H Θεωρία Παλαιολιθικής Συνέχειας (ΘΠΣ)

Στην πρώτη ανάρτησή μου για την ΙΕ κοιτίδα, ο Χρήστος έκανε το πρώτο σχόλιο θεωρώντας την Θεωρία Παλαιολιθικής Συνέχειας (ΘΠΣ) ως «τρίτη εναλλακτική» θεωρία στο ζήτημα της ΙΕ κοιτίδας.

Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι η ΘΠΣ δεν εμφανίζεται ως ισοβαρής εναλλακτική των δύο γενικώς αποδεκτών θεωρίων κοιτίδας (Στεπική και Ανατολιακή) σε κανένα πανεπιστημιακό πρόγραμμα ΙΕ σπουδών και δεν περιγράφεται σε κανένα εγχειρίδιο ΙΕ γλωσσολογίας που έχει εκδοθεί από κάποιο Πανεπιστημιακό Εκδοτικό Οίκο που χαίρει διεθνούς σεβασμού (λ.χ. Oxford University Press [OUP] , Cambridge University Press [CUP], Brill, Princeton University Press [PUP] κλπ). H θεωρία αυτή «υπάρχει» μόνο στη Βικιπαίδεια και στην ιστοσελίδα αυτών που την πρότειναν. Για την υπόλοιπη παγκόσμια ακαδημαϊκή κοινότητα που ασχολείται με το ζήτημα της ΙΕ κοιτίδας, η ΘΠΣ εκλαμβάνεται ως κάτι που δεν αξίζει καν αναφορά.

Αυτή η κατανομή αναφοράς κάνει την ΘΠΣ κάτι σαν την θεωρία του Ernst Grumach που μέχρι τον θάνατό του το 1976 ισχυριζόταν σθεναρά ότι η Γραμμική Β δεν αποδίδει Ελληνική γλώσσα και ότι οι Ventris και Chadwick απλώς «διάβαζαν» αυτό που ήθελαν να διαβάσουν.

Grumach

Στα παρακάτω κείμενα της Γραμμικής Β, όλοι οι μελετητές διαβάζουν Ελληνικά και ο Grumach θα σας έλεγε «διαβάζετε αυτό που θέλετε να διαβάσετε, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι τα κείμενα είναι Ελληνικά».

Linear-B-texts

Εννοείται πως σε κανένα εγχειρίδιο ΙΕ γλωσσολογίας και Ελληνικής γλώσσας που έχει εκδοθεί από Πανεπιστημιακό Εκδοτικό Οίκο που χαίρει διεθνούς σεβασμού δεν θα βρείτε αναφορά στην «θεωρία» του Grumach. Βέβαια, αν ο μακαρίτης ζούσε σήμερα στην εποχή του Διαδικτύου θα είχε σίγουρα μια ιστοσελίδα όπου θα περιέγραφε την θεωρία του για την Έλευση των Ελλήνων στην Ελλάδα το 1200 π.Χ., για τους Πρωτο-Έλληνες ως τους καταστροφείς του προελληνικού Μυκηναϊκού κόσμου και την λανθασμένη αποκωδικοποίηση της Γραμμικής Β. Ενδεχομένως θα υπήρχε και άρθρο της Βικιπαίδειας με το θέμα που θα παρέπεμπε στην ιστοσελίδα του Grumach. Στην ιστοσελίδα του Grumach θα υπήρχαν παραπομπές στο βιβλίο του που έγραψε το 1969, όπου παραθέτει αρχαιολογικές και γλωσσολογικές αποδείξεις για την θεωρία του.

Grumach2

Η υποθετική συμπεριφορά του Grumach στην εποχή του Διαδικτύου είναι λίγο πολύ η συμπεριφορά των προτεινόντων της ΘΠΣ: έχουν κάνει μια ιστοσελίδα όπου περιγράφουν την θέση τους και παραπέμπουν σε άρθρα και βιβλία που έχουν γράψει οι ίδιοι. Με άλλα λόγια, Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει.

Την ίδια στιγμή, είτε διαβάσεις το The Oxford Introduction to PIE and the PIE World των Mallory-Adams (OUP, 2006), είτε διαβάσεις το Indo-European Language and Culture: An Introduction του Benjamin Fortson (Wiley-Blackwell, 2009), είτε διαβάσεις το Indo-European Linguistics: An Introduction του James Clackson (CUP, 2007) είτε, τέλος πάντων, διαβάσεις την Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας: από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα που επιμελήθηκε ο μακαρίτης Αναστάσιος Χριστίδης (καλώντας την διεθνή αφρόκρεμα να γράψει τα επιμέρους κεφάλαια) και εκδόθηκε από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας με τον CUP να παίρνει αμέσως τα δικαιώματα της αγγλικής έκδοσης (2007), δεν διαβάζεις πουθενά ούτε για την ΘΠΣ ούτε για την Θεωρία Grumach.

Ίσα ίσα αυτό που διαβάζεις στους Mallory-Adams είναι:

[σλδ 102] The Neolithic economy appears in the Near East by about 8000 BC and in Europe it appears by the seventh millenium BC where it spreads both north and west to reach the western and northern European periphery by about 4000 BC. Although claims are occasionally made -sometimes with an amazing sense of audacity- that PIE should date back to the Palaeolithic or Mesolithic, periods before the advent of a mixed economy, such a dating can only be made if you ignore all the linguistics evidence to the contrary. Only archaeologists are likely to make such a gross mistake (there is a reason for making this mistake which we will see later).

Μετάφραση: Η Νεολιθική οικονομία εμφανίζεται στην Μέση Ανατολή γύρω στο 8000 π.Χ. και στην Ευρώπη εμφανίζεται κατά την 7η π.Χ. χιλιετία όπου διαδίδεται βόρεια και δυτικά φτάνοντας στην περιφέρεια της δυτικής και βόρειας Ευρώπης γύρω στο 4000 π.Χ. Και ενώ ενίοτε γίνονται προτάσεις – μερικές φορές με μια εκπληκτική αίσθηση αυθάδειας– ότι η ΠΙΕ γλώσσα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά στην Παλαιολιθική ή Μεσολιθική εποχή, περίοδοι πριν από την υιοθέτηση της μεικτής οικονομίας, τέτοια χρονολόγηση μπορεί να γίνει μόνον εάν αγνοηθούν όλες οι γλωσσολογικές ενδείξεις για το αντίθετο. Μόνον αρχαιολόγοι είναι πιθανό να κάνουν τέτοιο τεράστιο σφάλμα.

Παραθέτω και την σελίδα 102:

Mallory-PCT

Τώρα, επειδή δεν είμαι γλωσσολόγος πρότεινα στον Χρήστο να ρωτήσει όλους τους Ινδοευρωπαϊστές γλωσσολόγους γιατί δεν αξιώνονται καν να συζητήσουν την ΘΠΣ ως εναλλακτική των δύο κυρίαρχων θεωριών. Επειδή φαντάζομαι πως δεν τους ρώτησε, ζήτησα πριν από μερικές ημέρες από την καθηγήτρια γλωσσολογίας του πανεπιστημίου Stanford Asya Pereltsvaig (συγγραφέας μεταξύ άλλων των βιβλίων The IE controversy: Facts and Fallacies in Historical Linguistics και Languages of the World: an Introduction που εκδόθηκαν από τον CUP) να κάνει αν θέλει μια ανάρτηση στην ιστοσελίδα της για την ΘΠΣ. Χθες με ειδοποίησε ότι έκανε την ανάρτηση την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Η θέση των ΘΠΣστών είναι ότι επειδή η Παλαιολιθική Ευρώπη μετά το 10000 π.Χ. εμφανίζει αρχαιολογική ομοιογένεια και επειδή οι γενετιστές λένε ότι το 80% του σημερινού ευρωπαϊκού DNA είναι παλαιολιθικής καταγωγής, κατά συνέπεια (?) η Ευρώπη ήταν γλωσσικά ομοιογενής και η κοινή γλώσσα ήταν η ΠΙΕ. Η ΠΙΕ διατηρήθηκε απαράλλαχτη για πολλές χιλιετίες επειδή σύμφωνα με τους ΘΠΣστες  ο «κανόνας» είναι η γλωσσική διατήρηση και η γλωσσική αλλαγή είναι η «εξαίρεση» που συμβαίνει μόνο κατά τις μεγάλες αναταραχές. Οι στεπαίοι Κουργκάν ήταν Τουρκικοί πληθυσμοί που εξημέρωσαν το άλογο και δάνεισαν όρους σχετικα με το άλογο και την ιππασία στους ΠΙΕ (τα μόνα τέτοια δάνεια που μπόρεσε να βρει ο Alinei είναι αυτά που υπάρχουν στις σλαβικές γλώσσες και οι οποίες καταγράφτηκαν μετά την επαφή των πρώιμων Σλάβων με τους Ούννους και τους Άβαρους αφέντες τους).

Παρουσιάζω την κριτική της Pereltsvaig στην ΘΠΣ:

1) Έλλειψη γλωσσολογικών επιχειρημάτων. Η βασική τους ένδειξη για την γλωσσική ομοιογένεια που προτείνουν κατά την Παλαιολιθική Εποχή είναι η αποδοχή της αρχαιολογικής ομοιογένειας και των γενετικών δεδομένων. Γράφει η Pereltsvaig:

Many of Alinei’s arguments are based on cultural frontiers and population genetic; however, as Martin Lewis and I have argued in The Indo-European Controversy: Facts and Fallacies in Historical Linguistics, evidence from archeological and genetic studies can provide only indirect indications about the PIE homeland at best. Simply put, neither bones and pottery shards nor genes speak. A group whose material culture and genetic composition have not changed much may adopt a language of different group; copious examples of such language shift throughout human history could be listed.

Πολλά από τα επιχειρήματα του Αλινέι βασίζονται σε πολιτισμικά σύνορα και δεδομένα από την πληθυσμιακή γενετική […] Για να το θέσω απλά, ούτε τα οστά και τα κεραμικά θραύσματα μιλάνε ούτε τα γονίδια. Ένας πληθυσμός του οποίου ο υλικός πολιτισμός και η γενετική σύσταση δεν έχουν υποστεί ιδιαίτερη αλλαγή μπορεί να υιοθετήσει την γλώσσα ενός άλλου πληθυσμού. Άφθονα παραδείγματα τέτοιας γλωσσικής αλλαγής μπιορούν να αναφερθούν.

Ούτε η εξάπλωση της Ελληνικής γλώσσας στην Ασία κατά την Ελληνιστική περίοδο, ούτε η εξάπλωση της Λατινικής γλώσσας  στην δυτική Ευρώπη δεν συνοδεύτηκαν από ανάλογη εξάπλωση γονιδίων. Τα charter groups, δηλαδή οι μειονότητες με επιρροή, μπορούν να αφομοιώσουν τις πλειοψηφίες που βρέθηκαν υπό την επήρειά τους, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή γενετική ένδειξη της αλληλεπίδρασης. Σύμφωνα με τον David Anthony, η γλώσσα και τα ήθη και όχι τα γονίδια του Charter group είναι αυτά που επιβιώνουν για αιώνες. Επομένως είναι εντελώς μάταιο (futile) να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τo γενετικό αποτύπωμα (genetic fingerprint) μιας γλωσσικής ομάδας.

ohio

Γύρω στο 1675 μ.Χ. , όταν οι Λουόφωνοι φύλαρχοι μετανάστευσαν στην βόρεια Ουγκάντα από το νότο, το γενετικό τους αποτύπωμα ήταν απειροελάχιστο συγκρινόμενο με αυτό του αλλόγλωσσου υποστρώματος στο οποίο επιβλήθηκαν πολιτικά. Το 1872, οι Βρετανοί κατέγραψαν ένα ενιαίο λουόφωνο μεγαφύλο στην ευρύτερη περιοχή που έφερε το εθνωνύμιο Acholi.

Luo

Όσο για τον χρονικά αμετάβλητο υλικό πολιτισμό ως επιχείρημα της γλωσσικής σταθερότητας αρκεί να θυμηθούμε ότι οι “Sclavi Graeciam Romanis tulerunt”οι Σλάβοι αφαίρεσαν την Ελλάδα από τον πολιτικό έλεγχο των Ρωμαίων») και ότι η Ελληνική γλώσσα στον Ελλαδικό χώρο ήταν σε κρίσιμη κατάσταση στην Εντατική για 150 χρόνια εξαιτίας ενός μαζικού σλαβικού εποικισμού που χαρακτηρίζεται «αρχαιολογικά αόρατος» επειδή οι επήλυδες Σλάβοι υιοθέτησαν γρήγορα των υλικό πολιτισμό των γηγενών. Το μόνο που θυμίζει σήμερα αυτόν τον εποικισμό είναι τα χιλιάδες σλαβικά τοπωνύμια. Δεν χρειάζεται να πω τι θα είχε συμβεί εαν δεν υπήρχε μια αυτοκρατορία με «την κεφαλή στην Μικρά Ασία και την ουρά στην Ευρώπη» (κατά τον Σκυλίτση) η οποία κατάφερε στα τέλη του 8ου αιώνα να κατακτήσει τους Ελλαδικούς Σλάβους και να τους εκρωμαΐσει με την εγκατάσταση charter groups.

invisible_Slavs

2) Παραβίαση της Αρχής της Ομοιομορφίας (Uniformitarian Principle) όπως διατυπώθηκε στην γλωσσολογική της εκδοχή από τους Donald Ringe και συνεργάτες με την παραδοχή του δήθεν «κανόνα» της γλωσσικής συντηρητικότητας και την «εξαίρεση» της γλωσσικής αλλαγής.

Consider, for example, his [Alinei] main claim that

conservation is the law of language and languages, and change is the exception, being caused not by an alleged ‘biological law of language’, but by major external (ethnic or social) factors, i.e. by language contacts and hybridization, in concomitance with the major ecological, socio-economic and cultural events that have shaped each area of the globe.”

There are several deep flaws with this claim. First, it is in direct contradiction to the Uniformitarian Principle, formulated by Donald Ringe and colleagues as follows:

“we can constrain our hypotheses about the structure and history of languages of the past only by reference to what we know of contemporary language structures, linguistic behavior and changes in progress, since the recoverable information about any language or speech community of the past is always far more limited than what we can know about languages whose native speakers we can still observe […] Positing for any time in the past any structure or development inconsistent with what is known from modern work on living languages is unacceptable, and positing for prehistory any type of long-term development that we do not observe in documented history is likewise unacceptable…” (Ringe et al. 2002: 60)

“What we know of … contemporary linguistic behavior” is that languages change all the time. There is not a single documented example of a natural, living human language that has not changed at all in the last 100 years, let alone in the course of millennia, as Alinei presupposes. Therefore, the central claim of the PCT, that of “antiquity and stability of language and languages”, in the words of Ringe et al. “posit[s] for prehistory [a] type of long-term development that we do not observe in documented history” and is therefore unacceptable. While no one can deny that language change happens, Alinei tries to bury it as an insignificant, marginal phenomena, contrary to observed facts.

Μεταφράζω την διατύπωση της Αρχής από τους Ringe et al. :

 «Μπορούμε να περιορίσουμε τις υποθέσεις μας για την δομή και την ιστορία των γλωσσών του παρελθόντος μόνο με την αναφορά σε αυτό που γνωρίζουμε από παρούσες γλωσσικές δομές, γλωσσική συμπεριφορά και αλλαγές εν εξελίξει, μιας και η ανακτηθείσα πληροφορία για οποιαδήποτε γλώσσα ή γλωσσική κοινότητα του παρελθόντος είναι πάντοτε πολύ πιο περιορισμένη από αυτό που μπορούμε να γνωρίζουμε για τις γλώσσες που έχουν σήμερα ομιλητές που μπορούμε να παρατηρήσουμε […] Υποθέτοντας για οποιαδήποτε στιγμή του παρελθόντος οποιαδήποτε δομή ή εξέλιξη ασυνεπή ως προς αυτό που γνωρίζουμε από την σύγχρονη μελέτη των ζωντανών γλωσσών είναι απαράδεκτο και, υποθέτοντας για την προϊστορία οποιαδήποτε  μακροπρόθεσμη εξέλιξη που δεν παρατηρούμε στην καταγεγραμμένη ιστορία είναι εξίσου απαράδεκτο».

Η αρχή της ΘΠΣ για «κανόνα» γλωσσικής συντήρησης και «εξαίρεση» γλωσσικής αλλαγής παραβιάζει την παραπάνω Αρχή της Ομοιομορφίας. Σύμφωνα με την Pereltsvaig, αυτό που γνωρίζουμε για την σύγχρονη γλωσσική κατάσταση είναι ότι οι γλώσσες αλλάζουν συνεχώς. Δεν υπάρχει ούτε μία καταγεγραμμένη ζωντανή γλώσσα που να μην έχει αλλάξει τα τελευταία 100 χρόνια, πόσο μάλλον που να μην έχει αλλάξει για χιλιετίες, όπως υποθέτει ο Alinei. Κατά συνέπεια, η βασική αρχή της ΘΠΣ, σύμφωνα με τα λόγια των Ringe et al. «προϋποθέτει για την προϊστορία έναν τύπο μακροπρόθεσμης εξέλιξης που δεν τον παρατηρούμε στην καταγεγραμμένη ιστορία» και, για τον λόγο αυτό είναι απαράδεκτη.

Αν θέλετε μια συνοπτικότερη διατύπωση της Αρχής της Ομοιομορφίας για να σας μείνει παραθέτω τις παρακάτω ρήσεις του Σόλωνα, του Ισοκράτη και του Αριστοτέλη:

α) Σόλων (το τελευταίο απόφθεγμα):

Τὰ ἀφανῆ τοῖς φανεροῖς τεκμαίρου

Από τα φανερά να συμπεραίνεις τα αφανή.

β) Ισοκράτης [πρὸς Δημόνικον,34]

Bουλευόμενος παραδείγματα ποιοῦ τὰ παρεληλυθότα τῶν μελλόντων: τὸ γὰρ ἀφανὲς ἐκ τοῦ φανεροῦ ταχίστην ἔχει τὴν διάγνωσιν.

Όταν υποθέτεις για τα μέλλοντα, να χρησιμοποιείς ως παραδείγματα αυτά που έχουν ήδη συμβεί: διότι το αφανές συμπεραίνεται γρήγορα εκ του φανερού.

γ) Αριστοτέλης [Ρητορική, 1.2.15]

τὸ μὲν γὰρ εἰκός ἐστι τὸ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ γινόμενον,

πιθανό είναι αυτό που συνήθως συμβαίνει

Το τι πιστεύουν οι γλωσσολόγοι ανά τον κόσμο για την γλωσσική αλλαγή μας το εξηγεί η γλωσσολόγος Κική Νικηφορίδου που έγραψε το κεφάλαιο «Γλωσσική Αλλαγή» (κεφ. Α.8, σλδ. 102-107) στην «Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας»:

[σλδ 103-4] Αποτελεί επίτευγμα των τελευταίων είκοσι χρόνων (με πρωτοπόρο τον αμερικανό γλωσσολόγο William Labov, βλ. Labov 1972, 1981, Weinreich, Labov & Herzog 1968) η συνειδητοποίηση ότι η εν εξελίξει γλωσσική αλλαγή μπορεί να παρατηρηθεί και να μελετηθεί μέσα από την ποικιλία και την αοριστία της γλώσσας. Με άλλα λόγια, οι διάφορες φωνολογικές, συντακτικές και σημασιολογικές επιλογές των διαφόρων κοινωνικών ομάδων αλλά και των μεμομωμένων ομιλητών, όπως και η εγγενής αοριστία της γλωσσικής χρήσης, εμπεριέχουν το σπέρμα της αλλαγής και οριοθετούν πιθανές κατευθύνσεις της […] Οι McCrum, Cran & McNeil (1992,2) σημειώνουν χαρακτηριστικά (η μετάφραση της Νικηφορίδου): «Δώσαμε ιδιαίτερη προσοχή στην καθημερινή ομιλούμενη αγγλική των ψαράδων, καουμπόηδων, λαϊκών τραγουδιστών, ιερέων, γιατρών κλπ., έτσι όπως μιλούσαν για τη δουλειά τους στην δική του ο καθένας γλωσσική ποικιλία. Η προσέγγιση αυτή αποκαλύπτει μια σημαντική άλήθεια για τη γλώσσα, που η σταθερότητα του γραπτού λόγου συχνά αποκρύπτει: ότι η γλώσσα είναι πάντα σε εξέλιξη πέρα από τον έλεγχο των δασκάλων και των κυβερνήσεων. Όταν κοιτάς τη γλώσσα μέσα από μικροσκόπιο, μπορείς να την δεις να αλλάζει σχεδόν καθώς κοιτάς».

Στην αγγλική έκδοση του βιβλίου:

microscope

Θα κάνω ένα παράδειγμα εφαρμογής της Αρχής της Ομοιομορφίας για το αναπόφευκτο της γλωσσικής αλλαγής. Θα το καταλάβετε καλύτερα όσοι γνωρίζετε στατιστική.

Ἐνα στερεοτυπικό φράσημα των Ομηρικών Επών είναι το «ἔπεα πτερόεντα» = «φτερωτά λόγια ~ που πετάνε διαδιδόμενα στον αέρα».

Αν εξετάσουμε την γλωσσική αλλαγή που έχει συμβεί σε αυτήν την φράση από την στιγμή της πρώτης απάντησης της Ελληνικής γλώσσας (~1500 π.Χ.) μέχρι το 1000 μ.Χ., δηλαδή σε διάστημα 2500 ετών θα βρούμε τις παρακάτω αλλαγές:

α) γύρω στο 1500 π.Χ. η προφορά του φρασήματος ήταν: wèkweha pteròwenta

β) Κάποια στιγμή μετά το 1300 π.Χ. χάθηκε η μεσοφωνηεντική δασεία (-h-) που στα κείμενα της Γραμμικής Β απαντά κανονικά (λ.χ. pa-we-a2 = /pharweha/ ~ φάρεα) και το φράσημα έγινε wèkwea pteròwenta.

γ) Γύρω στο 900 π.Χ. το χειλοϋπερωικό της λέξης *wekwos είχε γίνει χειλικό (ϝἔπος) άρα το φράσημα προφερόταν wèpea pteròwenta.

δ) Όταν καταγράφθηκε η Ιλιάδα γύρω στο 750 π.Χ. η Αττικο-Ιωνική είχε απωλέσει το δίγαμμα. Άρα το φράσημα προφερόταν èpea pteròenta.

ε) Κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα στην Αττική διάλεκτο η συναίρεση μετέτρεψε το φράσημα σε ἔπη πτεροῦντα (èpē pterù:nta)

στ) Κατά την Ελληνιστική εποχή το σύμπλεγμα /nt/ έγινε /nd/ στην προφορά (λ.χ. δόντι = /δò(n)di/ αλλά ιταλικό /dente/) και αργότερα, τα μακρά φωνήεντα έχασαν την έκτασή τους. Γύρω στο 200 μ.Χ. το φράσημα προφερόταν όπως το προφέρουμε σήμερα ἔπη πτερούντα = /èpi pterùnda/.

ζ) Το φράσημα ξεχάστηκε στην Ελληνική της ύστερης αρχαιότητας. Από ένα σημείο και μετά ο κόσμος έλεγε μόνο «λόγια φτερωτά». Aν όμως το φράσημα είχε επιβιώσει στην ζώσα γλώσσα μέχρι το 1000 μ.Χ. τότε θα συνέβαινε η αλλαγή /pt/>/ft/ που συνέβη στα πτερόν > φτερό, πτέρυξ/πτέρυγα > φτερούγα: èpi fterùnda.

Αν μετρήσουμε όλες τις φωνολογικές αλλαγές που συνέβησαν στο φράσημα από το 1500 π.Χ. μέχρι το 1000 μ.Χ. βρίσκουμε ότι είναι 9 αλλαγές σε 2500 χρόνια.

Τώρα γνωρίζουμε ότι η μυκηναϊκή Ελληνική μορφή wekweha pterowenta απέχει μόνο 2 ανεξάρτητες φωνολογικές αλλαγές από το ΠΙΕ *wekwes-h2 pterowent-h2 (*s>h και *-h2 > -a).

Πόσο πίσω από το 1500 π.Χ. μιλιόταν η ΠΙΕ διάλεκτος από την οποία προέκυψε η Ελληνική, ώστε να απέχει μόνο 2 φωνολογικές αλλαγές;

Η Αρχή της Ομοιομορφίας μας λέει, όπως ο Σόλων και ο Ισοκράτης, να συμπεράνουμε τα αφανή εκ των φανερών. Η «φανερή» περίοδος της ελληνικής γλώσσας δείχνει 9 φωνολογικές αλλαγές σε 2500 χρόνια.  Άρα χονδρικά οι 2 αλλαγές αναμένεται να συνέβησαν μέσα σε ~ 2*2500/9 ~ 555 χρόνια, που σημαίνει ότι χρονολογούμε το ΠΙΕ *wekwesh2 pterowenth2 γύρω στο ~ 2100 π.Χ. (~ 1500+555) που είναι πάνω κάτω η περισσότερο συμφωνημένη ημερομηνία εισόδου των Πρωτο-Ελλήνων στην Ελλάδα.

Φυσικά αυτό είναι μια πρόχειρη εκτίμηση από δύο μόνο λέξεις ενός φρασήματος που μας δίνει μια πρόχειρη τάξη μεγέθους. Βέβαια έπεσε αρκετά κοντά στην εκτίμηση λ.χ. του David Anthony που, λαμβάνοντας περισσότερα δεδομένα υπόψιν, χρονολόγησε στο περίπου την απόσχιση της πρωτο-Ελληνικής από την ΠΙΕ γύρω στο ~2500 π.Χ.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ημερομηνία απόσχισης της Πρωτο-Ελληνικής δεν μπορεί να είναι παλαιότερη από 2500 χρόνια πριν από το 1500 π.Χ. (4000 π.Χ.).

Αν εφαρμόσουμε την κατανομή Poisson με δεδομένο το λ=9 στα 2500 χρόνια τότε, δεδομένου ότι η κατανομή έχει μέση τιμή λ και τυπική απόκλιση √λ, περιμένουμε 9±3 αλλαγές στα 2500 χρόνια,δηλαδή 6-12 αλλαγές κάθε 2500 χρόνια.

Ποια η πιθανότητα στα 2500 χρόνια να γίνουν μόνο 2 αλλαγές αντί για τις 9 που περιμένουμε ως μέση τιμή;

F(9,9) = 0,131755

F(2,9) = 0,005

Με άλλα λόγια, η περίπτωση να περάσουν 2500 χρόνια με 2 μόνο αλλαγές είναι 0,131755/0,005 ~26 φορές πιο απίθανη από την περίπτωση να γίνουν 9 γλωσσικές αλλαγές. Υπάρχει κανένας που θα πόνταρε τα λεφτά του στο 1 προς 26;

Φανταστείτε τώρα, να δεχτούμε την ΘΠΣ που ισχυρίζεται ότι η ΠΙΕ μιλιόταν το 9000 π.Χ., δηλαδή 7500 χρόνια πριν από το 1500 π.Χ. και ότι έγιναν μόνο 2 αλλαγές σε 7500 χρόνια όταν κρίνοντας εκ των φανερών θα περιμέναμε 27 !!!

F(27,27) = 0,07654

F(2,27) = 6,85*10^(-10)

Με άλλα λόγια, το σενάριο να γίνουν μόνο 2 φωνολογικές αλλαγές σε 7500 χρόνια αντί για τις αναμενόμενες 27 είναι ~ 112 εκατομμύρια φορές πιο απίθανο !!!

Ελπίζω αυτό το παράδειγμα να σας βοήθησε να καταλάβετε γιατί ο Ringe θεωρεί ως απαράδεκτη μία υπόθεση γλωσσικής συμπεριφοράς κατά την «αφανή» περίοδο που δεν έχει παρατηρηθεί κατά την «φανερή» περίοδο.

3) Το τρίτο σφάλμα της ΘΠΣ είναι ότι δεν αναγνωρίζει μία γεωγραφικά περιορισμένη κοιτίδα μέσα στην οποία αναπτύχθηκε ο μορφολογικός σκελετός και το βασικό λεξιλόγιο των ΙΕ γλωσσών. Σύμφωνα με την Pereltsvaig, η ΘΠΣ διαπράττει το ασυγχώρητο σφάλμα (inexcusable error) να εστιάζει στο λεξιλόγιο παραμελώντας την γραμματική. Σύμφωνα με την ΘΠΣ, δεν χρειάζεται η κοιτίδα για την δημιουργία του κοινού λεξιλογίου, γιατί το τελευταίο μπορεί να σχηματιστεί όπως η λέξη «καφές» και «κομπιούτερ» διαχύθηκαν σε όλο τον κόσμο. Αυτό βέβαια ισχύει μόνο για το λεξιλόγιο, αλλά η γλώσσα δεν είναι μόνο λεξιλόγιο.

Focusing exclusively on the vocabulary at the expense of grammar and equating languages with their words is a frequent yet inexcusable error.

Η φράση «μπαγιάτεψε ο καφές» περιέχει δύο δάνεια (bā̕it > bayat > μπαγιάτικος, qahwah > kahve > καφές) που εισήλθαν στην Ελληνική από την Αραβική μέσω της Τουρκικής. Βέβαια, η φράση «μπαγιάτεψε ο καφές» είναι 100% Ελληνική και δείχνει μορφήματα που δεν διαχύθηκαν έξω από την Ελληνική. Το ρήμα μπαγιάτεψε περιέχει ένα επίθημα που προέκυψε από την εφαρμογή του ΙΕ σιγματικού αορίστου στο τρίτο πρόσωπο ενικού του ρηματικού επιθήματος -εύω: -ευ-σ-α ~ -ευσα > -εψα.

Δεν υπάρχει άλλη γλώσσα που να δανείστηκε από την Ελληνική την μορφηματική εναλλαγή ενεστώτα/αορίστου -εύω ~ -ευσα/-εψα. Ο λόγος που η νεοελληνική διαθέτει αυτήν την μορφηματική εναλλαγή είναι η φυλογενετική της συγγένεια με την αρχαία Ελληνική που επίσης την διέθετε (-εύω ~ -ευσα). Έτσι στον Λυσία λ.χ. βρίσκουμε τον αόριστο του ἱππεύω > ἵππευσα και την μετοχή αορίστου ἱππεύσαντες.

[16.8]

ἔτι δέ, ὦ βουλή, εἴπερ ἵππευσα, οὐκ ἂν ἦ ἔξαρνος ὡς δεινόν τι πεποιηκώς, ἀλλ᾽ ἠξίουν, ἀποδείξας ὡς οὐδεὶς ὑπ᾽ ἐμοῦ τῶν πολιτῶν κακῶς πέπονθε, δοκιμάζεσθαι. ὁρῶ δὲ καὶ ὑμᾶς ταύτῃ τῇ γνώμῃ χρωμένους, καὶ πολλοὺς μὲν τῶν τότε ἱππευσάντων βουλεύοντας, πολλοὺς δ᾽ αὐτῶν στρατηγοὺς καὶ ἱππάρχους κεχειροτονημένους. ὥστε μηδὲν δι᾽ ἄλλο με ἡγεῖσθε ταύτην ποιεῖσθαι τὴν ἀπολογίαν, ἢ ὅτι περιφανῶς ἐτόλμησάν μου καταψεύσασθαι. ἀνάβηθι δέ μοι καὶ μαρτύρησον.

Όπως γράφει και ο James Clackson αυτές οι μορφολογικές εναλλαγές με γραμματική λειτουργία είναι απίθανο να διαχυθούν ως δάνεια. Όταν τις συναντούμε σε δύο ή περισσότερες γλώσσες πρέπει να υποψιαστούμε κοινή φυλογενετική καταγωγή. Ο δανεισμός και η σύγκλιση δεν μπορούν να εξηγήσουν τις ομοιότητες των ΙΕ γλωσσών. Όπως συνειδητοποίησε πρώτος ο Sir William Jones, αυτές οι ομοιότητες εξηγούνται μόνο με την παραδοχή κοινού προγόνου.

The Sanscrit language, whatever be its antiquity, is of a wonderful structure; more perfect than the Greek, more copious than the Latin, and more exquisitely refined than either, yet bearing to both of them a stronger affinity, both in the roots of verbs and the forms of grammar, than could possibly have been produced by accident; so strong indeed, that no philologer could examine them all three, without believing them to have sprung from some common source, which, perhaps, no longer exists; there is a similar reason, though not quite so forcible, for supposing that both the Gothic and the Celtic, though blended with a very different idiom, had the same origin with the Sanscrit; and the old Persian might be added to the same family.

Clackson

Ο κοινός πρόγονος των ΙΕ γλωσσών, δηλαδή η ΠΙΕ γλώσσα, δεν μπορεί να ήταν απλωμένη σε όλη την Ευρώπη κατά την Παλαιολιθική Εποχή, δηλαδή σε μια εποχή που δεν υπήρχε η τροχοζωήλατη μεταφορά για να μειώσει τις αποστάσεις και δεν υπήρχαν κεντρικά ελεγχόμενες πολιτικές δομές για να προκαλέσουν γλωσσική σύγκλιση (επιβολή κοινής προτύπου γλώσσας). Βασισμένος σε δεδομένα από τις γεωργικές φυλές της δυτικής Αφρικής, ο JP Mallory εκτίμησε πως κατά την ύστερη Παλαιολιθική/πρώιμη Νεολιθική περίοδο στην Ευρώπη υπήρχε χώρος για 20-40 γλωσσικές οικογένειες (γλωσσικές οικογένειες όχι γλώσσες)!

lang-fam

Οι Σλάβοι σήμερα απλώνονται σε όλη την Κεντροανατολική Ευρώπη. Η πρωτοσλαβική γλώσσα όμως αναπτύχθηκε σε μια μικρή περιοχή βορειοανατολικά των Καρπαθίων που δεν ξεπερνούσε τα 500Km x 500 Km = 250.000 τετραγωνικά χλμ. Η Ευρώπη (μαζί με την Ευρωπαϊκή Ρωσία) έχει επιφάνεια 10.180.000 τετρ. χλμ. Η Λατινική γλώσσα σε κάποια φάση εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Η αρχική κοιτίδα της Λατινικής γλώσσας ήταν το μικρό Λάτιο, μια περιοχή περίπου 10.000 τετρ. χλμ. (~ 100Km x 100Km) γύρω από την Ρώμη.

Τόσο η Θεωρία των Στεπών όσο και η Ανατολιακή Θεωρία αναγνωρίζουν ως ΠΙΕ κοιτίδα περιοχές με έκταση όχι μεγαλύτερη των ~ 500Km x 500Km ~ 250.000 τετρ. χλμ.

4) Η τελευταία σειρά προβλημάτων της ΘΠΣ που αναγνωρίζει η Pereltsvaig μπορεί να συνοψιστεί στην φράση «απιθανότητα στο τετράγωνο». Είναι όλα τα χρονολογικά επιχειρήματα στα οποία υστερεί η Ανατολιακή υπόθεση ως προς την Στεπική … υψωμένα στο τετράγωνο. Αν η Ανατολιακή θεωρία είναι μια φορά απίθανη επειδή δεν μπορεί να εξηγήσει το κοινό λεξιλόγιο της τροχοζωήλατης μεταφοράς, η ΘΠΣ είναι δυό φορές απίθανη επειδή δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε το κοινό λεξιλόγιο της τροχοζωήλατης μεταφοράς ούτε το κοινό λεξιλόγιο που σχετίζεται με την Νεολιθική Οικονομία (γεωργία, κτηνοτροφία) και τα Δευτερογενή Προϊόντα που προέκυψαν από αυτήν (λ.χ. γάλα/άρμεγμα, μαλλί κλπ).

Further arguments challenging such an early date for the PIE—concerning the rate of change, the relative uniformity of ‘horse’ and ‘wheel’ words across Indo-European, and more—are discussed in great detail in The Indo-European Controversy: Facts and Fallacies in Historical Linguistics and my earlier posts, so I will not repeat them here. It is, however, evident that a date for PIE preceding 4,000 BCE is hard to substantiate without assuming long-term immutability of language, a claim that I have challenged above. A similar argument is made in Anthony (2007).

Advertisements

30 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

30 responses to “H Θεωρία Παλαιολιθικής Συνέχειας (ΘΠΣ)

  1. Kostas

    Η θεωρία της παλαιολιθικής συνέχειας είναι όντως τραβηγμένη από τα μαλλιά. Είχα διαβάσει να λένε ότι η ρουμανική είναι εμβόλιμη σε σλαβόφωνη περιοχή από την νεολιθική! Απότι κατάλαβα όμως την υποστηρίζει (ίσως έμμεσα) και ο Θεόδωρος Γιαννόπουλος στο Πόθεν και πότε οι Έλληνες. Τον είχα ρωτήσει στο μπλογκ του για τα κλασσικά επιχειρήματα που παραθέτεις και εσύ εδώ:
    https://erroresgraecorum.wordpress.com/2013/07/21/%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B5-%CE%BF%CE%B9-%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7/

    αλλά τελικά δεν πήρα (ακόμα) το βιβλίο εν μέρει γιατί με ζορίζει λιγάκι το ότι είναι “μη συμβατικό”. Για διάβασε το και πες μας 😀

    • Εσύ μια χαρά εξέθεσες τα επιχειρήματά σου.

      Θα ήθελα πολύ να ξέρω σε ποιο σεβαστό βιβλίο ΙΕ γλωσσολογίας, γραμμένο από διεθνώς καταξιωμένο ΙΕστή γλωσσολόγο που έχει εκδοθεί από διεθνώς καταξιωμένο πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο, ο Γιαννόπουλος βρήκε γραμμένο ότι:

      «ο αρχαιολογικός ορίζοντας που προκρίνεται πλέον ως υποψήφιος για την σύνδεση με την διαδικασία της ινδοευρωπαϊκής εξάπλωσης είναι αυτός της Ανώτερης Παλαιολιθικής.»

      ??????

  2. Στο δικό μου βιβλίο, είναι η απάντηση. Το νόημα της ανωτέρω φράσης είναι «Η υπόθεση που διατυπώνεται στο βιβλίο δεν είναι παρόμοια με του Renfrew, αφού, όπως αναφέρεται και στην δεύτερη παράγραφο της παρούσας ανάρτησης-απάντησης στην συγκεκριμένη κριτική, ο αρχαιολογικός ορίζοντας που προκρίνεται πλέον [ενν. από το παρόν βιβλίο] ως υποψήφιος για την σύνδεση με την διαδικασία της ινδοευρωπαϊκής εξάπλωσης είναι αυτός της Ανώτερης Παλαιολιθικής». Νομίζω ότι από την ροή της φράσης είναι σαφές ότι αναφέρομαι στην δική μου άποψη και μόνον. Για το ποιοι άλλοι πρόσκεινται θετικά στο ευρύτερο πλαίσιο της συγκεκριμένης προσέγγισης υπάρχουν αναλυτικές βιβλιογραφικές παραπομπές στο βιβλίο μου. Επιτρέψτε μου, επίσης, να σημειώσω ότι το ινδοευρωπαϊκό πρόβλημα σαφώς ξεκινά ως γλωσσολογικό, από πολύ νωρίς, ωστόσο, κατέληξε να μεταβληθεί σε διεπιστημονικό. Και αυτό διότι είναι η ίδια η γλωσσολογία αυτή που (αναγκαστικά) διείσδυσε στα χωράφια της προϊστορικής έρευνας, επιχειρώντας να τοποθετήσει στον (προϊστορικό) χώρο και χρόνο γλωσσολογικά φαινόμενα. Άρα προ πολλού δεν μιλάμε πλέον για αμιγώς γλωσσολογικό πρόβλημα, αλλά για διεπιστημονικό, με την συμμετοχή και της προϊστορικής αρχαιολογίας. Επίσης, το γεγονός ότι σε μια δεδομένη περίοδο η πλειοψηφία της έρευνας υποστηρίζει μια συγκεκριμένη άποψη δεν (πρέπει να) στερεί από άλλους ερευνητές το δικαίωμα της εναλλακτικής άποψης. Το 1540 η πλειοψηφία (αν όχι το σύνολο) της έρευνας υποστήριζε με σθένος το γεωκεντρικό μοντέλο. Σε κανένα από τα τότε βιβλία (ή σε ελάχιστα) δεν νομίζω ότι θα συναντούσε κανείς ως σοβαρή πρόταση τον ηλιοκεντρισμό. Συναφής με το εν λόγω παράδειγμα είναι κατά την γνώμη μου και ο προβληματισμός για το κατά πόσο η εκάστοτε κυρίαρχη και καταξιωμένη άποψη συνιστά (ή καταλήγει) «επιφαινόμενο» κομφορμιστικών, συντηρητικών και εν τέλει εξουσιαστικών δομών εντός της ίδιας της επιστήμης και ευρύτερα της κοινωνίας. Οι αρχαιολόγοι M. Shanks και Chr. Tilley είχαν κάποτε μιλήσει για «την αρχαιολογία του Όχι» (the archaeology of No) ως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης νοοτροπίας εντός της αρχαιολογίας. Θα ήθελα κάποια στιγμή να αναζητήσω κατά πόσο υπάρχουν και εντός της γλωσσολογίας φωνές εναντίον μιας ενδεχομένως αντίστοιχης «γλωσσολογίας του Όχι», με ό,τι σίγουρα αντιλαμβάνεται κανείς να εμπεριέχει εδώ η συγκεκριμένη λέξη (δηλαδή το Όχι). Κατά συνέπεια, αν αντιμετωπίσουμε το ινδοευρωπαϊκό πρόβλημα ως πρόβλημα κατεξοχήν διεπιστημονικό και επιστημολογικό (και ακολούθως ως επιστημονικό του κάθε κλάδου) μπορούμε να οδηγηθούμε καταρχάς σε μια πιο εποικοδομητικά μετριοπαθή αναστροφή με τις διαφορετικές απόψεις που (κατά την γνώμη μου) είναι επιτακτικό και δείγμα υγείας της επιστήμης να διατυπώνονται κάθε φορά.

    • Γεια σου Θεόδωρε και ευχαριστώ που μας τίμησες με την παρουσία σου.

      Σαφώς και το θέμα της ΙΕ κοιτίδας είναι διεπιστημονικό. Βέβαια το συγκεκριμένο θέμα της χρονολόγησης της ΠΙΕ γλώσσας (δηλαδή με άλλα λόγια το «πότε» μιλιόταν η ΠΙΕ) νομίζω πως μπορεί να απαντηθεί μόνο με γλωσσολογικές ενδείξεις. Αν θέλεις να μας πεις μερικά ονόματα για το ποιος άλλος υποστηρίζει την ΘΠΣ θα μας βοηθούσες.

      Τώρα τα άλλα που λες είναι καλά σε γενικές γραμμές, αλλά επέτρεψέ μου να παρατηρήσω κάποια πράγματα από τη συζήτηση που είχατε με τον Κώστα. Όταν ο Κώστας σου είπε για το κοινό λεξιλόγιο της τροχοζωήλατης μεταφοράς του απάντησες για «στρίμωγμα σε βιβλικό χρόνο». Δεν νομίζω πως αυτό έχει παίξει κανένα ρόλο στο θέμα. Το «στρίμωγμα» του χρόνου της Μέσης ΠΙΕ προέκυψε από ένα καθαρά αρχαιολογικό δεδομένο: ο τροχός και τα τροχοφόρα οχήματα εμφανίζονται στα αρχαιολογικά δεδομένα γύρω στο 3500 π.Χ. Δεν μπορώ να δω πως πίσω από αυτή τη συσχέτιση κρύβεται «τάση για στρίμωγμα σε βιβλικό χρόνο».

      Από εκεί και μετά, όταν απάντησες στον Κώστα ότι το κοινό λεξιλόγιο μπορεί να προέκυψε μέσω δανεισμού, θα ήθελα να δω μερικά παραδείγματα ΙΕ όρων για έννοιες και εφευρέσεις που προέκυψαν στην ιστορία σίγουρα ΜΕΤΑ την διάσπαση της ΠΙΕ οι οποίοι να υπάρχουν σε τουλάχιστον 5 κλάδους και να σχετίζονται μεταξύ τους με την αρχή της αντιστοιχίας.

      Στην περίπτωση των ΙΕ κλαδών έχουμε μια δεκαριά πάνω κάτω αναδομημένους όρους που σχετίζονται με την τροχοζωήλατη μεταφορά («άξονας», «ρόδα», «οχημα» κλπ.) και την νεολιθική μεικτή οικονομία (λ.χ. *h2erh3- «οργώνω/αρόω», *wl.h2neh2 = «μαλλί», *h2melg’- «αρμέγω», *peh2(i)- «βόσκω, φυλάω κοπάδια», *pek’u- «κινητή περιουσία ~ κοπάδια»).

      Εγώ είμαι έτοιμος να δεχτώ την ΘΠΣ ως υποψήφια της ίδιας τάξης μεγέθους με τις άλλες δύο αν κάποιος μου δείξει λ.χ 5 ΙΕ αναδομημένες ρίζες που να εμφανίζονται σε τουλάχιστον 4 κλάδους, σε όρους που να συνδέονται με την αρχή της Αντιστοιχίας (δηλαδή με όρους που η συγκριτική μέθοδος θα αναγνωρίσει ως συγγενείς με κοινό πρόγονο) και να έχουν σχηματιστεί ανεξάρτητα στον κάθε κλάδο (ή μέσω δανεισμού) ΜΕΤΑ την διάσπαση της ΠΙΕ γλωσσικής κοινότητας.

      Προσπάθησα να εξηγήσω το θέμα με τα παραδείγματα των εννοιών «σίδηρος», «γράφω», «βιβλίο» , «σκληρός δίσκος», έννοιες για τις οποίες οι ξεχωριστοί ΙΕ κλάδοι χρειάστηκε να σχηματίσουν λέξεις ανεξάρτητα. Αυτό που παρατήρησα είναι πως δεν υπάρχουν ποτέ 3 κλάδοι που έφτιαξαν τις λέξεις αυτές από την ίδια ΙΕ ρίζα. Ο δανεισμός σε αυτές τις περιπτώσεις συνέβη σπάνια και σε στενά γειτνιάζοντες κλάδους (λ.χ. ο Γερμανικός κλάδος δανείστηκε τον πρωτοκελτικό όρο για το «σίδηρο» και ίσως κάτι ανάλογο να συνέβη και στον Βαλτο-Σλαβικό κλάδο).

      Στην δε περίπτωση του «σκληρού δίσκου», οι ανεξάρτητες ΙΕ γλώσσες έπρεπε απλά να μεταφράσουν τον αγγλικό όρο hard και προέκυψε μια ενδιαφέρουσα κατάσταση: δεν υπάρχει ούτε ένα ζεύγος κλάδων που να χρησιμοποίησε την ίδια ΙΕ ρίζα για το επίθετο «σκληρός» και δεν υπάρχει ούτε ένας κλάδος μέσα στον οποίο να συνέβη ομοιογενής απάντηση. Στον βαλτικό κλάδο, οι μεν Λιθουανοί προτίμησαν το standusis (< *sth2n.-dh-), οι δε Λεττονοί το ciets (< *keit-), στον Γερμανικό κλάδο, οι μεν Άγγλοι χρησιμοποίησαν το hard (< *kert-), οι δε Γερμανοί το μακαρόνι Festplattenlaufwerk, στον Ρωμανικό/Ιταλικό κλάδο, disco rigido (< *reig'-) λένε οι Ιταλοί και οι Ισπανοί, αλλά disque dur (< *dweh2ros) οι Γάλλοι και οι Ρουμάνοι που δανείστηκαν τον όρο από την Γαλλική. Τέλος, στον σλαβικό κλάδο βρίσκουμε 3 διαφορετικά επίθετα με τη σημασία «σκληρός» (tvrd < *twer-, pevny, žostkji). Δίπλα σε όλα αυτά, ο Ελληνικός χρησιμοποίησε τον όρο «σκληρός» που ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *skelh1- «στέρεο υπόλειμμα».

      Επομένως, αυτό που θα ήθελα να δω σε κάποια φάση είναι μια εκτίμηση πιθανοτήτων του κάθε σεναρίου.

      Από εκεί και μετά ο ρόλος της αρχαιολογίας είναι σαφέστατα σημαντικός στον εντοπισμό του αρχαιολογικού πολιτισμού που είναι υποψήφιος για την ΙΕ κοιτίδα. Λ.χ. ξέρουμε πως ψάχνουμε για μια ιεραρχημένη κοινωνία (*weik'-potis = «φύλαρχος», *h3reg's- αρχικά «αυτός που διευθετεί/«ρεγκουλάρει» (προβλήματα,φιλονικίες, σύνορα;) αργότερα στις θυγατρικές γλώσσες «βασιλιάς» (rex), *wn.nakt- «κύριος, ἄναξ»), άρα ψάχνουμε για αρχαιολογικούς πολιτισμούς με διαφοροποιημένους τάφους (λίγοι πλουσιότεροι που να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους), που λατρεύει τον «Πατέρα Ουρανό» (*Dyeus ph2ter, άρα βρε παιδί μου θα το σκεφτείς ας πούμε δυο φορές πριν τοποθετήσεις τους ΠΙΕ σε έναν πολιτισμό της «Παλαιάς Ευρώπης» που λατρεύει την Μεγάλη Θεά/Μητέρα Φύση/Γη της Gimbutas με τους υπερτονισμένους γλουτούς και τα στήθη ως σύμβολο γονιμότητας), που διαθέτει το άλογο (άρα θα ψάξεις για οστά αλόγου και ιππικούς προγόμφιους που έχουν φθαρθεί από τα χαλινάρια περισσότερο από 3mm, σύμφωνα με το «κριτικό όριο» του Anthony, ώστε να θεωρήσεις ότι ασκούσαν την ιππασία με εξημερωμένα άλογα) και την τροχοζωήλατη μεταφορά κλπ.

      Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η επιλογή του Urheimat γίνεται μόνο μέσα από το πάντρεμα γλωσσολογίας και αρχαιολογίας. Οι γλωσσολόγοι λένε «θέλω έναν πολιτισμό που να έχει αυτό και αυτό» και οι αρχαιολόγοι είναι που λένε «αυτά που θέλετε υπάρχουν εδώ και εδώ, δεν υπάρχουν εκεί και εκεί». Η αρχαιολογία επίσης είναι αυτή που μπορεί να εντοπίσει «εξόδους» από το όποιο υποθετικό Urheimat προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις (λ.χ. στην έξοδο-Suvorovo από τις Στέπες στα ανατολικά Βαλκάνια, τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ξαφνικά εγκαταλελειμμένους και καμένους οικισμούς κοντά στο Δούναβη και την ίδια περίοδο κουργκάν όπου ο νεκρός κείται ύπτιος στα όπλα του με τα γόνατα λυγισμένα/σηκωμένα, είναι ψεκασμένος με κόκκινη όχρα και έχει ιππόμορφη, γυαλισμένη, λίθινη κεφαλή ροπάλου. Με άλλο λόγια, βλέπεις ένα ταφικό έθιμο που «πρωτοσυναρμολογήθηκε» στον πολιτισμό Khvalynsk του Βόλγα και που σε πρώτη φάση εξαπλώθηκε σε όλες τις ποντο-κασπικές στέπες και, γύρω στο 4300 π.Χ. εξέρχεται για πρώτη φορά από τις στέπες στα ανατολικά Βαλκάνια.

      Σε όλα τα παραπάνω θέματα, οι πληροφορίες είναι ξεκάθαρα αρχαιολογικές.

  3. Λες ότι «το ‘στρίμωγμα’ του χρόνου της Μέσης ΠΙΕ προέκυψε από ένα καθαρά αρχαιολογικό δεδομένο: ο τροχός και τα τροχοφόρα οχήματα εμφανίζονται στα αρχαιολογικά δεδομένα γύρω στο 3500 π.Χ. Δεν μπορώ να δω πως πίσω από αυτή τη συσχέτιση κρύβεται ‘τάση για στρίμωγμα σε βιβλικό χρόνο’». Η τάση αυτή υποκρύπτεται κατά την γνώμη μου από το γεγονός ότι γλωσσολογικά ανασυντεθέντες όροι που θεωρείται ότι ανήκουν σημασιολογικά στην σφαίρα του «τροχού» συσχετίζονται (ως προς το σημαινόμενό τους) με ό,τι σήμερα αποκαλούμε αρχαιολογικό ορίζοντα διάχυσης της τεχνολογίας του τροχού (μέσα 4ης χιλιετίας π.Χ.). Για ποιον λόγο οι ανασυντεθέντες ως προς το σημαίνον τους αυτοί όροι συσχετίζονται με τον ορίζοντα αυτόν και μόνο (και συνεπώς με το συγκεκριμένο σημαινόμενο); Προσωπικά έχω εντοπίσει τουλάχιστον μια κατηγορία αντικειμένων, με την οποία οι άνθρωποι ήταν με κάθε βεβαιότητα σε επαφή ήδη από την Παλαιολιθική εποχή, η οποία έπαιζε κρίσιμο ρόλο στην ζωή τους και ως προς την μορφή παραπέμπει ευθέως στην μορφή των πρώιμων (δηλαδή συμπαγών) τροχών…Σε μελλοντική δημοσίευση θα εξηγήσω περί τίνος πρόκειται. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με άλλους όρους, π.χ. με αυτόν για το άλογο. Για ποιον λόγο η έρευνα εστιάζει στους πρώιμους αρχαιολογικούς ορίζοντες εξημέρωσης του αλόγου; Γιατί ο ανασυντεθείς όρος δεν θα μπορούσε να παραπέμπει στην άγρια μορφή του ζώου; Μήπως διότι την εποχή που αναπτύχθηκε ως θεωρία και μέθοδος η γλωσσική παλαιοντολογία δεν ήταν καν γνωστή η αλληλουχία άγριων και εξημερωμένων μορφών, δηλαδή η ακολουθία Παλαιολιθικής και Νεολιθικής, τροφοσυλλεκτικού και τροφοπαραγωγικού σταδίου; Μήπως διότι εκείνη την εποχή οι ερευνητές δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ευρήματα, όπως π.χ. τα άλογα από το σπήλαιο του Chauvet; Μήπως διότι εκείνη την εποχή το 4000 π.Χ. φάνταζε ως το ίδιο μακρινό και νεφελώδες παρελθόν που φαντάζει σήμερα για μας το 40.000 π.Χ.;

    Από την σκοπιά της προϊστορικής αρχαιολογίας το χρονολογικό περίγραμμα των 6000 ετών, εντός του οποίου τοποθετείται παραδοσιακά η εξέλιξη των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, ηχεί τουλάχιστον παράξενο, αν όχι παράδοξο. Το παράδοξο αίρεται μόνο αν συνειδητοποιήσει κανείς ότι το ινδοευρωπαϊκό πρόβλημα μελετάται εδώ και πάνω από δύο αιώνες, με αποτέλεσμα επιστημολογικές παράμετροι που χαρακτήριζαν παλαιότερες φάσεις της εξέλιξης των επιστημών να επιβιώνουν και σε μεταγενέστερες εποχές. Η χρονική σύμπτωση αυτών των 6000 ετών με την βιβλική χρονολόγηση είναι υπερβολικά εξόφθαλμη για να θεωρηθεί σύμπτωση. Είναι κάτι που η επιστημολογική συζήτηση στους κόλπους της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας αργά ή γρήγορα θα αντιμετωπίσει ως ζήτημα. Κατά συνέπεια, το βασικό ερώτημα (ή τουλάχιστον το ερώτημα που εγώ θέτω) ως προς τα ανωτέρω δεν είναι αν κάποιοι κοινοί ΙΕ όροι θα μπορούσαν να είναι δάνεια ή όχι, αλλά αν και κατά πόσο είναι δεσμευτική η σύνδεση του (εικαζόμενου) σημαινομένου τους με συγκεκριμένους αρχαιολογικούς και πολιτιστικούς ορίζοντες. Προσωπικά δεν έχω μεν πειστεί εντελώς ότι το επιχείρημα περί δανείων αναιρείται πλήρως ακόμα και επί γλωσσολογικής βάσεως, εντούτοις σε πολλές περιπτώσεις κλίνω κι εγώ, όπως διαφαίνεται και από τα ανωτέρω παραδείγματα, ολοένα και περισσότερο προς την προοπτική της σημασιολογικής μεταβολής. Μια προοπτική απολύτως συμβατή με την πρόοδο της αρχαιολογικής έρευνας, βάσει της οποίας πρέπει να είναι κανείς κατά την γνώμη μου ιδιαίτερα προσεκτικός ως προς μια (συχνά αντανακλαστική) τάση υποτίμησης των πολιτιστικών εξελίξεων κατά την Παλαιολιθική (και ιδίως τις νεώτερες φάσεις της).

    Τέλος, δεν έχω την αίσθηση ότι υπάρχει μία και μόνη ΘΠΣ. Υπάρχουν αρκετοί ερευνητές (αρχαιολόγοι, γλωσσολόγοι και γενετιστές), οι οποίοι βλέπουν θετικά την μεταφορά της σχετικής συζήτησης (αυτής που αφορά όχι μόνο την ινδοευρωπαϊκή οικογένεια, αλλά και άλλες γλωσσικές οικογένειες/μακροοικογένειες) σε έναν παλαιολιθικό χρονικό ορίζοντα. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις εντός της γενικότερης αυτής κατεύθυνσης (για ονόματα και παραπομπές βλ. τα κεφάλαια VII.6 και VIII.1 του βιβλίου μου).

    • 1) Αν θέλεις ειδοποίησέ με όταν θα γράψεις για την πρωιμότερη εξοικείωση με τους τροχούς. Αν υπάρχουν δεδομένα θα έχει πολύ ενδιαφέρον.

      2) Δεν βρήκα πουθενά την παραδοχή ότι ο αποκατεστημένος όρος *h1ek’wos αρχικά σήμαινε αποκλειστικά το εξημερωμένο άλογο όπως ισχυρίζεσαι. Τόσο ο Anthony όσο και ο Mallory το εξηγούν ρητά ότι οι ΙΕ είχαν όρο για το είδος Equus Caballus χωρίς να υπάρχει διάκριση μεταξύ άγριας και εξημερωμένης μορφής. Ο Anthony ειδικότερα ξεκαθαρίζει ότι η Αρχαϊκή ΠΙΕ προηγήθηκε της εξημέρωσης του αλόγου. Η πρώτη λειτουργία του αλόγου για τους ΙΕους κατά την στεπική θεωρία ήταν κρέας θηράματος πριν από την εξημέρωση και «φτηνό χειμωνιάτικο κρέας» (cheap winter meat) κατά την πρώτη φάση της εξημέρωσης (για την οποία εικάζει ότι μπορεί να ξεκίνησε στις Ποντο-Κασπικές Στέπες γύρω στο 4200 π.Χ., αλλά ξεκαθαρίζει ότι οι πρώτοι προγόμφιοι αλόγων που δείχνουν ξεκάθαρα φθορά από χαλινάρι βρέθηκαν στον πολιτισμό Botai 3700-3000 π.Χ.).

      Για εμένα αυτό σημαίνει ότι, σύμφωνα με το στεπικό μοντέλο, ο όρος *h1ek’wos που μπορεί να αποκατασταθεί για την Αρχαϊκή ΠΙΕ (γιατί υπάρχουν απόγονοί του και στον Ανατολιακό κλάδο) σίγουρα αρχικά σήμαινε το άγριο άλογο, που αφθονούσε στις στέπες και το οποίο οι γλωσσικοί πρόγονοι των στεπαίων ΠΙΕων γνωρίζουμε ότι κυνηγούσαν πριν από την υιοθέτηση της κτηνοτροφίας από τον πολιτισμό Dnieper-Donets II γύρω στο 5200 π.Χ.

      Από εκεί και μετά, μιας και ανέφερες το άλογο, στην εκδοχή που παρουσιάζεις για την παλαιολιθική γένεση της Ελληνικής γλώσσας εν Ελλάδι, ελπίζω να αναφέρεις στο βιβλίο σου ότι τα πρώτα οστά αλόγου εμφανίζονται ταυτόχρονα σε Λέρνα και Τροία γύρω στο 1900 π.Χ. Δηλαδή, αυτό που προτείνεις για την Ελληνική γλώσσα είναι ότι οι ομιλητές της είχαν την ΙΕ ρίζα *h1ek’wos πριν δουν το άλογο με τα μάτια τους. Σαν να λέμε ότι η ελληνική γλώσσα διέθετε όρους για το κοάλα και το καγκουρό πριν ανακαλυφθεί η Αυστραλία.

      Προφανώς, για να λύσεις το παράδοξο που προκύπτει θα πρέπει να παραδεχτείς:
      α) Ότι η λέξη *h1ek’wos > i-qo (/hikwkwos/) ~ ἵππος ~ ἵκκος εισήλθε ως δάνειο στην Ελληνική γλώσσα από κάποια άλλη βορειότερη ΙΕ γλώσσα. Και εδώ μπορείς να το ισχυριστείς κάλλιστα γιατί η λέξη ίππος είναι γεμάτη γλωσσολογικές ανωμαλίες. Η δασεία της, το ιώτα και το διπλό σύμφωνο είναι όλα ανετυμολόγητα. Η αναμενόμενη μορφή θα έπρεπε να ήταν **ἔπος.

      β) Ότι ενώ σε όλους τους άλλους 8 κλάδους η λέξη δηλώνει ειδικά το είδος Equus Caballus, οι Έλληνες χρησιμοποίησαν την ρίζα για να λένε «γάιδαρο» και όταν έφτασε το άλογο, άλλαξαν την σημασία του όρου σε «άλογο». Αυτό είναι το λεγόμενο «σουμερικό» σενάριο, επειδή όταν οι Σουμέριοι πρωτοπεριγράφουν το άλογο γύρω στο 2200 π.χ. στα γραπτά τους το ονομάζουν «γάιδαρο του βουνού» και «γρήγορο γάιδαρο». Προφανώς ήξεραν τα γαιδούρια πολύ πριν μάθουν τα άλογα.

      Αλλά αυτά δεν είναι αξεπέραστα ζητήματα και δεν με απασχολούν τόσο.

      Εκεί που θέλω να εστιάσω είναι στο ότι έγραψες ότι η παραδοχή της ανεξάρτητης συμπτωματικής κοινής σημασιολογικής αλλαγής μπορεί να σου λύσει το πρόβλημα στην περίπτωση του κοινού λεξιλογίου της τροχοζωήλατης μεταφοράς.

      Εδώ σου λέω αμέσως ότι με αυτήν την παραδοχή μπορείς να εξηγήσεις τις αλλαγές *reth2- «τρέχω» (λ.χ. ἐπίρροθος = επίκουρος = αυτός που τρέχει για βοήθεια) > *roth2-os «τροχός» και *dhregh- «τρέχω» > *dhrogh-os «τροχός». Αυτές οι παραγωγές είναι αρκετά απλές και εύλογες σημασιολογικά και, επομένως, όπως άλλωστε παραδέχεται και ο Mallory, μπορεί να προέκυψαν ανεξάρτητα στους θυγατρικούς κλάδους.

      Ως εδώ η παραδοχή σου ευσταθεί. Τώρα όμως ας πάμε παρακάτω.

      Για να εξηγήσεις ανεξάρτητη συμπτωματική κοινή παραγωγή στον όρο *kwe/o-kwlos «τροχός» από την ρίζα *kwel- «γυρίζω», ο οποίος έχει δώσει απογόνους σε 4 κλάδους (Ελληνικό, Τοχαρικό, Γερμανικό και Ινδο-Ιρανικό) θα πρέπει να υποθέσεις ότι οι 4 κλάδοι ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο έκαναν τα εξής βήματα:

      1) Από τις 4 ρίζες με τη σημασία «γυρίζω» (*kwel-, *wel- κλπ) επιλέχθηκε ανεξάρτητα η ίδια
      2) Σε αυτήν ανεξάρτητα οι 4 αυτοί κλάδοι επέλεξαν να κάνουν διπλασιασμό ρίζας (αντίθετα ο κελτικός και ο σλαβικός κλάδος ακολούθησαν το απλό παράδειγμα *kwel- > *kwol-os όπως το τρέχω > τροχός).
      3) Επέλεξαν το ίδιο ακρiβώς είδος διπλασιασμού με το θεματικό φωνήεν e~o, αντί για το πιο συχνό είδος που χρησιμοποιεί το *i (λ.χ. *dhi-dheh1- > τίθημι, *di-deh3- >δίδωμι, *si-steh2- > ἵστήμι, *si-sd- > ἵζω κλπ).

      Η πιθανότητα να συμβεί αυτό είναι (1/4)x(πιθανότητα διπλασιασμού ρίζας)x(πιθανότητα χρήσης του θεματικού φωνήεντος e~ο αντί για το i) και όλο αυτό να το υψώσεις στην τετάρτη γιατί αυτό πρέπει να γίνει 4 φορές ανεξάρτητα.

      Ακόμα και αν στις άγνωστες πιθανότητες δώσουμε για την χάρη της συζήτητησης την τιμή 1/2 (διπλασιασμός/μη διπλασιασμός, e~o/i), τότε η πιθανότητα γίνεται (1/16)^(4) δηλαδή, 1/65.536 !!!

      Ο ΙΕστής γλωσσολόγος Donald Ringe που έχει υπολογίζει τις πιθανότητες δηλώνει κατηγορηματικά ότι «η λέξη *kwe/okwlos είναι υπερβολικά απίθανο να σχηματίστηκε περισσότερες από μία φορά» !!!Σου παραθέτω τα λόγια του:

      Moreover, since the pattern of derivation from *kwel- ‘to turn’ to *kwékwlos ‘wheel’ is unusual (e.g. it involves reduplication), Ringe concludes that “this word is overwhelmingly unlikely to have been formed more than once”.

      Εγώ σου λέω ότι η πιθανότητα συμπτωματικού παράλληλου σχηματισμού είναι ακόμα μικρότερη της 1/65.536, αλλά για χάρη της συζήτησης ας μείνουμε σε αυτή.

      Πάμε παρακάτω. 6 κλάδοι συμμερίζονται την ίδια ρίζα *h2ek’s- με ακριβή σημασία «άξονας». Γνωρίζουμε ότι εδώ συνέβη σημασιακή αλλαγή και ότι η ρίζα αρχικά σήμαινε «ώμος» (η αρχική σημασία επιβιώνει στο λατιινκό axilla = «μασχάλη»). Δηλαδή η σημασιακή αλλαγή ώμος > άξονας έγινε επειδή κοιτώντας τους δύο τροχούς να προσαρθρώνονται στον άξονα το παρομοίασαν με τα χέρια που προσαρθρώνονται στον ώμο.

      Εδώ πρέπει να μου πεις πόσο εκτιμάς την πιθανότητα κάποιος που θα πρωτοδει άξονα με τροχούς να κάνει την παρομοίωση με τα χέρια και την μασχάλη. Γιατί λ.χ. να μην σκεφτεί να ονομάσει τον «άξονα» ως «το ίσιο/ευθύγραμμο πράγμα» ή «το μακρό ραβδί» ή «αυτό που κρατάει τους τροχούς»; Σήμερα όταν λες σε κάποιον άξονα το μυαλό του πάει στους άξονες (ευθείες) ΧΥΖ των μαθηματικών.

      Να πούμε για χάρη της συζήτησης ότι η πιθανότητα της παρομοίωσης είναι 1/2; Άρα η πιθανότητα 6 κλάδοι να κάνουν την ίδια παρομοίωση ανεξάρτητα γίνεται (1/2)^6 δηλαδή 1/64. Αυτό πρέπει να το διαιρέσεις με 7, δηλαδή να γίνει 1/448, γιατί από τις 7 ρηματικές ρίζες με την σημασία «κρατώ», ο ελληνικός και ο τοχαρικός κλάδος απέχοντας 4000 χιλιόμετρα μεταξύ τους (ή και περισσότερα) δείχνουν την ρηματική ρίζα *h2em- στον όρο *h2em-h2ek’s-ih2 «σασί, αυτό που κρατάει τους άξονες» (ελληνικό ἄμαξα, τοχαρικό amaks-pante ~ αμαξηγός»).

      Με άλλα λόγια, μου ζητάς να ποντάρω στο 1/448 μόνο γι΄αυτό το ζεύγος και για ένα γινόμενο τέτοιων πιθανοτήτων για τους όρους που απαντούν σε 4,5 και 6 κλάδους, ένας εκ των οποίων είναι η περίπτωση του όρου *kwe/okwlos. Άρα καταλαβαίνεις που πάει η συνολική πιθανότητα.

      Τώρα, στην δική μου επιστήμη, αν μου φέρουν έναν 50χρονο που του συνέβη κεντρικό σκότωμα σε έναν καύσωνα συνοδευόμενο από άλλα νευρολογικά συμπτώματα και στην κλινική νευρολογική εξέταση διαγνώσω σημεία κεντρικής παράλυσης και αισθητικής αταξίας,τότε η πιθανότητα να πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας (ΣΚΠ) είναι μεγαλύτερη του 80%.

      Το κεντρικό σκότωμα από οπτική νευρίτιδα είναι μία από τις πιο συχνές παρουσιάσεις της κρίσης της σκλήρυνσης κατά πλάκας (αλλά δεν εμφανίζεται πάντοτε ούτε όλα τα κεντρικά σκοτώματα οφείλονται σε ΣΚΠ) και το φαινομενο Uhthoff είναι η παρατήρηση ότι η συμπτωματολογία της ΣΚΠ χειροτερεύει με την αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος.

      Παρόλου που έχω περισσότερο από 80% πιθανότητα να έχω κάνει σωστή διάγνωση, τρέμω τόσο το 20% περιθώριο σφάλματος που θα ζητήσω και μαγνητική τομογραφία με γαδολίνιο ως σκιαστικό για να δω με τα μάτια μου τις πλάκες στην λευκή ουσία του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (αν είναι ενεργές, όπως αναμένεται να είναι στο υποθετικό σενάριο που περιγράφω, δηλαδή αν υπάρχει ακόμα ενεργή, φλεγμονή θα χρωματιστούν εντονότερα από το σκιαστικό (πιο άσπρες στην μαγνητική τομογραφία), επειδή το τοίχωμα των αγγείων σε περιοχή φλεγμονής έχει αυξημένη διαπερατότητα ως προς τις παλιές ανενεργές πλάκες που χρωματίζονται λιγότερο).

      Αν η μαγνητική τομογραφία μου δείξει πλάκες, η πιθανότητα διάγνωσης της ΣΚΠ δεδομένης της συμπτωματολογίας ξεπερνάει το 95%. Και θυμάμαι μέχρι σήμερα τον καθηγητή Νευρολογίας μου να λέει «κάνε και μια οσφυονωτιαία παρακέντηση για να μετρήσεις τον δείκτη του Link (Link Index ή IgG index, λόγος συγκέντρωσης των αντισωμάτων του εγκεφαλονωτιαίου υγρού προς την συγκέντρωση των αντισωμάτων του πλάσματος) και αν τον βρεις αυξημένο (ενδεικτικό παραγωγής αντισωμάτων εντός του ΚΝΣ) τότε μπορείς να πεις με απόλυτη σιγουριά ότι έχεις ΣΚΠ».

      Πως λοιπόν εγώ, που έχω μάθει να σκέφτομαι έτσι, να θεωρήσω ως «ισοπίθανο» ένα σενάριο που μου προτείνει ότι 4 κλάδοι ανέπτυξαν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο τον όρο *kwe/o-kwlos (το εκτιμήσαμε στο 1/65.536 και ο Ringe θεωρεί «αυστηρώς απίθανο να σχηματίστηκε περισσότερες από μία φορές») και, ταυτόχρονα, 6 κλάδοι έκαναν ανεξάρτητα την σημασιολογική μεταβολή «ώμος» > «άξονας» με την ρίζα *h2ek’s- και, ταυτόχρονα, ο Ελληνικός και ο Τοχαρικός κλάδος ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο διάλεξαν την ίδια από τις 7 ρηματικές ρίζες με τη σημασία «κρατώ» για να σχηματίσουν τη λέξη «σασί» ~ «αυτό που κρατάει τους άξονες» (*h2em-h2ek’s-ih2);

      Η συνολική πιθανότητα του σεναρίου αρχίζει να προσεγγίζει την πιθανότητα να αναπτύχθηκε ανεξάρτητα στα τετράποδα η παράκαμψη του παλίνδρομου λαρυγγικού νεύρου. Στον άνθρωπο η παράκαμψη είναι 15-20 cm, στην καμηλοπάρδαλη η παράκαμψη είναι 4,5 μέτρα. Προφανώς η καμηλοπάρδαλη δεν είχε πάντοτε τόσο μακρύ λαιμό, αλλά η εξελικτική διαδικασία που μάκρυνε τον λαιμό της, μάκρυνε και την παράκαμψη που πρέπει να κάνει το παλίνδρομο λαρυγγικό της νεύρο.



      Όποιον εξελικτικό βιολόγο ή εμβρυολόγο και να ρωτήσεις θα σου πει ότι η παράκαμψη αυτή έγινε μία μόνο φορά στην ιστορία της ζωής, στον κοινό πρόγονο όλων των τετραπόδων (δεν υπάρχει στα ψάρια από τα οποία εξελίχθηκαν τα τετράποδα) κατά την διαδικασία της αυχενοποίησης (η καρδιά και τα μεγάλα αγγεία όπως η αορτή απομακρύνθηκαν από το στόμα μέσα στον θώρακα και τα μεγάλα αγγεία τράβηξαν το παλίνδρομο λαρυγγικό νεύρο που ήταν «μπλεγμένο» μαζί τους προς τα κάτω). Οι απόγονοι αυτού του πρωτο-τετραπόδου έχουν παλίνδρομο λαρυγγικό νεύρο επειδή έχουν κληρονομήσει τα αναπτυξιακά γονίδια του προγόνου τους που επαναλαμβάνουν την οντογενετική διαδικασία που σχηματίζει τον αυχένα κατά την εμβρυολογική ανάπτυξη όλων των σημερινών τετραπόδων.

  4. Πρώτα απ΄ όλα ελπίζω να είναι σαφές ότι η παρομοίωση της εξέλιξης των γλωσσών (ή άλλου πολιτιστικού ή κοινωνικού φαινομένου) με μορφές εξέλιξης του υπόλοιπου φυσικού κόσμου, όπως π.χ. αυτές που μελετά η εξελικτική βιολογία, είναι μόνο μία από τις πολλές σχετικές επιστημολογικές προσεγγίσεις. Στην ιστορία των επιστημών είναι ένα τεράστιο ζήτημα το αν ο ανθρώπινος πολιτισμός μπορεί να προσεγγιστεί π.χ. με όρους βιολογικού εξελικτισμού ή θετικισμού. Συνεπώς, το ερώτημα «πως λοιπόν εγώ, που έχω μάθει να σκέφτομαι έτσι, να θεωρήσω ότι…» είναι καλό να τίθεται με την συναίσθηση ότι δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος σκέψης στην προσέγγιση του ανθρώπινου πολιτισμού. Είναι ενδιαφέρον το ότι οι παρομοιώσεις που κάνεις, καθώς και οι σχετικές στατιστικές πιθανοτήτων θα άρεσαν ιδιαίτερα π.χ. στον Renfrew (παραδοσιακό εκπρόσωπο του θετικισμού και νεοεξελικτισμού στην αρχαιολογία) και στους εξελικτικούς ανθρωπολόγους που συνεπικουρούν την ανατολιακή του υπόθεση με σχετικά μοντέλα. Το γεγονός, τώρα, ότι η ίδια αφετηρία, ο θετικισμός, οδηγεί συχνά σε διαφορετικά συμπεράσματα (διότι εσύ δεν υποστηρίζεις προφανώς την θεωρία του Renfrew) είναι ένα μόνο από τα αντεπιχειρήματα σε αυτόν.

    «Δεν βρήκα πουθενά την παραδοχή ότι ο αποκατεστημένος όρος *h1ek’wos αρχικά σήμαινε αποκλειστικά το εξημερωμένο άλογο όπως ισχυρίζεσαι»

    Δεν χρησιμοποίησα την λέξη «αποκλειστικά». Αναφέρθηκα στην ιστορία της έρευνας της συγκεκριμένης θεωρίας, στο πλαίσιο της οποίας η έρευνα εστίασε (αυτή ήταν η έκφρασή μου) ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα στον χρονολογικό και πολιτιστικό ορίζοντα των πρώιμων εξημερωμένων αλόγων. Οι Anthony και Mallory σαφώς προσπάθησαν να εκσυγχρονίσουν πτυχές της παλαιότερης θεωρίας, ενσωματώνοντας και την προβληματική των άγριων αλόγων. Και αυτοί, όμως, προσδένονται στην παραδοσιακή θεωρία. Γι΄ αυτό και εστιάζουν στα άγρια άλογα π.χ. του 5000 π.Χ. και όχι σε αυτά του 30.000 π.Χ.

    «ελπίζω να αναφέρεις στο βιβλίο σου ότι τα πρώτα οστά αλόγου εμφανίζονται ταυτόχρονα σε Λέρνα και Τροία γύρω στο 1900 π.Χ. Δηλαδή, αυτό που προτείνεις για την Ελληνική γλώσσα είναι ότι οι ομιλητές της είχαν την ΙΕ ρίζα *h1ek’wos πριν δουν το άλογο με τα μάτια τους.»

    Η φράση «τα πρώτα οστά αλόγου εμφανίζονται ταυτόχρονα σε Λέρνα και Τροία γύρω στο 1900 π.Χ.» δεν σημαίνει (όσο ίσως περίεργο κι αν ακούγεται αυτό στα αυτιά ενός μη αρχαιολόγου) ότι τα πρώτα άλογα εμφανίζονται στην Ελλάδα σε αυτή την περίοδο σε αυτές τις θέσεις. Σημαίνει ότι σε αυτή την περίοδο και σε αυτές τις θέσεις εμφανίζονται για πρώτη φορά στο γνωστό μας αρχαιολογικό υλικό. Το πότε εμφανίζονται άλογα στην Ελλάδα είναι (και θα είναι για πολύ ακόμα) υπό διερεύνηση. Σίγουρα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι π.χ. έχουν ήδη γίνει πολλές ανασκαφές, έχει ήδη διαμορφωθεί μια εικόνα, κλπ. Κυρίως, όμως, θα το ισχυριστεί αν δεν έχει αίσθηση της ιστορίας της αρχαιολογίας και του τρόπου που έχει πάντα το σκάμμα να εκδικείται τέτοιες αποφάνσεις…Άρα, πέραν των εναλλακτικών αντεπιχειρημάτων που κι εσύ ο ίδιος παραθέτεις, υπάρχει πάντα και το επιχείρημα της κατάστασης της αρχαιολογικής έρευνας.

    «έγραψες ότι η παραδοχή της ανεξάρτητης συμπτωματικής κοινής σημασιολογικής αλλαγής»

    Προσοχή εδώ στις λέξεις «ανεξάρτητη» και «συμπτωματική». Μίλησα για σημασιολογική μεταβολή, όχι οπωσδήποτε για ανεξάρτητη και συμπτωματική. Τίποτα δεν αποκλείει κατά την γνώμη μου ότι έχουμε να κάνουμε με διαδικασίες σημασιολογικής μεταβολής σε συνδυασμό με αυτό που στην αρχαιολογική θεωρία λέγεται διαδικασία πολιτισμικής διάχυσης (diffusion). Είναι, δηλαδή, άλλο ζήτημα το αν ένας κοινός ΙΕ όρος μπορεί να αποδειχθεί ή όχι ότι ανήκε στο πρωτολεξικό (ή αποτελεί μεταγενέστερο δάνειο) και άλλο πράγμα το αν σε μια ενδεχόμενη σημασιολογική εξέλιξη ενός όρου (ή όρων) του πρωτολεξικού επενήργησαν κάποια στιγμή διαδικασίες πολιτισμικής διάχυσης. Όσο, τώρα, μεγαλύτερο χρονικό βάθος αποδίδει κανείς στα φαινόμενα, τόσο πιο σύνθετη θεωρεί αυτόματα ότι είναι η διαδικασία των διαφόρων εξελίξεων και αλληλεπιδράσεων (τόσους περισσότερους π.χ. χαμένους σήμερα ΙΕ κλάδους και υποκλάδους θα εικάσει ότι υπήρχαν κάποτε και επηρέασαν ενδεχομένως κι αυτοί τις σχετικές εξελίξεις). Αν, αντιθέτως, ξεκινάει με την βεβαιότητα ότι τα φαινόμενα συμπυκνώνονται σε ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο λίγων χιλιάδων ετών (πολύ πιο κοντά στην περίοδο που οι ΙΕ εμφανίζονται για πρώτη φορά στο φως της ιστορίας), τότε το πιθανότερο είναι ότι τα ερευνητικά παράγωγα της εν λόγω βεβαιότητας θα καταλήγουν να επανεπιβεβαιώνουν την υποκείμενη αφετηρία της όλης έρευνας (όπως π.χ. το να θεωρεί κανείς ότι το σημαίνον *kwe/okwlos αναφέρεται οπωσδήποτε στο σημαινόμενο «τροχός», με την σημασία που αυτό έχει από το 3500 π.Χ. και εφεξής).

    • Προσοχή εδώ στις λέξεις «ανεξάρτητη» και «συμπτωματική». Μίλησα για σημασιολογική μεταβολή, όχι οπωσδήποτε για ανεξάρτητη και συμπτωματική. Τίποτα δεν αποκλείει κατά την γνώμη μου ότι έχουμε να κάνουμε με διαδικασίες σημασιολογικής μεταβολής σε συνδυασμό με αυτό που στην αρχαιολογική θεωρία λέγεται διαδικασία πολιτισμικής διάχυσης (diffusion).

      Στην γλωσσολογία η «διάχυση» που αναφέρεις ονομάζεται δανεισμός και το θίξαμε στα προηγούμενα σχόλια.

      Και καταλαβαίνω απόλυτα αυτό που λες, ότι το άλογο μπορεί να υπήρχε από παλαιότερα και ακόμα δεν έχιε τύχει να βρούμε παλαιότερα οστά. Είναι το ίδιο επιχείρημα με του Anthony που είπε πως τα πρώτα σίγουρα άλογα που είχαν χαλιναγωγηθεί ήταν αυτά του Botai μετά to 3700 π.Χ., αλλά μάλλον η ιππασία ξεκίνησε νωρίτερα από τους δυτικούς γείτονές τους και απλώς δεν έχει τύχει να βρούμε ακόμα τα δόντια που θα το αποδείξουν. Δικαιολογεί αυτήν του την υπόθεση λέγοντας ότι οι κυνηγοί του Botai που δεν είχαν κτηονοτροφία είναι απίθανο να εξημέρωσαν το άλογο. Είναι πιθανότερο ένας πολιτισμός που διέθετε ήδη εξημερωμένα ζώα να σκέφτηκε την εξημέρωση του αλόγου.

      Βέβαια και Anthony δεν πάει πολύ πίσω, απλώς μεταθέτει το 3700 π.Χ. κατά 500 χρόνια στο 4200 π.Χ.

      Με τα άλογα σην Ελλάδα τι πιστεύεις ότι πρέπει να κάνουμε; Αν δηλαδή υπήρχαν (και φυσικά μπορεί να υπήρχαν) πόσο καιρό πριν υπήρχαν και ο πρώτος σκελετός που έχουμε βρει μέχρι τώρα χρονολογείται στο 1900 π.Χ. (και μάλιστα ο Dickinson λέει πως μπορεί να είναι και γάιδαρος) και από το 1700 π.Χ. και μετά γίνεται αρκετά συχνή η εύρεσή τους;

      Να βάλουμε και εδώ 500 χρόνια, όσο πίσω πάει και ο Anthony; Τι αλλάζει στο σενάριό μας αν παραδεχτούμε ότι το άλογο εισήλθε λ.χ το 2500 π.Χ.; Αλλάζει κάτι;

      Έχουμε κάποια στοιχεία μέχρι τώρα. Μπορεί στο μέλλον να βρεθούν καινούρια, όπως μπορεί και να μην βρεθούν. Μέχρι να γίνει αυτό, πρέπει να κρίνουμε με ό,τι έχουμε. Αν λ.χ.στο μέλλον βρεθεί ένδειξη χρήσης του τροχού στο 4500 π.Χ., 1000 χρόνια πριν από τα σημερινά δεδομένα τότε φυσικά θα πρέπει ν΄αλλάξουμε το σενάριο.

      Αλλά αντί να καθόμαστε και να συζητάμε «τι μπορεί να γίνει στο μέλλον», ας συζητήσουμε γι΄αυτό που έχουμε στα χέρια μας μέχρι σήμερα.

      Τώρα για το *kwe/okwlos στην προηγούμενη ανάρτηση δεν είπα πουθενά ότι σώνει και καλά σήμαινε «τροχός» … σου έδωσα τις πιθανότητες ανεξάρτητης κατασκευής του όρου σε 4 διαφορετικούς κλάδους. Δώσε όποια σημασία θέλεις στον αρχικό όρο,εμένα με ενδιαφέρει ότι η πιθανότητα ο όρος να σχηματίστηκε 4 φορές είναι 1/65.5326 .

      Από εκεί και μετά αν θέλεις να μιλήσεις για «πολιτισμική διάχυση», επαναλαμβάνω ότι αυτό στην γλωσσολογία λέγεται δανεισμός λέξεων και το συζητήσαμε με τον «σκληρό δίσκο». Η μόνη άλλη «πολιτισμική διάχυση» γλωσσικών όρων είναι η τηλεπάθεια.

      Δανεισμός λέξεων σημαίνει πως κάποιος ακούει τον ομιλητή μιας άλλης γλώσσας να ταυτίζει έναν ήχο με ένα αντικείμενο και δανείζεται την σχέση ήχου-αντικειμένου, αν και με τον καιρό η σημασία του δανείου μπορεί να αλλάξει, όπως μπορεί ν΄αλλάξει η σημασία και των μη δανεισμένων όρων.

      Αλλά αυτό που παρατηρώ μέχρι τώρα στην συζήτησή μας είναι εγώ να κρίνω από τα δεδομένα που έχουμε μέχρι τώρα και να ζυγίζω τα διάφορα σενάρια υπολογίζοντας πιθανότητες και εσύ να μου απαντάς «ναι, αλλά στο μέλον μπορεί …».

      Αν στον ασθενή του προηγούμενου παραδείγματος ΔΕΝ συνέβαινε κεντρικό σκότωμα σε περίοδο καύσωνα, εννοείται πως ΔΕΝ θα μου πήγαινε το μυαλό σε σκλήρυνση κατά πλάκας εξ αρχής.

      Δεν μπορείς ν΄απορρίπτεις τα δεδομένα του παρόντος βασιζόμενος σε ένα υποθετικό μέλλον στο οποίο μπορούν να προκύψουν νέα δεδομένα.

      Εννοείται πως ΑΝ προκύψουν νεά δεδομένα στο μέλλον, θ΄αλλάξει και το ερμηνευτικό μοντέλο. Αυτό εξυπακούεται, αλλά δεν παίζει καμία σημασία στην παροντική λήψη αποφάσεων. Ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντεπιχείρημα απόρριψης των παρόντων δεδομένων.

  5. Kostas

    Τι ωραία συζήτηση, ελπίζω να συνεχιστεί!
    Ένα σχόλιο όσον αφορά τους “στατιστικούς” υπολογισμούς των τελευταίων άρθρων σου:
    Αν και συμφωνώ με τα συμπεράσματα τους, ενέχουν κάποιους κινδύνους. Για παράδειγμα μπορεί να ισχύουν μόνο όταν θεωρείς ισοπίθανα τα ενδεχόμενα, κάτι το οποίο επιδέχεται μεγάλη συζήτηση.

    Επίσης στο παρόν παράδειγμα, λες :
    “Τώρα γνωρίζουμε ότι η μυκηναϊκή Ελληνική μορφή wekweha pterowenta απέχει μόνο 2 ανεξάρτητες φωνολογικές αλλαγές από το ΠΙΕ *wekwes-h2 pterowent-h2 (*s>h και *-h2 > -a).”

    Αυτό δεν είναι τόσο απλό γιατί εξαρτάται από την “πίστη” σου στην συγκριτική μέθοδο. Δεν είμαστε 100% σίγουροι τι παράγει η Σ.Μ. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το γεγονός (π.χ. αν λόγω επαφών οι κλάδοι δεν αναπτύχθηκαν τελείως ανεξάρτητα, βλ. “διάχυση”) η Σ.Μ να παράγει κάτι έναν “μέσο όρο” των καταγεγραμμένων γλωσσών παρά την πρωτογλώσσα. Κοινώς χαρακτηριστικά που αναπτύχθηκαν μετά το στάδιο της πρωτογλώσσας μπορεί να παρεισφρύουν στα αποτελέσματα της Σ.Μ. Σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις θα έλεγα ότι κάτι τέτοιο είναι και αναπόφευκτο.

    Επίσης οι παραδοχές μπορεί να αλλάξουν τελείως τα νούμερα. Αν οι ΠΙΕοι δεν είχαν τροχούς αλλά είχαν σβούρες ή ένα τροχό για να γνέθουν ή δεν ξέρω γω τι, όλη η ανάλυση περί του πόσο πιθανόν είναι να αναπτύχθηκαν οι θυγατρικές λέξεις ανεξάρτητα είναι ουσιαστικά άχρηστη.

    Το αποτέλεσμα είναι ότι βγάζεις κάτι αστρονομικά νούμερα και κάνεις τους υποστηρικτές αντίθετων απόψεων να φαίνονται τρελοί ενώ δεν είναι απαραίτητα έτσι.

    Θα σου πρότεινα να τα παρουσιάζεις με λίγο λιγότερη σιγουριά ή να δηλώνεις τις παραδοχές και τις αβεβαιότητες λίγο πιο ρητά. Π.χ “αν θεωρήσουμε τα ενδεχόμενα ισοπίθανα” ή “Τώρα, σύμφωνα με τα ευρήματα της Σ.Μ. η μυκηναϊκή Ελληνική μορφή wekweha pterowenta απέχει μόνο 2 ανεξάρτητες φωνολογικές αλλαγές από το ΠΙΕ *wekwes-h2 pterowent-h2 (*s>h και *-h2 > -a).”

    • Τώρα, σύμφωνα με τα ευρήματα της Σ.Μ. η μυκηναϊκή Ελληνική μορφή wekweha pterowenta απέχει μόνο 2 ανεξάρτητες φωνολογικές αλλαγές από το ΠΙΕ *wekwes-h2 pterowent-h2 (*s>h και *-h2 > -a).”

      Κώστα, ξέρεις κανέναν ΙΕστη γλωσσολόγο που ΔΕΝ δέχεται την αποκατεστημένη ΠΙΕ μορφή *wekwesh2 ptereowenth2 της ΣΜ ή που δεν δέχεται ότι το μεσοφωνηεντικό ΠΙΕ *s>h και το ΠΙΕ λαρυγγικό *h2>a όταν φωνηεντοποιείται στην Ελληνική;

      Αν ξέρεις κανέναν για πες μας και εμάς ποιος είναι.

      Για πες μου λ.χ. ποια πιθανά «προβλήματα» εντοπίζεις στην αναδομημένη μορφή πληθυντικού *wekwesh2 (ελληνικό ἔπος, σανσκριτικό vacas = «λέξη/ομιλία»);

      Να σου δώσω και το *nebhes- ελληνικό νέφος (πληθυντικός νέφεα) και σλαβικό nebo (πληθυντικός nebesa).

      Για πες μου σε παρακάλω τι πιθανό πρόβλημα εντοπίζεις στην αναδόμηση του πληθυντικού *nebhesh2 όταν συγκρίνεις τον μυκηναϊκό πληθυντικό νέφεhα με τον σλαβικό πληθυντικό nebesa;

      http://postimg.org/image/kqtt2doot/

      Η ΣΜ έχει τους περιορισμούς της σε κάποια πράγματα (λ.χ. στην ελληνική λέξη ἵππος αντί για το *hepos). Στα παραδείγματα όμως που επέλεξα δεν έχει κανέναν. Τα πράγματα είναι καθαρά και ξάστερα. Γι΄αυτό και επέλεξα αυτά τα παραδείγματα επειδή είναι ξεκάθαρα.

      Για τα αστρονομικά νούμερα, δεν χάνω τον χρόνο μου, ευχαρίστως να ακούσω την γνώμη σου για το εάν η κατανομή Poisson που χρησιμοποιήσα δεν μπορεί να εφαρμοστεί το συγκεκριμένο παράδειγμα. Αλλά θέλω να μας εξηγήσεις πρώτα πότε (σε ποιες περιπτώσεις) χρησιμοποιούμε την κατανομή Poisson.

  6. Στο παράδειγμα με τον «σκληρό δίσκο» εφαρμόζεις την αρχή του ομοιομορφισμού, θεωρώντας ότι το γεγονός ότι κάποιες ΙΕ στο παρόν «συμπεριφέρθηκαν» (ως προς την γλωσσική τους εξέλιξη) με συγκεκριμένο τρόπο, αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να προβάλλουμε την συγχρονική αυτή παρατήρηση και στο παρελθόν. Η αρχή του ομοιομορφισμού στο πλαίσιο της μελέτης του ανθρώπινου πολιτισμού είναι και αυτή συνυφασμένη με τον θετικισμό, υπό την έννοια ότι για τους θιασώτες της μπορεί να προσφέρει ένα θετικιστικό «μέτρο» για την αξιολόγηση υποθέσεων που αφορούν το παρελθόν (η διατύπωση υποθέσεων και η πεποίθηση ότι αυτές μπορούν να «ελεγχθούν» αντικειμενικά με αντιπαραβολή τους ως προς τα δεδομένα είναι μια βασική αρχή αυτής της μορφής θετικισμού). Εδώ αξίζει κατά πρώτον να σημειώσει κανείς ότι η αρχή του ομοιομορφισμού, η οποία π.χ. στην γεωλογία χρησιμοποιήθηκε για να αποσυμπιέσει το χρονικό βάθος της φυσικής ιστορίας, στην ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία μοιάζει να χρησιμοποιείται για το ακριβώς αντίστροφο: για να συμπιέσει χρονολογικά τις γλωσσικές εξελίξεις. Πέραν αυτού, όμως, τι συμβαίνει αν κάποιος δεν αποδέχεται την αρχή του ομοιομορφισμού; Τι συμβαίνει όταν αυτός ο κάποιος προέρχεται από μια επιστήμη, όπου η αρχή αυτή σε πολλές περιπτώσεις είναι μάλλον σαφές ότι δεν ισχύει; Με ποια ανεξάρτητη μέθοδο θα αποδειχθεί τελεσίδικα αν η αρχή ισχύει η όχι, όταν αυτή καθαυτή η παραδοχή ότι μπορεί να υπάρξει μέθοδος ανεξάρτητη από την εκάστοτε θεωρία δεν αποδεικνύεται η ίδια; Θα (αυτο)αποδειχθεί μήπως η ισχύς του θετικισμού μέσω θετικιστικής μεθοδολογίας; Αυτά είναι πολύ δύσκολα επιστημολογικά ερωτήματα, στα οποία η σχετική επιστημολογική συζήτηση, δυστυχώς ή ευτυχώς, έχει καταλήξει ως τώρα σε αδιέξοδο.

    Στο ειδικότερο θέμα μας, τώρα, η ίδια η προσπάθεια ανασύνθεσης της ΠΙΕ βασίζεται αναγκαστικά σε γλωσσικό υλικό προερχόμενο από συγκεκριμένες φάσεις εξέλιξης των ΙΕ γλωσσών, όταν αυτές εμφανίστηκαν κάποια στιγμή καταγεγραμμένες στο φως της ιστορίας. Πόσες ΙΕ υπήρξαν και εξέλιπαν πριν την πρώτη καταγραφή μιας ΙΕ γλώσσας; Τι θα συνέβαινε αν οι γλώσσες αυτές μπορούσαν να συνυπολογιστούν στα μοντέλα ανασύνθεσης; Μήπως στο όλο εγχείρημα της ανασύνθεσης της ΠΙΕ και συνακόλουθα της γλωσσικής παλαιοντολογίας ενυπάρχει μια υπερβάλλουσα αισιοδοξία, η οποία με την σειρά της πηγάζει από την υποκείμενη παραδοχή ότι οι σχετικές εξελίξεις λαμβάνουν χώρα εντός ενός λελογισμένου χρονικού πλαισίου (6000 ετών) και άρα μπορούμε σε σημαντικό βαθμό να τις «ελέγξουμε» επιστημονικά; Είναι νομίζω σαφές ότι αν ξεκινά κανείς από μια διαφορετική και πιο «αποσυμπιεστική» χρονολογικά θέση, τόσο περισσότερο θεωρεί ότι αυξάνει η ασάφεια και ερμηνευτική «αστάθεια» των εκάστοτε δεδομένων. Όσο περισσότερο το παρελθόν επεκτείνεται προς τα πίσω, τόσο περισσότερες και πιο σύνθετες διαδικασίες πρέπει να εικάζεται ότι ενδεχομένως έλαβαν χώρα. Συνεπώς, το αν το ενδεχόμενο διάχυσης/δανεισμού (σημαινόντων ή/και σημαινομένων) αφορά πράγματι όρο/όρους ενός και μόνου πρωτολεξικού, το οποίο αντανακλά έναν και μόνο ή λίγους και (θεωρούμενους ως) συγκεκριμένους χρονολογικούς και πολιτιστικούς ορίζοντες, γίνεται πολύ πιο συζητήσιμο.

    «Εννοείται πως ΑΝ προκύψουν νεά δεδομένα στο μέλλον, θ΄αλλάξει και το ερμηνευτικό μοντέλο»

    Εδώ ακριβώς είναι η διαφοροποίησή μας. Εσύ θεωρείς ότι τα δεδομένα είναι ανεξάρτητα από την ερμηνεία, ότι δηλαδή η ερμηνεία προσαρμόζεται κάθε φορά σε αυτά, λαμβάνοντάς τα υπόψιν. Με άλλα λόγια, ότι τα δεδομένα λίγο-πολύ «μιλούν από μόνα τους». Αυτή, όμως, είναι και πάλι μία μόνο από πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις στο θέμα, αυτή του εμπειρισμού. Και ο εμπειρισμός είναι και αυτός συναφής με τον θετικισμό. Στο πλαίσιο άλλων προσεγγίσεων, η διάκριση ανάμεσα σε δεδομένα και ερμηνεία δεν θεωρείται ότι ισχύει. Αντιθέτως, ακόμα και η επιλογή των δεδομένων, στα οποία εστιάζουμε κάθε φορά, προκύπτει μέσα από μια προϋπάρχουσα θεωρητική αφετηρία. Όταν π.χ. διαβάζεις σε ένα κείμενο την φράση ότι τα εκάστοτε επιχειρήματα «are not compatible with linguistic evidence», η φράση αυτή είναι επιστημολογικά τουλάχιστον προβληματική. Διότι δεν είναι με τα ίδια τα δεδομένα που δεν συμβιβάζονται τα εκάστοτε αντίπαλα επιχειρήματα, αλλά με συγκεκριμένες ερμηνείες των δεδομένων αυτών. Ερμηνείες, μέσα από τις οποίες συχνά προκύπτει και αυτή καθαυτή η επικέντρωση (ή και η ίδια η συλλογή) συγκεκριμένων δεδομένων. Στην αρχαιολογία, για παράδειγμα, η παλαιά υποκείμενη παραδοχή ότι μόνο η διακοσμημένη κεραμεική είναι σημαντική, κατέληγε κάποτε στο να συλλέγονται στις ανασκαφές μόνο όστρακα λεπτότεχνης κεραμεικής με διακόσμηση, ενώ παράλληλα πεταγόταν η ακόσμητη, χονδροειδής κεραμεική. Όταν κάποια στιγμή άλλαξαν οι εν λόγω αντιλήψεις, απλά άλλαξαν και τα δεδομένα (δηλαδή τα δεδομένα που συλλέγονται και αξιολογούνται)…

    Συνεπώς, η διαφορά μας δεν είναι τόσο ότι εσύ εστιάζεις στα δεδομένα του παρόντος, ενώ εγώ επικαλούμαι τα ενδεχόμενα δεδομένα του μέλλοντος, αλλά στο ότι εσύ ακολουθείς αρχές θετικιστικής επιστημολογίας, ενώ εγώ κινούμαι σε μια πιο αντιθετικιστική κατεύθυνση. Πρόκειται, δηλαδή, για μια διαφορά γενικότερης φιλοσοφίας της επιστήμης.

    • Λοιπόν, Θεόδωρε έχουμε και λέμε:

      1) Είναι σαφέστατο ότι η Αρχή της Ομοιομορφίας δεν έχει αποδειχθεί (πως θα μπορούσε άλλωστε). Ούτε προβάλλεται ως «αποδεδειγμένη», αλλά ως ο λογικότερος τρόπος για να προσεγγίσουμε την γλωσσική κατάσταση στην προϊστορία. Αλλά εάν δεν λάβουμε υπόψιν τα δεδομένα από την «φανερή» περίοδο των γλωσσών, τότε χάνεται οποιαδήποτε δυνατότητα σύγκρισης/επαλήθευσης για την «αφανή» φάση των γλωσσών. Χάνεται κάθε αίσθηση του μέτρου που έχουμε, έστω και από μία αναπόδεικτη αρχή.

      Θα κάνω ένα παράδειγμα. Όταν βγαίνεις από το σπίτι για να αγοράσεις ψωμί από τον φούρνο της γειτονίας σου, υποθέτεις βασισμένος στην εμπειρία σου ότι θα τον βρεις ανοιχτό στο φυσιολογικό ωράριο εργασίας. Μπορεί να τον βρεις ανοιχτό, όπως μπορεί και να τον βρεις κλειστό με μια ταμπέλα «κλειστό λόγω διακοπών».

      Αν είσαι «άτυχος» και ο φούρνος είναι κλειστός, τότε θέτεις το ερώτημα «που αλλού να πάω για ν΄αγοράσω ψωμί»; Και βασισμένος στην εμπειρία σου φτιάχνεις έναν νοητό χάρτη με τα μαγαζιά από τα οποία μπορείς ν΄αγοράσεις ψωμί. Δεν σημαίνει ότι γνωρίζεις όλα τα μαγαζιά της πόλης που πουλάνε ψωμί, αλλά σίγουρα γνωρίζεις κάποιες εναλλακτικές πέρα από τον συνηθισμένο σου φούρνο.

      Φαντάσου τώρα καθώς βγαίνεις από το σπίτι σου να προβληματιστείς λέγοντας στον εαυτό σου: «γιατί να πάω για ψωμί στον συνηθισμένο φούρνο, αφού αυτός μπορεί να είναι κλειστός»;

      Πόσο θεμιτός είναι αυτός ο προβληματισμός, όταν φυσικά δεν έχεις την παραμικρή υποψία ότι ο φούρνος μπορεί να είναι κλειστός;

      Φυσικά, αν είναι Αύγουστος και ξέρεις από την εμπειρία σου ότι τα προηγούμενα χρόνια ο φούρναρης έκλεινε το μαγαζί για μια εβδομάδα και έφευγε διακοπές, τότε ο προβληματισμός σου είναι λογικότατος.

      2) Το ότι υπήρξαν (και σαφώς υπήρξαν) ΙΕ γλώσσες που εξαφανίστηκαν πριν καταγραφούν, δεν αλλάζει την γενική εικόνα της ΙΕ γλωσσολογίας. Ισα ίσα όταν μπορούμε να αντλήσουμε κάποιο δεδομένο συνήθως την επιβεβαιώνει. Θα δώσω ένα παράδειγμα. Η ανασύνθεση της ΠΙΕ που έχουμε κάνει δεν έχιε λάβει τα δεδομένα από την Λουσιτανική γλώσσα (γνωστή μόνο από λίγες επιγραφές στην Ιβηρική χερσόνησο). Όταν αρχίσαμε σιγά σιγά να διαβάζουμε τις λουσιτανικές επιγραφές, απλώς επιβεβαιώσαμε αυτά που ξέραμε. Λ.χ. δες την παρακάτω λουσιτανική επιγραφή που παραθέτει ο James Clackson για να δείξει «τι κάνει μια γλώσσα ΙΕ»;

      http://postimg.org/image/y50vgyb7x/

      Λοιπόν: Veaminicori doenti … porgom Ioveai

      H μετάφραση των γλωσσολόγων είναι «οι Βεαμινικόροι δίνουν/προσφέρουν [ως θυσία] γουρούνι στον Δία (λ.χ. η λατινική αιτιατική Iovem).

      α) Η ονομαστική πληθυντικού Veaminicori δείχνει το γνωστό επίθημα πληθυντικού των «δευτεροκλίτων» σε *-os *-oi > *-ī (ελληνικό λύκος > λύκοι, λατινικό lupus > lupī, παλαιοσλαβωνικό vlĭkŭ > vlĭči κλπ).

      β) Το ρήμα doenti δείχνει το ρηματικό θέμα *deh3- = *dō- «δίνω» (λ.χ. ελληνικό δίδωμι/δῶρον, λατινικό num κλπ) και το επίθημα 3ου πληθυντικού σε -nti (λ.χ. Χεττιτικό -anzi, Λουβικό -anti, ελληνικό φέροντι > φέρονσι > φέρουσι).

      γ) Το porgom ταιριάζει τέλεια με το λατινικό porcum = αιτιατική ενικού του porcus = «γουρούνι», από το ΠΙΕ *pork’-os «γουρούνι» (κυριολεκτικά «σκάφτης», από την ρηματική ρίζα *perk’- «σκάβω»). Η ηχηροποίηση k>g δίπλα στο ένηχο r είναι επίσης γνωστό φαινόμενο (λ.χ. *derk’- > δέρκομαι, αλλά *dr.k’- > δραγάτης, προφορά /zbro-/ του σπρώχνω, τετράπους ~ quadrupes κλπ). Η ηχηροποίηση οφείλεται στο ότι τα ένηχα (μ,ν,ρ,λ) τείνουν να δρουν ως πυρήνες ηχηροποίησης (λ.χ. εὐχή > εὔγμα, εδώ).

      δ) Ioveai δοτική ενικού ενός θεωνυμίου που θυμίζει τo θέμα της λατινικής αιτιατικής Iovem = «τον Δία» και δείχνει την ίδια κατάληξη με την ελληνική δοτική των πρωτόκλιτων (-ᾱι = -ᾳ λ.χ. ὁ κριτής > τῷ κριτῇ) και το φρυγικό Midai Lavagtei Vanaktei = Μίδ Λαϝαγέτᾳ ϝἄνακτι.

      Δεν άλλαξε κάτι με την αποκρυπτογράφηση της Λουσιτανικής από αυτά που υποθέταμε για την ΠΙΕ γλώσσα λ.χ. 3° πληθυντικό *-nti, αιτιατική δευτεροκλίτων σε *-om (ὁ λύκος/τὸν λύκον, lupus/lupum) κλπ.

      3) Πάμε παρακάτω. Γράφεις: «Εδώ ακριβώς είναι η διαφοροποίησή μας. Εσύ θεωρείς ότι τα δεδομένα είναι ανεξάρτητα από την ερμηνεία, ότι δηλαδή η ερμηνεία προσαρμόζεται κάθε φορά σε αυτά, λαμβάνοντάς τα υπόψιν. Με άλλα λόγια, ότι τα δεδομένα λίγο-πολύ «μιλούν από μόνα τους»

      Αποδέχομαι την πρώτη «κατηγορία» (η ερμηνεία προσαρμόζεται στα δεδομένα, πως θα μπορούσα να μην το δεχτώ άλλωστε 🙂 ), αλλά δεν αποδέχομαι την προέκταση που κάνεις (ότι τα δεδομένα μίλάνε από μόνα τους).

      Αν τα δεδομένα μιλούσαν από μόνα τους τότε εγώ θα μπορούσα να χρονολογήσω έναν αρχαιολογικό οικισμό και εσυ θα μπορούσες να κάνεις διάγνωση σκλήρυνσης κατά πλάκας. Αλλά τα κεραμικά θραύσματα που σε εσένα «μιλάνε από μόνα τους» σε εμένα δεν λένε τίποτε και τα συμπτώματα της σκλήρυνσης κατά πλάκας που σε εμένα «μιλάνε από μόνα τους» σε εσένα δεν λένε τίποτε.

      Φυσικά, ακριβώς επειδή και οι δύο ακολουθούμε μια μεθοδολογία στην λήψη αποφάσεών μας, εσύ μπορείς να μου διδάξεις να χρονολογώ τα κεραμικά θραύσματα και εγώ μπορώ να σου διδάξω να κάνεις διάγνωση της Σκλήρυνσης κατά Πλάκας.

      Για πες μου, αν θέλεις, τι μεθοδολογία ακολουθείς όταν πρέπει να χρονολογήσεις μια φάση ενός αρχαιολογικού οικισμού στον οποίο δουλεύεις. Υποθέτω ότι θα προσπαθήσεις να φτιάξεις μια σχετική χρονολογία βασισμένος στην κεραμική και σε άλλα αντικείμενα και κάποια στιγμή θα προσπαθήσεις να κάνεις ραδιοχρονολόγηση με C14 αν βρεις κάποιο ξύλο ή σπόρο κλπ.

      Τα δεδομένα που θα αντλήσεις από αυτές τις διαδικασίες πως σε βοηθούν να αποφασίσεις σε τι χρονολογία θα τοποθετήσεις την φάση του οικισμού σου;

  7. «Αλλά εάν δεν λάβουμε υπόψιν τα δεδομένα από την «φανερή» περίοδο των γλωσσών, τότε χάνεται οποιαδήποτε δυνατότητα σύγκρισης/επαλήθευσης για την «αφανή» φάση των γλωσσών.»

    Μπορεί ίσως ενίοτε πράγματι και να χάνεται (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό). Γιατί, όμως, είναι κακό αυτό; Το να αποτελεί θέμα συζήτησης και έρευνας σε ποιες περιπτώσεις και με ποιον τρόπο μπορεί και να μην υπάρχει πλήρως η δυνατότητα αυτή (με άλλα λόγια το να μπορούμε να «χαρτογραφήσουμε» σε μια δεδομένη στιγμή το ποια είναι τα όρια της παρούσας γνώσης μας και τι ενδεχομένως κείται προς το παρόν εκτός αυτής), αποτελεί κι αυτό ένα σημαντικότατο επίτευγμα για κάθε επιστήμη.

    «Φαντάσου τώρα καθώς βγαίνεις από το σπίτι σου να προβληματιστείς λέγοντας στον εαυτό σου: «γιατί να πάω για ψωμί στον συνηθισμένο φούρνο, αφού αυτός μπορεί να είναι κλειστός»; Πόσο θεμιτός είναι αυτός ο προβληματισμός, όταν φυσικά δεν έχεις την παραμικρή υποψία ότι ο φούρνος μπορεί να είναι κλειστός;»
    Όχι ιδιαίτερα θεμιτός, αν μιλάς για τον φούρνο της γειτονιάς σου, όπου η αρχή του ομοιομορφισμού εδράζεται σε συλλογή εμπειρίας από το εγγύτατο παρελθόν. Θα ήταν, αντίθετα, πολύ θεμιτός, αν επί τη βάσει της εμπειρίας αυτής από το εγγύτατο παρελθόν θεωρούσες ότι ο συνηθισμένος φούρνος ήταν ανοιχτός και την ίδια ημέρα/περίοδο πριν 20 ή 30 χρόνια.

    «Αποδέχομαι την πρώτη «κατηγορία» (η ερμηνεία προσαρμόζεται στα δεδομένα, πως θα μπορούσα να μην το δεχτώ άλλωστε 🙂 ), αλλά δεν αποδέχομαι την προέκταση που κάνεις (ότι τα δεδομένα μίλάνε από μόνα τους).»

    Δεν υποστήριξα, όμως, ότι τα δεδομένα μιλούν από μόνα τους. Είπα ότι αυτό θεωρείται πως συμβαίνει στο πλαίσιο του εμπειρισμού (ή, πιο σωστά, συγκεκριμένων μορφών του). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου είδους εμπειρισμού είναι το προαναφερθέν παράδειγμα με την πρώτη εμφάνιση του αλόγου στο αρχαιολογικό υλικό στην Ελλάδα κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙΙ. Στο πλαίσιο μιας αμιγώς εμπειριστικής προσέγγισης, το στοιχείο αυτό θα θεωρηθεί πως υποδηλώνει ότι το ίδιο το άλογο εμφανίστηκε την περίοδο αυτή στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο της αντιεμπειριστικής και αντιθετικιστικής κριτικής, την οποία ασπάζομαι, ωστόσο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το συμπέρασμα αυτό δεν προκύπτει από το ίδιο το δεδομένο, αλλά από μια συγκεκριμένη, υποκείμενη θεωρητική παραδοχή (που καταλήγει να εκφράζεται ως συγκεκριμένη ερμηνεία του δεδομένου): ότι η πρώτη εμφάνιση των αρχαιολογικών καταλοίπων ενός ζώου ταυτίζεται με την πρώτη εμφάνιση του ίδιου του ζώου. Συνεπώς, προσωπικά υποστήριξα το αντίθετο του εμπειρισμού, ότι, δηλαδή, τα δεδομένα δεν μιλούν από μόνα τους, παρά μόνο μέσα από τα πράγματα που εμείς καταλήγουμε να λέμε ή να γράφουμε για αυτά.

    Τέλος, όσον αφορά την Λουσιτανική, δεν μου φαίνεται περίεργο τα (περιορισμένα) δεδομένα που αφορούν μια γλώσσα που βρέθηκε υπό ισχυρότατη ρωμαϊκή/λατινική επίδραση να συνάδουν με τα στοιχεία, τα οποία έχουν αντληθεί από την μελέτη της ίδιας της λατινικής και άλλων ΙΕ γλωσσών εξίσου «πρόσφατων». Ούτε μου φαίνεται ότι το παράδειγμα αυτό αποθαρρύνει ακριβώς υποθέσεις διάχυσης γλωσσολογικών στοιχείων.

    • Τέλος, όσον αφορά την Λουσιτανική, δεν μου φαίνεται περίεργο τα (περιορισμένα) δεδομένα που αφορούν μια γλώσσα που βρέθηκε υπό ισχυρότατη ρωμαϊκή/λατινική επίδραση να συνάδουν με τα στοιχεία, τα οποία έχουν αντληθεί από την μελέτη της ίδιας της λατινικής και άλλων ΙΕ γλωσσών εξίσου «πρόσφατων». Ούτε μου φαίνεται ότι το παράδειγμα αυτό αποθαρρύνει ακριβώς υποθέσεις διάχυσης γλωσσολογικών στοιχείων.
      —-

      Τώρα αν πιστεύεις ότι το doenti της Λουσιτανικής μπορεί να προήλθε από την Λατινική, δεν θα μπορούσες να κάνεις μεγαλύτερο σφάλμα διότι δεν υπάρχει τέτοιος τύπος στην Λατινική. Η ρίζα *deh3- στην λατινική έδωσε το ρήμα do που έχει τρίτο πληθυντικό dant.

  8. Πού έγραψα ότι πιστεύω ότι ειδικά το doenti της λουσιτανικής μπορεί να προήλθε από την Λατινική;

    • Έγραψες:

      Τέλος, όσον αφορά την Λουσιτανική, δεν μου φαίνεται περίεργο τα (περιορισμένα) δεδομένα που αφορούν μια γλώσσα που βρέθηκε υπό ισχυρότατη ρωμαϊκή/λατινική επίδραση να συνάδουν με τα στοιχεία, τα οποία έχουν αντληθεί από την μελέτη της ίδιας της λατινικής και άλλων ΙΕ γλωσσών εξίσου «πρόσφατων».
      —-

      Τι εννοούσες εδώ;

      Και όταν έγραψες:

      Ούτε μου φαίνεται ότι το παράδειγμα αυτό αποθαρρύνει ακριβώς υποθέσεις διάχυσης γλωσσολογικών στοιχείων.

      —-

      Είχες υπόψιν σου ότι όποιο βιβλίο γλωσσολογίας και ν΄ανοίξεις στην ταξινόμηση των γλωσσών θα δεις γραμμένο ότι οι ισχυρότεροι δείκτες φυλογενετικής συγγένειας είναι οι μορφολογικοί, επειδή είναι σχετικά απίθανο να δανειστούν (ή «διαχυθούν» όπως προτιμάς εσύ);

      Σου δίνω πάλι μια σελίδα από τον Clackson.

      http://postimg.org/image/hs3vophpb/

      Παράδειγμα, ο αόριστος του παιδεύω, παίδεψα έχει εισέλθει σε όλες τις βαλκανικές γλώσσες ως δάνειο από την ελληνική. Στις γλώσσες αυτές είναι ένα κοκαλωμένο ρηματικό θέμα στο οποίο προστίθενται οι ρηματικές καταλήξεις της κάθε γλώσσας. Καμία γλώσσα δεν κληρονόμησε την μορφολογική εναλλαγή της Ελληνικής -εύω/-εύσα/-έψα. Όλες οι γλώσσες έχουν ενεστώτες σε pedeps-.

      Αλβανική (Καλαβρίας) pedheps = «διορθώνω, συνετίζω»
      Βουλγαρική pedèpsvam = «τιμωρώ»
      Σερβο-Κροατική = pedepsati = τιμωρείν (απαρεμφατική μορφή)
      Ρουμανική = pedepsi = τιμωρώ

      Για πες μου λοιπόν που είδες την «ισχυρή λατινική επίδραση» στην λουσιτανική επιγραφή που συζητάμε;

  9. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.

    Καλησπέρα σε όλους.
    Πολύ ωραίοι διάλογοι, από τους οποίους μαθαίνουμε πολλά.

    Οι Λυσιτανοί μπορεί να δέχτηκαν επίδραση από Ιταλούς αποίκους μη λατινικής καταγωγής ?
    Π.χ. ο Σερτώριος ήταν Σαβίνος.

    • Καλώς το παιδί. Και γιατί πρέπει σώνει και καλά να δέχτηκαν επίδραση από την Ιταλική χερσόνησο; Οι Ρωμαίοι είχαν πάνω κάτω 200 χρόνια στην Ισπανία όταν εμφανίζονται οι Λυσιτανικές επιγραφές.

      Στην Ελληνική, η Λατινική τι επιδράσεις είχε πέρα από το λεξιλογικό μέρος;

      Λέμε securis > τσεκούριον/τσερούρι, αλλά υπάρχει πουθενά λατινική επίδραση στην κλίση της λέξης τσεκούρι; Έχει την ίδια ακριβώς κλίση με το μάτι (< ομμάτιον) που είναι λέξη ελληνική.

  10. Ο τρόπος που εξέλαβες το πιο πάνω σχόλιό μου είναι ένα ωραίο παράδειγμα ερμηνευτικού κύκλου (hermeneutic circle). Δηλαδή της διαδικασίας, όπου από ένα μικρό μέρος γίνεται προσπάθεια να συναχθεί το όλον, στην προκειμένη περίπτωση το όλον της διαφορετικής επιχειρηματολογίας. Είναι αλήθεια ότι η διατύπωσή μου πιο πάνω ήταν συμπυκνωμένη, γι΄ αυτό και θα την επεξηγήσω. Η φράση για «μια γλώσσα που βρέθηκε υπό ισχυρότατη ρωμαϊκή/λατινική επίδραση» έχει καταρχάς ιστορικό νόημα. Αναφέρεται στο γεγονός ότι κατά την Ρωμαϊκή περίοδο ο συγκεκριμένος λαός (των Λουσιτανών), ο πολιτισμός και η γλώσσα του, βρέθηκαν υπό την επίδραση του ρωμαϊκού/λατινικού πολιτισμού. Αυτή είναι μια σχεδόν αυτονόητη παραδοχή που ισχύει σχεδόν για όλες τις ρωμαϊκές επαρχίες (αν και η ρωμαϊκή επιρροή δεν ήταν φυσικά ίδια σε όλες). Και, φυσικά, είναι μια παραδοχή, η οποία ενισχύεται και από το παράδειγμα/σύνδεσμο που εσύ έδωσες: μια ουσιαστικά δίγλωσση επιγραφή, λατινική και λουσιτανική, η οποία απαντά σε μια ρωμαϊκή επαρχία. Σε αυτήν, πέραν της διγλωσσίας, απαντά και η πληροφορία ότι ο τοπικός πληθυσμός (Βεαμινικόροι) κάνει θυσία σε έναν ρωμαϊκό θεό (Δία). Αυτό λέγεται πολιτισμική διάχυση. Επιπλέον, στην επιγραφή υπάρχουν όροι (porgom, angom) που στο κείμενο που παραπέμπεις χαρακτηρίζονται ως «very similar to Latin». Προσωπικά δεν αμφισβητώ πως η εμφάνιση/εξέλιξη των όρων αυτών στην τοπική λουσιτανική μπορεί να εξηγηθεί κάλλιστα με όρους γλωσσολογικής ανασύνθεσης. Ούτε, πολύ περισσότερο, υπονόησα ότι η λουσιτανική μεταβλήθηκε γενικά σε ΙΕ γλώσσα λόγω ρωμαϊκής επιρροής. Θέτω, όμως, το ερώτημα αν στην περίπτωση τέτοιων όρων (π.χ. porgom, angom) η ερμηνεία αυτή είναι η μοναδική (ή μοναδικά σωστή), όταν έχουμε να κάνουμε με μια επιγραφή σε μια συγκεκριμένη περιοχή της Μεσογείου και σε μια επίσης συγκεκριμένη περίοδο με τα χαρακτηριστικά που περιέγραψα πιο πάνω…Διότι στην επιστημολογία υπάρχει ήδη από αρχαιοτάτων χρόνων και η έννοια του «σώζειν τα φαινόμενα», δηλαδή της πιθανότητας ότι ένα επιστημονικό μοντέλο μπορεί στο πλαίσιο της δικής του λογικής συνοχής να εξηγεί ωραιότατα και άρτια κάποια φαινόμενα και την ίδια στιγμή να μην ισχύει (π.χ. οι επίκυκλοι του Πτολεμαίου).

    • Σ΄ευχαριστώ πολύ που το ξεκαθάρισες τι εννοούσες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Λουσιτανική βρέθηκε στην ζώνη επιρροής της Λατινικής, όπως ανέφερες. Αυτό είναι γνωστό και αναντίλεκτο. Εν τέλει μάλιστα η γλώσσα πέθανε δίνοτνας την θέση της στην λατιινκή.

      Τώρα τα παραδείγματα που ανέφερες (porgom, angom) είναι αιτιατικές όρων «που μοιάζουν πολύ με τα λατινικά τους αντίστοιχα» porcus>porcum, agnus/agnum. Επίσης δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Θεότητα στην δοτική Ioveai ταιριάζει παρά πολύ στο πλάγιο θέμα του λατινικού Iuppiter Iov-.

      Τώρα μπορείς κάλλιστα να θεωρήσεις ότι οι Λουσιτανοί δανείστηκαν τα λατινικά porcus, agnus και Iovem. Σου το δίνω δεδομένο για χάρη της συζήτησης.

      Όταν όμως κοιτάς τις «περισσότερο απίθανες προς δανεισμό» κατηγορίες όπως η μορφολογία βλέπεις μια αιτιατική σε -om που δεν εμφανίζεται μόνο στις λέξεις που μοιάζουν με τα λατιινκά τους ανάλογα, αλλά εμφανίζεται και στις λέξεις της λίστας αφιερώσεων που παραμένουν αμετάφραστες lamaticom και tadom, για τις οποίες δεν έχουμε λατινικά ανάλογα.

      Επομένως η ερώτηση είναι: η λουσιτανική αιτιατική -om είναι «γνήσια» ή προϊόν δανεισμού από την λατιινκή αιτιατική σε -um. Όταν πρέπει να απαντήσεις αυτήν την ερώτηση πρέπει να λάβεις υπόψιν δύο πράγματα:

      1) Το εμπειρικό δεδομένο ότι τα λειτουργικά μορφήματα σπάνια δανείζονται
      2) Ότι η λατινική αιτιατική -um με τη σειρά της κατάγεται από την αναδομημένη ΠΙΕ αιτιατική *-om όπως και η ελληνική -ον.
      3) Αν αποφασίσεις να δεχτείς ως δάνεια την αιτιατική -om θα πρέπει να παραδεκτείς και την φωνολογική τροπή u>o.

      Από αυτά τα τρία δεδομένα προκύπτει ως πιθανότερη περίπτωση, η αιτιατική σε -om να είναι «γνήσια».

      Το ίδιο και με την δοτική Ioveai. Η λέξη είναι σχεδόν σίγουρα δάνειο, αλλά η λατινική δοτική του Iuppiter είναι Iovī και δεν έχει καμία σχέση με την δοτική Ioveai, που λ.χ. δείχνει περισσότερες ομοιότητες με την Ελληνική και την Φρυγική (Μίδᾳ = Midai) παρά με την Λατινική. Άρα θα καταλήξεις στο ότι και αυτή η δοτική κατάληξηξ είναι «γνήσια» λυσιτανική.

      Αυτό το συμπέρασμα ενισχύεται από την μελέτη της Αλβανικής. Η γλώσσα έχει δανειστεί υπερβολικά μεγάλο αριθμό λατινικών λέξεων (40% του βασικού λεξιλογία, 636 λατιινκά δάνεια που μπορούν να αναχθούν στην Πρωτο-Αλβανική), χωρίς να δεχτεί τα λατινικά μορφήματα που σχετίζονται με την κλίση των λατινικών δανείων.

      Λ.χ. η «σφήνα» στην Λατινική είναι cuneus με πληθυντικό cuneī.

      H Αλβανική δανείστηκε το cuneus (kunju > kunj), αλλά ο πληθυντικός είναι kunja και δεν έχιε καμία σχέση με τον λατινικό πληθυντικό cuneī.

      H Αλβανική έχει δανειστεί το λατινικό fossatum > fshat, αλλά ο αλβανικός πληθυντικός είναι fshatra και όχι fossata.

      Η Αλβανική δανείστηκε το ελληνικό πράσον > presh αλλά ο πληθυντικός είναι preshi και όχι πράσα. Μάλιστα η τροπή prash > presh οφείλεται σε i-μετάλλαξη που συνέβη στον πληθυντικό (prashi > preshi) και μεταφέρθηκε στον ενικό.

      Δηλαδή, σε λεξιλογικό επίπεδο μπορείς να επικαλεστείς όση «διάχυση»/δανεισμό θέλεις (αρκεί φυσικά να πληρούνται και οι φωνολογικές προϋποθέσεις το δανεισμού για να μην έχουμε «λερναιότητες» κατά Σαραντάκο), αλλά στην μορφολογία, τα εμπειρικά δεδομένα δείχνουν αντίσταση στον δανεισμό (ιδίως στα λειτουργικά μορφήματα).

  11. Να το διευκρινίσω ακόμα πιο σαφώς για την καλύτερη κατανόηση. Στο αρχικό μου σχόλιο για την λουσιτανική υπήρχαν συγχωνευμένα δύο σημεία. Το ένα για το αν το παράδειγμά της αποθαρρύνει ή όχι υποθέσεις διάχυσης γλωσσικών φαινομένων και το άλλο για το αν το παράδειγμά της, επιβεβαιώνοντας ορισμένες δεδομένες παραδοχές της ΙΕ γλωσσολογίας, μας λέει κάτι και για το αν θα συνέβαινε το ίδιο και με παλαιότερα χαμένους ΙΕ γλωσσικούς κλάδους (αν π.χ. βρίσκαμε επιγραφές τους). Ως προς το πρώτο σημείο, στο προηγούμενο σχόλιο εξήγησα γιατί και πού βλέπω στοιχεία τουλάχιστον λεξιλογικής διάχυσης από την λατινική στην λουσιτανική (π.χ. Ioveai). Ως προς τους όρους porgom και angom έθεσα κι εδώ το ερώτημα αν πρόκειται για αρχικά λατινικούς όρους που προσελήφθηκαν από την λουσιτανική (για να τύχουν, ακολούθως όμως, γλωσσολογικής «διαχείρισης» από την τοπική γλώσσα βάσει των κανόνων της ΙΕ γλωσσολογίας) ή μπορούμε πράγματι να αποδείξουμε ότι οι εν λόγω όροι (porgom και angom) σχετίζονται μόνο γενετικά με τους αντίστοιχους λατινικούς.

    Ως προς το δεύτερο σημείο, η παρατήρησή μου ήταν ότι δεν μου φαίνεται περίεργο τα (περιορισμένα) δεδομένα που αφορούν την συγκεκριμένη γλώσσα να συνάδουν με τα στοιχεία, τα οποία έχουν αντληθεί από την μελέτη των άλλων, εξίσου «πρόσφατων» ΙΕ γλωσσών. Κι αυτό διότι όλες αυτές οι γλώσσες ανήκουν χρονικά στον ίδιο (και σίγουρα γενικότερο) ορίζοντα εξέλιξης, αυτόν που συμπίπτει με τον ορίζοντα της καταγραφής τους. Με άλλα λόγια, δεν θεωρώ καθόλου βέβαιο ότι οι (δυστυχώς φανταστικές) επιγραφές από τις διάφορες «λουσιτανικές» π.χ. του 5000 π.Χ. ή 10.000 π.Χ., αν τις διαθέταμε, δεν θα οδηγούσαν σε τροποποιήσεις αρκετών εκ των υπαρχόντων δεδομένων της ΙΕ γλωσσολογίας.

    • Με άλλα λόγια, δεν θεωρώ καθόλου βέβαιο ότι οι (δυστυχώς φανταστικές) επιγραφές από τις διάφορες «λουσιτανικές» π.χ. του 5000 π.Χ. ή 10.000 π.Χ., αν τις διαθέταμε, δεν θα οδηγούσαν σε τροποποιήσεις αρκετών εκ των υπαρχόντων δεδομένων της ΙΕ γλωσσολογίας.
      —-

      Το 5000 π.Χ. υπήρχαν πάμπολλες «λουσιτανικές» γλώσσες. Ο Mallory, βασισμένος σε δεδομένα από τις γεωργικές φυλές της δυτικής Αφρικής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην Ευρώπη κατά την αρχή της Νεολιθικής εξάπλωσης υπήρχε χώρος για 20-40 γλωσσικές οικογένειες (γλωσσικές οικογένειες όχι γλώσσες). Αν υποθέσουμε 5 μέλη ανά οικογένεια … έχουμε 100-200 γλώσσες.

      Το δύσκολο πράγμα είναι να πείσεις τους γλωσσολόγους ότι υπήρχε ΠΙΕ γλώσσα πριν από το 5000 π.Χ., αλλά όπως συζητήσαμε πιο πριν, αυτό είναι το εμπειρικό δεδομένο από την σύγκριση με την «φανερή» φάση των γλωσσών, βασισμένο στην αναπόδεικτη Αρχή της Ομοιομορφίας. Ακόμα και ο Mallory γράφει ότι είναι “experience based gut intuition” («διαίσθηση βασισμένη στην εμπειρία»).

      http://postimg.org/image/76d88g7vp/

  12. Τελικά μάλλον συμφωνούμε περισσότερο από όσο διαφαινόταν στην αρχή 🙂

    • Έξαρτάται τι εννοείς.

      Προφανώς διαφωνούμε στο «πότε» και «που» της ΠΙΕ. 🙂

      Από εκεί και μετά, σαφώς συμφωνούμε ότι η Αρχή της Ομοιομορφίας είναι αναπόδεικτη, στο ότι λεξιλογικά δάνεια και διάχυση μπορείς να έχεις όσα θέλεις σε γλώσσες που έχουν έρθει σε στενή επαφή και στο ότι μάλλον υπήρχαν περισσότερες από 100 γλώσσες στην παλαιολιθική Ευρώπη που χάθηκαν χωρίς ν΄αφήσουν ίχνη.

      Αν δεν είχε επιβιώσει η Βασκική γλώσσα δεν θα ξέραμε την πιθανή πηγή του μη λατινικού και μη ΙΕ ισπανικού zorro = «αλεπού» (< βασκ. azeri = «πονηρός»).

      Ίδια ιστορία με το ελληνικό θάλασσα … μόνο που εδώ η «βασκική» της Ελλάδος χάθηκε χωρίς να καταγραφεί.

  13. Σε κάθε περίπτωση, θα ήθελα να κλείσω την παρέμβασή μου στην ενδιαφέρουσα αυτή συζήτηση με την επισήμανση ότι το βιβλίο, από το οποίο πρέπει κατά τη γνώμη μου να ξεκινά η μελέτη του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος, δεν είναι περιέργως ούτε βιβλίο γλωσσολογίας, ούτε αρχαιολογίας ούτε γενετικής. Είναι «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων» του Thomas Kuhn. Σε μια μελλοντική πραγμάτευση των ίδιων επιστημολογικών προβληματισμών πιστεύω ότι το ινδοευρωπαϊκό πρόβλημα θα έχει κάποια στιγμή μια ιδιαίτερα σημαντική θέση. Αυτή είναι η δική μου “experience based gut intuition” 🙂

    • Εγώ σ΄ευχαριστώ που μας τίμησες με την παρουσία σου. Θα κλείσω και εγώ και με ένα καλαμπούρι του Mallory για τα 30 χρόνια διαφωνίας με τον Renfrew πάνω στο ΙΕ ζήτημα. 🙂 🙂

      [35:40]

      ΥΓ. Σε όσους παρακολουθούν, πληροφορώ ότι αύριο θα λείπω όλη μέρα από το σπίτι και δεν θα έχω πρόσβαση στο διαδίκτυο. Όσοι αφήσετε σχόλια, θα δημοσιευτούν μεθαύριο.

  14. Χρήστος

    “Η επιστήμη μπορεί να θέτει προβλήματα μονάχα στο έδαφος και στον ορίζοντα μιας ορισμένης θεωρητικής δομής, δηλαδή της προβληματικής της, η οποία αποτελεί την απόλυτα προσδιορισμένη συνθήκη εφικτότητας και επομένως τον απόλυτο καθορισμό των μορφών τοποθέτησης κάθε προβλήματος σε μια συγκεκριμένη στιγμή της επιστήμης
    ….Στην κυριολεξία εκείνο που βλέπει ό,τι υπάρχει στο πεδίο που ορίζεται από μια θεωρητική προβληματική δεν είναι πλέον το μάτι (το μάτι του πνεύματος ) ενός υποκειμένου: είναι το ίδιο το πεδίο που βλέπει τον εαυτό του μέσα στα αντικείμενα ΄ή τα προβλήματα που ορίζει -και η όραση δεν είναι παρά η αναγκαία αντανάκλαση του πεδίου στα αντικείμενα του.”

    Δίνει ένα έξοχο παράδειγμα ο Θ. Γιαννόπουλος από τον αρχαιολογικό τομέα για το πως δεν “βλέπαν” την ακόσμητη, χονδροειδής κεραμεική αλλά μόνο όστρακα λεπτότεχνης κεραμεικής με διακόσμηση . Πως γίνεται να μην τα βλέπαν? Δεν τα βλέπαν γιατί ήταν έξω από την θεωρητική προβληματική τους όπως ακριβώς περιγράφεται πιο πάνω. Έτσι δεν βλέπουν οι υποστηρικτές της στεπικής θεωρίας παρά μόνο ότι είναι στον “ορίζοντα” της 4ης χιλιετίας και της μετανάστευσης. Επίσης έχουν ταυτίσει την διαφοροποίηση της ΠΙΕ με την μετανάστευση σε σημείο που να μην μπορούν να διανοηθούν δύο ξεχωριστές διαδικασίες αλλά μία ενωμένη. Έτσι ώστε αν τεθεί ένα ερώτημα που να αναφέρεται στην μία από τις δύο διαδικασίες αυτομάτως να σε παραπέμπουν και στην δεύτερη. (Για την σχέση δεδομένων-ερμηνείας))

    “Η σκέψη είναι το ιστορικά συγκροτημένο σύστημα ενός μηχανισμού σκέψης που θεμελιώνεται και αρθρώνεται στην φυσική και κοινωνική πραγματικότητα. Ορίζεται από το σύστημα των πραγματικών όρων που την καθιστούν έναν συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής γνώσεων. Αυτός ο τρόπος είναι μια δομή που συνδυάζει τον τύπο του αντικειμένου (πρώτη ύλη) στο οποίο δουλεύει , τα μέσα θεωρητικής παραγωγής (θεωρία, μέθοδος, και τεχνική πειραματική ή άλλη) και τις ιστορικές σχέσεις (θεωρητικές ιδεολογικές και κοινωνικές)στις οποίες παράγει. Το σύστημα αυτό των προσδιορισμένων όρων θεωρητικής πρακτικής αποδίδει σε κάποιο σκεπτόμενο υποκείμενο (άτομο) ορισμένη θέση και λειτουργία στην παραγωγή των γνώσεων. Το σύστημα θεωρητικής παραγωγής του οποίου η πρακτική θεμελιώνεται και αρθρώνεται στις υπάρχουσες οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές πρακτικές έχει μια συγκεκριμένη αντικειμενική πραγματικότητα. Κι αυτή ορίζει τους ρόλους και τις λειτουργίες των ξεχωριστών ατόμων που δεν μπορούν να “σκεφτούν” παρά μονάχα τα “προβλήματα” που έχουν κι όλας τεθεί ή που μπορούν να τεθούν. ”

    “Η θεωρητική πρακτική δηλαδή η εργασία σκέψης πάνω στην πρώτη ύλη της (το αντικείμενο δουλειάς της) ως εργασία μετασχηματισμού της διαίσθησης και της αναπαράστασης σε έννοιες.
    ……η πρώτη ύλη γίνεται όλο και πιο επεξεργασμένη όσο προοδεύει ένας κλάδος γνώσης
    …άρα η γνώση δεν βρίσκεται ποτέ όπως επιθυμεί ο εμπειρισμός σ’ ένα καθαρό αντικείμενο που ταυτίζεται με το πραγματικό αντικείμενο ….Όταν λοιπόν η γνώση εργάζεται στο “αντικείμενο” της δεν δουλεύει πάνω στο πραγματικό αντικείμενο αλλά πάνω στην δική της πρώτη ύλη….Η γνώση θα μετασχηματίσει το αντικείμενο θα μεταβάλει τις μορφές του μέσα στην διαδικασία ανάπτυξή της για να πάρει γνώσεις διαρκώς μετασχηματιζόμενες που δεν θα πάψουν ποτέ να σχετίζονται με το αντικείμενο της, με την έννοια του γνωστικού αντικειμένου.”

    Τα παραπάνω αποσπάσματα θα χρειαστούν σε δύο πράγματα. Το πρώτο για να δείξω την διάκριση μεταξύ του πραγματικού και του γνωστικού αντικειμένου. Η αποκατεστημένη ΠΙΕ δεν είναι το πραγματικό αντικείμενο, αλλά το γνωστικό. Το πραγματικό αντικείμενο είναι η γλώσσα που μιλήθηκε στις διάφορες περιόδους της προίστορίας (κατώτερη, μέση, ανώτερη παλαιολιθική, νεολιθική κλπ). Η αποκατεστημένη ΠΙΕ συμβολίζεται με * ακριβώς για να διαχωριστεί από το πραγματικό αυτό αντικείμενο. Αυτή η έννοια αποτυπώνει την γενετική σχέση των γλωσσών της ΙΕ οικογένειας. Δεν είναι ποσοτική η διαφορά από την γλώσσα που μιλήθηκε (ότι είναι κάπως έτσι αλλά όχι ακριβώς) αλλά είναι άλλης τάξης έννοια.

    Οι επιστήμονες διαμεσολαβούνται κι αυτοί από την στρεβλή αναπαράσταση της ιδεολογίας σε σχέση με την επιστημονική παραγωγή της γνώσης, αφού όπως φαίνεται στο απόσπασμα η πρακτική τους αρθρώνεται μέσα στις υπάρχουσες οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές πρακτικές. Η στρεβλή αναπαράσταση εν προκειμένω είναι η εμφάνιση της διαφοροποίησης των γλωσσών από την ΠΙΕ με το σχήμα της μετανάστευση/αποκοπή από κάποιον πυρήνα/διάσπαση. (Εύκολα θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος στο σχήμα εδώ την θρησκευτική αναλογία με την αποπομπή των πρωτόπλαστων από τον παράδεισο.)

    Από την έννοια λοιπόν της γενετικής σχέσης των γλωσσών > αναπαράσταση της διαφοροποίησηςς ως μετανάστευση/αποκοπή/διάσπαση > και καταλήγουμε να ψάχνουμε αρχαιολογικώς δηλαδή στο πραγματικό, το αποτύπωμα μιας έννοιας !!! Της έννοιας της γενετικής σχέσης των γλωσσών. Αναζήτηση ενός αντικειμένου που δεν υπήρξε.
    Δηλαδή την έννοια ενός γνωστικού αντικειμένου την βάζουμε στο στόμα ενός λαού-φυλής να την μιλάει ως πραγματικό αντικείμενο κι ύστερα ψάχνουμε το αρχαιολογικό αποτύπωμα αυτών των φανταστικών ανθρώπων.

    Το ερώτημα της υπάρξης της κοιτίδας των ΙΕ είναι της ίδιας τάξης ερώτημα με την ύπαρξη του θεού. Απλούστατα δεν τίθεται τέτοιο ερώτημα. Είναι ένα ερώτημα που όλες οι απαντήσεις βρίσκονται εκτός επιστημονικού πεδίου, στο ιδεολογικό πεδίο.

    “…εφόσον το πρόβλημα αυτό είναι διατυπωμένο με βάση την “απάντηση” του ως ακριβής αντανάκλαση , όχι επειδή αποτελούσε πραγματικό πρόβλημα αλλά επειδή ήταν το πρόβλημα που έπρεπε να τεθεί για να έχει λύση την ιδεολογική λύση που ήθελαν να του δώσουν…..από την ιδεολογική λύση που προκαταβολικά επιβάλλουν πρακτικά, θρησκευτικά, ηθικά, και πολιτικά “συμφέροντα”.
    ….αιωνόβιες “προφάνειες” που έχουν παραχθεί από την επανάληψη όχι μόνο της εσφαλμένης απάντησης αλλά και του εσφαλμένου ερωτήματος.
    Πρέπει να βγούμε από τον ιδεολογικό χώρο που δημιουργεί το ιδεολογικό ερώτημα, να βγούμε από τον αναγκαία κλειστό χώρο …”

    Η ιδεολογία λοιπόν λειτουργεί με προφάνειες, η γνώση είναι διάφανη, είναι εκεί και πρέπει να την δεις απλώς, όπως η διαφάνεια της αλήθειας του λόγου του θεού. Λειτουργεί με την επανάληψη του ερωτήματος που απλώς παραλλάσει την απάντηση από την γερμανική κοιτίδα, στην βαλτική, στον Καύκασο, στις στέπες, στην Ανατολία κλπ. Και είναι ένας κλειστός χώρος σε έναν φαύλο κύκλο αυτοεπιβεβαίωσης. Προύποθέτοντας αυτό που είναι να αποδείξει. Τα συμφέροντα αυτά του προηγούμενου αποσπάσματος είναι φανερά σε έναν μηχανισμό όπως η εκκλησία. Αντίστοιχα αν και λιγότερο εμφανή είναι στους μηχανισμούς παραγωγής γνώσης. Ένα παράδειγμα αναφέρθηκε για την επίδραση της θρησκευτικής ιδεολογίας στην βιβλική χρονική τοποθέτηση της ΠΙΕ. Άλλο παράδειγμα η νεοκλασική οικονομική θεωρία ως απολογητική της αστικής ιδεολογίας.

    Το ερώτημα της μη αναγνώρισης της ΘΠΣ ως υπαρκτής θεωρίας από τους διάσημους γλωσσολόγους απαντιέται εν μέρει από αυτά τα συμφέροντα στο εσωτερικό ενός ιεραρχημένου μηχανισμού παραγωγής γνώσης (πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, εκδοτικοί οίκοι, ερευνητικά προγράμματα, εργαστήρια κλπ) σε σχέση χρηματοδοτήσεις, πολιτικές σχέσεις, κύρος, κυκλώματα ανέλιξης, κλπ. Και κατά δεύτερο από το σημείο στο δεύτερο απόσπασμα που παρέθεσα “ορίζει τους ρόλους και τις λειτουργίες των ξεχωριστών ατόμων που δεν μπορούν να “σκεφτούν” παρά μονάχα τα “προβλήματα” που έχουν κι όλας τεθεί “ Δηλαδή απλώς δεν μπορούν να δουν κάτι άλλο. Ωστόσο σιωπή υπήρξε κι όταν ο Μαρξ κυκλοφόρησε το κεφάλαιο και για 100 και πλέον χρόνια δεν υπήρχε κι ούτε διδασκόταν στα πανεπιστήμια κι έπρεπε να φτάσουν στην δεκαετία του 60 για να εμφανιστεί στα πανεπιστήμια. Αντίθετα διδάσκονται ένα σωρό ψευδοεπιστήμες όπως η νεοκλασική οικονομική θεωρία πχ. Επίσης πάγωμα υπήρξε και με την θεωρία της σχετικότητας. Άρα η μη αναγνώριση δεν σημαίνει τίποτα για την θεωρία αυτή. Άλλωστε υπάρχουν πάρα πολλοί από διάφορες επιστήμες που συγκλίνουν σε μια τέτοια προοπτική.

    Η αντίληψη επίσης για τον φυσικό, αναμενόμενο, κανονικό, λογικό ρυθμό διάσπασης των γλωσσών είναι φανερά δανεισμένος από την βιολογία. Ωστόσο η γλωσσική αλλαγή εξαρτάται και από ενδογλωσσικές αιτίες αλλά και από κοινωνικές-ιστορικές. Γιατί η γλώσσα δεν είναι ένα α-ιστορικό φαινόμενο οπότε θα είχε μια εσωτερική κίνηση έξω από την ιστορία της κοινωνίας που την μιλάει, άρα θα είχε ένα σταθερό ρυθμό αλλαγής. Υπόκειται στις ιστορικές εξελίξεις που αναγκαστικά διαφοροποιούν τον ρυθμό. Γι’ αυτό η ισλανδική εμφανίζει μικρές αλλαγές από τον 9ο αιώνα. Ένας ρυθμός διαφορετικός των αλλαγών που οδήγησαν τις διαλέκτους στην κοινή ελληνική. Άρα δεν μπορούμε να προϋπολογίσουμε ρυθμούς αλλαγής για χρονικές περιόδους που δεν ξέρουμε τις ιστορικές μεταβολές.
    Άλλωστε αυτό επιβεβαιώνει και το παράδειγμα που έδωσες με τα έπη πτερούντα. Από το 1500 ως το 200 ΜΧ 8 αλλαγές και από το 200 ΜΧ μέχρι το 2000 1 αλλαγή. Δηλαδή 8 αλλαγές σε 1700 χρόνια και 1 σε 1800.

    Επίσης το δεύτερο στοιχείο που στέκεται η κριτική της Αsya Pereltsvaig είναι ότι δήθεν ο Alinei δεν αναγνωρίζει την γενετική σχέση των γλωσσών, κάτι που δεν ισχύει.

    Τα αποσπάσματα είναι από το Να διαβάσουμε το κεφάλαιο του Λουί Αλτουσέρ.

  15. Ψέκκας

    το κρισιμο ερωτημα ειναι γιατι μια γλωσσα μιας μικρης περιοχης (μικρης σε σημασια και ποικιλια) ενος αρχαιολογικου οριζοντα εφτασε να μεινει μονη της σε μια τεραστια περιοχη. Οι απογονοι αυτης της γλωσσας νικησαν και επιβληθηκαν παντου σε πολυ διαφορετικα περιβαλλοντα, σε ζουγκλες σε στεπες σε ερημους , στην μεσογειο εξαφανιζοντας τις προυπαρχουσες γλωσσες. Ποση πιθανοτητα ειχε κατι τετοιο;

    • H ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα από γλώσσες με μικρή σε έκταση κοιτίδα που κατάφεραν να εξαπλωθούν σε μεγάλες περιοχές όταν το επέτρεψαν οι ιστορικές συγκυρίες.

      Η Λατινική μέχρι το 300 π.Χ. μιλιόταν σε μια έκταση 100Kmx100Km γύρω από τη Ρώμη. 500 χρόνια αργότερα ήταν η γλώσσα της δυτικής Ευρώπης και των βορείων Βαλκανίων.

      Δες λίγο αυτόν τον χάρτη εδώ. Η αρχική κοιτίδα της Πορτογαλικής γλώσσας είναι μια μικρή παράκτια λωρίδα στην Ιβηρική χερσόνησο που είναι αμελητέα όταν συγκρίνεται με την κύρια γλωσσική «αποικία» της (Βραζιλία).

      Η πρωτοσλαβική γλώσσα το 400 μ.Χ. μιλιόταν σε μια μικρή περιοχή ΒΑ των Καρπαθίων. Από το 700 μ.Χ. και έπειτα ήταν η πιο εκτεταμένη γλώσσα της κεντροανατολικής Ευρώπης. Σε αυτήν την εξάπλωση εξαφάνισε ένα σωρό άλλες γλώσσες: Βαλτικές (η πρόγονοι των Ανατολικών σλάβων εξαπλώθηκαν σε περιοχές που έχουν παλαιά Βαλτικά υδρωνύμια), Γερμανικές (περιδουνάβιες περιοχές, Βοημία και Πολωνία), Ρωμανικές (βόρεια Βαλκάνια) και στην Ελλαδική χερσόνησο απείλησε την επιβίωση της Ελληνικής γλώσσας.

      H Αραβική γλώσσα μέχρι το 600 μ.Χ. ήταν περιορισμένη στην Αραβική χερσόνησο και στα γειτονικά μέρη της Μέσης Ανατολής. 150 χρόνια αργότερα την άκουγες σε μεγάλο μέρος της Ισπανίας, κατά μήκος της μεσογειακής ακτής της Αφρικής και στο μεγαλύτερο μέρος της Μέσης Ανατολής. Δες τον χάρτη εδώ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s