Τα Πατρωνυμικά Επίθετα

Στις πατριαρχικές κοινωνίες η καταγωγή ενός ατόμου προσδιορίζεται πατρογονικά (patriline, patrilineal), δηλαδή μέσα από την περιγραφή της αρσενικής γενεαλογικής σειράς. Αυτό έχει αποτυπωθεί στις γλώσσες των πατριαρχικών κοινωνιών με δύο τρόπους:

1) Η ταυτότητα ενός ατόμου περιγράφεται με το ζεύγος όνομα + πατρώνυμο

2) Η λέξη «πατέρας» έχει δώσει παράγωγα ουσιαστικά με τη σημασία «γένος/γενεαλογική σειρά» όπως λ.χ. στα ελληνικά πατήρ > πατριά και  πάτρᾱ (ορισμός II) και στο παλαιοσλαβωνικό (OCS) otĭ = «πατέρας» > otĭcĭstvo = «πατριά, πάτρᾱ», παράγωγο σε -ĭstvo που σχηματίζει σλαβικά αφηρημένα ουσιαστικά, όπως λ.χ. το ΙΕ επίθημα *-teh2t- ~ -tāt- : ταχύς > ταχύτης/ταχύτητα, vēlōx > vēlōcitās/vēlōcitātem. Λ.χ. OCS mǫžĭ = «άνδρας, σύζυγος» > mǫžĭstvo = «ανδρότητα».

Η αρχαία Ελληνική είχε δύο τρόπους για να εκφράσει το πατρώνυμο ενός ατόμου. Ο ένας ήταν με την χρήση της γενικής πτώσης, όπως λ.χ. τα διάσημα αττικά όστρακα που γράφουν ΘΕΜΙΣΘΟΚLΕΣ ΝΕΟΚLΕΟΣ = γραφή με το παλαιό αττικό αλφάβητο (όπου το «ο» απέδιδε τους  φθόγους ο,ω,ου και το «ε» τους φθόγγους ε,η) για το ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ = Θεμιστοκλής ο γιος του Νεοκλή (με υπερδιόρθωση στ>σθ που δείχνει ότι ο γραφέας μιλούσε μια κοινωνιόλεκτο που έκανε την τροπή σθ>στ, λ.χ. ἔμπροσθεν > μπρόστα).

ostrakon

Ο άλλος τρόπος ήταν με την χρήση Πατρωνυμικών Επιθέτων. Η Ελληνική είχε τρία διαφορετικά Πατρωνυμικά Επίθετα:

1) Αυτά που προέκυψαν από τα μορφήματα -ιδ-/-αδ- (εκ των οποίων το -ιδ- με ξεκάθαρη υποκοριστική λειτουργία λ.χ. βοῦς > βοϝίδ– >  βοΐδιον και *peh2w-id-s> παῖς, κυριολεκτικά «μικρούλης») και έδωσαν τα -ίδᾱς και -άδᾱς (> αττικο-ιωνικά –ίδης/-άδης). Έτσι οι απόγονοι του Ἠρακλέους ήταν οι Ἠρακλείδαι , οι απόγονοι του Αἰακού οι Αἰακίδαι, ενώ οι Λαρισαίοι Ἀλευάδαι ήταν οι απόγονοι του Ἀλεύα.

2) Αυτά που σχηματίστηκαν από το ΙΕ συσχετιστικό επίθημα επιθέτων σε *-jos (λ.χ. Κόρινθος > Κορίνθιος και το Θεσσαλικό επίθετο λίθος > λίθιος = λίθινος). Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι ο Αίας ο Τελαμώνιος = γιος του Τελαμώνος.

Αντίστοιχα, σε ένα ενεπίγραφο κέρατο του 5ου μ.Χ. αιώνα που βρέθηκε στην Δανία διαβάζουμε σε πρωτο-σκανδιναβική γλώσσα (βόρειος υποκλάδος του γερμανικού κλάδου):

ek Hlewagastiz Holtijaz horna tawidō = Εγώ ο Hlewagastiz (γερμανιστί ο Κλεόξενος) ο γιος του Holt έκανα αυτό το κέρας.

Το πατρωνυμικό επίθετο Holtijaz = «Χόλτιος» σχηματίστηκε όπως το ελληνικό Τελαμώνιος από το ΙΕ *-jos.

Ο Δαρείος στις παλαιοπερσικές επιγραφές προσδιορίζεται ως Haχāmanišiya = Ἀχαιμένειος ~ Αχαιμενίδης = «απόγονος του Haχāmaniš/Αχαιμένους».

Haxamanisiya

Παρομοίως, στις Φρυγικές επιγραφές, δίπλα από το αρσενικό όνομα Ιμᾱν (με γενική Ιμενος), βρίσκουμε το θηλυκό πατρωνυμικό όνομα Ιμενεια = θυγατέρα του Ιμενος (θυμίζω πως η φρυγική θεά που οι Έλληνες ονόμαζαν Κυβέλη, στις Φρυγικές επιγραφές απαντά ως Mātār Kubeleja = Μήτηρ Κυβέλεια (= Μητέρα των Κυβέλων ορών, τα Κύβελα = όρη Φρυγίας).

Imeneia

Kubeleya

3) Ο τρίτος τρόπος σχηματισμού ενός πατρωνυμικού επιθέτου ήταν με την χρήση του συσχετιστικού επιθήματος Hoffmann *-(i)h3onh2. Από τα ουσιαστικά κάλαμος και ἐλαία προέκυψαν τα παράγωγα καλαμών = μέρος με πολλά καλάμια και ἐλαιών = μέρος με πολλά ελαιόδενδρα, ενώ οι Θεοί που «οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι» ονομάζονται Οὐρανίωνες. Τα δύο κλασσικά παραδείγματα είναι τα επικά πατρωνυμικά επίθετα του Δία και του Αχιλλέα.

Στα Έπη ο Δίας ονομάζεται Κρόνιος = Κρονίδης = Κρονίων = «γιος του Κρόνου» και ο Αχιλλέας Πηλήιος = Πηληιάδης/Πηλείδης = Πηλείων = «γιος του Πηλέα».

Από τις παραπάνω εξισώσεις προκύπτει το εύλογο συμπέρασμα ότι τα ονόματα Παρμενίδης και Παρμενίων είναι και τα δύο πατρωνυμικά στην καταγωγή τους και σημαίνουν «ο γιος του Παρμένου ~ Παραμόνου» (Παράμονος = «αυτός που παραμένει στη μάχη και δεν εγκαταλείπει τη θέση του», ορισμός ΙΙ).

Paramonos

Κατά την κλασσική περίοδο, η Αττικο-Ιωνική προτίμηση για την χρήση της γενικής (Θεμιστοκλής Νεοκλέους) έγινε λίγο πολύ πανελλήνιος κανόνας. Η μόνη περιοχή που αντιστάθηκε σε αυτή την συνήθεια ήταν η Θεσσαλία. Σε όλες τις Θεσσαλικές διαλεκτικές επιγραφές αντί για την γενική χρησιμοποιείται σταθερά το πατρωνυμικό επίθετο. Παραθέτω μια επιγραφή των τελών του 3ου π.Χ αιώνα από την Φάρσαλο όπου αναγράφονται περίπου 180 ζεύγη ονόματος + πατρωνυμικού επιθέτου (εγώ παρουσιάζω αυτά που χώρεσαν σε μία εικόνα).

Pharsalos-list

Για τη σωστή ανάγνωση των Θεσσαλικών διαλεκτικών επιγραφών πρέπει πρώτα να εξηγήσω ορισμένες συνήθειες της συγκεκριμένης διαλέκτου. Τα πρωτοελληνικά η,ω τράπηκαν κατά κανόνα σε ει,ου (Κλέων, Λέων > Κλέουν, Λέουν και Σωκράτης > Σουκράτεις, Ἱπποκράτης > Ἱπποκράτεις) ενώ, όπως σε όλες τις μη Αττικο-Ιωνικές διάλέκτους, το πρωτο-ελληνικό μακρό /ᾱ/ δεν τράπηκε σε /η/ (λ.χ. πόλις = πόλις, Ἀλθονίκειος = γιος του Ἀληθονίκου, Δμοφίλειος = γιος του Δημοφίλου).

Στην Θεσσαλία τα δευτερόκλιτα σε -ος και τα αθεματικά σχημάτιζαν πατρωνυμικά επίθετα σε -ειος, ενώ τα πρωτόκλιτα σε -ᾱς (αττικο-ιωνικό -ης) σχηματίζαν πατρωνυμικά επίθετα σε -αιος.  Τα καλύτερα παραδείγματα είναι στις διαδοχικές γραμμές όπου μετά τον πατέρα ακολουθεί ο γιος που έχει το ίδιο όνομα με τον παππού του (τον πατέρα του πατέρα του). Έτσι τo ζεύγος A+B αντιστρέφεται σε B+A.

Γραμμές 15/6: Μυλλίνᾱς Βιρούνειος και Βίρουν Μυλλίναιος

Γραμμές 39/40: Ἄσσᾱς Δενδίλειος και Δενδίλος Ἀσσαῖος

Γραμμές 43/45: Νικίᾱς Φιλοξένειος και Φιλόξενος Νικίαιος

Γραμές 80/81: Καρίουν Ἱπποκράτειος και Ἱπποκράτεις Καριούνειος

Γραμμές 107/108: Ὄνασος Θεοδούρειος και Θεόδουρος Ὀνάσειος (Θεόδωρος > Θεόδουρος)

Γραμμές 119/120: Αὐτόνοος Ἀγαθούνειος και Ἀγάθουν Αὐτονόειος (Ἀγάθων > Ἀγάθουν)

Με τα παραπάνω κατά νου δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα για να καταλάβουμε λ.χ. ότι η γραμμή 79 Ἱέρουν Στρατούνειος αντιστοιχεί στο Αττικο-Ιωνικό Ἱέρων Στράτωνος = Ἱέρων γιος του Στράτωνα.

Στην Μακεδονία όπου η επίδραση της Αττικής Κοινής ήταν ισχυρότατη (τουλάχιστον στον γραπτό και επίσημο λόγο) ο κανόνας είναι η δήλωση του πατρωνυμικού με την γενική. Δύο όμως επιγραφές από τον 3° π.Χ. αιώνα (αρχές 3ου αιώνα στην Θεσσαλονίκη και τέλη 3ου π.Χ. αιώνα στην Βέροια) δείχνουν την χρήση πατρωνυμικών επιθέτων όπως και στην Θεσσαλία.

Η επιγραφή της Θεσσαλονίκης αναφέρει το πρόσωπο Πισταρέτᾱ Θρασίππειᾱ κόρᾱ = Πισταρέτη κόρη του Θρασσίπου , ενώ στην επιγραφή της Βέροιας ένας Ἀμύντᾱς παίρνει ως γυναίκα του «τὴν θυγατέρα τὴν Ἀγελαείαν» (= την κόρη του Αγελάου).

Agelaeian

Συγκρίνετε τώρα την σύνταξη «τὴν θυγατέρα τὴν Ἀγελαείαν» με το μυκηναϊκό (σε τρεις πινακίδες της Γραμμικής Β από την Θήβα) πατρωνυμικό ra-ke-da-mo-ni-jo u-jo = /Lakedaimoniyos huyos/ = «Λακεδαιμόνιος υἱός» = «υἱός τοῦ Λακεδαίμονος» (εδώ ο όρος Λακεδαίμων μάλλον είναι ανθρωπωνύμιο, αν και κάποιοι πρότειναν την απόδοση «υἱός τῆς Λακεδαίμονος [χώρας]»).

lakedaimonios

Στις Σκανδιναβικές γλώσσες τα πατρωνυμικά επώνυμα σχηματίζονται με την κατάληξη -son/-sen = «γιος» (λ.χ. Johanson = o γιος του Johan) και -datter/-dotter για την κόρη (λ.χ. Johansdotter = η κόρη του Johan).

Οι Σλαβικές γλώσσες (και ειδικότερα η Βουλγαρική και η Ρωσική) χρησιμοποίησαν τα πρωτο-σλαβικά κτητικά επίθετα σε *-ovŭ που μπορούσαν να αντικαταστήσουν την γενική πτώση όπως και στην Ελληνική, για τον σχηματισμό των γνωστών πατρωνυμικών επιθέτων σε -ov/-ev τα οποία προφέρονται ως /-of/ και /-ef/, επειδή στις περισσότερες σλαβικές γλώσσες υπάρχει η τάση απηχηροποίησης του τελικού συμφώνου, λ.χ. Βουλγαρικές προφορές /grat/, /χljap/, /Bok/ των όρων που γράφονται ως grad, χljab, Bog. H ποικιλία -ev εμφανίζεται κατά κανόνα μετά από τα ουρανωμένα («μαλακά») σύμφωνα j, c, č, đ, š, ž.

Λ.χ. Krste Petkov Misirkov (O Krste ο γιος του Petko Misirkov) και Anton Chekhov, αλλά Goce Nikolov Delčev (o “Goce” = «Γιωργάκης» ο γιος του Nikola Delčev) και Dmitri Mendeleev (< -ej-ev λ.χ. Hristo Černopejev > Černopeev = o γιος του Μαυρο-Pejo = «Μαυρο-Πετράκη»).

Για να καταλάβετε τα κτητικά επίθετα που κρύβονται πίσω από αυτά τα πατρωνυμικά επώνυμα παραθέτω ένα τμήμα από την Παλαιοσλαβωνική μετάφραση του Κατά Λουκά Ευαγγελίου και την γλωσσολογική ανάλυση του κειμένου από τον Benjamin Fortson.

[Κατά Λουκά, 2.4] Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυεὶδ ἥτις καλεῖται Βηθλεὲμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυείδ,

Luke-OCS

Η φράση «ἐκ πόλεως Ναζαρέτ» = «από την πόλη της Ναζαρέτ» αποδόθηκε ως “iz grada Nazaretĭska“, δηλαδή αντί για την γενική χρησιμοποιήθηκε το κτητικό επίθετο σε -ski (~ «από την Ναζαρέτιο πόλη» θα το αποδίδαμε πάλι πίσω στα Ελληνικά).

Η φράση «εἰς πόλιν Δαυεὶδ» = «στην πόλη του Δαβίδ» αποδόθηκε ως “vŭ gradŭ Davydovŭ” = «στην Δαβίδειο πόλη», όπου χρησιμοποιήθηκε το κτητικό επίθετο Davyd-ovŭ = Δαβίδ-ειος που είναι η βάση των σημερινών επωνύμων Davidov.

Τέλος, η φράση «ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυεὶδ» = «εκ του οίκου και της πατριάς/πάτρας του Δαβίδ» αποδόθηκε ως “otŭ domu i otĭcĭstvjě Davydova” = «από τον Δαβίδειο οίκο και την [Δαβίδειο] πατριά».

Την ίδια λειτουργία των κτητικών επιθέτων σε -ovŭ βλέπουμε και στα συχνά σλαβικά τοπωνύμια σε -ova/-ovo: Αράχωβα = Orěχova = «το μέρος των καρυδιών, καρυδότοπος» (orěχŭ).

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα, Σλαβικές γλώσσες

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s