Τα μυστικά του Λαβυρίνθου

Όταν κάποιος πρωτοακούει την λέξη λαβύρινθος το μυαλό του πηγαίνει αμέσως στον Θησέα που σκότωσε τον Μινώταυρο και χρησιμοποίησε τον μίτο της Αριάδνης για να βγει από το δαιδάλεο αυτό κτίριο.

theseus

Ο κατασκευαστής του λαβυρίνθου ήταν ο περίφημος Δαίδαλος , όνομα που σημαίνει «κατασκευαστής» και θεωρείται διπλασιασμένη μορφή της ΙΕ ρίζας *del- «κόβω, σκαλίζω» που στην Ελληνική και στην Παλαιά Ιρλανδική απέκτησε την ειδικότερη σημασία «κατασκευάζω, μορφοποιώ». Στην Ελληνική ειδικότερα, το ρήμα δαιδάλλω σημαίνει «λεπτουργέω», δηλαδή προσθέτω πολύκμητες λεπτομέρειες σε μια αδρή δομή που την κάνουν πολυπλοκότερη. Με τον καιρό απέκτησε και την μεταφορική σημασία του «κάνω πολύπλοκες σκέψεις» > «βυσσοδομώ, μηχανορραφώ».

daidalos

Στα Ομηρικά Έπη διατηρείται η κυριολεκτική σημασία του επιθέτου δαιδάλεος, διότι αυτό χρησιμοποιείται για να περιγράψει ζωστήρες, θώρακες, σάκη (ασπίδες) και θρόνους (λ.χ. θρόνος καλός δαιδάλεος).

[Οδύσσεια, 1.130-1]

ἔγχε᾽ Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος ἵστατο πολλά,
αὐτὴν δ᾽ ἐς θρόνον εἷσεν ἄγων, ὑπὸ λῖτα πετάσσας,
καλὸν δαιδάλεον: ὑπὸ δὲ θρῆνυς ποσὶν ἦεν.

Ας περάσουμε τώρα στον Λαβύρινθο. Η λέξη περιέχει το προελληνικό επίθημα -ινθος, επομένως έχουμε κάθε λόγο να την θεωρήσουμε προελληνική. Άλλωστε και στον μύθο του Θησέα, ο λαβύρινθος βρίσκεται στην Μινωική Κρήτη. Υπάρχει και ένα ακόμα στοιχείο που μας ωθεί στο να τη θεωρήσουμε λουβιανή ή λουβιανοειδή. Η λέξη λαβύρινθος απαντά ήδη στις πινακίδες της Γραμμικής Β ως da-pu2-ri-to. H γραφή αυτή είναι ενδιαφέρουσα για 2 λόγους. Αυτός που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το ότι η πρώτη συλλαβή είναι da– και όχι η αναμενόμενη ra– (= /la-/). Αυτό σημαίνει ότι για τον γραφέα η λέξη ήταν δαβύρινθος και όχι λαβύρινθος.

Αυτή η σύγχυση d-l είναι ένα γνωστό φαινόμενο και συμβαίνει τόσο στην Ελληνική όσο και στην Χεττιτική στα Λουβιανά/Λουβιανοειδή δάνεια. Ο λόγος είναι η περίεργη προφορά του λουβικού d, το οποίο μάλλον ήταν τριβόμενο /δ/ όπως το δανέζικο ð , που συχνά οι μη Δανοί ακούνε ως /λ/. Για τον ίδιο λόγο, οι ίδιοι οι Λουβιανοί απέδιδαν μερικές φορές το /d/ ως /r/.

danish-l

Παραθέτω μερικές σελίδες για την εξήγηση του φαινόμενο:

Luwian-d

Lametru

Έτσι η λουβική ρίζα dabar- «άρχω» εισήλθε στην Χεττιτική ως labar- ενώ το πρωτολουβικό *dappaḫ- «φτύνω» εισήλθε στην Χεττιτική ως alappaḫḫ-.

Στην ελληνική έχουμε το όνομα Dugdammi > Λύγδαμις, τα ελληνικά θεωνύμια Δήμητηρ και Ζεύς/Δεύς που εισήλθαν στην Λυδική ως Lamẽtru και Lev αντίστοιχα και τα λυδικά ονόματα Σαδυάττης και Αλυάττης που μάλλον σχετίζονται. Έχει ενδιαφέρον ότι και το όνομα δυσσεύς συχνά απαντά σε αγγεία της αρχαϊκής περιόδου ως λυσσεύς, λυττεύς, Οὐλίξης κλπ και εισήλθε στην Λατινική ως Ulixes.

Επομένως έχουμε κάθε λόγο να δούμε την λέξη λαβύρινθος ~ da-pu2-ri-to ως μέρος του λεξιλογίου της Ελληνο-Λουβικής διάδρασης. Οι δύο ετυμολογίες που έχουν προταθεί για τον λαβύρινθο είναι «το δωμάτιο με τους πελέκεις» (λυδικό λάβρυς = πέλεκυς) και «ανάκτορο» (λουβιανό dabarna > χεττιτικό labarna = «άναξ, άρχων»). Προσωπικά ρέπω προς την δεύτερη πρόταση, γιατί είναι πιο πιθανό ένα (μινωικό) ανάκτορο να θεωρηθεί δαιδάλεο κτίσμα μέσα στο οποίο χάνεσαι παρά ένα δωμάτιο.

Ο άλλος λόγος που κάνει την μυκηναϊκή γραφή da-pu2-ri-to ενδιαφέρουσα είναι η χρήση του συλλαβογράμματος pu2 για την απόδοση της συλλαβής που οι ιστορικοί Έλληνες πρόφεραν ως –βυ-. Το συλλαβόγραμμα pu2 ανήκει στα λεγόμενα «προαιρετικά/ειδικά» σύμβολα της Γραμμικής Β. Όταν χρησιμοποιείται αποδίδει την συλλαβή /phu/ (= –φυ), η οποία όμως μπορεί να αποδοθεί και με το «γενικό» συλλαβόγραμμα pu (λ.χ. pe-re = /pherei/ = φέρει , A-pi-do-ro = /Amphidōros/, pa-we-a2 = /pharweha/ = φάρεα και pa-ka-na = /phazgana/ = φάσγανα) που χρησιμοποιείται για την απόδοση των συλλαβών /pu/, /phu/ και /bu/, όπως λ.χ. το συλλαβόγραμμα ku χρησιμοποιείται για την απόδοση των συλλαβών /ku/, /khu/ και /gu/. Οι λέξεις χαλκός και χρυσουργός (< χρυσο-ϝοργός) περιέχουν τρία διαφορετικά υπερωικά σύμφωνα (/k/,/kh/,/g/). Στις πινακίδες της Γραμμικής Β οι λέξεις γράφονται ως ka-ko και ku-ru-so-wo-ko.

Παράλληλα, το συλλαβόγραμμα pu2 απαντά στις γραφές pu2-te-re (= /phūtēres/ = φῡτήρες ~ κηπουροί που φυτεύουν φυτά), Pu2-ke-qi-ri (= /Phugegwri(n)s/ = Φύγεβρις = «αυτός που απέφυγε το μοιραίο/βριθύ») και Ze-pu2-ra3 (= /Zephuriai/ = Ζεφύριαι = γυναίκες από την Ζέφυρο ~ Αλικαρνασσό).

optional-pu2

pu2

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα παραπάνω, γεννάται το εξής ερώτημα: γιατί ο γραφέας χρησιμοποίησε το προαιρετικό συλλαβόγραμμα pu2 που κατά κανόνα αποδίδει την συλλαβή –φυ-, στην λέξη da-pu2-ri-to = λαβύρινθος; Από αυτά που έχουμε καταλάβει μέχρι τώρα για την Γραμμική Β θα περιμέναμε να βρούμε την γραφή *da-pu-ri-to.

Η εύκολη απάντηση είναι να υποθέσουμε ότι ο γραφέας μας ήταν άπειρος και μπέρδεψε τα συλλαβογράμματα pu και pu2. Στο κάτω κάτω, Errare humanum est = το σφάλλειν ανθρώπινον εστί.

Υπάρχει όμως και η όχι τόσο εύκολη (αλλά γλωσσολογικά πιο ενδιαφέρουσα) απάντηση του ελληνιστή/ΙΕστή Ivo Hajnal.

Ο Ivo Hajnal ξεκινάει από το πασίγνωστο δεδομένο ότι η ελληνική συλλαβή φυ προέκυψε από την ΠΙΕ *bhu, όταν η Πρωτο-Ελληνική γλώσσα έτρεψε τα ΠΙΕ ηχηρά κλειστά δασεά *{bh,dh,gh,gwh} σε άηχα κλειστά δασέα {ph,th,kh,khw}.

Λ.χ.

*bheuH- > *bhuH ~ *bhū > phū-tis = φῦσις

*g’heu- > *g’hu-treh2 > khutrā = χύτρα

*dhuH-mos ~ *dhū-mos > thūmos = θῡμός

*gwhen- > kwhèn-jō ~ kwhòn-os > θείνω ~ φόνος (Γραμμική Β -qo-ta = /-kwhontās/ > –φόντης).

Το άλλο δεδομένο που χρησιμοποιεί ο Hajnal είναι η σπανιότητα του ήχου *b στην ΠΙΕ γλώσσα. Είναι μόνο 3-4 ρίζες που περιέχουν το σύμφωνο *b στην ΠΙΕ γλώσσα, ενώ έχουμε άφθονα παραδείγματα με ρίζες που περιέχουν *d και *g/g’ (λ.χ. *dek’m.- > δέκα/decem, *g’eus- > γεύσις/gustus κλπ). Ορισμένοι γλωσσολόγοι μάλιστα προτείνουν ότι το /b/ ήταν εντελώς ανύπαρκτος ήχος στην ΠΙΕ και οι 3-4 ρίζες που το περιέχουν (λ.χ. *bel- «δυνατός» > ελληνικό βελτίων, λατινικό debilis, σλαβικό bolje = βέλτερος) μάλλον είναι δανεισμένες στην ΠΙΕ από κάποια άλλη γλώσσα.

PIE-b

Το τελευταίο πράγμα που πρέπει να γνωρίζουμε για να καταλάβουμε την πρόταση του Hajnal είναι ότι η μετάβαση από την ύστερη ΠΙΕ «ελληνο-άρια» διάλεκτο στην πρωτο-Ελληνική δεν έγινε σε ένα βράδυ αν και είναι βολικό το ευριστικό μοντέλο του ΠΙΕου που έπεσε για ύπνο λέγοντας *bhū-tis και ξύπνησε το πρωί Πρωτο-Έλληνας που έλεγε *φῦτις. Η αλήθεια είναι ότι οι πρωτο-ελληνικές φωνολογικές τροπές που θεωρούμε για ευκολία ότι συνέβησαν ταυτόχρονα και σε χρόνο dt, στην πραγματικότητα δεν ήταν ούτε ταυτόχρονες ούτε ακαριαίες. Είναι πολύ πιθανό η πρωτο-ελληνική τροπή *s>h να ολοκληρώθηκε πριν την έλευση των πρωτο-Έλλήνων στην Ελλάδα, διότι το ίδιο φαινόμενο απαντά στην Φρυγική, στην Αρμενική (λ.χ. *sh2l- ~ *sal-> hal- > ) και στον Ιρανικό κλάδο (λ.χ. *septm. > αβεστ. hapta), δηλαδή σε όλα τα μέλη του Ελληνο-Αρίου κλάδου εκτός από τον Ινδικό κλάδο. Επομένως η έναρξη της διαδικασίας *s>h φαίνεται να ξεκίνησε στην Ελληνο-Άρια κοιτίδα γύρω στο 3000 π.Χ. και η αποβολή του μεσοφωνηεντικού h>∅ γνωρίζουμε ότι έγινε εν Ελλάδι μετά το 1400 π.Χ., γιατί υπάρχουν γραφές όπως pa-we-a2 = /pharweha/ (= φάρεα < *bhr.wes-h2) που δείχνουν διατηρημένη την δασεία h σε μεσοφωνηεντική θέση. Με άλλα λόγια, η «πρωτο-ελληνική» τροπή που εμείς συμβολίζουμε απλά ως *s>h>∅ ξεκίνησε σε προ-πρωτο-ελληνικό στάδιο και ολοκληρώθηκε σε μετα-πρωτο-ελληνικό ύστερα από ~1500 χρόνια.

Το ίδιο συνέβη και με την απηχηροποίηση των ηχηρών δασέων κλειστών *bh,dh,gh,gwh> ph,th,kh,kwh. Η διαδικασία διήρκεσε σίγουρα μερικούς αιώνες και τα δεδομένα δείχνουν ότι δεν ήταν ταυτόχρονη για κάθε σύμφωνο. Εδώ η συζήτηση μας φέρνει στο βιβλίο Phonetics abd Philology: Sound Change in Italic” της Jane Stuart-Smith (OUP, 2004). Σε αυτό το βιβλίο η συγγραφέας εξετάζει διεξοδικά την εξέλιξη των ΠΙΕ ηχηρών δασεών σε κάθε θυγατρικό κλάδο και χρησιμοποιεί δεδομένα από την Ακουστική Φυσική προκειμένου να «ζυγίσει» τις δύο αντίπαλες θεωρίες για την εξέλιξη των ηχηρών δασέων στον Ιταλικό κλάδο.

Η παραδοσιακή θεωρία είναι αυτή του Ascoli που πίστευε ότι πρώτα έγινε παντού η τροπή *bh>ph>f κλπ και, δευτερογενώς, σε μεσοφωνηεντική θέση, η Λατινική ηχηροποίησε τα τριβόμενα τα οποία εν τέλει τράπηκαν σε ηχηρά κλειστά (f>v>b). Δηλαδή κατά το μοντέλο του Ascoli:

*bholjom > pholjom > foljom > folium

αλλά

*h2elbhos > alphos > alfos > alvos > albus

H αντίπαλη θεωρία είναι αυτή του Rix (1957) που πίστευε ότι πρώτα έγινε παντού η τροπή *bh>v και, δευτερογενώς, σε αρκτική θέση έγινε απηχηροποίηση v>f, ενώ σε μεσοφωνηεντική θέση διατηρήθηκαν τα ηχηρά τριβόμενα σε όλες τις Ιταλικές γλώσσες εκτός από την Λατινική όπου συνέβη τροπή σε ηχηρά κλειστά (v>b). Δηλαδή κατά το μοντέλο του Rix:

*bholjom > voljom > folium

αλλά

*h2elbhos > alvos > albus (το τελευταίο στην Λατινική μόνο).

Το συμπέρασμα της Stuart-Smith είναι πως το μοντέλο Ascoli είναι πιο πιθανό φωνολογικά και ακουστικά, αλλά δεν είναι η πιθανότερη λύση. Η πιθανότερη λύση είναι η ανεξάρτηση εξέλιξη των ηχηρών δασεών σε αρκτική και μεσοφωνηεντική θέση, τα οποία δεν ακολούθησαν ποτέ το πρώτο κοινό βήμα που αποδέχονται και οι δύο θεωρίες. Γράφει στην τελευταία σελίδα (226) του κειμένου η Stuart-Smith:

An evaluation of the two existing explanations in terms of phonetic predictions and attested parallels revealed Rix to be less plausible than Ascoli. However the same information motivates a third possible route as the most phonetically plausible. According to this account, the voiced aspirates showed a split development according to position in the word from the earliest stage of Proto-Italic. While both Ascoli and Rix assume changes that affected the voiced aspirates in all positions of the word at the same time, my route assumes that the historical distribution of the reflexes reflects a split treatment such that word-initially the voiced aspirates were devoiced and then became fricatives, but word-internally they remained voiced developing into fricatives. Readjustments in Latin and Faliscan led to voiced stops word-internally before the historical period.

Δηλαδή το μοντέλο που θεωρεί ως πιθανότερο η Stuart-Smith είναι το:

*bholjom > pholjom > folium

αλλά ταυτόχρονα

*h2elbhos > alvos > albus (το τελευταίο στάδιο μόνο στην Λατινική και στην Φαλισκική)

Τώρα γιατί έφερα την Jane Stuart-Smith στην συζήτηση; Γιατί σε κάποια φάση παραθέτει σχετικές πιθανότητες στην απηχηροποίηση bh,dh,gh > ph,th,kh.

[σλδ 183] While all breathy voiced stops are likely to devoice, we may predict that the velar is the most likely to do this,although that this seems to be linked to a phonetic context (before high vowels), suggests that it is difficult to consider place of articulation alone.

[σλδ 184] In word-initial position voiced aspirates are more likely to retain closure and aspiration, while in word-medial position they are more likely to retain voice and become fricatives. With regard to place of articulation, the velar stop is the most likely of all the stops to devoice. In terms of vocalic environment, voiced aspirates are more likely to become devoiced before high vowels, whereas they are more likely to be maintained before low vowels.

Με άλλα λόγια, η απηχηροποίηση των ηχηρών δασεών κλειστών είναι πιθανότερο να ξεκινήσει με το *gh, σε αρκτική θέση και πριν από /i/. Τα άλλα δύο ηχηρά δασέα (bh,dh), η μεσοφωνηεντική θέση και τα χαμηλά φωνήεντα (a,o) είναι περιπτώσεις που πιθανοκρατικά δείχνουν μεγαλύτερη αντίσταση στην απηχηροποίηση,δηλαδή αν απηχηροποιηθούν θα το κάνουν με καθυστέρηση ως προς το αρκτικό *ghi>khi.

Τώρα έχετε όλες τις πληροφορίες για να καταλάβετε την πρόταση του Ivo Hajnal για το ζεύγος λαβύρινθος ~ da-pu2-ri-to. Σύμφωνα με τον Hajnal όταν οι ελληνόφωνοι υιοθέτησαν την Γραμμική Β για να καταγράψουν την γλώσσα τους γύρω στο 1650 π.Χ. (ορισμένες χρονολήσεις φέρνουν τις παλαιότερες πινακίδες της Γραμμικής Β στο 1650 π.Χ.) είχαν ήδη ολοκληρώσει τις απηχηροποίησεις *gh>kh και *dh>th, ενώ η απηχηροποίηση *bh>ph ήταν ακόμα  εν εξελίξει. Όταν φτιάχθηκε το συλλαβόγραμμα pu2 δεν ήταν για την συλλαβή /phu/, αλλά για την /bhu/ (δηλαδή το pu2-te-re κατά τα πρώτα χρόνια της Γραμμικής Β απέδιδε την προφορά /bhūtēres/) που σιγά σιγά όμως απηχηροποιούνταν σε *bhu>phu.

Επειδή οι Πρωτο-Έλληνες εισήλθαν στην Ελλάδα χωρίς να έχουν οικειότητα με τον ήχο /b/ (σχεδόν ανύπαρκτος στην ΠΙΕ), όταν άκουγαν το προελληνικό /b/ το συνέχεαν με το οικείο τους /bh/. Άρα όταν οι πρωτο-Έλληνες άκουσαν για πρώτη φορά την προελληνικη λέξη daburinth- την απέδωσαν στην γλώσσα τους ως dabhurinth- και γι΄αυτό χρησιμοποίησαν το συλλαβόγραμμα pu2 (= bhu) για να την καταγράψουν. Αυτό που έγινε στους αιώνες που ακολούθησαν μετά από αυτή την «πρώτη επαφή» ήταν ότι ολοκληρώθηκε η πρωτο-ελληνική τροπή *bh>ph (άρα το συλλαβόγραμμα pu2 πλέον απέδιδε τη συλλαβή /phu/) και, ταυτόχρονα οι πρώιμοι ελληνόφωνοι απέκτησαν μεγαλύτερη οικειότητα με το σύμφωνο /b/ (γι΄αυτό και εν τέλει ο όρος έμεινε στην μνήνη ως λαβύρινθος).

Hajnal

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ελληνική γλώσσα, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s