Η ΙΕ ορολογία για την τροχοζωήλατη μεταφορά

Με τον όρο τροχοζωήλατη μεταφορά εννοώ τα ζωήλατα τροχοφόρα μεταφορικά μέσα. Ο όρος ζωήλατος σημαίνει «αυτός που άγεται/έλκεται από ζώα» (λ.χ. θεήλατος = αυτός που καθοδηγείται από κάποιο θεό, τροχήλατος = αυτός που κινείται με τη βοήθεια τροχών). Το ρήμα που κρύβεται από πίσω είναι το ἐλαύνω ~ ἄγω. Το ρηματικό επίθετο ἠλατός δηλώνει ένα αντικείμενο που υπόκειται την δράση του ρήματος ἐλαύνω (λ.χ. σφάζω > σφακτός), ενώ το nomen agentis ἠλάτης (λ..χ σφάζω > σφάκτης) δηλώνει το πρόσωπο που επιτελεί την ρηματική δράση. Έτσι ο στρατηλάτης είναι αυτός που άγει τον στρατό, ενώ ο βοηλάτης είναι αυτός που διαπράττει βοηλασία (= κλοπή βοών) άγοντας τους βόες μακριά από τον ιδιοκτήτη τους.

Η τροχοζωήλατη μεταφορά είναι μια βελτιωμένη εκδοχή της ζωήλατης μεταφοράς. Η πρωτόγονη ζωήλατη μεταφορά γινόταν με βόες και γαϊδούρια που τραβούσαν σανίδες, τελάρα που έμοιαζαν με ιατρικά φορεία (δύο ξύλινες βέργες με δέρμα ανάμεσά τους), και κατασκευές που έμοιαζαν με έλκηθρα . Επειδή δεν υπήρχαν τροχοί, τα φορεία αυτά σέρνονταν στο έδαφος.

IndianTravois

Τα βοοειδή ήταν επίσης η κινητήρια δύναμη του ζωήλατου αρότρου. Το βοήλατο ξύλινο άροτρο φαίνεται να ήταν σε χρήση στην Μεσοποταμία ήδη γύρω στο 5000 π.Χ. και είχε ήδη φτάσει στην βορειοδυτική Ευρώπη το 3500 π.Χ.

ard

Υπάρχει ένα μέρος του ζωήλατου αρότρου που θα δανειστεί η τροχοζωήλατη μετάφορα. Είναι το «Τ» που συνδέει τους αυχένες των ζώων με το υνί. Το οριζόντιο τμήμα του «Τ» είναι ο ζυγός (ή το ζυγόν) και το κάθετο είναι ο ρυμός. Επειδή ο ζυγός βρίσκεται πάνω από τους αυχένες των ζώων, τα τελευταία έγιναν γνωστά ως ὑποζύγια. Εξού και η έκφραση «δεν ανέχεται ζυγό στο σβέρκο του» = «δεν ανέχεται να τον κουμαντάρουν άλλοι».

Η ΠΙΕ γλώσσα είχε την ρίζα *h2erh3- «οργώνω, ἀρόω» και το παράγωγο ουσιαστικό *h2èrh3trom = «ἄροτρον» (λ.χ. λατινικά arōarātrum , αγγλικά erianard κλπ) και, επομένως, είναι πολύ πιθανόν το παράγωγο ουσιαστικό της ρίζας *jeug– «ζεύγνῡμι, ζευγαρώνω» *jugom = «ζυγός» (ή *yugom στα αγγλόφωνα βιβλία όπου το ημιφωνικό /j/ συμβολίζεται με y λ.χ. yogurt), με απογόνους το ελληνικό ζυγόν, το λατινικό iugum, το αγγλικό yoke κλπ, να σχηματίστηκε πριν από την εφεύρεση του τροχού.

Πότε και που εφευρέθηκε ο τροχός;

Γύρω στο 3500 π.Χ. υπάρχουν αρχαιολογικές μαρτυρίες για διάχυτη ύπαρξη του τροχού σε Ευρασία. Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε που ακριβώς εφευρέθηκε ο τροχός επειδή η τεχνολογία διαδόθηκε πολύ γρήγορα μετά την εφεύρεσή της. Το καλύτερο που μπορούμε να πούμε είναι πως ο τροχός εφευρέθηκε κάπου στην Ευρασία κάποια στιγμή λίγο πριν το 3500 π.Χ. Η παλαιότερη απεικόνιση τροχοφόρου οχήματος που έχει βρεθεί από τους αρχαιολόγους μέχρι στιγμής είναι σε αγγείο που βρέθηκε στο Bronocice της νότιας Πολωνίας που χρονολογείται στο 3500±100 π.Χ. (με τους περισσότερους να το στρογγυλεύουν γύρω στο ~3400 π.Χ.).

bronocice

Έχει ενδιαφέρον το ότι ο δημιουργός του αγγείου συμβόλισε και έναν πέμπτο εφεδρικό τροχό. Ο κόσμος τότε πρέπει να «έμενε από τροχό» αρκετά συχνά και, αν δεν υπήρχε εφεδρικός έπρεπε να φτιάξουν έναν νέο από τον κορμό ενός δένδρου.

wheel

Η σημασία της χρονολογίας της εφεύρεσης της τροχοζωήλατης μεταφοράς στην χρονολόγηση της ΠΙΕ γλώσσας.

Όπως εξήγησα στην προηγούμενη ανάρτηση, ο Ανατολιακός κλάδος της ΙΕ οικογένειας είναι ο παλαιότερος που αποσχίστηκε από την κοιτίδα. Η φάση της ΠΙΕ γλώσσας που μιλιόταν μέχρι την Ανατολιακή απόσχιση ονομάζεται «Πρώιμη» ή «Αρχαϊκή» ΠΙΕ (Archaic/Early PIE). Η φάση της ΠΙΕ γλώσσας που συνέχισε να μιλιέται στην ΙΕ κοιτίδα (όπου κι αν ήταν αυτή) ονομάζεται «Μέση» ή «Κλασική» ΠΙΕ (Classic/Middle PIE). Η Μέση ΠΙΕ, έτσι όπως αναδομείται από τις θυγατρικές της γλώσσες, είναι μια γλώσσα που δείχνει πλήρη εξοικείωση με την τροχοζωήλατη μεταφορά. Υπάρχει ένα πλούσιο αναδομημένο λεξιλόγιο για «τροχό», «άμαξα/όχημα», «άξονα» κλπ που δημιουργήθηκε από γενικότερες ΙΕ ρηματικές ρίζες (λ.χ. τρέχω > τροχός). Αυτό δείχνει ότι η Μέση ΠΙΕ μιλιόταν γύρω στο 3500 π.Χ. Ο Ανατολιακός κλάδος δεν συμμετέχει σε αυτή την λεξιλογική ομάδα και αυτό δείχνει ότι η απόσχιση αυτού του κλάδου έγινε πριν την εξοικείωση της ΠΙΕ κοινωνίας με την τροχοζωήλατη μεταφορά, δηλαδή κάποια στιγμή πριν από το 3500 π.Χ. Αντίστοιχα, η διάσπαση της Μέσης ΠΙΕ γλώσσας που έδωσε τον Τοχαρικό, τον Ιταλο-Κελτικό και τους «μεταιχμιακούς» κλάδους (Γερμανικός και Ελληνο-Φρυγικός, «μεταιχμιακοί» διότι αν και γλώσσες τύπου centum έχουν αμεσότατη συγγένεια με απογόνους της Ύστερης ΠΙΕ που σατεμοποιήθηκαν, όπως η σχέση του Γερμανικού κλάδου με τον Βαλτ0-Σλαβικό και του Ελληνο-Φρυγικού με τους Ινδο-Ιρανικό και Αρμενικό) συνέβη μετά την εξοικείωση με την τροχοζωήλατη μεταφορά, δηλαδή μετά το ~3500 π.Χ. Υπάρχουν μόνο τρεις όροι που απαντούν στον Ανατολιακό κλάδο και ο ένας (hurki) είναι αμφιβόλου ετυμολογίας (και αν τον δεκτούμε, ο μόνος άλλος θυγατρικός κλάδος στον οποίο απαντά είναι ο Τοχαρικός που είναι ο πρώτος κλάδος που αποσχίστηκε μετά τον Ανατολιακό) και οι άλλοι δύο (hišša, tūriya) είναι όροι για «ρυμό» και «ζυγόω» που μπορεί κάλλιστα να προϋπήρχαν στο ζωήλατο άροτρο πριν από την εφεύρεση του τροχού.

anthony-wheel

Το ΙΕ λεξιλόγιο της τροχοζωήλατης μεταφοράς

Οι Mallory-Adams παρουσιάζουν το ΙΕ λεξιλόγιο των μεταφορικών μέσων στις παρακάτω σελίδες.

wheel-lexikon

1) Η ρηματική ρίζα *weg’h- «μεταφέρομαι» (λ.χ. ϝοχ- > ἐποχέομαι) έχει δώσει 4 παράγωγα ουσιαστικά με τη σημασία «όχημα/κάρο»:

*weg’h-nos : παλαιο-ιρλανδικό (OIr) fēn , Τοχαρικό Β yakne

*wog’h-nos : παλαιο-αγγλικό (OE) wægn > αγγλικό wain και το ολλανδικό δάνειο στην Αγγλική wagon

*weg’h-i-tlom : λατινικό vehiculum και σανσκριτικό vahìtram

*wog’h-os : ελληνικό ὄχος (με μεταγενέστερο παράγωγο το ὄχημα) και παλαιοσλαβωνικό (OCS) vozŭ

2) Η ρηματική ρίζα *kwel- «γυρίζω» έχει δώσει 4 παράγωγα ουσιαστικά, τα δύο με διπλασιασμό θέματος:

*kwe-kwlom : αγγλικό wheel «τροχός», αβεστικό čaχra «τροχός», σανσκριτικό cakrà– «τροχός» (γίνεται αναφορά και σε ένα Φρυγικό Κίκλην = «Άρμα» = όνομα της Μεγάλης Άρκτου, που δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω από αλλού).

*kwo-kwlos : ελληνικό κύκλος (αρχικά «τροχός») και Τοχαρικό Β kokale = «κάρο»

*kwol-os : OIr cul = «κάρο»

*kwοl-es- : OCS kolo «κάρο»

3)  Η ρηματική ρίζα *reth2- «τρέχω»  έχει 3 παράγωγα ουσιαστικά:

– *roth2-os και το θηλυκό *roth2-eh2 : λατινικό rota και «τροχός» (η πηγή του νεοελληνικό ρόδα) και «κάρο, άρμα», λιθουανικό rãtas = «τροχός» και rãtai = «κάρο» (< κυρ. «τροχοί»), αβεστικό raθa = σανσκριτικό ratha = «κάρο, άρμα», OIr roth «τροχός», πρωτο-γερμανικό raþą = «τροχός» (λ.χ. γερμανικό Rad).

*roth2-i-k’os = κυριολεκτικά παράγωγο επίθετο των παραπάνω ριζών που όμως ουσιαστικοποιήθηκε δευτερογενώς: αλβανικό rreth = «δαχτυλίδι, ζάντα, κύκλος» και Τοχαρικό Β retke = «στρατός» (αρχικά μόνο τα αρματηγά στρατεύματα).

4) Η ρίζα *h2ek’s- δήλωνε τον άξονα που ενώνει τους τροχούς: ελληνικό ἄξων, λατινικό axis, σανσκριτικό àkṣa, OE eax, λιθουανικό ašis, OCS osĭ

5) Ο σύνθετος όρος *h2em-h2ek’s-ih2 ετυμολογικά σημαίνει «αυτό που κρατάει (*h2em- «κρατώ, συγκρατώ») τον άξονα (*h2ek’s-)» και δήλωνε το «σασσί» (chassis) του κάρου, στο οποίο προσφύονταν οι δύο άξονες. Απόγονοι του όρου είναι το ελληνικό ἄμαξα (o αττικός τύπος έχει ανετυμολόγητη δασεία) και το Τοχαρικό Α  amäkṣ-pänte ~ «αμαξηλάτης».

6) Την ρηματική ρίζα *jeug- «ζεύγνῡμι» και το παράγωγο ουσιαστικό *jugòm > ζυγόν, iugum, yoke τα συζήτησα παραπάνω.

7) Μία παλαιότερη ρηματική ρίζα *dhwerH- ταυτόσημη με την *jeug- «ζεύγνῡμι, ζυγόω» έδωσε τα: χεττιτικό tūriye– «ζυγόω», σανσκριτικά dhūr = «ζυγόν» και dhuriya = «υποζύγιον», Τοχαρικό Β trusk– «ζυγόω» (μάλλον και το pyorye = «ζυγόω») και το ελληνικό *dhwerH-h2ep- > θέραψ ~ θεράπων αρχικά «υποζύγιον» (κυριολεκτικά «αυτός που συγκρατείται [*h2ep-] από ζυγό [*dhwerH-]), αλλά αργότερα «υπηρέτης» (ὑποζυγή = υποδούλωση).

8) H ρίζα *h2ens-iyo- ~ *h2ens-iyeh2 «χαλινάρι» έχει δώσει το ελληνικό ἡνία (με μη ετυμολογική δασεία) και το OIr ēisse = ηνία. Η ταύτιση είναι διάσημη γιατί η οργανική πτώση a-ni-ja-pi (/hāniāphi/) = ἡνίηφι στην Γραμμική Β έχει το ακριβές Ιρλανδικό ανάλογο esib «με τα ηνία» (< PIE *h2ensi-ābhi).

ansija

9) Μία άλλη ρίζα *jamos = «χαλινάρι» έχει δώσει το Αλβανικό gjem και το Σανσκριτικό yama. Το νεοελληνικό «γκέμι» είναι από το τουρκικό gem και δεν σχετίζεται με την ρίζα.

10) H ρίζα *Hèih1os = «ρυμός» έχει δώσει το ρωσικό vojë, το Χεττιτικό hišša, το αβεστικό aēša και το σανσκριτικό īṣā, όλα με τη σημασία «ρυμός». Αντίθετα, στην Ελληνική και στον Γερμανικό κλάδο οι απόγονοι της ρίζας απέκτησαν ναυτική σημασία: ελληνικό οἰήϊον ~ οἴαξ = «πηδάλιο πλοίου» (εξού και οἰᾱκίζω/οἰηκίζω = κυβερνώ/κουμαντάρω πλοίο) και αγγλικό oar = «κουπί».

11) Οι Mallory-Adams τελειώνουν το κεφάλαιο με μερικούς επιπλέον επιχωρικούς όρους:

– Η ρηματική ρίζα *k’ers- «τρέχω» (λ.χ. λατινικό currō, cursōr, ελληνικό ἐπίκορσος > ἐπίκουρος = «αυτός που τρέχει για βοήθεια» = ἐπίρροθος/ἐπιτάρροθος [< *k’ers- = *reth2-]) έχει δώσει το ουσιαστικό *k’rs-os που είναι ο πρόγονος του λατινικού currus = «άρμα, κάρο» και του Μέσου Ουαλικού carr = «κάρο». Ένας ηπειρωτικός κελτικός συγγενής του τελευταίου εισήλθε στην Λατινική ως carrus που, με τη σειρά του, είναι ο πρόγονος του ελληνικού κάρο και του αγγλικού car.

– Η ρηματική ρίζα *dhregh- «τρέχω» έχει δώσει το παράγωγο ουσιαστικό *dhrogh-os = «τροχός» από το οποίο προέκυψαν ο ελληνικός τροχός, το OIr droch = «τροχός» και το αρμενικό durgn = «τροχός αγγειοπλάστη».

Όσοι δεν μπορείτε να συνειδητοποιήσετε την σημασία του κοινού ΙΕ λεξιλογίου για την τροχοζωήλατη μεταφορά, μπορείτε να διαβάσετε το μέρος #2.

Advertisements

4 Comments

Filed under Γλωσσολογία, Ινδοευρωπαϊκά θέματα

4 responses to “Η ΙΕ ορολογία για την τροχοζωήλατη μεταφορά

  1. Κουκόηλ'ς

    Εντάξει με τους τροχούς και τα αμάξια. Το άλογο το γνώριζε ο Ανατολιακός κλάδος;

    • Σαφώς. Η ρίζα *h1èk’wos = «ἵππος» απαντά στην Λουβιανή (ašša/azza, asuwa) και στην Λυκική (esbe).
      Θυμίζω ότι σε αυτές τις δύο το ΙΕ ουρανωμένο υπερωικό ακολούθησε την πορεία *k’>ts>s.

      Anatolian: *ʔeḱu- Hittite: 𒀲𒆳𒊏𒍑 (*ekkus) [ANŠE.KUR.RA-us] (only attested with Sumerogram)
      Luwian: Cuneiform Luwian: *aššu-/*azzu- [ANŠE.KUR.RA-us]Hieroglyphic Luwian: EQUUSásù(wa)
      Lycian: esbe

  2. Κουκόηλ'ς

    Μου κάνει εντύπωση που ενώ λένε ότι οι Μινωίτες της Κρήτης μιλούσαν ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, -πιθανότατα του Ανατολιακού κλάδου-, δεν γνώριζαν λέει το άλογο.

    • To άλογο ήταν άγνωστο στο Αιγαίο μέχρι το 1900 π.Χ. όταν και πρωτοεμφανίζονται ταυτόχρονα οστά αλόγου στην Τροία και στην Λέρνα της Πελοποννήσου.

      Στην Μακεδονία και στην Θράκη το άλογο ήταν γνωστό ήδη από 2600 π.Χ.

      Τώρα για τους Μινωίτες, από την στιγμή που δεν γνωρίζουμε την γλώσσα τους δεν μπορούμε να πούμε αν ήξεραν ή όχι το άλογο.

      Από εκεί και μετά, μία λέξη μπορεί να ξεχαστεί ή να αλλάξει σημασία όταν κάποιος καταλήγει να ζει σε μέρος όπου δεν υπάρχει το αντικείμενο που αντιστοιχεί στην λέξη.

      Οι Σουμέριοι, από την άλλη, σίγουρα δεν ήξεραν το άλογο, γιατί πρωτοεμφανίζεται στα κείμενά τους λίγο πριν το 2000 π.Χ. και το ονόμαζαν «γρήγορο γάιδαρο» και «γάιδαρο του βουνού».

      Άρα πρώτα γνώρισαν τα γαϊδούρια και μετά τα άλογα.

      http://postimg.org/image/ym3b44kgr/

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s