- n.-dhgwhi-tom } > κλέος ἄφθιτον = ṣravas àkṣitam . Η ανακάλυψη αυτού του κοινού φρασήματος από τον Adalbert Kuhn το 1853 εγκαινίασε τον τομέα της Συγκριτικής ΙΕ Ποίησης.

Kuhn

*g’enh1- «γεννάω, γίνομαι» > *g’enh1-es- «γένος» > ελληνικό γένος ~ λατινικό genus ~ σανσκριτικό janas (σανσκρ. j= /dz/)

*nebh- «σύννεφο» > *nebh-es- > ελληνικό νέφος ~ σανσκριτικό nabhas ~ αβεστικό nabah ~ σλαβικό nebo ~ χεττιτικό nēpis ~ πρωτο-κελτικό *nèmos

Μπορούμε τώρα να περάσουμε στην κλίση των σιγμόληκτων ουδετέρων στις διάφορες θυγατρικές γλώσσες. Παραθέτω έναν πίνακα του Andrew Sihler από το βιβλίο του “New Comparative Grammar of Greek and Latin” (OUP, 1995), ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που στην ουσία είναι ένα εγχειρίδιο ΙΕ γλωσσολογίας που απλώς εστιάζει περισσότερο στην Ελληνική και στην Λατινική.

neuter-s-stems

Στο επάνω μέρος του πίνακα παρουσιάζει την αναδομημένη κλίση του αναδομημένου ΠΙΕ ουδετέρου *g’enh1-es-. Ας δούμε πως μπορούμε να αποκαταστήσουμε τις πτώσεις του ΠΙΕ ουσιαστικού μέσα από την εφαρμογή της Συγκριτικής Μεθόδου.

Στο κάτω μέρος του πίνακα έχει δείγματα σιγμόληκτων ουδετέρων από όλες τις πτώσεις σε διάφορες γλώσσες. Υπάρχουν τρεις ποικιλίες της Ελληνικής (Μυκηναϊκή/Γραμμική Β, Ομηρική και Αττική), το λατινικό genus = γένος, το σασκριτικό/βεδικό vàcas = «λέξη, λόγος» (~ έπος) και το σλαβικό slovo = «λέξη, ήχος» (~ κλέος).

ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

1) Ονομαστική (και Αιτιατική). Το /ο/ στα γένος και slovo, καθώς και το /u/ (< /o/) του λατινικού genus δείχνουν ότι η ρίζα *g’enh1-es- στην ονομαστική ήταν *g’enh1-os. Τα Ινδο-Ιρανικά παραδείγματα εδώ δεν μπορούν να μας βοηθήσουν γιατί σε αυτές τις γλώσσες τόσο το *e όσο και το *o τράπηκαν σε /a/ και, επομένως, το vàcas θα μπορούσε να αναχθεί τόσο στο *wekw-es όσο και στο *wekw-os. Αλλά επειδή όλα τα άλλα παραδείγματα δείχνουν ονομαστική σε *-os, είναι πιθανότερο ότι το vàcas προέρχεται και αυτό από το *wekw-os, όπως το ἔπος.

2) Γενική. Εδώ οι θυγατρικοί κλάδοι χωρίζονται σε αυτούς που δείχνουν γενική σε *-es και σε αυτούς που δείχνουν γενική σε *-os. Η λατινική γενική generis (< *g’enes-es , με τροπή *e>i και ρωτακισμό του μεσοφωνηεντικού *-s- όπως λ.χ. στα θεματοποιημένα *h2ewsōs-h2 > aurōra και flōs με παράγωγο *flōs-a > Flora) και η σλαβική γενική slovese (< *k’lewes-es, το τελικό /s/ χάθηκε λόγω του ΝΑΣ) ανάγονται σε μια ΠΙΕ γενική *-es. Αντίθετα, η Ελληνική γενική τοῦ γένους/γένεος που στην Μυκηναϊκή ήταν ακόμη γένεhος (λ.χ. pa-we-a2 = /pharweha/ = φάρεα, ως γνωστόν στην Ελληνική σε μεσοφωνηεντική θέση έγινε η τροπή *s>h>∅ λ.χ. *h1su- > *ehu- > εὖ , *tweis– > σείω/σεισμός , *h2kous– > ἀκούω/ἀκουστής). Επομένως, για την ΠΙΕ γενική πρέπει να ανασυνθέσουμε ένα μεταπίπτον (ablauting) επίθημα *-e/os.

O Torsten Meissner στο βιβλίο του για τα σιγμόληκτα ουδέτερα περιγράφει τις δύο κατηγορίες γενικής με τα παραδείγματα: ελληνικό  *g’enh1-es-os > γένεος και σλαβικό *nebhes-es > nebese . Το σημαντικό είναι να καταλάβετε ότι στην ουσία έχουμε να κάνουμε με διαφορετικούς βαθμούς ablaut του ίδιου επιθήματος. Ο Andrew Sihler κατατάσσει τις ΙΕ γλώσσες ως προς την γενική συμφωνόληκτων σε *-es και *-os:

gen-es-os

Η ποικιλία *-es απαντά στον Ιταλικό, τον Γερμανικό και τον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο, ενώ η ποικιλία *-os απαντά στον Ιταλικό, στον Κελτικό και στον Ελληνικό. Τέλος, η Ινδο-Ιρανική γενική -as (λ.χ. vàcas > vàcas-as) μπορεί να παραχθεί και από τις δύο ποικιλίες για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί παραπάνω.

Ο Ιταλικός κλάδος έχει ενδιαφέρον διότι παρουσιάζει και τις δύο ποικιλίες συμφωνόληκτης γενικής. Σε παλαιότερες επιγραφές η γενική -is  απαντά ως -es (Venus > Veneres = Veneris), ενώ απαντούν και γενικές του τύπου rēx > rēgus (~ ὁ ῥήξ > τοῦ ῥηγός, καθιερωμένη λατινική γενική rēgis).

3) Δοτική. Εδώ πρέπει αμέσως να πω ότι η δοτική πτώση της αλφαβητικής Ελληνικής προέκυψε από την ΠΙΕ τοπική (locative). Στην παλαιότερη μυκηναϊκή Ελληνική η ΠΙΕ δοτική φαίνεται να ήταν ακόμα ενεργή και διακριτή από την τοπική. Η διαφορά των δύο είναι μικρή. Η ΠΙΕ δοτική σχηματίζεται σε *-ei, ενώ η τοπική σε *-i. Στον πίνακα του Sihler φαίνεται η διάκριση με τα μυκηναϊκά E-re-e = /Helehei/ = δοτική του τοπωνυμίου «Ἕλος» και we-te-i = /wetehi/ (= ἔτει) = τοπική του ουδετέρου ἔτος.

Η λατινική δοτική generī δείχνει την αναμενόμενη τροπή *ei>ī (λ.χ. *weik’-os > vīcus), η σανσκριτική δοτική vacase δείχνει την τυπική μονοφθογγοποίηση *ei> ai > e λόγω της τροπής e>a (λ.χ. ελληνικά αἶθος, αἴξ ~ σανσκριτικά édha, eḍa) και, τέλος, η σλαβική δοτική slovesi δείχνει κανονικά *ei>ī>i (λ.χ. *leis-tos > listŭ).

Επομένως, η ΠΙΕ δοτική *g’enh1-es-ei αναδομείται χωρίς καμία δυσκολία.

4) Τοπική. Εδώ με την εξαίρεση της σλαβικής που έχει καινοτομήσει τελείως (ανεπιθηματική δοτική με την προσθήκη ενός μορίου -e) και την Λατινική που έχει κάνει την παράξενη τροπή *-es-i > *-es-e > -ere (genere) η Ελληνική και η Σανσκριτική δείχνουν ξεκάθαρα το επίθημα *-i (γένος, μένος > γένεhι, μένεhι ~ σανσκριτικά jànasi, mànasi).

Επομένως, η ΠΙΕ τοπική πτώση *g’enh1-es-i μπορεί και εδώ ν΄αναδομηθεί χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

1) Ονομαστική (και Αιτιατική).Εδώ η αναδόμηση είναι ξεκάθαρη. Η Ελληνική μας δίνει γένεhα, η Λατινική genera, η Σλαβική slovesa/nebesa , ενώ η Σανσκριτική έχει καινοτομήσει τελείως με το επίθημα πληθυντικού -āmsi (το γενικό σανσκριτικό επίθημα ονομαστικής πληθυντικού όλων των ουδετέρων). Βέβαια το τελικό /i/ του επιθήματος έχει την ίδια καταγωγή (*h2>i) με τα /a/ των άλλων κλάδων.

Επομένως, η ΠΙΕ ονομαστική πληθυντικού *g’enh1-es-h2 αναδομείται χωρίς κανένα πρόβλημα. Στην Αβεστική όμως επιβιώνει η εκδοχή *-os-h2 > *-ōs (λ.χ. manå = μένεα/mànasa, vačå = ἔπεα/vàcasa) που ο Sihler θεωρεί ως την παλαιότερη.

avestan-mana

2) Γενική. Η κλασσική Αττική δείχνει την συνηρημένη γενική τῶν γενῶν, αλλά η Ομηρική Ελληνική διατηρεί τον ασυναίρετο τύπο γενέων που στην Μυκηναϊκή Ελληνική ήταν γενέhων. Η Σανσκριτική γενική είναι ακριβώς ολόιδια (*weid-es- : σανσ. vèda > vèdasām = ελλ. ϝεἶδος > ϝειδέhων/εἰδῶν και manasām ~ μενέhων/μενῶν). Από τις δύο μπορούμε να αναδομήσουμε την ΠΙΕ γενική πληθυντικού *g’enh1-es-ōm.

Η λατινική γενική generum και η σλαβική slovesŭ , από την άλλη, δείχνουν βραχύ /o/ *-om. Αυτό είναι κάτι που βλέπουμε όταν συγκρίνουμε και τις γενικές πληθυντικού λύκος/λύκων ~ lupus/lupōrum και πούς/ποδῶν ~ pēs/pedum

Δεν υπάρχει γενική συμφωνία για το ποιος ήταν ο αρχικός ΠΙΕ τύπος της γενικής πληθυντικού. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι υπάρχουν γλώσσες που δείχνουν *-ōm και γλώσσες που δείχνουν *-om.

3) Οργανική. Η οργανική πτώση (instrumental case) χρησιμοποιείται για να δηλώσει το αντικείμενο/πρόσωπο ως όργανο και εκτελεστή μιας πράξης (λ.χ. με το έργο σου θα αποκτήσεις μνήμη, ο Ημαθίωνας σκοτώθηκε από τον Ηρακλή). Στην αλφαβητική αρχαία Ελληνική, οι λειτουργίες της οργανικής είχαν απορροφηθεί από την δοτική (ἔξεις ἔργῳ μνήμην) και από τον συνδυασμό ὑπὸ + γενική  (ὑπὸ Ἡρακλέους ἀναιρεθῆναι τὸν Ἡμαθίωνα). Η Μυκηναϊκή Ελληνική, αντίθετα, διατηρεί το επίθημα -pi (=/-phi/ < IE *-bhi) για την οργανική πληθυντικού λ.χ. a-ni-ja-pi = /āniyāphi/ = ἡνίηφι = «με τα ηνία» και po-pi = /podphi/ = «με τα πόδια»). Το επίθημα αυτό διατηρήθηκε απολιθωμένο στο ἷφι = «με δύναμη = δυνατά», ετυμολογικά οργανική πτώση του ουσιαστικού ἴς = δύναμη < *wiH-s) και απαντά στα Ομηρικά Έπη κυρίως σαν δοτική.

H οργανική πληθυντικού *ansiābhi = «με τα ηνία» μπορεί να αναδομηθεί μέσα από την σύγκριση του Μυκηναϊκού a-ni-ja-pi = /hāniyāphi/) με το Παλαιο Ιρλανδικό ομόλογό του esib.

ansija

Πάμε τώρα στα σιγμόληκτα ουδέτερα του πίνακα του Sihler.

H Λατινική έχει generibus και η Σανσκριτική vacobhis (κανονική sandhi εκδοχή του παλαιότερου τύπου vacasbhis).

Για να καταλάβουμε την ομοιότητα του σανσκριτικού vacas ~ ἔπος > vacasbhis ~ ἔπεσφι(ν) με την ελληνική περίπτωση θα παραθέσω ένα Ομηρικό παράδειγμα. Στην ελληνική, η ρίζα *weg’h- «εποχέομαι» έχει δώσει το αρσενικό ουσιαστικό παράγωγο *wog’h-os > ὄχος ~ παλαιοσλαβωνικό vozŭ. Στα Ομηρικά έπη, ο πληθυντικός του ὄχου είναι το ανώμαλο ουδέτερο τὰ ὄχεα. Ο Ησύχιος διέσωσε ως διαλεκτικό το γλωσσολογικά «σωστό» σιγμόληκτο ουδέτερο *weg’h-es- > ἔχος στην φράση ἔχεσφιν = ἅρμασιν = «με τα άρματα/έχεα».

ἔχεσκε· κατεῖχεν (Γ 219) ASn

ἔχεσφιν· ἅρμασιν

ἔχεται· ἕπεται. ἀντιλαμβάνεται

Το σιγμόληκτο ἔχος = ἅρμα λοιπόν σχηματίζει οργανική πληθυντικού ἔχεσφι(ν) (< *weg’h-es-bhis) ακριβώς σαν το σανσκριτικό vacas > vacas-bhis > vacobhis. Εδώ πρέπει να πω ότι η Σανσκριτική έχει το σιγμόληκτο ουδέτερο vāhas = ἔχος = «άρμα». Όπως καταλαβαίνετε, η οργανική πληθυντικού του είναι vāhasbhis = ἔχεσφι(ν). Το μακρό φωνήεν στον σανσκριτικό όρο θυμίσει το ζεύγος ἄγος = āga = «αμαρτία, λάθος» και τα διπλά ελληνικά ἔθος ~ ἦθος και μέδος ~ μῆδος. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ικανοποιητική εξήγηση για τις ποικιλίες με το μακρό φωνήεν.

vahas

Αφού λοιπόν ξεκαθάρισα ότι οι γλωσσολογικά ορθοί τύποι είναι ὁ ὄχος και τὸ ἔχος, ας δούμε πως χρησιμοποιούν οι Ραψωδοί το υβριδικό/«ανώμαλο» ουδέτερο (τὸ) ὄχος.

[Ιλιάδα, 23.5-9]

ἀλλ᾽ ὅ γε οἷς ἑτάροισι φιλοπτολέμοισι μετηύδα·
Μυρμιδόνες ταχύπωλοι ἐμοὶ ἐρίηρες ἑταῖροι
μὴ δή πω ὑπ᾽ ὄχεσφι λυώμεθα μώνυχας ἵππους,
ἀλλ᾽ αὐτοῖς ἵπποισι καὶ ἅρμασιν ἆσσον ἰόντες
Πάτροκλον κλαίωμεν· ὃ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων.

« Γοργαλογάδες Μυρμιδόνες μου, σύντροφοι μπιστεμένοι,
κάτω απ᾿ τ᾿ αμάξια τα μονόνυχα να μην ξεζέψουμε άτια,
μόνο ας θρηνήσουμε τον Πάτροκλο, με αλόγατα κι αμάξια
ζυγώνοντας τον τι όσοι πέθαναν άλλη δε λάχαν χάρη.

[Ιλιάδα, 23.28-31]

ἥατ᾽ ἄρ᾽ αὖθι μένοντες ἀολλέες. αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς
αὐτίκα Μυρμιδόνεσσι φιλοπτολέμοισι κέλευσε

χαλκὸν ζώννυσθαι, ζεῦξαι δ᾽ ὑπ᾽ ὄχεσφιν ἕκαστον
ἵππους· οἳ δ᾽ ὄρνυντο καὶ ἐν τεύχεσσιν ἔδυνον,

κάθισαν όλοι τους προσμένοντας· τότε ο Αχιλλέας προστάζει
δίχως ν᾿ αργούν οι πολεμόχαροι να ζέψουν Μυρμιδόνες

τ᾿ άτια στ᾿ αμάξια, και τις χάλκινες αρμάτες να ζωστούνε.

(Μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

4) Δοτική. Η αναδομημένη ΠΙΕ δοτική πληθυντικού έχει τον ίδιο δείκτη *-bh- με την οργανική, αλλά δεν μπορεί να αναδομηθεί με την ίδια λεπτομέρεια. Την συμβολίζουμε  ως *g’enes-bh-.

5) Τοπική. Η ελληνική τοπική πληθυντικού (που εξελίχθηκε σε δοτική κατά την αλφαβητική περίοδο) είναι γένεσ(σ)ι και αντιστοιχεί στο σανσκριτικό janassu. Η αναδομημένη από την Συγκριτική Μέθοδο ΠΙΕ τοπική πτώση πληθυντικού είναι *g’enh1-es-(s)u.

Τώρα μπορούμε να παρουσιάσουμε την αναδομημένη κλίση του *g’enh1-es- όπως αυτή προέκυψε μέσα από την Συγκριτική Μέθοδο.

Ενικός:

Ονομαστική/Αιτιατική: *g’enh1-os

Γενική: *g’enh1-es-e/os

Δοτική: *g’enh1-es-ei

Τοπική: *g’enh1-es-i

Πληθυντικός:

Ονομαστική/Αιτιατική: *g’enh1-es-h2 και, ενδεχομένως, παλαιότερα *g’enh1-os-h2 ~ *g’enh1-ōs

Γενική: *g’enh1-es-ōm και *g’enh1-es-om

Οργανική: *g’enh1-es-bhis

Δοτική: *g’enh1-es-bh-

Τοπική: *g’enh1-es-(s)i

Αφού εξετάσαμε την κλίση των σιγμόληκτων ουδετέρων τώρα μπορούμε να εξετάσουμε τα παράγωγά τους.

Σύνθετα Ονόματα:

Στα σύνθετα ονόματα τα σιγμόληκτα ουδέτερα μπορεί να σχηματίζουν το πρώτο ή το δεύτερο μέλος. Όταν σχηματίζουν το πρώτο συνθετικό τότε ένα συζευκτικό -i- του Caland μπορεί ή όχι να τα χωρίζει από το δεύτερο συνθετικό.

ὄρος > ὀρεσ-ί-τροφος (το θεματικό -σ έχει επανέλθει αναλογικά αφού πρώτα χάθηκε στην πρωτο-Ελληνική λ.χ. ὀρεh-ί-τροφος > ὀρείτροφος ~ ὀρειγενής) και ὀρεσ-νός > ὀρεινός (ύστερα από την πρώτη αναπληρωματική έκταση), ὀρέσ-της

Ἄργος > Ἀργέh-ιος > Ἀργεῖος

ἄλγος > ἀλγεσ-ί-δωρος = «που δωρίζει πόνο/άλγος» και ἀλγεσ-νός > ἀλγεινός

μῆκος/μᾶκος > μᾱκεσ-ί-κρανος = «τσαλαπετεινός» και περ-ι-μήκε(σ)-τος > περιμήκετος = «πανύψηλος»

σκότος > σκοτεσ-νός > σκοτεινός

ἄνθος > ἀνθεσ-ρός > ἀνθηρός (η αναπληρωματική έκταση εδώ έγινε αρκετά νωρίς και προέκυψε πανελλήνιο «η»)

κράτος > κρατε(σ)-ρός > κρατερός (εδώ ή δεν έγινε αναπληρωματική έκταση ή το «σ» χάθηκε στο μορφηματικό σύνορο όπως στο περιμήκετος παραπάνω).

φᾶος/φῶς > φᾱεσ-ί-μβροτος = «που φέρνει φως στους θνητούς» και φώσ-φορος/φαοσ-φόρος/φαεσ-φόρος

Από τα λατινικά παραθέτω τα παραδείγματα: rōbus/rōbur > rōbus-tus και tempus/temporis > tempes-t-īvus

Όταν σχηματίζουν το δεύτερο συνθετικό, προκύπτουν τα επίθετα σε -ης/-ες εξαιτίας του νόμου του Szemerényi: -εσ-ς > -ης, αλλά ουδέτερο -εσ-∅ > -ες.

μῆκος > εὐμήκης   ,   μέλος > ἀρτιμελής   ,   κῦδος > ἐρικῡδής    ,    φᾶος > περιφαής   ,  γένος > εὐγενής

Από τον Ελληνο-Άριο κλάδο αναφέρω τα σύνθετα επίθετα με δεύτερο συνθετικό το σιγμόληκτο ουδέτερο *menes- «μένος» > *h1su-menēs = εὐμενής και *dus-menēs = δυσμενής .

Η Σανσκριτική έχει τα επίθετα su-mànās και durmànās και η Αβεστική το επίθετο dušmanah-.

h1su-menes-

Όταν τα επίθετα σε -εσ-ς > -ης σχηματίζουν παράγωγα θηλυκά ουσιαστικά σε *ih2/ieh2 τότε προκύπτουν τα ουσιαστικά όπως:

γένος > εὐγενής > *εhυ-γενεh-ια > εὐγένεια   ,   μένος > δυσμενής > *δυσ-μενεh-ια > δυσμένεια   , κράτος > ἐγκρατής/ἀκρατής > εν-κρατεh-ια > ἐγκράτεια και α-κρατεh-ια > ἀκράτεια

Τα σιγμόληκτα ουδέτερα μπορούν να συνδυαστούν με το επίθημα Hoffmann *-(i)h3onh2 για την παραγωγή ουσιαστικών με το επίθημα: *-es-t-h3onh2 > *-es-dōn > *-ēdōn = -ηδών.

ἄλγος > ἀλγηδών   ,   ἄνθος > ἀνθηδών/Ἀνθηδών   ,   κλέος > κλεηδών   ,   ἄχθος > ἀχθηδών

Το θεσσαλικό τοπωνύμιο Φαρκᾱδών (< πρωτο-ελληνικό *Φερκηδών , με ερ>αρ και η>ᾱ τυπικά των βόρειων αρχαίων διαλέκτων και της Ιστιαιώτιδος όπου βρισκόταν η Φαρκαδών) σημαίνει «Υψικείμενη» και δείχνει ότι κάποτε υπήρχε στην Ελληνική το σιγμόληκτο ουδέτερο **φέρκος από την ΙΕ ρίζα *bherg’h- «ψηλός» (λ.χ. γερμανικό Berg, Κελτικό θεωνύμιο Brigantia).

Advertisements

3 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

3 responses to “Τα ΙΕ σιγμόληκτα ουδέτερα

  1. Χρήστος

    Πρώτον: Τώρα κατάλαβα για τον Ψέκα. Έκανα αναδρομή σε παλιότερα άρθρα και βρήκα κι άλλα αφιερώματα που του έχεις κάνει. χαχαχα 🙂

    Δεύτερον: Μόλις είδα το σημερινό άρθρο νόμιζα ότι το χεις ξαναβάλει κι έψαχνα τα παλιά, αλλά δεν το βρήκα. Από τα βιβλία που παρέθεσες προχτές βρήκα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στα σιγμόληκτα του Meissner και το “ξεφύλισσα” λίγο στην προεπισκόπηση (αν μπορούμε να το πούμε για τα ηλεκτρονικά βιβλία). Και σήμερα, να και το άρθρο, σα να το ζήτησα !! Το timing !

    Για το θέμα τώρα. Δεν καταλαβαίνω αυτό το ο της ονομαστικής.
    *g’enh1-es- «γένος» > ελληνικό γένος
    δηλαδή το e του επιθήματος τρέπεται σε ο ? Όχι.
    το επίθημα αυτό έχει ο στην ον. και e στις υπόλοιπες πτώσεις? Δηλαδή είναι μετάπτωση του επιθήματος ? Όπως στο παράδειγμα ghei-ōm, ghi-em-m, ghi-m-os ?
    Δεν είναι ανώμαλο η μετάπτωση να αφορά μόνο την ονομαστική? Συνήθως οι μεταπτώσεις αφορούν όλες τις πτώσεις.

    Υπάρχει περίπτωση το ο αυτό να είναι από επίδραση της θεματικής κλίσης σε ο ? Απ’ ότι έχω καταλάβει είναι ισχυρή κλίση και ευθύνεται για αλλαγές σε άλλες κλίσεις.

    • Λοιπόν, η άποψη του Meissner είναι ότι ίσως το es>os στην ονομαστική να προέκυψε από μια τάση παρόμοια με αυτήν της Ελληνικής για επιλογή του ο-βαθμού σε τελική μετατονική συλλαβή λ.χ.

      νικητήρ = νικήτωρ
      ἀμυντήρ = ἀμύντωρ
      πατήρ αλλά ἀπάτωρ

      Δηλαδή το καθοριστικό σημείο στην εξέλιξη -es- > -os- ήταν το ότι δεν τονίζεται ποτέ (γένος, τέμενος, ἔρεβος, ὄρος, κόστος).

      Τώρα τα στοιχεία που δείχνουν ότι μπορεί να υπήρχε κάποτε και ονομαστική σε genh1-es πέρα από την *genh1-os είναι το Χεττιτικό *nebh-es > nēpis και ο Γοτθικός συγγενής του ελληνικού ουδετέρου *h1regw-es > ἔρεβος:

      *h1regw-es > riqis με γενική *h1regwes-es > riqisis.

      http://postimg.org/image/bjvzf3div/

      Το πρόβλημα στον Γερμανικό κλάδο όμως είναι ότι η κατηγορία των σιγμόληκτων ουδετέρων διαβρώθηκε πολύ γρήγορα, επομένως δεν ξέρουμε αν έχουμε να κάνουμε με διατήρηση ανάλογη με αυτήν του Ανατολιακού κλάδου ή καινοτομική αλλαγή.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s