Η Λαρυγγική Θεωρία

Η Λαρυγγική Θεωρία σήμερα είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της ΙΕ γλωσσολογίας. Τα λεγόμενα λαρυγγικά (*h1,*h2,*h3) είναι τρεις φθόγγοι που η μητρική ΠΙΕ γλώσσα διέθετε και σχεδόν όλοι οι θυγατρικοί κλάδοι απώλεσαν κατά την εξέλιξή τους. Ο μόνος ΙΕ κλάδος που τα διατήρησε ήταν αυτός που αποσχίστηκε πρώτος, δηλαδή ο Ανατολιακός. Πριν από την αποκρυπτογράφηση της Χεττιτικής γλώσσας το 1917 από τον Τσέχο γλωσσολόγο Bedřich Hrozný η λαρυγγική θεωρία ήταν μόνο μια θαρραλέα και έξυπνη, αλλά αναπόδεικτη υπόθεση που είχε κάνει ο νεαρός Ελβετός γλωσσολόγος Ferdinand De Saussure σε ηλικία μόλις 21 ετών!

1) Η Λαρυγγική Υπόθεση και η Επιβεβαίωσή της

Πριν από την υπόθεση του De Saussure, οι ΙΕστές δεν μπορούσαν να καταλάβουν την εναλλαγή μεταξύ μακρών και βραχέων φωνηέντων στις ΙΕ ρίζες. Έτσι μην μπορώντας να εξηγήσουν λ.χ. γιατί οι ρίζες των ρημάτων τίθημι και δίδωμι σχηματίζουν τα ρηματικά επίθετα θετός και δοτός , συμβόλιζαν τις ΙΕ ρίζες από τις οποίες τα ρήματα αυτά προέρχονται με την διπλή γραφή *dhē-/*dhe- και *dō-/*do-.

Ο De Saussure, όπως ανέφερα παραπάνω, σε ηλικία μόλις 21 ετών, ήταν ο πρώτος που παρατήρησε ότι η εναλλαγή μεταξύ μακρών και βραχέων συμφώνων διεπόταν από μια κανονικότητα που θύμιζε την συμπεριφορά των ΙΕ διφθόγγων *eu και *ei.

Saussure-21

Αν πάρουμε τις ΙΕ ρηματικές ρίζες *dheugh- «τεύχω = κατασκευάζω/παράγω» , *g’heu- «χέω» και *sreu- «ρέω» παρατηρούμε αμέσως ότι περιέχουν την δίφθογγο *eu, την οποία το βικιλεξικό αποδίδει ως *ew, δηλαδή τρέπει το /u/ στην ημιφωνική του κατάσταση /w/ (= το αρχαιοελληνικό δίγαμμα ϝ). Πράγματι, στην αρχαϊκή Ελληνική οι απόγονοι των παραπάνω ρηματικών ριζών ήταν τεύχω, χέϝω και έϝω αντίστοιχα.

Τα ρηματικά επίθετα σε *-tos ως γνωστόν σχηματίζονται με την ρίζα στον μηδενικό βαθμό ablaut (= μετάπτωση ή αποφωνία/apophony). Ο μηδενικός βαθμός ablaut σχηματίζεται με την αποβολή του βασικού θεματικού φωνήεντος /e/. Τα ρηματικά επίθετα των παραπάνω ριζών είναι τυχ-τός > τυκτός, χυτός και ῥυτός αντίστοιχα. Στα δύο τελευταία παραδείγματα το ημιφωνικό δίγαμμα w/ϝ φωνηεντοποιήθηκε πλήρως σε w>u.

Ο De Saussure παρατήρησε ότι η συμπεριφορά των παραδειγμάτων τίθημι > θετός και δίδωμι > δοτός ήταν ολόιδια με αυτήν των παραπάνω παραδειγμάτων. Αυτό τον ώθησε να υποθέσει ότι τα μακρά φωνήεντα της ΠΙΕ στην πραγματικότητα δεν ήταν άλλο παρά δίφθογγοι που περιείχαν έναν «ένηχο συντελεστή» (coefficient sonantique), ο οποίος στον μηδενικό βαθμό φωνηεντοποιούνταν πλήρως, όπως το δίγαμμα στα παραπάνω παραδείγματα.

eF1 = ē με μηδενικό βαθμό F1 = και eF2 = ō με μηδενικό βαθμό F2 = o

*dheF1 = *dhē (= τίθημι) και *dhF1 = *dhe (*dhF1-tos > θετός), όπως το χέϝω > χυτός

Ένα άλλο παράδειγμα που επιβεβαιώνει την διφθογγική φύση των ΠΙΕ μακρών φωνηέντων είναι ο μηδενικός βαθμός που χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό των επιθέτων σε *-ros.

λευγαλέος > λυγρόςευγ- > λυγ-) και αντίστοιχα, αττικο-ιωνικό μῆκος (< πρωτο-ελληνικό μκος) > μακρόςκ- > μακ-).

Η απόδειξη της υπόθεσης του De Saussure ήρθε με την αποκρυπτογράφηση της Χεττιτικής γλώσσας. Η γλώσσα αυτή έδειχνε τον φθόγγο εκεί που η υπόθεση του De Saussure προέβλεπε «συντελεστές» F.

Έτσι λ.χ. η ρίζα που μέχρι τότε συμβολιζόταν ως *lā- «χέω» (λ.χ. πρωτο-ελληνικό λᾱνός > αττικο-ιωνικό ληνός = «σκάφη/μπανιέρα», λατινικό lāma = «βάλτος» κλπ) στην Χεττιτική εμφανίστηκε ως laḫḫ-. Σήμερα συμβολίζεται ως *leh2-.

Αντίστοιχα, επειδή στο Λατινικό pās-tōr αντιστοιχεί η Χεττιτική ρίζα pas- , η ΙΕ ρίζα σήμερα συμβολίζεται ως *peh2(s)- «ταϊζω/προστατεύω κοπάδια».

leh2

peh2s

Μετά την αποκρυπτογράφηση της Χεττιτικής, η Λαρυγγική Θεωρία έγινε αναπόσπαστο μέρος της ΙΕ γλωσσολογίας. Στον μισό περίπου αιώνα που ακολούθησε, οι γλωσσολόγοι την βελτίωσαν ακόμη περισσότερο και γύρω στο 1970 πήρε την σημερινή της μορφή.

Σήμερα, σε όλα τα εγχειρίδια ΙΕ γλωσσολογίας που κυκλοφορούν βρίσκουμε γραμμένο ως αναντίλεκτο δεδομένο ότι η ΠΙΕ γλώσσα είχε τουλάχιστον τρεις λαρυγγικούς φθόγγους, τους οποίους συμβολίζουμε με *{h1,h2,h3}. Ορισμένοι γλωσσολόγοι αναδομούν και ένα τέταρτο λαρυγγικό *h4, το οποίο συμπεριφέρεται σε όλους τους θυγατρικούς κλάδους όπως το *h2, αλλά στον Ανατολιακό κλάδο δεν τράπηκε σε όπως το h2, αλλά χάθηκε. Η αλήθεια όμως είναι ότι η δουλειά μας γίνεται μια χαρά με τα τρία λαρυγγικά και αυτά είναι που οι περισσότεροι γλωσσολόγοι αποδέχονται.

2) Η Λαρυγγική Θεωρία

Τα λαρυγγικά έχουν τρεις βασικές ιδιότητες, όπως εξηγεί πολύ ωραία ο Benjamin Fortson:

laryngeals1

laryngeals2

α) Έχουν την ικανότητα να «χρωματίζουν» (laryngeal coloring) το θεματικό φωνήεν e, τόσο σε προκείμενη όσο και σε επόμενη θέση, δηλαδή μπορούν να τρέψουν το e σε /a/ ή /o/. Το h1 ονομάζεται «άχρωμο» γιατί δεν χρωματίζει το e, ενώ τα h2 και h3 έχουν την ικανότητα «χρωματισμού» του e σε /a/ και /o/ αντίστοιχα. Παραδείγματα «χρωματισμού» (coloring) των h2 και h3 και αχρωμίας του h1 είναι τα παρακάτω:

*h1ek’wos «άλογο» > ύστερο ΠΙΕ  *ek’wos > λ.χ. λατινικό equus και όλες οι άλλες θυγατρικές λέξεις για το «άλογο».

*h1ei- «πηγαίνω» > ύστερο ΠΙΕ *ei- > λ.χ. ελληνικό εἶμι = «πηγαίνω»

*h1ed- «τρώω» > ύστερο ΠΙΕ *ed- > λ.χ. ελληνικό δϝαρ ~ εἶδαρ = τρόφιμο, δανός = φαγώσιμος (~ σανσκριτικό ουδέτερο àdanam = «τροφή»).

h1edanom

Στα παραπάνω πραδείγματα, βλέπετε ότι το λαρυγγικό *h1 συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρχε (γι΄αυτό ονομάστηκε «άχρωμο»). Πάμε τώρα να δούμε τα «έγχρωμα» λαρυγγικά *h2 και *h3 στην ίδια θέση.

*h2eg’ros > χρωματισμός *h2ag’ros > Ύστερη ΠΙΕ *ag’ros > ελληνικό γρός, λατινικό ager κλπ. (*h2eg’ros)

*h2eig’-s «γίδα» > χρωματισμός *h2aig’-s > Ύστερη ΠΙΕ *aig’s > ελληνικό αἴξ

*h3ed- «μυρίζω» > χρωματισμός *h3od- > Ύστερη ΠΙΕ *od- > ελληνικό οδ-μή > ὀσμή , λατινικό odor κλπ.

*h3erbhis «κύκλος» > χρωματισμός *h3orbhis > Ύστερη ΠΙΕ *orbhis > λατινικό orbis.

β) Όταν χάθηκαν προκάλεσαν αναπληρωματική έκταση μόνο στο προκείμενο θεματικό e το οποίο προηγουμένως «χρωμάτισαν». Έτσι προέκυψαν τα μακρά φωνήεντα στις θυγατρικές γλώσσες (loss with compensatory lengthening).

*dheh1- > *dhē- (λ.χ. *dhi-dheh1-mi > *thi-thē-mi > τίθημι)

*steh2- > *stah2- > *stā- (λ.χ. *si-steh2-mi > si-stā-mi > πρωτο-ελληνικό histāmi = ἵστᾱμι > αττικο-ιωνικό ἵστημι)

*deh3- > *doh3- > *dō- (λ.χ. *di-deh3-mi > di-dō-mi > δίδωμι)

*meh2k’-es- > *mākos = μκος > αττικο-ιωνικό μκος

γ) Όταν βρίσκονται μόνα τους μεταξύ συμφώνων (συνήθως σε μηδενικούς βαθμούς ablaut) μπορούν να φωνηεντοποιηθούν πλήρως (vocalized syllabic laryngeals). Το φωνήεν που προκύπτει από κάθε λαρυγγικό εξαρτάται από τον θυγατρικό κλάδο. Το προϊόν φωνηεντοποίησης στις περισσότερες γλώσσες είναι /a/, ενώ στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο είναι /i/. Η Ελληνική είναι η μόνη γλώσσα που διακρίνει και τα τρία λαρυγγικά κατά την φωνηεντοποίησή τους (*h1>e , *h2>a , *h3>o). Οι γλωσσολόγοι ονομάζουν αυτήν την ιδιότητα της Ελληνικής “Greek Triple Reflex” (Ελληνική Τριπλή Τροπή).

Παραδείγματα:

– Ελληνικό *dhh1-tos/*dhh1-tis > θετός/θέσις , αλλά λ.χ. Αλβανικό *dhh1-teh2 > dha = «μέρος, θέση».

– Ελληνικό *dh3-tos/*dh3-tis > δοτός/δόσις , αλλά λ.χ. Λατινικό *dh3-tos > datus = «δοτός, δεδομένος».

– Ελληνικό *sth2-tos/*sth2-tis > στατός/στάσις και Λατινικό *sth2-tos > status = «τεθειμένος, που έχει στηθεί».

Άλλα παραδείγματα της Ελληνικής Τριπλής Τροπής είναι τα:

*h1reudh- > *h1rudh-ros > ρυθρός (λ.χ. αγγλικό red)

*h1leudh-eros > λεύθερος (λ.χ. γερμανικό Leute)

*h2melg’- «αρμέγω» > μέλγω (αλλά λατινικό mulgo και αγγλικό milk)

*h2erh3 «οργώνω» > ρόω και *h2erh3-trom > ροτρον (αλλά λατινικό arātrum)

*h3meig’h- «βρέχω, κατουράω» > μείχω και *h3mig’h-leh2 > μίχλη (αλλά λατινικό meio/mingo)

*h3nr. > ναρ και *h3ner-jo- > νειρον ~ νειρος (αλλά αρμενικό anurǰ)

Για την Ινδο-Ιρανική φωνηεντοποίηση των λαρυγγικών σε /i/ παραθέτω τα παραδείγματα:

*ph2tēr > πατήρ, father , αλλά Σανσκριτικό pitā/pitr. και Παλαιοπερσικό pi(*ph2ter-)

*dhugh2tēr > θυγάτηρ , αλλά Σανσκριτικό duhitr. (*dhugh2ter-)

*h3esth1 > στέον, αλλά Σανσκριτικό asthi και Αβεστικό asti (*h3esth1-)

Σε αυτό το σημείο δεν πιστεύω να εκπλαγείτε από την τριάδα:

*dhh1-tos , *sth2-tos , *dh3-tos > Ελληνικά θετός, στατός, δοτός , αλλά Σανσκριτικά hità, sthità, di

status

Όταν τα συλλαβικά ένηχα (*R.) έπονται από λαρυγγικά, έχουμε τον σχηματισμό των λεγόμενων «μακρών συλλαβικών ενήχων» (*R.H). Η εξέλιξη αυτών των συμπλεγμάτων στους περισσότερους θυγατρικούς κλάδους είναι . H Ελληνική και εδώ κάνει την τριπλή διάκριση, αλλά μερικές φορές και οι άλλες γλώσσες συμπεριφέρονται παρομοίως.

*R.h1 > Rē

*R.h2 > Rā

*R.h3 > Rō

Παραδείγματα:

Η ρίζα *g’enh1- «γίνομαι, γεννιέμαι» έχει μηδενικό βαθμό *g’n.h1-. Το ρηματικό επίθετο *g’n.h1-tos στην Λατινική έγινε gtus (λ.χ. cognātus), στην Κελτική gtos (λ.χ. το λατινοποιημένο Κελτικό όνομα Cintugnātus = «Πρωτότοκος»), αλλά στην Ελληνική έγινε γνητός (λ.χ. ὁμόγνητος, κασίγνητος).

Η ρίζα *kemh2- «κάμνω, κουράζομαι» έδωσε το ρηματικό επίθετο *km.h2-tòs > κμᾱτός > αττικο-ιωνικό κμητός (λ.χ. πολύκμητος = δουλεμένος με πολύ κόπο).

Η ρίζα *g’neh3- «γνωρίζω» έχει μηδενικό βαθμό *g’n.h3 που έδωσε το Ελληνικό γιγνώσκω, το Λατινικό cogscō και το πρωτο-αλβανικό *gska > njoh .

H ρίζα *g’helh3- «κίτρινος, λαμπρός» έχει μηδενικό βαθμό *g’hl.h3 που έχει δώσει τα ελληνικά χλωρός και χλωμός και το φρυγικό γλουρός = χρυσός (λ.χ. αγγλικό gold και παλαιοσλαβωνικό zlato).

H ρίζα *pleh1- «γεμίζω» έχει μηδενικό βαθμό *pl.h1- που απαντά στο Ελληνικό πλήρης, στα Λατινικά comptus, pnus (completus, plenus) και στο πρωτο-αλβανικό *pta (> plāta > plotë).

H ρίζα *terh2- «διαβαίνω, υπερβαίνω» που έδωσε τον ύψιστο Ανατολιακό θεό Tarḫuntaš = «αυτός που επικρατεί/υπερβαίνει τους εχθρούς του», στον μηδενικό βαθμό έδωσε το ελληνικό επίθετο *tr.h2-nos > τρᾱνός.

Η ΙΕ λέξη για το «μαλλί» (του προβάτου) είναι *wl.h2neh2 και έχει δώσει το λατινικό , το πρωτο-ελληνικό  λᾶνος > αττικο-ιωνικό λῆνος, το αγγλικό wool , το παλαιοσλαβωνικό vlĭna και, μεταξύ άλλων, το Χεττιτικό ḫulana (μέσω λαρυγγικής μετάθεσης *ulana > ulana).

wlh2neh2

Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της Ελληνικής είναι η πλειοφωνία όταν τα «μακρά συλλαβικά ένηχα» τονίζονται:

*g’n.h3 > γένεσις , αλλά γνητός

*dhwn.h2 > θάνατος, αλλά θνᾱτός (> αττικο-ιωνικό θνητός)

*km.h2 > κάματος, αλλά κμᾱτός (αττικο-ιωνικό πολύκμητος)

accented RH

Εκμεταλλευόμενος αυτήν την ιδιότητα της Ελληνικής θέλω να προτείνω μια ετυμολογία για το εθνικό Μολοσσός. Ως γνωστόν οι Μολοσσοί ήταν τα Ηπειρωτικά φύλα που ζούσαν επί και εκατέρωθεν της Πίνδου. Το διπλό -σσ- δείχνει ότι η λέξη είναι παράγωγο επίθετο ενός άλλου ουσιαστικού (λ.χ. μελίτ-jα > μέλισσα και *n.-budh-jos > ἀ-βύθ-jος > ἄβυσσος = «δίχως πάτο/βυθό»).

Επομένως πίσω από το εθνικό Μολότ/θ-jος > Μολοσσός κρύβεται ένα τοπωνύμιο **Μόλοτον/Μόλοθον (λ.χ. Κόρινθος > Κορίνθιος, Σάμος > Σάμιος κλπ). Πιστεύω ότι το τοπωνύμιο που κρύβεται από πίσω είναι ** τα Μόλοθα = «επάνω μέρη» (τα Μόλοθα Μέρη ή οι Μόλοθοι Τόποι , **μόλοθος = «υψικείμενος»). Το τοπωνύμιο μπορεί να παραχθεί με πλειοφωνία κανονικότατα από τον μηδενικό βαθμό *ml.h3dh- της ΙΕ ρίζας *melh3dh- «επάνω μέρος της κεφαλής/οροφή του κρανίου, crown of the head». Ο ίδιος μηδενικός βαθμός ατόνιστος – και άρα χωρίς πλειοφωνία- έχει δώσει το επίθετο *ml.h3dh-ròs > μλωθρός > βλωθρός = «ψηλός» (με σημασιακή εξέλιξη «επάνω μέρος» > «ψηλό μέρος» και φωνολογική εξέλιξη μλ>μβλ> βλ όπως τα μραχύς > βραχύς και μροτός > βροτός).

melHdh

Επομένως το ζεύγος **(τα) Μόλοθα = «επάνω μέρη» (> Μολόθ-jος > Μολοσσός)/ μλωθρός (> βλωθρός) έχουν την ίδια σχέση με τα ζεύγη γένεσις/γνητός, θάνατος/θνητός και κάματος/πολύκμητος που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Στον Ινδο-Ιρανικό κλάδο και, πιο σπάνια, στην Ελληνική τα Λαρυγγικά μπορούν μερικές φορές να δασύνουν το προκείμενο κλειστό σύμφωνο (C+H > Cʰ). Μερικοί ίσως το προσέξατε σε μερικά από τα παραδείγματα που ανέφερα παραπάνω:

*sth2-tòs > στατός, status, αλλά Σανσκριτικό sthi

*h3esth1 > ὀστέον ~ ὀστοῦν, αλλά Σανσκριτικό asthi

*dhugh2ter- > dhughiter > *dughitr. (λόγω εφαρμογής του νόμου του Grassmann) > duhitr. . Η τροπή *gh>h είναι τυπικότατη στην Σανσκριτική λ.χ. *g’heu-ter- > αβεστικό zaotar ~ σανσκριτικό hotr./hotā = «ιερέας, αυτός που κάνει σπονδές».

hotr

Όπως είπα παραπάνω, το ίδιο φαινόμενο απαντά ενίοτε και στην Ελληνική. Μερικές λέξεις που δείχνουν λαρυγγική δάσυνση είναι οι: πάθος/πένθος , ἐπίρροθος και σχίζω.

– Η ρίζα των λέξων πένθος/πάθος (διαφορετικοί βαθμοί ablaut όπως θέρσος/θράσος και βένθος/βάθος) είναι η *kwentH- (H = άγνωστο λαρυγγικό). Το λαρυγγικό δάσυνε το /t/ (t+H > tʰ).

– H λέξη ἐπίρροθος σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα με την λέξη ἐπίκουρος. Και οι δύο λέξεις περιέχουν ρίζες με τη σημασία «τρέχω» (*reth2- , *k’ers-) και δηλώνουν «αυτόν που θα τρέξει για βοήθεια όταν κληθεί». Όπως στην σασκριτική η ρίζα *roth2-os έδωσε το ratha = «άρμα» με λαρυγγική δάσυνση, έτσι και στην ελληνική το /θ/ προέκυψε από λαρυγγική δάσυνση του /t/ (t+H > tʰ).

– Τέλος, η ρίζα *skeh1-id- , μέσα από τον μηδενικό βαθμό *skh1id-jō έδωσε το ρήμα σχίζω (k+h1 > kʰ).

lar-asp

Το τελευταίο πράγμα που θα αναφέρω είναι η Λαρυγγική Μετάθεση. Τα λαρυγγικά μερικές φορές έχουν την τάση να μετατίθενται μέσα στην ρίζα.

– Ανέφερα ήδη παραπάνω την ρίζα *wl.h2neh2 «μαλλί» που στην Χεττιτική δείχνει την μετάθεση *ulana > ulana.

– Στην ρίζα *swel- «καίω, λάμπω» (λ.χ. *swel-eh2 > ἕλα = κάψα του ήλιου) η προσθήκη του λαρυγγικού *h2 που έχει συλλογικό χαρακτήρα δημιούργησε την ρίζα *swel-h2- «έντονη λάμψη» που είναι ο πρόγονος των ελληνικών λέξεων σέλας και σελάσ-νᾱ > σελήνη. Η λαρυγγική μετάθεση *swelh2 > *seh2wl.- σχημάτισε την βασική ΙΕ λέξη για τον «ήλιο» (από τις αρχαίες διαλέκτους το κρητικό ἀβέλιος ήταν ο συντηρητικότερος πρόγονος του πρωτο-ελληνικού *hāweljos).

– H μία από τις βασικές ΙΕ ρίζες για την «φωτιά» είναι η *peh2-wr. από την οποία προέρχεται το Χεττιτικό paḫḫur . Το πλάγιο θέμα της ρίζας προέκυψε από λαρυγγική μετάθεση στον μηδενικό βαθμό: *peh2-wr. > puh2r- = pūr. Αυτή η μορφή είναι ο πρόγονος -μεταξύ άλλων- του ελληνικού όρου πῦρ.

peh2ur lrg-mths

Αυτό το παράδειγμα δείχνει μια άλλη ιδιότητα των λαρυγγικών: όταν έπονται μετά από /i/ και /u/ προκαλούν απλή έκταση των φωνηέντων αυτών χωρίς να τα «χρωματίζουν».

*bhewh2- > *bhuh2– ~ *bhū : *bhuh2-tis > φσις

*muHs ~ mūs > μς

*suHs ~ sūs > σς/ς

*doru και *druHs ~ drūs > δρς

*weiHs- > wiHs- ~ *wīs-ἴς και ἶφι. Περισσότερα σε αυτήν την ανάρτηση.

*peiH- > piH-wr. ~ pīwr. > παρ ,  Περία κλπ. Περισσότερα σε αυτήν την ανάρτηση.

*protih3kw-om > ελληνικό πρότjωπον > πρόσωπον, αλλά σανσκριτικό pràtīkam.

Νομίζω πως τα παραπάνω αρκούν για να σας δώσουν μια πολύ καλή βάση στην Λαρυγγική Θεωρία. Κλείνω την ανάρτηση με ένα συνοπτικό πίνακα του James Clackson για την Τριπλή Εξέλιξη (Triple Reflex) των λαρυγγικών στην Ελληνική.

triple-reflex

Advertisements

29 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

29 responses to “Η Λαρυγγική Θεωρία

  1. Simplizissimus

    Τα Μόλοθα, τα πάνω μέρη, τα μέσα ή πίσω από το φρύδι του βουνού. Δηλαδή τα Ζαγόρια;

    • Έτσι ακριβώς. Ενδεχομένως κάποτε να υπήρχε ένα γενικό επίθετο **μόλοθος = υψικείμενος δίπλα στο μλωθρός > βλωθρός = ψηλός και να σχηματίστηκε η φράση «μόλοθα μέρη» > «Μόλοθα» και οι κάτοικοι έγιναν Μολόθιοι > Μολοθjοί > Μολοσσοί.

  2. Simplizissimus

    Η ελληνική Βικιπαίδεια στο λήμμα Ζαγόρι αναφέρει ότι η περιοχή στην αρχαιότητα ονομαζόταν «Παροραία» και και οι κάτοικοί της «Παροραίοι», δηλαδή αυτοί που ζουν πίσω από τα όρη. Επίσης ότι Το Ζαγόρι ήταν μέλος του αρχαίου ελληνικού βασιλείου των Μολοσσών. Δεν μπορώ τώρα να το διασταυρώσω (Hammond κλπ.), αλλά μου φαίνεται σωστό.

    (Διόρθωση στο προηγούμενο: η φράση μου να διαβαστεί: Τα Μόλοθα, τα πάνω μέρη, τα μέσα στο βουνό, ή πίσω από το φρύδι του βουνού. Δηλαδή τα Ζαγόρια;

    • Όχι μόνο ήταν μέλος του Μολοσσικού βασιλείου, αλλά κατά τον JK Davies (και νομίζω και κατά τον Hammond) τα Ζαγόρια ήταν η κοιτίδα των Μολοσσών. Η μολοσσική επέκταση στα ΝΔ των Ιωαννίνων συνέβη στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα. Γι΄αυτό και η Δωδώνη ονομάζεται «Θεσπρωτίς» από τον Πίνδαρο και τους Τραγικούς (πρώτο μισό 5ου αιώνα όλοι τους).

      Υπάρχει ένα πολύ καλό κεφάλαιο του JK Davies για την πολιτική εξέλιξη των Μολοσσών κατά τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο “Alternatives to Athens“.

      Ο τίτλος του κεφαλαίου του Davies είναι “A Wholly Non Aristotelian Universe: the Molossians as Ethnos, State and Monarchy“.

      Εκεί ο JK Davies θεωρεί ως κοιτίδα των Μολοσσών μέχρι το 450 π.Χ. τα «επάνω μέρη» γύρω από την Κόνιτσα και το Μέτσοβο (δλδ τα Ζαγόρια) από τα οποία είχαν τριών ειδών διαθέσιμα «χαμηλά» χειμαδιά: Πεδιάδα Ιωαννίνων (Παμβώτιδα), Άνω κοιλάδα Αλιάκμονα (οι Ορέστες αναφέρονται ως «ἔθνος Μολοσσικόν» από τον Εκαταίο ήδη γύρω στο 510 π.Χ.) και η Θεσσαλία μέσα από τα στενά του Μετσόβου.

  3. Χρήστος

    πολύ χρήσιμο άρθρο το σημερινό. Μία απορία και μία διαφοροποίηση.

    Τα θηλυκά ουσιαστικά σε -α (γεν. -ας) (πρώτη κλίση) προέρχονται από το -h2. Δηλαδή η ονομαστική τους είναι -h2, η γενική τους -h2-os>αος>ᾱς κλπ. (Ο Beekes λέει ότι αρχικά είχαν την ονομαστική ως -eh2 αλλά το βραχύ α της λατινικής αποτελούσε πρόβλημα και η λύση ίσως είναι -h2 αντί για -eh2.)
    Οπότε η φορά είναι φορ-h2>φορᾱ. Με μακρό α δηλαδή. Λογικό λέω αφού το h2 ακολουθεί το ένηχο ρ. Βλέπω όμως ότι οι λέξεις σφαίρα, μοίρα, πείρα κλπ έχουν βραχύ α αντί για το αναμενόμενο μακρό. Επίσης και πληθυντικός ουδετέρων που επίσης είναι h2, αλλά δώρα. Με μακρύ α.
    Και επίσης στις λέξεις που δεν υπάρχει ένηχο, όπως βασιλεία, δουλεία, σημαία, κεραία, στρατιά κλπ το α πάλι είναι μακρό, ενώ το αναμενόμενο θα ήταν βραχύ.

    Η διαφοροποίηση είναι του Beekes στην ακολουθία ΣrHΦ. Δηλαδή όταν μετά από ένηχο και λαρυγγικό δεν ακολουθεί σύμφωνο αλλά φωνήεων. (Στην περίπτωση που ακολουθεί σύμφωνο δίνει κι αυτός όπως το γράφεις ρη/ρᾱ/ρω).Όταν όμως ακολουθεί φωνήεν τότε λέει ότι πριν το ένηχο εμφανίζεται φωνήεν και το λαρυγγικό αποβάλλεται αφού χρωματίζει το φωνήεν που ακολουθεί. Δηλαδή kmh2-etos>κάματος.
    Δηλαδή δίνει το ίδιο παράδειγμα που δίνεις ως πλειοφωνία, αυτός το ερμηνεύει με τον κανόνα αυτόν. Η διαφορά στην αποκατάσταση είναι : το δικό σου kmh2tos, του Beekes kmh2etos, δηλαδή προσθέτει ένα e. (Τα υπόλοιπα 3 παραδείγματα που δίνει είναι tlh2-e/o>τάλαντα, gwrh2u>βαρύς, tnh2-(e)u>ταναός. “εδώ το e το έχει σε παρένθεση, άρα ίσως υποθέτει την ύπαρξη του”. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο αλλά διαφέρουν οι ερμηνείες και η αποκατάσταση της λέξης.

    Και επίσης δεν έχω καταλάβει τι κάνουν τα λαρυγγικά σε μεσοφωνηεντική θέση. Δηλαδή ΦΗΦ. Ποιό χρωματίζεται και ποιό μακραίνει.

    • Καλά και ο Fortson αν πρόσεξες λέει στην τελευταία φράση ότι δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία στο θέμα (but the matter is disputed).

      Πάντως και ο τρόπος που προτείνει ο Beekes δεν έχει κάποιο πρόβλημα. Ένα θεματικό φωνήεν /e/ μπορεί κάλλιστα να προστεθεί ανάμεσα σε μορφήματα. Λ.χ. στην λέξη αϝἰετός = αετός έχεις *h2wi-e-tos με το *-e-tos που προτείνει ο Beekes. Το ίδιο και στο Ταΰγετος.

      Τώρα στα θηλυκά που ρωτάς φαίνεται να υπήρχαν και οι δύο καταλήξεις *-eh2 και *-h2. H δεύτερη λ.χ. στην σανσκριτική δίνει τα θηλυκά τύπου Devī = Θεά και vr.kī = «λύκαινα». Εδώ το μακρό ī προφανώς προέρχεται από το *-ih2 και όχι από το πιο σύνηθες *-ieh2 που θα έδινε -yā.

      Τώρα για τα ελληνικά θηλυκά σε -ρᾱ που αναφέρεις δεν νομίζω ότι είχαν βραχύ α. Απλώς η Αττική, αντίθετα από την Ιωνική δεν έκανε την τροπή ᾱ>η μετά από τα γράμματα ρ,ι,ε. Με άλλα λόγια, μόνο οι Ίωνες έλεγαν σφαίρη, χώρη και όλοι οι άλλοι Έλληνες έλεγαν σφαίρᾱ, χώρᾱ.

      Λ.χ. αττικά νεᾱνίᾱς, Πυθαγόρᾱς, αλλά ιωνικά νεηνίης. Πυθαγόρης.

      Γράφει κάτι άλλο ο Beekes στο συγκεκριμένο θέμα;

      Στην αγγλική βιλβιογραφία η διατήρηση του ᾱ μετά από ρ,ε,ι λέγεται “Attic Reversion” (αττική αναστροφή). Υποθέτω πως αυτός που την ονόμασε «αναστροφή» υπέθεσε αντί για διατήρηση ένα διπλό βήμα ᾱ>η και κατόπιν αναστροφή η>ᾱ μόνο μετά από ρ,ι,ε. Βέβαια κάλλιστα μπορεί το μακρό ᾱ να διατηρήθηκε εξαρχής μετά από ρ,ι,ε. Σου δίνω μια σελίδα με την περιγραφή του φαινομένου από τον Andrew Sihler.

      http://postimg.org/image/nca1ejeip/

      Επομένως, όλες οι θηλυκές λέξεις που παρέθεσες ανήκουν εδώ (ρ,ι,ε λ.χ. φορά, βασιλεία, δωρεά). Το τελικό τους «α» είναι μακρό ᾱ και κατάγεται από το *-eh2.

      Eκεί που βλέπεις στην Αττική «περίεργο» -ρη (λ.χ. κόρη) είναι γιατί κάποτε υπήρχε δίγαμμα ανάμεσα (κόρϝᾱ > κόρϝη, λ.χ. γραμμική Β ko-wa = /korwā/).

      Στο *gwerh2-u- > βαρύς παίζει να έχει συμβεί απώλεια ή μετάθεση του λαρυγγικού. Είναι λίγο περίεργη ρίζα. Ο Garcia-Ramon εξηγεί το μακρό ῑ στο συγγενικό βρῖθος μe λαρυγγική μετάθεση *gwrh2i-dh-es > *gwrih2dhes- > *gwrīdhes-.

      • Χρήστος

        Την ξέρω ρε την τροπή ᾱ>η. Έχω κάνει κάποια βήματα. Μελετάω συστηματικά με τετράδιο που κρατάω σημειώσεις. Ο νόμος αυτός είναι βασικός. Άλλωστε γι’ αυτό υπάρχει ξεχωριστή κατηγορία στην γραμματική, τα θηλυκά σε -η (γεν -ης) που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εφαρμογή αυτού του νόμου, εκεί όπου δεν υπάρχει ρ,ι,ε κι οπότε παίρνουμε η. κώμᾱ>κώμη, τιμᾱ>τιμή.

        Αυτά που ανέφερα όμως έχουν βραχύ α. Ανήκουν στις εξαιρέσεις.

        “Εξαιρέσεις:
        Το καθαρό -α δεν είναι μακρόχρονο αλλά βραχύχρονο.
        • Όταν η λέξη τονίζεται στην προπαραλήγουσα π.χ. ἡ ἀλήθεια, ἡ εὐσέβεια
        • Στα ονόματα: γραῖα, μαῖα, μυῖα,
        • Στα ονόματα: μοῖρα, πεῖρα, πρῶρα, σφαῖρα, σφῦρα” (από την γραμματική)

        Άρα για αυτά που έχουν μακρό α χωρίς να υπάρχει ένηχο για να το παράγει λες ότι προέρχονται από δεύτερη κατάληξη -eh2. Σωστά?

        O Beekes παρουσιάζει την αθέματη κλίση σε -h2 λέγοντας ότι αντιστοιχεί στα παλιά θέματα σε ᾱ. Έχει όλες τις πτώσεις και παραδείγματα σε σανσ., π.σλαβ., λιθ., α.ελλ., λατ., π.ιρλ., γοτθ. Και σχολιάζει όλες τις πτώσεις και περίεργα σε κάθε γλώσσα. Σχολιάζει αυτό που ανέφερα για το βραχύ α της λατινικής κι επίσης σχολιάζει ως πρόβλημα το e της σανσ. στην κλητική. έχει rase (δροσιά) ενώ η ΠΙΕ έχει -h2e.
        Επιχείρημα που δίνει υπέρ της άποψης ότι η ονομαστική είναι -h2 και όχι -eh2 είναι ότι και τα ουδέτερα στον πληθυντικό έχουν -h2 που πάντοτε θεωρούνταν ότι ταυτίζεται με την ονομαστική ενικού σε ᾱ, επειδή το ρήμα που ακολουθεί είναι σε ενικό. Αυτά λέει.

      • Άρα για αυτά που έχουν μακρό α χωρίς να υπάρχει ένηχο για να το παράγει λες ότι προέρχονται από δεύτερη κατάληξη -eh2. Σωστά?

        Μα δεν βλέπω το λόγο γιατί η κατάληξη των θηλυκών να εξαρτάται από την παρουσία ή όχι ενός ένηχου.

        Οι δύο ποικιλίες (-h2 και -eh2) απλώς διαφέρουν στο ablaut (η μία είναι ο μηδενικός βαθμός της άλλης).

        Από τη στιγμή που υπάρχουν δύο κατηγορίες μπορείς να αναγάγεις τα θηλυκά με βραχύ -α στα μηδενόβαθμα *-h2. Βέβαια δεν αποκλείεται η βράχυνσή τους να προέκυψε δευτερογενώς αργότερα στην Ελληνική. Λ.χ. η κατάληξη πληθυντικού -οι δεν μετράει ως μακρά συλλαβή (λ.χ. ὁ χῶρος , οἱ χῶροι).

        Αλλά οι περισσότερες εξαιρέσεις που έχεις παραθέσει ανάγονται σε *-ih2 (ακόμα και τα μοῖρα, πεῖρα, σφαῖρα όπου έχει γίνει μετάθεση του τύπου μόρ-ια > μοῖρα). Επομένως αυτά μπορεί να θεωρηθούν συγγενικά της σανσκριτικής θηλυκής κατάληξης *-ih2 > -ī (τα λεγόμενα θηλυκά τύπου Devī).

        The feminine form of *deiwos is *deiwih2, which descends into Indic languages as devi, in that context meaning “female deity”.

        Τώρα για το ποιος βαθμός είναι παλαιότερος (-h2 ή -eh2) το πιο πιθανό είναι αυτό που λέει ο Beekes για κοινή καταγωγή θηλυκού και πληθυντικού ουδετέρων *-h2. Ο τύπος -eh2 ενδεχομένως να προέκυψε αργότερα.

    • Μετά από που συμπέρανες ότι τα δῶρα έχουν μακρό ᾱ; Βραχύ είναι, όπως και σε όλα τα ουδέτερα (*h2>a). Αν ήταν μακρό το α τότε στον πληθυντικό το ω δεν θα είχε περισπωμένη (τὰ δῶρα, αλλά ή ὥρᾱ).

      • Χρήστος

        ναι ρε sorry. Εκ παραδρομής. Βραχύ είναι. Αφού αν δεις το παραθέτω μαζί με όλα που έχουν βραχύ α. Αυτό ρωτάω άλλωστε. Γιατί να είναι βραχύ αφού -rh2>ρᾱ

      • Γιατί να είναι βραχύ αφού -rh2>ρᾱ

        Πρέπει ν΄αρχίσεις να συμβολίζεις το συλλαβικό ένηχο με κάτι (το μπαλάκι από κάτω). Εγώ προτιμώ να βάζω τελεία μετά από το ένηχο για να δηλώσω ότι είναι συλλαβικό.

        Μόνο το r.h2 > rᾱ

        Στον πληθυντικό ουδετέρων σε *-rom > *-rh2 δεν υπάρχει συλλαβικό ένηχο (/r./), αλλά σκέτο ένηχο (/r/).

      • Χρήστος

        Έχεις δίκιο. Θα βάζω την τελεία. Άλλες φορές το βάζω, άλλες όχι. Όταν ακολουθεί φωνήεν είναι “r” ενώ όταν ακολουθεί σύμφωνο είναι “r.”, σωστά?

      • Έτσι είναι. Συνήθως γίνεται συλλαβικό όταν βρίσκεται μεταξύ συμφώνων/ημιφώνων και πρέπει να δράσει ως φωνηεντικός πυρήνας (λ.χ. str.tòs > στρατός/στρότος). Η μόνη εξαίρεση είναι τα ετερόκλιτα ουδέτερα r/n όπου στο τέλος της λέξης έχεις –r. (λ.χ. wodr.).

  4. Χρήστος

    Αλλά οι περισσότερες εξαιρέσεις που έχεις παραθέσει ανάγονται σε *-ih2 (ακόμα και τα μοῖρα, πεῖρα, σφαῖρα όπου έχει γίνει μετάθεση του τύπου μόρ-ια > μοῖρα). Επομένως αυτά μπορεί να θεωρηθούν συγγενικά της σανσκριτικής θηλυκής κατάληξης *-ih2 > -ī (τα λεγόμενα θηλυκά τύπου Devī).
    _

    Μπράβο ρε!! Αυτό είναι, αυτό ήθελα ! Και είμαι χαρούμενος γιατί πέρασε σαν σκέψη από το μυαλό μου. Που σημαίνει ότι έχω αρχίσει να σκέφτομαι με τον γλωσσολογικό τρόπο. Σκέφτηκα ότι για να μην είναι μακρό το α μετά από το ρ θα πρέπει να υπάρχει κάτι μεταξύ τοτς για να τα εμποδίζει να έρθουν σε επαφή. Όπως το κορwα που μεσολαβούσε το w και γι’αυτό έγινε κόρη κι όχι κόρα όπως έπρεπε. Μετά σκέφτηκα μήπως το j που υπάρχει στα μοίρα, σφαίρα κλπ ήταν μετά το ρ. όπως τα φαν-jω>φαίνω, σπερ-jω>σπείρω κλπ. Αλλά δεν είχα υπόψη μου κάτι αντίστοιχο στα ουσιαστικό (μετάθεσης του j) γι’ αυτό μου παρέμεινε.

    Ευχαριστώ διπλά.

    • Αλλά δεν είχα υπόψη μου κάτι αντίστοιχο στα ουσιαστικό (μετάθεσης του j) γι’ αυτό μου παρέμεινε.

      Βρε συ, τι λέει ο βασικός κανόνας της φωνολογικής αλλαγής; Η διαδικασία αλλαγής συμβαίνει στα φωνήματα και μπορεί να εξαρτάται από τα γειτονικά φωνήεντα, αλλά δεν έχει καμία σημασία η σημασία του λεξήματος (αν είναι ρήμα, ουσιαστικό, επίθετο κλπ).

      Στις μη Αιολικές διάλεκτους, σε κάποια φάση όλα τα -rj- μετατέθηκαν σε -jr-.

      Το βλέπεις σε ρήματα: σπέρ-jω> σπείρω, φθέρ-jω > φθείρω, ἀγέρ-jω > ἀγείρω
      Το βλέπεις σε ουσιαστικά: κόρjoς = «στρατός» > κόρj-ανος > κοίρανος, ὀνέρ-jο- ὄνειρον/ὄνειρος
      Το βλέπεις σε επίθετα: πῑέρ-jα > πίειρα (αλλά η περιοχή Πῑερία).

      Αντίστοιχα, στις (βόρειες) αιολικές διαλέκτους και στην Μακεδονική αντί για μετάθεση έχεις αφομοίωση -rj->-rr-.

      Αιολικά φθέρρω, ἀγέρρω, μέτερρος, ἀλλότερρος (< μέτριος, ἀλλότριος), Θεσσαλικό Πέρρανδρος (< Πέρjανδρος) και το Θεσσαλο-Μακεδονικό όνομα Κόρρᾱγος (< Κορj-ᾱγος = «στρατηγός»).

  5. Γιάννης Ιατρού

    Σμερδαλέε,
    από έναν σύνδεσμο που έχεις βάλει στην απάντηση στο Χρήστο. εδώ

    Σου δίνω μια σελίδα με την περιγραφή του φαινομένου από τον Andrew Sihler.
    http://postimg.org/image/nca1ejeip/
    ….
    λείπει κάτι στο τέλος, π.χ. ../xxxxx.jpg, κι επομένως δεν λειτουργεί, για ξαναδές το 🙂

    • Ευχαριστώ Γιάννη.

      Όσοι θέλετε να δείτε την αττική επανατροπή (Attic reversion) στον Sihler, διαβάστε την παράγραφο 55 της σελίδας 51 εδώ.

      Πάντως, αν θυμάμαι καλά, τότε τα είχα πει λίγο μπερδεμένα στο Χρήστο. Τα έχουμε ξεμπλέξει εδώ και καιρό και οι παρατηρήσεις του Χρήστου ήταν η αιτία του ξεμπλέγματος.

      • Γιάννης Ιατρού

        Ευχαριστώ 🙂

      • Να προσθέσω ότι η συζήτηση που είχαμε σ’αυτά τα σχόλια με τον Χρήστο και άλλες που κάναμε αργότερα με οδήγησαν να ξαναδιαβάσω προσεκτικότερα στα βιβλία μου τα “θηλυκά τύπου Devī” (θηλυκά παράγωγα αθέματων αρσενικών σε *-ih2, που στην Ελληνική έδωσαν τα θηλυκά σε -ια με βραχύ /α/, λ.χ. IE *pot-n-ih2 > ελληνικό πότνια = σανσκριτικό patnī = αβεστικό paθnī) και να κάνω αυτήν την ανάρτηση.

  6. Την υγειά σου να ‘χεις, Σμερδαλέε. Πρώτη φορά νιώθω πως κατάλαβα, όχι βέβαια τις λεπτομέρειες (δε θα κάτσω να τις μάθω στα γεράματα 😦 ) αλλά τη βασική λογική της λαρυγγικής θεωρίας. Έτσι λοιπόν λύνεται το μυστήριο του προτασσομενου φωνήεντος της ελληνικής (ε-ρυθρός / ruber κλπ.) και το ζήτημα του αμφισβητούμενου schwa. Και έτσι εξηγείται επιτέλους ιστορικά ο φαινομενικά τελείως αυθαίρετος κανόνας με το μη καθαρό α και τα γραῖα, μοῖρα κλπ.

  7. Γιάννης Ιατρού

    Αυτή η ανάρτηση και η άλλη (αυτή με τα θηλυκά τύπου Devi) που μας παραπέμπεις, μαζί με τα σχόλια κλπ., όλα συμορφωμένα σε ένα πιντιέφι (για να το διαβάζουν και να το αφομοιώσουν οι ενδιαφερόμενοι και στις διακοπές, και εκτός διαδικτύου 🙂 ), εδώ με πηγές κλπ., δωράκι από μένα!

    • Ωωω, κύριε πρέσβη, μας κακομαθαίνετε!

      • Γιάννη, με αυτή την κίνηση νομίζω πως πρέπει να σε ανακηρύξω νέο «Δώτορα Εάων» του ιστολογίου, γιατί ο παλαιός εδώ και καιρό αμέλησε της υποχρεώσεις του, από τότε που πήραν τα μυαλά του αέρα επειδή βγήκε πρόεδρος ο Trump.

        Τέτοιος «Υπερέλλην» που είναι ο Βάταλος … τον έφαγε η levitas Graecorum, που λέει και ο Κικέρων.

  8. Γιάννης Ιατρού

    levitas Graecorum, ε; για τους σκασιάρχες που χάνουν ποαραδόσεις: βλ. εδώ. στο πρόσφατο άρθρο σου “Η Ιστορία του όρου «Γραικός» #1” 🙂 🙂

    Μπα, μην νομίζεις πως …. Τον ακατανόμαστο τον έχει πιάσει ο οίστρος της άνοιξης… 🙂 Εμφανίζεται λοιπόν, συγκεκαλυμμένα, και με πολύ ευφάνταστα χρηστώνημα… (μαιτρ του είδους), θέτοντας τάχα μου αθώες ερωτήσεις. Πάντως όχι στον γνωστό ιστότοπο, εκεί υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες και δεν τον παίρνει…. Αν προκληθώ θα προβώ σε αποκαλύψεις 🙂

    • εκεί υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες και δεν τον παίρνει
      —-

      Τον έφτασε μέχρι εκεί το Νίκο ο ελληνόψυχος γέρων;

  9. Γιάννης Ιατρού

    Σου διαφευγει η Sacra Congregatio Propaganda Fide; 🙂

    • Λες να τον έπιασε κάνα περιπολούν τάγμα ευσεβών μελανειμονούντων παραβαλανέων, καθώς ελληνοτροπούσε δημοσίως τε και ασυστόλως, διακηρύττοντας αμείλικτα το ατέραμνον τε και άτεγκτον μίσος του για το χριστώνυμο δόγμα;


      • Γιάννης Ιατρού

        Μιας κι έβαλες ανωτέρω τα δύο βίδεα, να ενημερώσω, ειδικά τους παρεπιδημούντας ενδιαφερόμενους και τους άλλους συνεντευξόμενους συνδρομητάς, πως, προνοών, έχεις αναρτήσει προ πολλού (Νοε. 2015) και ολόκληρο άρθρο σχετικά με τους μελανειμονούντας παραβαλανείς. Που ξέρεις, μπορεί να φανεί χρήσιμο στον γνωστό μας φλυηρέοντα άμα τε περιστασιακό μεν σχολιαστή, φανατικό δε κρυφαναγνώστη και γενικά ένθερμο ακόλουθο 🙂 🙂

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s