Τα ΙΕ ετερόκλιτα ουδέτερα r/n

Αν ποτέ αναρωτηθήκατε γιατί το ὕδωρ έχει πληθυντικό ὕδατα (και τις υπόλοιπες πλάγιες πτώσεις σε ὑδατ-) και παράγωγο επίθετο ὑδάτινος τότε η παρούσα ανάρτηση θα σας λύσει την απορία. Η ΠΙΕ γλώσσα είχε μια παλιά κατηγορία ουδέτερων ουσιαστικών που στην ΙΕ ορολογία ονομάζονται «ετερόκλιτα ουδέτερα r/n». Πρόκειται για ουδέτερα που σχηματίζονται με το επίθημα *-r. (το συλλαβικό ένηχο), το οποίο στις πλάγιες πτώσεις μεταπίπτει σε n. . Για το λόγο αυτό ονομάζονται ετερόκλιτα (heteroclitic). Το ότι ανήκουν στα παλαιότερα λεξιλογικά στρώματα της ΠΙΕ φαίνεται από δύο λόγους:

1) Έχουν σχηματίσει λέξεις στην ΙΕ οικογένεια με βασικές σημασίες όπως «νερό», «φωτιά» κλπ.

2) Είναι πολύ παραγωγική κατηγορία στον Ανατολιακό κλάδο που, όπως έχω ήδη εξηγήσει αλλού, είναι ο παλαιότερος ΙΕ θυγατρικός κλάδος και αποσχίστηκε αρκετά νωρίς ώστε να κληρονομήσει στοιχεία της Αρχαϊκής ΠΙΕ γλώσσας. Παραθέτω μερικές σελίδες για το θέμα από τον Benjamin Fortson:

r-n

Τα ετερόκλιτα αυτά ουδέτερα έχουν ονομαστική σε *-r. . Συχνά στον σχηματισμό τους το εναλλασσόμενο r/n είναι μέρος ενός μεγαλύτερου επιθήματος, όπως λ.χ. τα επιθήματα *-ten/r-, *-sen/r-, *-men/r-, *-wen/r- που έχουν τους μηδενικούς βαθμούς *tr./tn., *sr./sn., *mr./mn., *wr./wn. .

wodr

Τα βασικά παραδείγματα είναι οι ΙΕ λέξεις *wòd-r. «νερό» και *pèh2-wr. «φωτιά». To «νερό» στην Χεττιτική είναι wātar (/wādar/), με γενική witenaš To ελληνικό ὕδωρ έχει πλάγιο θέμα σε *udn.t- > ὕδατ-, όπως το *sreu-mn. > ῥεῦμα έχει πλάγιο θέμα *sreu-mn.t- > ῥεύματ-. Στον Γερμανικό κλάδο, από τη μια έχουμε το αγγλικό water και το γερμανικό Wasser και, από την άλλη, έχουμε τα σκανδιναβικά vatn . Στην Αλβανική, για να προκύψει το αλβανικό ujë από το ΠΙΕ *wod-r. , χρειαζόμαστε το πρωτοαλβανικό *ùdnjā. Από εκεί και μετά, η απλοποίηση -dnj-/-bnj-/-gnj- > -nj- > -j- σε μετατονική μεσοφωνηεντική θέση είναι γνωστή διαδικασία, λ.χ. η ρίζα *webh-/ubh- «υφαίνω» που έδωσε το ελληνικό ὑφαίνω (< *ubhn.-jō) και το αγγλικό web = «ιστός», στην Αλβανική έδωσε το *webnja > wenj > vej).

udnja

H «φωτιά» στην Χεττιτική είναι *peh2-wr. > pàḫḫur , ενώ στην ελληνική χρειαζόμαστε τον μηδενικό βαθμό της ρίζας *ph2ur- και λαρυγγική μετάθεση *ph2ur-> *puh2r- = pūr- , για να φτάσουμε στο πῦρ. Έχω κάνει παλαιότερη ανάρτηση ειδικά για το ΙΕ λεξιλόγιο της φωτιάς. Η εναλλαγή r/n φαίνεται στην Χεττιτική γενική paḫḫuenaš και στον Γερμανικό κλάδο, όπου δίπλα στο αγγλικό fire και το γερμανικό  Feuer, βρίσκουμε τα σκανδιναβικά funi και το γοτθικό n, που επιβιώνει ως δάνειο (μάλλον σουεβικό) στο πορτογαλικό fona. Ο ΙΕ όρος για το «αίμα» *h1esh2-r.  έδωσε το Χεττιτικό ēšḫar (γενική ēšḫanaš), το Λουβικό āšḫar (με παράγωγο το ášḫanantiša = «[αιματηρή] θυσία»), το ελληνικό ἔαρ και, μεταξύ άλλων, μάλλον το λατινικό sanguis. Η ΙΕ ρίζα *kers- «κόβω» (λ.χ. *n.-kers- > ἀκερσεκόμης = «που δεν έχει κόψει τα μαλλιά του ~ μακρυμάλλης») έχει δώσει το λουβιανό ρήμα kuršai- «κόβω» και το ετερόκλιτο λουβιανό ουσιαστικό kuršawar «νησί» (αποκομμένο από την ξηρά) που έχει πλάγιο θέμα kuršawan-. Στην Ελληνική, το επίθημα *-r. είχε διττή εξέλιξη -ωρ/-αρ όπως θα φανεί σε ένα παράδειγμα παρακάτω που απαντά και με τους δύο τύπους. Υπάρχουν όμως και ορισμένα παραδέιγματα σε -ορ, όπως το *h1eh1tr.ἦτορ = «καρδιά» (η απώτερη ΙΕ σημασία μάλλον ήταν «πνεύμων», γιατί η ίδια ρίζα έδωσε και το *h1eh1t-men- «αναπνοή», αλλά έχει πάρει ένα σωρό άλλες σημασίες στις διάφορες θυγατρικές γλώσσες, λ.χ. ἦτρον = κοιλιά) και το ἄορ = ξίφος (< *h2wr. «αυτό που κρέμεται στον τελαμώνα», από την ρίζα *h2wer-jō > ἀείρω = «κρεμάω»). Το περίεργο με αυτά τα ουδέτερα σε -ορ είναι ότι δεν έχουν πλάγιες πτώσεις σε *-n.t- > -ατ- (λ.χ. τὸ ἦτορ, τοῦ ἤτορος, τὸ ἄορ, τοῦ ἄορος). h1eh1tr

Ένα ουδέτερο σε -αρ που δεν ανήκει στην κατηγορία των ετεροκλίτων ουδετέρων είναι το *nek’-tr.h2 > νέκταρ.

Παραδείγματα επιθημάτων σε *-mr. :

*h2eH- «καίω» > παράγωγο *h2eH-mr. «ημέρα ~ περίοδος που καίει ο ήλιος» > πρωτο-ελληνικό *ἆμαρ > ἧμαρ (με ανετυμολόγητη δασεία). Ο πλήρης βαθμός *-mer- του επιθήματος φαίνεται στο μεταγενέστερο παράγωγο *h2eH-mer-eh2 > ἡμέρᾱ . Ο πολύτλᾱς και πολύτροπος (κοσμογύριστος) Οδυσσέας περίμενε πως και πως το «νόστιμον ἧμαρ» = «την ημέρα του νόστου/επιστροφής στην Ιθάκη».

[Οδύσσεια, 1.1-10] ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν: πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω, πολλὰ δ᾽ ὅ γ᾽ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν, ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων. ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ: αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο, νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο ἤσθιον: αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.

Τον άντρα τον πολύπραγο τραγούδησέ μου, ω Μούσα, που περισσά πλανήθηκε, σαν κούρσεψε της Τροίας το ιερό κάστρο, και πολλών ανθρώπων είδε χώρες κι έμαθε γνώμες, και πολλά στα πέλαα βρήκε πάθια, για μια ζωή παλεύοντας και γυρισμό συντρόφων. Μα πάλε δεν τους γλύτωσε, κι αν το ποθούσε, εκείνους, τι από δική τους χάθηκαν οι κούφιοι αμυαλωσύνη, του Ήλιου του Υπερίονα σαν εφαγαν τα βόδια, κι αυτός τους πήρε τη γλυκιά του γυρισμού τους μέρα. (Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη)

Το άλλο ετερόκλιτο ουσιαστικό σε *-mr. προκύπτει από την ΙΕ ρίζα *kwek’- «φαίνομαι» και είναι το *kwek’-mr. > τέκμαρ ~ τέκμωρ = «σημάδι» (αργότερα τεκμήριον = απόδειξη). Το νεύμα του Δία με την κεφαλή του θεωρείται «μετ΄ἀθανάτοισι μέγιστον τέκμωρ» = «ανάμεσα στους αθάνατους θεούς το πιο τρανό σημάδι».

[Ιλιάδα, 1.517-29] τὴν δὲ μέγ᾽ ὀχθήσας προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς: ‘ἦ δὴ λοίγια ἔργ᾽ ὅ τέ μ᾽ ἐχθοδοπῆσαι ἐφήσεις Ἥρῃ ὅτ᾽ ἄν μ᾽ ἐρέθῃσιν ὀνειδείοις ἐπέεσσιν: ἣ δὲ καὶ αὔτως μ᾽ αἰεὶ ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσι νεικεῖ, καί τέ μέ φησι μάχῃ Τρώεσσιν ἀρήγειν. ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν αὖτις ἀπόστιχε μή τι νοήσῃ Ἥρη: ἐμοὶ δέ κε ταῦτα μελήσεται ὄφρα τελέσσω: εἰ δ᾽ ἄγε τοι κεφαλῇ κατανεύσομαι ὄφρα πεποίθῃς: τοῦτο γὰρ ἐξ ἐμέθεν γε μετ᾽ ἀθανάτοισι μέγιστον τέκμωρ: οὐ γὰρ ἐμὸν παλινάγρετον οὐδ᾽ ἀπατηλὸν οὐδ᾽ ἀτελεύτητον ὅ τί κεν κεφαλῇ κατανεύσω.

Συχύστη τότε ο Δίας κι απάντησεν ο νεφελοστοιβάχτης: «Ωχού μπελάδες! Σε φαγώματα με βάζεις με την Ήρα, που θα μ᾿ αρχίσει τα μαλώματα και θα μ᾿ αγκυλοχεύει. Έτσι κι αλλιώς μες στους αθάνατους θεούς θυμώνει εκείνη μαζί μου, τάχα πως στον πόλεμο τους Τρώες συντρέχω πάντα. Μα τώρα εσύ τραβήξου γρήγορα, δε θέλω να σε νιώσει η Ήρα, κι εγώ όλα που μελέτησες θα τα γνοιαστώ να γενούν. Ομπρός λοιπόν, με το κεφάλι μου θα γνέψω, να πιστέψεις’ τι αυτό είναι μέσα στους αθάνατους το πιο τρανό από μένα σημάδι᾿ τι είναι αμεταγύριστος κι αψεύτιστος και βγαίνει το δίχως άλλο πάντα ο λόγος μου, με το κεφάλι ως γνέψω.» Είπε, και με τα φρύδια του έγνεψε τα μαύρα ο γιος του Κρόνου, κι οι θείες με ορμήν αναταράχτηκαν οι χήτες στο κεφάλι. (Μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

Η εξήγηση της ρίζας *kwek’- «φαίνομαι» κατά τους Mallory-Adams.

kwek

Παραδείγματα επιθημάτων σε *-wr. :

*h1ed- «τρώω» > *h1ed-wr. «τρόφιμο» > ἔδϝαρ > ἔδαρεἶδαρ (ύστερα από αναπληρωματική έκταση που συνόδευσε την απώλεια του δίγαμμα). *per- «περνάω, διασχίζω» > *per-wr. «όριο, σύνορο» > πέρϝαρ > πεῖραρ (αργότερα και πέρας/τα πέρατα). *peiH- «παχαίνω, αυξάνω» > *piH-wr. > *pīwr. «λίπος, πάχος» > πῖϝαρ > πῖαρ «λίπος, πάχος» (έχω κάνει ανάρτηση για την Πιερία = Ιρλανδία). *bhreh1-wr. (με γενική *bhruh1nòs) = «φρεάτιο» > ελληνικό φρέαρ (τοῦ φρέατος > φρεάτιον), Παλαιο Αγγλικό brunna = «πηγή» (> αγγλικό burn) και Αρμενικό ałbiwr.

bhreh1wr

*del- «υπολογίζω, εξαπατώ» (δόλος και αγγλικό tell) > *del-wr. >δέλεϝαρ > δέλεαρ ~ δέλϝαρ > δεῖλαρ

del

Άλλα παραδείγματα ετερόκλιτων ουδετέρων σε *-r. :

*h2lek- «αμύνομαι, προστατεύω» (λ.χ. ἀλέξω ~ ἀλαλκεύωἈλαλκομενηίς [διπλασιασμός θέματος]) > *h2lk-r. > ἄλκαρ = «άμυνα»

h2lek

*h2leibh- («αλείφω») > *h2leibh-r. > ἀλείφαρ = αλειφή

*h3n-r. > ὄναρ και *h3ner-jo- > ὄνειρος ~ ὄνειρον

*HouΗdh-os «πλούτος, αφθονία» (λ.χ. πρωτογερμανικό *audaz > παλαιοαγγλικό ēad που είναι πρώτο συνθετικό στα αγγλικά ονόματα σε Ed- : Edward, Edgar κλπ) > *HouHdh-r. «μαστός (με άφθονο γάλα)» > ελληνικό οὖθαρ, σανσκριτικό ūdhar, λατινικό ūber , αγγλικό udder κλπ.

*jeh1kw-r. ~ *jēkw-r. «συκώτι» > ελληνικό ἧπαρ , λατινικό iecur , σανσκριτικό yakr.t , αβεστικό yākarǝ ~ περσικό jegar , αρμενικό leard.

*h2ēk-r. «σφένδαμνος/σφεντάμι» > λατινικό ācer, αγγλικό ahorn και το διαλεκτικό αρχαιοελληνικό *h2ek-n.– > ἄκαστος .

Το τελευταίο ετερόκλιτο ουδέτερο r/n που θα αναφέρω το ξέρετε όλοι σας και το χρησιμοποιείτε σχεδόν καθημερινά. Πρόκειται για τον αρχαίο πρόγονο του νεοελληνικού όρου «σκατό». Τό σκῶρ / τοῦ σκατός, όπως τό ὕδωρ / τοῦ ὕδατος. Αυτή η λέξη μπέρδευε και τους αρχαίους, γιατί βρίσκουμε μεγάλη ποικιλία στην κλίση της. Ορισμένοι την μετέτρεπαν σε σιγμόληκτο ουδέτερο (τὸ σκάτος/ τοῦ σκάτους, όπως το κράτος / τοῦ κράτους) και κατακρίθηκαν από τον Ηρωδιανό.

Όταν to 1877 ο Ludwig Brieger απομόνωσε την ουσία που προσδίδει στα σκατά την δυσοσμία τους, ονόμασε την ουσία αυτή «σκατόλη».

Advertisements

Leave a comment

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s